Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
βλεννολυτικό ένζυμο

Ένζυμο αποπολυμερισμού της βλέννης, που προκαλεί διάσπαση των βλεννοπρωτεϊνών. Παραδείγματα τέτοιου ενζύμου είναι η λυσοζύμη και η υαλουρονιδάση.

Aliases (separate with |): Βλεννολυτικό ένζυμο
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL