Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
οξεία γλωσσίτιδα

Γλωσσίτιδα που αναπτύσσεται σε ώρες ή ημέρες, συχνά συνοδευόμενη από στοματίτιδα. Η γλώσσα είναι επώδυνη, ερυθρή, φλεγμονώδης και οιδηματώδης. Μπορεί να φαίνεται λεία ή να καλύπτεται από βλατιδώδεις αλλοιώσεις. Μπορεί να συνυπάρχει πυρετός.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Μπορεί να συσχετίζεται με σακχαρώδη διαβήτη, βακτηριακές λοιμώξεις, λοιμώξεις από Candida, ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων, κάπνισμα και τραυματισμό της γλώσσας. Οι περιβάλλουσες δομές μπορεί να είναι αρκετά οιδηματώδεις, ώστε να προκαλέσουν ασφυξία. Η τραχειοστομία μπορεί να είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της βατότητας του αεραγωγού.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ Πρέπει να αντιμετωπίζεται η υποκείμενη πάθηση. Για τη διατήρηση της στοματικής υγιεινής, οι ασθενείς πρέπει να ξεπλένουν το στόμα τους με αναισθητικό στοματικό διάλυμα, όπως για παράδειγμα διάλυμα ξυλοκαΐνης 2%.

Aliases (separate with |): Οξεία γλωσσίτιδα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL