Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
νιασίνη

Μία βιταμίνη Β η οποία υπάρχει σε δύο μορφές, το νικοτινικό οξύ (νιασίνη) και το νικοτιναμίδιο, τα οποία τροποποιούνται μέσα στα κύτταρα προς το σχηματισμό NAD και NADP, συνένζυμα απαραίτητα για κυτταρικές μεταβολικές διαδικασίες, υπάρχει φυσικά σε μανιτάρια, στο πίτουρο, στα ψάρια, στα πουλερικά, στο κρέας, στα σπαράγγια και στα φιστίκια. Τα πολλά προϊόντα τα οποία παρασκευάζονται από αλεύρι εμπλουτισμένο σε νιασίνη αποτελούν καλές πηγές αυτής της βιταμίνης. Καθώς η τρυπτοφάνη μετατρέπεται άμεσα σε νιασίνη, τροφές όπως τα αυγά και το γάλα, από τις οποίες απουσιάζει η νιασίνη, αποτελούν καλές πηγές αυτής της βιταμίνης. Η νιασίνη, είναι η μορφή, η οποία χορηγείται από του στόματος για τη θεραπεία της πελάγρας. Η στοματική χορήγηση της νιασίνης, χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η χρήση νιασίνης ορισμένες φορές συνδέεται με ναυτία, έμετο, ερύθημα ανώμαλα αποτελέσματα ελέγχων της ηπατικής λειτουργίας, υπεργλυκαιμία, ξηροδερμία, κνησμούς, μυϊκή βλάβη και σπάνια ηπατική ανεπάρκεια.

Aliases (separate with |): Νιασίνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL