Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
λεπτίνη

Μια πεπτιδική ορμόνη που παράγεται από το λιπώδη ιστό, αυξάνει την αποθήκευση του σωματικού λίπους και καταστέλλει την όρεξη. Η λεπτίνη συμβάλλει επίσης στην εκδήλωση της εφηβείας και στην εκκρίση της ινσουλίνης από το πάγκρεας.

Aliases (separate with |): Λεπτίνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL