Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
οδοντικός πόνος

Πόνος στη στοματική περιοχή, που σε γενικές γραμμές μπορεί να έχει διπλή προέλευση. Ο πόνος του μαλακού ιστού μπορεί να είναι οξύς ή χρόνιος, ενώ είναι καυστικός και σαφώς εντοπισμένος όταν οφείλεται σε επιφανειακά τραύματα: ο πόνος του οδοντικού πολφού ή πονόδοντος ποικίλει ανάλογα με το αν είναι οξύς ή χρόνιος, ενώ είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστεί.

Aliases (separate with |): Οδοντικός πόνος
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL