Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
λεϊσμανίαση

Μια χρόνια παρασιτική νόσος του δέρματος, των σπλάγχνων ή των βλεννογόνων, η οποία προκαλείται από το γένος Leishmania και μεταδίδεται στους ανθρώπους με το δήγμα μολυσμένων φλεβοτόμων. Η λεϊσμανίαση εθεωρείτο ότι συμβαίνει με μορφή επιδημιών, αλλά εμφανίζεται κυρίως ως ενδημική νόσος στην Ασία, στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και στη Μέση Ανατολή. Το στρατιωτικό προσωπικό των Η.Π.Α. μπορεί να μολυνθεί σε επιχειρήσεις εκτός των συνόρων. Ένας τύπος λεϊσμανίασης, η καλά-αζάρ, προκαλεί σπλαγχνική λοίμωξη και αφορά το σύστημα των μονοπύρηνων φαγοκυττάρων, προκαλώντας φλεγμονή και ίνωση του σπλήνα και του ήπατος. Η βλεννογόνιος λεϊσμανίαση προκαλεί βλάβες ιδιαίτερα στο λάρυγγα, στον πρωκτό και στο αιδοίο. Στις δύο δερματικές μορφές λεϊσμανίασης, δημιουργούνται εξελκώσεις. Οι λεϊσμάνιες προσβάλλουν και αναπαράγονται μέσα στα μακροφάγα, ενώ ελέγχονται από την απόκριση που μεσολαβείται από τα Τ-κύτταρα. Η ισχύς του ανοσολογικού συστήματος του ασθενούς προσδιορίζει τη βαρύτητα της νόσου.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Το αντιμόνιο αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία. Δεν διατίθεται στις Η.Π.Α., αλλά μπορεί να ληφθεί από τα Κέντρα Ελέγχου Νόσων. Τα εναλλακτικά φάρμακα περιλαμβάνουν την αμφοτερικίνη B, την παρομομυκίνη, και την πενταμιδίνη.

Aliases (separate with |): Λεϊσμανίαση
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL