Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
θυρεοειδής
  1. Θυρεοειδής αδένας.

  2. Ο καθαρός, στεγνός, και κονιορτοποιημένος θυρεοειδής αδένας των ζώων (επίσης γνωστός ως θυρεοειδικό εκχύλισμα]. Το θυρεοειδικό απόσταγμα χρησιμοποιείται σπάνια για την αντιμετώπιση υποθυρεοειδισμού και βρογχοκήλης λόγω της απρόβλεπτης δράσης του.

Aliases (separate with |): Θυρεοειδής
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL