Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
λεμφοκύτταρο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο, υπεύθυνο για μεγάλο τμήμα της ανοσολογικής προστασίας του οργανισμού. Στο αίμα κυκλοφορούν λιγότερα από το 1%, με τα υπόλοιπα να βρίσκονται στους λεμφαδένες, στον σπλήνα και σε άλλα λεμφικά όργανα, όπου μεγιστοποιείται η επαφή με τα ξένα αντιγόνα.

Η διάμετρος των λεμφοκυττάρων κυμαίνεται από 5 έως 12 οι υποπληθυσμοί μπορούν να αναγνωρισθούν από μοναδικές ομάδες πρωτεϊνών στην κυτταρική επιφάνεια, που ονομάζονται συμπλέγματα διαφοροποίησης. Τα Τ κύτταρα, τα οποία προέρχονται από το θύμο αδένα, αποτελούν περίπου το 75% του συνόλου των λεμφοκυττάρων· τα Β κύτταρα, τα οποία προέρχονται από το μυελό των οστών, αποτελούν το 10%. Μια τρίτη κατηγορία είναι τα φυσικά φονικά κύτταρα. Στο αίμα, το 20% με 40% των λευκών αιμοσφαιρίων είναι λεμφοκύτταρα.

Aliases (separate with |): Λεμφοκύτταρο
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL