Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
λιπαρό οξύ

Ένας υδατάνθρακας στον οποίο έναν από τα άτομα υδρογόνου έχει αντικατασταθεί από μια καρβοξυλομάδα (COOH) ένα μονοβασικό αλειφατικό οξύ που σχηματίζεται με τη σύνδεση μιας αλκυλικής ρίζας και μια καρβοξυλομάδας.

Τα κορεσμένα λιπαρά οξέα έχουν απλούς δεσμούς στην καρβονική τους αλυσίδα με τον γενικό τύπο Cn+1H2n+3-COOH. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται το οξικό, μυρμηκικό, βουτυρικό, καπρικό, καπρονικό, καπρυλικό, λουρικό, μυριστικό, παλμιτικό και στεατικό οξύ. Τα ακόρεστα λιπαρά οξέα έχουν έναν ή δύο διπλούς ή τριπλούς δεσμούς στην καρβονική αλυσίδα τους. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται τα της ελαϊκής σειράς (ελαϊκό, τιγλικό, υπογεϊκό και παλμιτοελαϊκό) και τα λινελαϊκά (λινελαϊκό, λινολενικό, κλουπανοδονικό, αραχιδονικό, υδροκαπρικό και χαλμουγρικό). Τα λιπαρά οξέα δεν διαλύονται στο νερό. Αυτή τους η ιδιότητα θα εμπόδιζε την απορρόφηση τους από το έντερο εάν δεν δρούσαν τα χολικά άλατα στα λιπαρά οξέα προκειμένου να τα μετατρέψουν σε απορροφήσιμα.

Aliases (separate with |): Λιπαρό οξύ
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL