Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
νοσοκομειακή λοίμωξη

Λοίμωξη η οποία αποκτάται σε ένα νοσοκομείο, νοσηλευτήριο ή άλλο ίδρυμα ιατρικής περίθαλψης. Οι ασθενείς στις μονάδες εγκαυμάτων και στις χειρουργικές μονάδες εντατικής θεραπείας παρουσιάζουν τις υψηλότερες συχνότητες νοσοκομειακών λοιμώξεων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι νοσοκομειακές λοιμώξεις είναι το αποτέλεσμα της έκθεσης των εξασθενημένων ασθενών στο φαρμακευτικά τροποποιημένο περιβάλλον του νοσοκομείου, όπου μόνιμοι καθετήρες, ενδοφλέβιες γραμμές και ενδοτραχειακοί σωλήνες εισάγονται σε φυσιολογικά στείρες θέσεις του σώματος επιτρέπονιας την ταχεία διείσδυση και πολλαπλασιασμό των μικροβίων. Τα είδη των Entetobacter spp, Pseudomonas, σταφυλόκοκκων, εντερόκοκκων, Clostridium difficile και ορισμένων μηκύτων είναι συχνά υπεύθυνα για τις εξάρσεις λοιμώξεων οι οποίες παρατηρούνται.

Aliases (separate with |): Νοσοκομειακή λοίμωξη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL