Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
θυρεοειδική ορμόνη

Μία ορμόνη που εκκρίνεται από τα θυλάκια του θυρεοειδούς αδένα. Οι δύο ενεργές θυρεοειδικές ορμόνες είναι η θυροξίνη (Τ4) και τριιωδοθυρονίνη (Τ3). Δρουν ως υποδοχείς σε ιστούς σε όλο το σώμα για να αυξήσουν την παραγωγή κυτταρικών πρωτεϊνών, τον μεταβολικό ρυθμό και τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Ανεπάρκεια της θυρεοειδούς ορμόνης προκαλεί κλινικό υποθυρεοειδισμό· η περίσσεια προκαλεί υπερθυρεοειδισμό.

Aliases (separate with |): Θυρεοειδική ορμόνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL