Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
θηλή
  1. Η ορθωτική προεκβολή στο άκρο κάθε μαστού από την οποία εκβάλλουν οι γαλακτοφόροι αγωγού. Η θηλή προεκβάλλει από το κέντρο της εντονότερα χρωματισμένης άλου θηλής του μαστού. Τόσο η θηλή όσο και η άλως περιέχουν μικρούς σμηγματογόνους αδένες (αδένες του Montgomery) οι οποίοι εκκρίνουν μια προστατευτική, ελαιώδη ουσία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εκτίμηση: Οι οδηγίες και οι επιδείξεις με στόχο την υποβοήθηση των ασθενών να αυτοεξετάσσυν τα στήθη τους, πρέπει να περιλαμβάνουν την επιθεώρηση των θηλών και των αλών, για συμμετρία του σχήματος, του μεγέθους, του χρώματος και της υφής και να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο υποχώρησης, ή ενδείξεις απέκκρισης.

Σχετικές με εγκυμοσύνη: Οι προγεννητικές οδηγίες σχετικά με το θηλασμό και τη μεταγεννητική φροντίδα του στήθους, δίνουν έμφαση σε σημεία τα οποία πρέπει να αναφερθούν στον παρέχοντα ιατρική μέριμνα (πχ, ρηγμάτωση των θηλών, αναστροφή, ερύθημα ή αιμορραγία).

  1. Τεχνητό υποκατάστατο της γυναικείας θηλής, το οποίο χρησιμοποιείται για το θηλασμό βρεφών από φιάλη. Πιπίλες σχήματος θηλής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση βρεφικών αναγκών για ρούφηγμα και για αυτοπαρηγορητική δραστηριότητα.
Aliases (separate with |): Θηλή
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL