Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
οδοντικό κατάπλασμα

Σκόνη που όταν αναμειχθεί με νερό σκληραίνει, σχηματίζοντας ένα πετρώδες περίβλημα ή πρότυπο υλικό. Αποτελείται από ημιένυδρο γύψο (CaSO4 · 2Η2Ο), του οποίου η συμπιεστική ισχύς και ο συντελεστής διαστολής ποικίλει ανάλογα με τον τρόπο που το μεταχειριζόμαστε και το επανενυδατώνουμε. Υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες οδοντικού γύψου, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως υλικά για εκμαγεία, εντυπώματα ή πέτρινα ομοιώματα και οι οποίες βασίζονται στις διαφορές των χαρακτηριστικών τους.

Aliases (separate with |): Οδοντικό κατάπλασμα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL