Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
θεοφυλλίνη

Μία λευκή κρυσταλλική σκόνη που χρησιμοποιείται σαν παράγοντας από του στόματος για αντιδραστικές ασθένειες του αεραγωγού όπως το άσθμα. Το φάρμακο έχει έναν περιορισμένο θεραπευτικό δείκτη, και στην κλινική πρακτική η τοξικότητα προς αυτόν τον παράγοντα είναι συνήθης, χαρακτηριζόμενη από γαστρεντερικές διαταραχές, τρόμο, καρδιακές αρρυθμίες, και άλλες επιπλοκές. Άλλα φάρμακα για αντιδραστικές ασθένειες του αεραγωγού, όπως εισπνεόμενοι β-αγωνιστές και εισπνεόμενα στεροειδή, συχνά συνταγογραφούνται αντί της θεοφυλλίνης για την αποφυγή τοξικοτήτων.

Aliases (separate with |): Θεοφυλλίνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL