Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
νυκταλωπία
  1. Αδυναμία καλής όρασης στο ημίφως ή κατά τη νύχτα Αυτή η κατάσταση παρατηρείται στη μελαγχρωοτική αμφιβληστροειδίτιδα και στη χοριοειδοαμφιβληστροειδίτιδα, ή μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη βιταμίνης Α Το κάπνισμα μπορεί επίσης να ελαττώσει την ικανότητα νυκτερινής όρασης. Η υποξία η οποία σχετίζεται με την παραμονή πάνω από το επίπεδο της θάλασσας όπως πχ σε ένα αεροσκάφος θα προκαλέσει επίσης ελάττωση τηςνυχτερινής όρασης.

2.Εσφαλμένα χρησιμοποιούμενος όρος για να υποδηλώσει την ικανότητα καλύτερης όρασης κατά τη νύκτα ή το σούρουπο σε σχέση με την ημέρα.

Aliases (separate with |): Νυκταλωπία
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL