Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
βλεννοπολυσακχαρίδωση

Μια ομάδα κληρονομούμενων διαταραχών που χαρακτηρίζονται από ανεπάρκεια ενζύμων, τα οποία είναι απαραίτητα για την αποδόμηση των πολυσακχαριτών θειική ηπαράνη, θειική δερματάνη και θειική κερατάνη. Αυτές οι ουσίες εκκρίνονται σε υπερβολικές ποσότητες στα ούρα και συσσωρεύονται συνήθως στα μακροφάγα, στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στα ενδοθηλιακά κύτταρα, στα λεία μυϊκά κύτταρα του έσω αγγειακού χιτώνα και στους ινοβλάστες σε όλο το σώμα. Κλινικές αλλοιώσεις συνήθως δεν είναι εμφανείς στη γέννηση, αλλά η κληρονομούμενη ανεπάρκεια μπορεί να διαγνωσθεί πριν από τη γέννηση, καλλιεργώντας κύτταρα αμνιακού υγρού και εξετάζοντάς τα για συγκεκριμένη ενζυμική δραστηριότητα. Μετά τη γέννηση οι καταστάσεις αυτές μπορούν να διαγνωσθούν με εξέταση καλλιεργημένων ινοβλαστών του δέρματος για συγκεκριμένα ένζυμα. Κάποιες MPS μπορεί να αντιμετωπιστούν με μεταμόσχευση μυελού των οστών.

Aliases (separate with |): mucopolysaccharidosis|Βλεννοπολυσακχαρίδωση
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL