Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
θυλακίτιδα

Φλεγμονή του θυλάκου, ειδικά μεταξύ του οστού και του μυ ή του τένοντα, όπως στον ώμο και το γόνατο. Οι συχνές μορφές περιλαμβάνουν την περιστροφική μυϊκή ομάδα του ώμου, τον ώμο του μεταλλωρύχου ή τον ώμο του παίκτη του τένις και την προεπιγονατιδική θυλακίτιδα (ορογονίτιδα).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία περιλαμβάνει την ακινησία του προσβεβλημένου τμήματος κατά την οξεία φάση. Μόλις υποχωρήσουν τα συμπτώματα, η κινητοποίηση βοηθά στην ελάττωση δημιουργίας συμφύσεων. Τα αναλγητικά, η θερμότητα και η διαθερμία δρουν επικουρικά. Μπορεί να χρειαστεί έγχυση τοπικού αναισθητικού ή κορτιζόνης στον θύλακο. Στην χρόνια θυλακίτιδα (ορογονίτιδα) ενδέχεται να είναι αναγκαία η χειρουργική επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Αν υπάρχει άλγος και περιορισμός της κινητικότητας της άρθρωσης κατά την οξεία φάση, χρειάζεται κατάκλιση και περιορισμός της κινητικότητας του προσβεβλημένου τμήματος. Αν το άλγος και η απώλεια της λειτουργικότητας είναι σοβαρά και δεν βελτιώνονται με την ανάπαυση, ο ασθενής παραπέμπεται για ιατρική αξιολόγηση. Μπορεί να χρειαστεί επίσης φυσιοθεραπεία.

Aliases (separate with |): bursitis|Θυλακίτιδα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL