Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
βηματοδότης
  1. Οτιδήποτε επηρεάζει τη συχνότητα ή το ρυθμό πραγματοποίησης κάποιας δραστηριότητας ή διαδικασίας.

  2. Στην καρδιολογία, ένα εξειδικευμένο κύτταρο ή ομάδα κυττάρων που παράγουν αυτόματα ερεθίσματα, τα οποία διαδίδονται σε άλλες περιοχές της καρδιάς. Ο φυσικός βηματοδότης της καρδιάς είναι ο φλεβοκολπικός κόμβος ή φλεβόκομβος, μια ομάδα κυττάρων στο δεξιό καρδιακό κόλπο, κοντά στην είσοδο της άνω κοίλης φλέβας.

  3. Γενικά αποδεκτή ονομασία για τον τεχνητό καρδιακό βηματοδότη.

Aliases (separate with |): pacemaker|Βηματοδότης
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL