Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
οξύς πόνος

Πόνος τυπικά προκαλούμενος από ξαφνική κάκωση (π.χ. κάταγμα) ή ασθένεια (π.χ. οξεία λοίμωξη) και ο οποίος συνοδεύεται από φυσικά σημεία όπως αυξημένη καρδιακή συχνότητα, αυξημένη αρτηριακή πίεση, μυδρίαση, εφίδρωση ή υπεραερισμό. Ανάλογα με τη σοβαρότητα του υποκειμένου ερεθίσματος, το οξύ άλγος μπορεί να αντιμετωπιστεί με ακεταμινοφαίνη ή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ακινητοποίηση και ανύψωση του τραυματισμένου μέρους του σώματος, ή τοπική εφαρμογή θερμότητας ή πάγου. Ιδιαίτερα σοβαρές μορφές οξέος πόνου, όπως εκείνος των σπασμένων πλευρών ή μιας ισχαιμικής περιοχής, μπορεί να απαιτούν τη χορήγηση ναρκωτικών ουσιών, συχνά με επιπρόσθετους χημικούς παράγοντες, όπως η υδροξυζίνη για ανακούφιση, ή αντιεμετικών.

Aliases (separate with |): Οξύς πόνος
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL