Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
νιτρικό οξείδιο, μονοξείδιο του αζώτου

Διαλυτό αέριο το οποίο παράγεται φυσιολογικά στο ανθρώπινο σώμα και εντοπίζεται στον εκπνεόμενο αέρα σε συγκέντρωση περίπου 10 μέρη στο δισεκατομμύριο (10 ppb). Παράγεται από ενδοθηλιακά κύτταρα, νευρώνες στον εγκέφαλο και μακροφάγα κατά τη φλεγμονή και είναι ισχυρό αγγειοδιασταλτικό. Το νιτρικό οξύ (NO), έχει πολλούς άλλους ρόλους: αναστέλλει την προσκόλληση, ενεργοποίηση και συσσώρευση των αιμοπεταλίων και τη φλεγμονώδη διαδικασία που επάγεται από τα ιστιοκύτταρα, ελέγχει το χημειοτακτισμό των λεμφοκυττάρων, ρυθμίζει τον πολλαπλασιασμό κυττάρων λείου μυός, τη στύση του πέους και άλλες σεξουαλικές λειτουργίες, συμμετέχει στον προγραμματισμένο κυτταρικό θάνατο και αλληλεπιδρά με ρίζες οξυγόνου προς το σχηματισμό μεταβολιτών, οι οποία καταστρέφουν παθογόνα. Όταν το NO χορηγείται ως τμήμα εισπνεόμενου αερίου μίγματος, ελαττώνει την επιστράτευση λεμφοκυττάρων. To NO μελετάται ως μέσο μείωσης της φλεγμονής στη θεραπεία ασθενών με σύνδρομο ενήλικης αναπνευστικής δυσχέρειας και ως αγγειοδιαστολέας στην πνευμονική υπέρταση. Παλαιότερα, το NO ονομαζόταν παράγοντας χαλάρωσης με ενδοθηλιακή προέλευση (EDRF).

Aliases (separate with |): Νιτρικό οξείδιο, μονοξείδιο του αζώτου
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL