Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
λακτόζη
  1. Ένας δισακχαρίτης, ο οποίος κατά την υδρόλυση του δίνει γλυκόζη και γαλακτόζη. Συγκεκριμένα βακτήρια μπορούν να την μετατρέψουν σε γαλακτικό ή βουτυρικό οξύ, όπως στο όξινο γάλα. Το γάλα των θηλαστικών περιέχει 4% με 7% λακτόζη. Η παρουσία της στα ούρα μπορεί να δεικνύει απόφραξη της ροής του γάλακτος μετά τη διακοπή του θηλασμού. Η εμπορικά διαθέσιμη λακτόζη είναι μια λεπτή λευκή σκόνη που δεν διαλύεται σε κρύο νερό.
  2. Ένα σάκχαρο, C11H22O11, που αποκτάται κατά την εξάτμιση του αγελαδινού γάλακτος. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή δισκίων και ως διαλυτικό μέσο.
Aliases (separate with |): Λακτόζη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL