Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
νορεπινεφρίνη
  1. Ορμόνη παραγόμενη από τον επινεφριδιακό μυελό, παρόμοια ως προς τις χημικές και φαρμακογικές ιδιότητες με την επινεφρίνη, κυρίως αγγειοσυσπαστική ουσία, με ελάχιστη επίδραση στην καρδιακή παροχή.
  2. Νευροδιαβιβαστής, ο οποίος απελευθερώνεται από τους περισσότερους συμπαθητικούς μεταγαγγλιακoύς νευρώνες και από ορισμένους νευρώνες του εγκεφάλου. Διαταραχή του μεταβολισμού της σε σημαντικές θέσεις του εγκεφάλου ενέχεται σε συναισθηματικές διαταραχές. Χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση βαριάς υπότασης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νευρογενή ή σηπτική καταπληξία.
Aliases (separate with |): Νορεπινεφρίνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL