Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
λέμφος

Το όνομα που δίνεται στο ιστικό υγρό που εισέρχεται στα λεμφικά τριχοειδή και εντοπίζεται στα μεγαλύτερα λεμφαγγεία. Είναι αλκαλικό, διαυγές και άχρωμο, αν και η λέμφος από το λεπτό έντερο εμφανίζεται γαλακτώδης, λόγω των απορροφημένων λιπών (χυλός). Το πρωτεϊνικό περιεχόμενο της λέμφου είναι χαμηλότερο από εκείνο του πλάσματος, η οσμωτική πίεση ελάχιστα υψηλότερη και το ιξώδες ελάχιστα μικρότερο. Το ειδικό βάρος της κυμαίνεται από 1,016 έως 1,023. Η λέμφος αποτελείται κυρίως από ύδωρ, και περιέχει αλβουμίνη, σφαιρίνες, άλατα, ουρία, ουδέτερα λίπη και γλυκόζη. Τα κύτταρά της είναι κυρίως λεμφοκύτταρα και μονοκύτταρα που δημιουργούνται στους λεμφαδένες και στα λεμφοζίδια. Τα λεμφικά τριχοειδή, τα οποία εντοπίζονται στους περισσότερους ιστικούς χώρους, συλλέγουν ιστικό υγρό, το οποίο καλείται τότε λέμφος. Η λέμφος από to κατώτερο τμήμα του σώματος ρέει στη χυλοφόρο δεξαμενή στην κοιλιακή χώρα και συνεχίζει προς τα άνω μέσω του θωρακικού πόρου, όπου εκβάλλουν τα μεσοπλεύρια λεμφαγγεία, ο αριστερός υποκλείδιος κορμός από το αριστερό χέρι και ο αριστερός σφαγιτιδικός κορμός από την αριστερή πλευρά της κεφαλής. Ο θωρακικός πόρος παροχετεύει τη λέμφο στο αίμα, στην αριστερή υποκλείδιο φλέβα κοντά στη συμβολή της με την αριστερά σφαγίτιδα φλέβα. Ο δεξιός λεμφικός πόρος παροχετεύει τη λέμφο από το άνω δεξιό τεταρτημόριο του σώματος στη δεξιά υποκλείδιο φλέβα.

Καθώς η λέμφος ρέει μέσω των λεμφαγγείων προς τις υποκλείδιες φλέβες, διέρχεται από λεμφαγγεία που περιέχουν μακροφάγα για τη φαγοκυττάρωση βακτηρίων ή άλλων παθογόνων τα οποία μπορεί να εντοπίζονται στη λέμφο.

Aliases (separate with |): Λέμφος
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL