Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
νεφρική νόσος, πολυκυστική

Κληρονομήσιμη νεφρική διαταραχή που μεταδίδεται ως αυτοσωμικό υπολειπόμενο χαρακτηριστικό στα βρέφη και ως αυτοσωμικό επικρατές χαρακτηριστικό στους ενήλικες. H PKD ονομαζόταν αρχικά πολυκυστική νεφρική νόσος των ενηλίκων. Χαρακτηρίζεται από το σχηματισμό κύστεων σε όργανα με έντονη αγγείωση, ιδιαίτερα στους νεφρούς και στο ήπαρ, και από γαστρεντερικές και καρδιαγγειακές ανωμαλίες. Περιλαμβάνονται επίσης εκκολπώματα εντέρου, ανωμαλίες των καρδιακών βαλβίδων και ενδοκρανιακά και αορτικά ανευρύσματα. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υπέρταση, οξύ και χρόνιο άλγος και λοιμώξεις της ουροποιητικής οδού. Είναι μια από τις πιο συνηθισμένες κληρονομήσιμες διαταραχές και εμφανίζεται με συχνότητα 1 ανά 400 έως 1 ανά 1θθ0 άτομα. Υπολογίζεται ότι 500.000 άτομα έχουν τη νόσο στις H.Π.Α. Είναι υπεύθυνη για το 10% των περιστατικών νεφρικής νόσου τελικού σταδίου. H αντιμετώπιση περιλαμβάνει συντηρητική θεραπεία για τη νεφρική ανεπάρκεια και τελικά αιμοκάθαρση και μεταμόσχευση νεφρού.

Aliases (separate with |): Νεφρική νόσος, πολυκυστική
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL