Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Term Definition
κρυοχειρουργική

Καταστροφή των νεοπλασματικών ιστών με χρήση ειδικού χειρουργικού οργάνου (ψυχρή μήλη).

Aliases (separate with |): Κρυοχειρουργική
κυάνωση

Κυανωπός, φαιός, γαλανός, ή βαθύς πορφυρός αποχρωματισμός του δέρματος, ή των βλεννογόνων μεμβρανών, προκαλούμενος από αποοξυγονωμένη, ή ελαττωμένη αιμοσφαιρίνη στο αίμα. Η κυάνωση εντοπίζεται συχνότερα στους υποξυαιμικούς ασθενείς και σπανίως σε ασθενείς με μεθαιμοσφαιριναιμίες. Περιστασιακώς, η κυανωπή αποχρωση του δέρματος, η οποία ομοιάζει επιφανειακά με την κυάνωση, προέρχεται από την έκθεση στοψύχος. Στους πολύ νεαρούς ασθενείς, η κυάνωση μπορεί να υποδεικνύει συγγενή καρδιακή πάθηση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Αυτή η κατάσταση προκαλείται συνήθως από την ανεπαρκή οξυγόνωση της κυκλοφορίας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Παρέχεται συμπληρωματική οξυγόνωση στους κυανωτικούς ασθενείς, οι οποίοι είναι αποδεδειγμένως υποξυαιμικοί.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η οξυμετρία, ή η ανάλυση των αερίων του αρτηριακού αίματος, πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να προσδιορισθεί εάν ο ασθενής οξυγονώνεται επαρκώς. Η επανάπαυση μόνο στην εμφάνιση του δέρματος και των βλεννογόνων μπορεί να επιφέρει εσφαλμένη διάγνωση.

Aliases (separate with |): Κυάνωση
κύηση, κυοφορία

Στα θηλαστικά, το χρονικό διάστημα από τη σύλληψη ως τη γέννηση. Η μέση διάρκεια κύησης είναι ένα χαρακτηριστικό, ειδικό για το κάθε είδος. Στους ανθρώπους, η μέση διάρκεια κύησης, όπως αυτή υπολογίζεται από τη πρώτη μέρα της τελευταίας φυσιολογικής έμμηνης ρύσεως, είναι 280 ημέρες, με φυσιολογικό εύρος από 259 ημέρες (37 εβδομάδες) ως 287 ημέρες (41 εβδομάδες). Τα νεογνά που γεννιούνται νωρίτερα από την 37η εβδομάδα θεωρούνται πρόωρα και εκείνα που γεννιούνται μετά την 41η εβδομάδα παρατασικά.

Aliases (separate with |): Κύηση, κυοφορία
κυκλοθυμική διαταραχή διάθεσης

Μια διάγνωση εξ αποκλεισμού, στην οποία για τουλάχιστον δύο χρόνια, υπάρχει η παρουσία πολυάριθμων περιόδων υπομανιακών συμπτωμάτων και πολυάριθμων περιόδων με καταθλιπτικά συμπτώματα, οι οποίες δεν πληρούν τα κριτήρια για μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο. Κατά την περίοδο των 2 ετών, το άτομο δεν παραμένει ελεύθερο συμπτωμάτων για περισσότερους από 2 μήνες κάθε φορά. Επιπροσθέτως, κανένα μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, μανιακό επεισόδιο ή μικτό επεισόδιο μπορεί να είναι παρόν κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 ετών της διαταραχής. Τα συμπτώματα δεν μπορούν να εξηγηθούν ως ψύχωση και δεν οφείλονται σε φάρμακα ή σε γενική ιατρική κατάσταση. Τα συμπτώματα προκαλούν κλινικά σημαντική έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας.

Aliases (separate with |): Κυκλοθυμική διαταραχή διάθεσης
κύκλος της ουρίας

Μια πολύπλοκη σειρά κυκλικών αντιδράσεων στα ουρεοτελικά ζώα (συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου) τα οποία παράγουν ουρία από το μεταβολισμό των αζωτούχων ενώσεων. Ο κύκλος της ουρίας αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο αποβάλλεται με τη μορφή της ουρίας το άζωτο που προέρχεται από τον μεταβολισμό των αμινοξέων. Ο κύκλος πρωτοπεριγράφηκε από τον Sir Hans Krebs [1900-1981].

Aliases (separate with |): Κύκλος της ουρίας
κύκλος του Krebs

[Sir Hans Krebs, Γερμανός βιοχημικός, 1900-1981, τιμημένος με βραβείο Nobel το 1953]. Μια περίπλοκη σειρά αντιδράσεων στο σώμα, που περιλαμβάνουν τον οξειδωτικό μεταβολισμό του πυροσταφυλικού οξέος και την απελευθέρωση ενέργειας. Αποτελεί τη βασική οδό της τελικής οξείδωσης, και στην πορεία της διασπώνται όχι μόνο υδατάνθρακες αλλά και πρωτεΐνες και λίπη.

Aliases (separate with |): Κύκλος του Krebs
κύλινδρος αιμοσφαιρίων

Μάζες ερυθροκυττάρων από αίμα το οποίο προέρχεται από τα σπειράματα, οι οποίες παίρνουν σχήμα από τα νεφρικά σωληνάρια,. Ανώμαλο, μικροσκοπικό σωμάτιο στα ούρα, αποτελούμενο από πηγμένο ορό καλυμμένο με ερυθροκύτταρα.

Aliases (separate with |): Κύλινδρος αιμοσφαιρίων
κυστεοσκόπηση

Εξέταση του εσωτερικού της ουροδόχου κύστης με χρήση ειδικού ενδοσκοπίου. Κατά την διάρκεια της εξέτασης, είναι δυνατό να τοποθετηθεί καθετήρας, να ληφθεί βιοψία ή να αφαιρεθεί τμήμα ιστού.

Aliases (separate with |): Κυστεοσκόπηση
κυστίτιδα

Φλεγμονή της ουροδόχου κύστης, η οποία προκαλείται συνήθως από ουρολοίμωξη. Μπορεί να προσβληθούν τα σχετιζόμενα όργανα (νεφρός, προστάτης, ουρήθρα). Αυτή η πάθηση μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η κυστίτιδα χαρακτηρίζεται από έντονη ανάγκη διούρησης, συχνή διούρηση και πόνο. Αναφέρονται επίσης σπασμοί της ουροδόχου κύστης και περινεϊκός πόνος ή πληρότητα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αντιβιοτικά είναι χρήσιμα στη θεραπεία της λοίμωξης αλλά απαιτείται πιο οριστική θεραπεία, εάν η βασική αιτία, είναι ένας νεφρικός λίθος ή ένα ανατομικό ελάττωμα στην ουροποιητική οδό όπως μια απόφραξη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εξετάζεται ο ασθενής για πόνο, καύσο, συχνουρία, σπασμούς της ουροδόχου κύστης, ρίγη και πυρετό. Η ουροδόχος κύστη ψηλαφιέται και ανακρούεται για διαστολή. Παρακολουθούνται ο όγκος και η συχνότητα της διούρησης και ελέγχονται τα ούρα για θολερότητα και εκτεταμένη αιματουρία. Λαμβάνεται δείγμα με καθαρή σύλληψη ή καθετηριασμό και αποστέλλεται στο εργαστήριο για ανάλυση ούρων, καλλιέργεια και ελέγχους ευαισθησίας. Ενθαρρύνεται η λήψη υγρών προκειμένου να αραιωθούν τα ούρα και να ελαττωθεί ο πόνος κατά την κένωση. Εφαρμόζεται θερμότητα στην κατώτερη κοιλιακή χώρα προκειμένου να ελαττωθούν οι σπασμοί της ουροδόχου κύστης. Χορηγούνται αντισηπτικά ούρων, αναλγητικά και αντιβιοτικά και αξιολογούνται ως προς τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα καθώς και για ανεπιθύμητες δράσεις. Ο ασθενής προειδοποιείται ότι τα ουρογεννητικά αντισηπτικά όπως η υδροχλωρική φαιναζωπυριδίνη (Pyridium) θα χρωματίσουν τα ούρα ερυθροπορτοκαλόχροα και μπορεί να λεκιάσουν τα υφάσματα. Δίνεται έμφαση στη σημασία των ακόλουθων αναλύσεων ούρων και καλλιεργειών, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι το αίτιο της κυστίτιδας εξαλείφθηκε.

Aliases (separate with |): Κυστίτιδα
κυτοκίνη ή κυτταροκίνη

Μία από περισσότερες των 100 διακριτών πρωτεϊνών οι οποίες παράγονται πρωτογε-νώς από τα λευκά αιμοσφαίρια. Παρέχουν μηνύματα για να ρυθμίσουν ανοσολογικά θέματα της κυτταρικής αύξησης και λειτουργίες κατά τη διάρκεια τόσο της φλεγμονής όσο και ειδικών ανοσολογικών αντιδράσεων. Κάθε κυτοκίνη εκκρίνεται από ένα ειδικό κύτταρο σε αντίδραση έναντι ειδικού ερεθίσματος. Οι κυτοκίνες οι οποίες παράγονται από μονοκύτταρα, ή μακροφάγα και λεμφοκύτταρα, ονομάζονται μονοκίνες και λεμφοκίνες αντίστοιχα. Οι κυτοκίνες περιλαμβάνουν τις ιντερλευκίνες, τις ιντερφερόνες, τους παράγοντες νέκρωσης όγκων, την ερυθροποιητίνη και τους παράγοντες διέγερσης αποικιών. Δρουν αλλάζοντας τα κύτταρα τα οποία τις παράγουν (αυτοκρινής δράση) και μεταβάλλοντας άλλα κύτταρα κοντά στα προηγούμενα (παρακρινής δράση). Λίγες επηρεάζουν κύτταρα συστηματικά (ενδοκρινής δράση).

Aliases (separate with |): Κυτοκίνη ή κυτταροκίνη
κυτταρικός κύκλος

Σύνολο σταδίων, από τα οποία διέρχεται κάθε κύτταρο κατά την διαίρεσή του. Τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα επιδρούν σε κύτταρα, που βρίσκονται σε διαφορετικό στάδιο του κυτταρικού κύκλου.

Aliases (separate with |): Κυτταρικός κύκλος
κυτταρίτιδα

Εξαπλούμενη βακτηριακή μόλυνση του δέρματος και των υποδόριων ιστών, συνήθως προκαλούμενη από στρεπτοκοκκικές ή σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις στους ενήλικες (και περιστασιακά από είδη Haemophilus στα παιδιά). Τα άκρα και ιδιαίτερα το κατώτερο τμήμα του ποδιού, αποτελούν τις συνηθέστερες θέσεις. Μπορεί επίσης να προσβληθούν τα παρακείμενα μαλακά μόρια ιδιαίτερα σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Η κυτταρίτιδα που αφορά στο πρόσωπο καλείται ερυσίπελας. Όταν επηρεάζει τα κάτω άκρα, η κυτταρίτιδα πρέπει να διαφοροποιηθεί μεταξύ δερματίτιδας στάσης, η οποία σχετίζεται συνηθέστατα με ετερόπλευρο, χρόνιο, εξαρτημένο οίδημα και περιστασιακά με βαθιά, φλεβική θρόμβωση. Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κυτταρίτιδας εξαιτίας περιφερικής αγγειοπάθειας, νευροπάθειας και μειωμένης ανοσολογικής λειτουργίας σχετιζόμενης με το διαβήτη. Οι παράγοντες κινδύνου για κυτταρίτιδα περιλαμβάνουν το σακχαρώδη διαβήτη, το λεμφοίδημα, τη φλεβική στάση ή ανεπάρκεια, την ανοσοκαταστολή, τη χρήση ενέσιμων φαρμάκων (ναρκωτικών), τον υποσιτισμό, την περιφερειακή αγγειοπάθεια και προηγούμενες δερματικές παθήσεις, μεταξύ άλλων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα βακτήρια αποκτούν πρόσβαση μέσω ρωγμών του δέρματος και εξαπλώνονται με ταχύτητα. Οι πληγές μεταξύ των δακτύλων των ποδιών λόγω ποδιού του αθλητή αποτελούν κοινές πύλες εισόδου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Για ήπιες περιπτώσεις κυτταρίτιδας, η από του στόματος δικλοξακιλλίνη ή η κεφαζολίνη, είναι αποτελεσματικές. Για βαριές περιπτώσεις, χορηγούνται ενδοφλεβίως πενικιλλίνες ανθεκτικές στην πενικιλλινάση. Συνιστάται ιμιπενέμη και χειρουργική απόξεση για τη λήψη καλλιεργειών και τον αποκλεισμό νεκρωτικής περιτονίτιδας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σπανίως, η κυτταρίτιδα από στρεπτοκόκκους της ομάδας Α μπορεί να επιπλακεί με αποφολιδωτική δερματίτιδα ή λοίμωξη του υποδόριου λίπους και περιτονίας, προκαλώντας νέκρωση (νεκρωτική περιτονίτιδα), μια κατάσταση η οποία αποδίδεται συνήθως στη δράση «σαρκοβόρων» βακτηρίων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πρέπει να λαμβάνονται καλλιέργειες αίματος από τους ασθενείς με κυτταρίτιδα πριν την έναρξη θεραπείας με αντιβιοτικά. Το πάσχον μέλος του σώματος πρέπει να ανασηκωθεί πάνω από το επίπεδο της καρδιάς. Η διαγράμμιση της πάσχουσας περιοχής με κάποιον δερματικό δείκτη, επιτρέπει στον υπεύθυνο φροντιστή να προσδιορίσει άμεσα εάν οι φλεγμονώδεις ιστοί ανταποκρίνονται στη θεραπεία. Το μέγεθος, το σχήμα, το χρώμα και η θερμοκρασία της προσβεβλημένης περιοχής πρέπει να καταγράφονται και να περιγράφεται οποιαδήποτε έκκριση. Επιπρόσθετα, σημειώστε και αντιμετωπίστε οποιοδήποτε παράπονο του ασθενούς για πόνο με από του στόματος αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Εάν είναι αυξημένα τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα πρέπει να μειωθούν στα φυσιολογικά επίπεδα (κατά προτίμηση 126 mg/dL ή λιγότερο). Οι ασθενείς πρέπει να παραμείνουν κλινήρεις για παρατεταμένο διάστημα, θα πρέπει να τους χορηγηθεί ηπαρίνη για την πρόληψη εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και μαλακτικά κοπράνων ώστε να αποφευχθεί η δυσκοιλιότητα.

Aliases (separate with |): Κυτταρίτιδα
κύτταρο μνήμης

Κύτταρο προερχόμενο από Β ή T λεμφοκύτταρο το οποίο μπορεί να αναγνωρίσει ταχύτατα ένα ξένο αντιγόνο στο οποίο έχει εκτεθεί προηγουμένως το σώμα. Τα T κύτταρα μνήμης διεγείρουν βοηθητικά T λεμφοκύτταρα και κυτταροτοξικά T λεμφοκύτταρα. Τα Β κύτταρα μνήμης διεγείρουν την παραγωγή αντιγονοειδικών αντισωμάτων από Β πλασματοκύτταρα. Και οι δύο τύποι κυττάρων μνήμης επιζούν για χρόνια, παρέχοντας παρατεταμένη ανοσολογική αντίδραση έναντι ξένων αντιγόνων.

Aliases (separate with |): Κύτταρο μνήμης
κυτταρομεγαλοϊός

Ευρέως διαδεδομένος ερπητοϊός. Στους ανθρώπους, εντοπίζεται σε πολλούς διαφορετικούς ιστούς και προκαλεί νόσο εγκλείστων. Μια μητέρα με λανθάνουσα λοίμωξη μπορεί να μεταδώσει τον ιό στο έμβρυο της είτε διαπλακουντικά, ή κατά τη στιγμή του τοκετού. Ο ιός μπορεί επίσης να μεταδοθεί με μετάγγιση αίματος. Παρ' ότι συνήθως δεν είναι επιβλαβής σε εκείνους με λειτουργικό ανοσοποιητικό σύστημα, μπορεί να προκαλέσει θανατηφόρο πνευμονία σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Ο κυτταρομεγαλοϊός μπορεί να μολύνει τον αμφιβληστροειδή και να προκαλέσει τύφλωση στους ασθενείς με AIDS.

Aliases (separate with |): Κυτταρομεγαλοϊός
κύφωση
  1. Υπερβολή ή γωνίωση της οπίσθιας κύρτωσης της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, η οποία είναι κοινώς γνωστή ως καμπούρα. Μπορεί να οφείλεται σε συγγενή ανωμαλία, σε νόσο (φυματίωση, σύφιλη), σε κακοήθεια ή σε συμπιεστικό κάταγμα. Ο όρος αναφέρεται επίσης σε υπερβολική κυρτότητα της σπονδυλικής στήλης με αντίστροφη κυρτότητα, που μπορεί να οφείλεται σε οστεοαρθρίτιδα ή ρευματοειδή αρθρίτιδα, σε ραχίτιδα ή σε άλλες παθήσεις

  2. H φυσιολογική οπίσθια κυρτότητα της θωρακικής και ιερής μοίρας της σπονδυλικής στήλης.

Aliases (separate with |): Κύφωση
κώμα

Κατάσταση απώλειας της συνειδήσεως από την οποία κάποιος δεν μπορεί να επανέλθει. Το κώμα είναι η πιο σοβαρή μεταβολή της αίσθησης. Διαφέρει από τον ύπνο διότι ασθενείς σε κόμα δεν ξυπνούν μετά από ερέθισμα, διαφέρει από λήθαργο, νύστα ή νάρκωση (καταστάσεις στις οποίες οι ασθενείς ανταποκρίνονται αργά) στο ότι οι ασθενείς σε κώμα δεν ανταποκρίνονται απολύτως. Τέλος, διαφέρει από παραλήρημα, παραζάλη ή παραισθήσεις (καταστάσεις στις οποίες η αίσθηση της πραγματικότητας είναι στρεβλωμένη και οι αντιδράσεις εκκεντρικές) στο ότι οι ασθενείς δεν μπορούν καθόλου να εκφραστούν.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Περίπου δύο στις τρεις φορές, το κώμα είναι αποτέλεσμα διάχυτης εγκεφαλικής βλάβης ή μέθης, που μπορεί να προκαλείται από μεγάλη δοσοληψία ουσιών (φαρμάκων), δηλητηρίαση, υπογλυκαιμία, ουραιμία, λειτουργική αποτυχία του ήπατος, μόλυνση ή κάκωση στο κεφάλι. Στο ένα τρίτο των περιπτώσεων, το κώμα είναι αποτέλεσμα ενδοεγκεφαλικών κακώσεων, όπως μεγάλα εγκεφαλικά, όγκοι στον εγκέφαλο ή απόστημα. Για την καταστολή της αίσθησης από αυτές τις βλάβες, η κάκωση πρέπει να αποτελέσει τη συρρίκνωση ή τη βλάβη του ενεργού εγκεφαλικού δικτύου (το δίκτυο των κυττάρων υπεύθυνο για την διέγερση. Σπάνια, το κώμα προσποιείται από ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αναπνοή και το κυκλοφορικό βοηθούνται. Η ραχιαία σπονδυλική στήλη προστατεύεται αν υπάρχει απόρροια τραύματος στο κεφάλι ή το λαιμό. Εκτελείται γοργή φυσική εξέταση για να διαπιστωθεί αν ο ασθενής έχει εστιασμένες νευρολογικές απώλειες. Παράλληλα παρέχονται ενδοφλέβια δεξτρόζη, ναλοξόνη και θειαμίνη (για να αντιστρέψει την ναρκωτική υπερβολική δόση ή το διαβητικό κώμα). Αν η εξέταση αποκαλύψει εστιασμένα ευρήματα, τότε μπορεί να υπάρχει ενδοεγκεφαλική κάκωση και πρέπει να διαγνωστεί γρήγορα (με εγκεφαλογράφημα) και να αντιμετωπιστεί (π.χ. με νευροχειρουργική επέμβαση ή κάτι ανάλογο). Αν ο ασθενής είναι νευρολογικά μη εστιάσιμος, η θεραπεία επικεντρώνεται στην μεταβολική υποστήριξη, η χορήγηση αντιδότων για οποιεσδήποτε δηλητηριάσεις και θεραπεία για μολύνσεις. Οι σπασμοί, αν υπάρχουν, πρέπει να ελέγχονται με αντιπαροξυσμικά. Τα επίπεδα ζάχαρης στο αίμα πρέπει να ελέγχονται αυστηρά (ανάμεσα σε 80 και 110 mg/dl). Οι πυρετοί πρέπει να αντιμετωπίζονται με αντιπυρετικά. Ανακατατάξεις σε οξέα-βάσεις πρέπει να διορθώνονται.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σε περίπτωση που δεν είναι σαφές αν το κώμα προέρχεται από υπερβολική δόση ινσουλίνης ή υπογλυκαιμία, είναι πολύ σημαντικό να χορηγηθεί γλυκόζη ενδοφλέβια. Η χορήγηση ναλοξόνης είναι επίσης συνήθης αντιμετώπιση.

ΠΡΩΤΕΣ ΒΟΗΘΕΙΕΣ: Αν υπάρχει υποψία τραύματος στο λαιμό, ο ασθενής δεν πρέπει να κουνηθεί παρά μόνο αν χρησιμοποιηθεί ευθύγραμμη έλξη τοποθέτησης του κεφαλιού για τη βοήθεια καθαρισμού των αεραγωγών. Ξαφνική κίνηση του ασθενούς από μη έμπειρα άτομα μπορεί να είναι επικίνδυνη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ανοιχτός αεραγωγός διατείνεται. Η νευρολογική κατάσταση παρακολουθείται, με την κλίμακα κώματος του Glasgow (Glasgow Coma Scale). Η συχνότητα της εκτίμησης εξαρτάται από το πρωτόκολλο που εφαρμόζεται και την σταθερότητα του ασθενούς. Τα ευρήματα καταγράφονται και στοιχεία κλινικής επιδείνωσης αναφέρονται. Παρακολουθείται και διατηρείται η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών, εκτιμώνται γαστρεντερικές και ουρικές λειτουργίες, παρέχεται φροντίδα για τον ουρικό καθετήρα, την ενδοφλέβια σειρά και το ρινογαστρικό ή PEG σωλήνα όπως επίσης και διατηρείται επαρκής εντερική η παρεντερική διατροφή, εντερική κάθαρση με μαλακτικά κοπράνων, υπόθετα, ενέματα όπως προστάζει η συνταγή γιατρού. Η κατάσταση του αεραγωγού εκτιμάται με την ακρόαση παρείσακτων πνευμονικών ήχων, ενώ η επαρκής αεραγώγηση και η οξυγόνωση προσδιορίζονται από αέρια των αρτηριών και κορεσμένες τιμές οξυγόνου. Η νοσοκόμα ή ο οξυγονοθεραπευτής βοηθάει με τη διασωλήνωση και παρέχει μηχανική αεραγώγηση. Ο ασθενής επανατοποθετείται για τη βελτίωση της αεραγώγησης των πνευμονικών βάσεων, και το στράγγισμα των εκκριμάτων ενθαρρύνεται. Ο οροφάρυγγας (και ο ενδοτραχειοσωλήνας) αναρροφάται απαλά αλλά σύντομα, καθώς υπάρχουν προβληματισμοί για αυξημένη ενδοεγκεφαλική πίεση. Οι κερατοειδείς χιτώνες προστατεύονται από εξέλκωση εφαρμόζοντας ψεύτικα δάκρυα για την υγροποίηση των ματιών και κλείνοντάς του τα μάτια ο ασθενής δεν μπορεί να τα κλείσει μόνος του. Η κατάσταση του δέρματος εκτιμάται και ένα σχέδιο διαμορφώνεται για να αποτρέψει ή να διευθετήσει περιοχές πίεσης. Παθητικές κατά μήκος κίνησης ασκήσεις δίνονται, ο ασθενής επανατοποθετείται συχνά, απόμακρα άκρα υποστηρίζονται και ανυψώνονται για την αποτροπή εξαρτημένου οιδήματος, ενώ κατάλληλες συσκευές υποστήριξης χρησιμοποιούνται για να αποτρέψουν στροφή των γοφών, κάμψεις, επιμήκεις συσπάσεις και πτώση του πέλματος. Πρέπει να δίνεται θεραπεία για την αποτροπή βαθιάς φλεβικής θρόμβωσης (για παράδειγμα, ηπαρίνη, βαρφαρίνη ή δακτύλιους συμπίεσης). Πρώιμη τροφοδοσία του εντέρου του ασθενούς αποτρέπει τον υποσιτισμό.

Προφορική και απτή διέγερση παρέχεται, ο ασθενής εκτιμάται από οδηγίες που έχουν δοθεί (ή σύμφωνα με το πρωτόκολλο του νοσοκομείου) όσον αφορά το ίδιο το άτομο, τον χρόνο, το μέρος, και τις ενασχολήσεις του, δεν λέγονται με παρουσία του ασθενούς πράγματα που δεν πρέπει να ακούσει, γιατί ο αναίσθητος ασθενής που δεν ανταποκρίνεται κάπου κάπου μπορεί να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον γύρω του. Συναισθηματική υποστήριξη προσφέρεται στα μέλη της οικογένειας ώστε να τους παρασχεθεί βοήθεια για να ανταποκριθούν κατάλληλα στον ασθενή και να ενδυναμώσουν τις σκέψεις τους για φροντίδα.

Aliases (separate with |): Κώμα
κωνοειδής βιοψία

Aφαίρεση ιστού από το στόμιο του τραχήλου της μήτρας.

Aliases (separate with |): Κωνοειδής βιοψία
κώφωση

Η πλήρης ή μερική απώλεια της ικανότητας της ακοής. Η ανεπάρκεια ενδέχεται να είναι προσωρινή ή μόνιμη. Περισσότεροι από 20 εκατομμύρια Αμερικανοί υποφέρουν από ανεπάρκεια ακοής· οι περισσότεροι είναι ηλικίας άνω των 65 ετών, αν και το 5% περίπου είναι παιδιά. Οι κληρονομικές μορφές της ανεπάρκειας ακοής προσβάλλουν περίπου 1 στα 2.000 νεογέννητα. Στον πληθυσμό αυτό, τα ελλείμματα ακοής ενδέχεται να μειώνουν την ικανότητα απόκτησης της γλώσσας και του λόγου. Η επίκτητη απώλεια της ακοής επηρεάζει τις ζωές του ήμισυ σχεδόν των ατόμων ηλικίας άνω των 80 ετών για τους οποίους φαίνεται να αποτελεί σημαντική αιτία κοινωνικής απομόνωσης ή κατάθλιψης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ανεπάρκεια ακοής έχει πολλαπλά αίτια. Η συγγενής κώφωση εμφανίζεται σε σύνδρομα όπως η νευροϊνωμάτωση ή το σύνδρομο Usher. Η τοξική κώφωση ενδέχεται να προκύψει από έκθεση σε παράγοντες όπως τα σαλικυλικά, τα διουρητικά ή τα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά ή από λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος (μηνιγγιτιδοκοκκική μηνιγγίτιδα, σύφιλη) ή του όγδοου κρανιακού νεύρου. Στην απώλεια της ακοής μπορεί να συμβάλλουν αρκετοί ιοί αλλά και η παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη έκθεση σε θορύβους του περιβάλλοντος. Η ωτοσκλήρυνση είναι ένα παράδειγμα αμφοτερόπλευρης βαρηκοΐας λόγω προϊούσας οστεοποίησης των δακτυλιοειδών συνδέσμων του ωτός. Η αιφνίδια βαρηκοΐα μπορεί να είναι αποτέλεσμα τραυματισμού του ωτός, συριγγίου, εγκεφαλικού επεισοδίου, έκθεσης σε φάρμακα, καρκίνου, πολλαπλής σκλήρυνσης, αγγειίτιδας, νόσου του Meniere και πολλές άλλων καταστάσεων. Δεν είναι σπάνιο, αλλά ενήλικοι ασθενείς με μονόπλευρη βαρηκοΐα τύπου αγωγιμότητας παρουσιάζουν ενσφήνωση κυψελίδας.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Απλές εξετάσεις παρά την κλίνη του ασθενούς, όπως η εκτίμηση της ικανότητας του ασθενούς να ακούει μια ψιθυριστή φράση ή τον ήχο των τραχύ ήχο των δακτύλων, μπορούν να υπονοούν ανεπάρκεια ακοής. Οι εξετάσεις με διαπασών που συγκρίνουν την αγωγή του ήχου στον αέρα και τα οστά βοηθούν τους κλινικούς ιατρούς να προσδιορίσουν εάν η βαρηκοΐα οφείλεται σε αίτια τύπου αγωγής ή νευροαισθητήρια. Η ακοομετρία προσφέρει οριστική διάγνωση.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη κατάσταση. Για παράδειγμα, η ενσφήνωση κυψελίδας ανταποκρίνεται στον καταιονισμό του έξω ακουστικού πόρου, ενώ η ωτοσκλήρυνση ανταποκρίνεται στην τοποθέτηση ενδοωτιαίων προθέσεων Άλλες μορφές θεραπείας περιλαμβάνουν τη χρήση ακουστικών ενισχυτών ή κοχλιακών εμφυτευμάτων ή την εκπαίδευση στην ανάγνωση των χειλών ή της γλώσσας των νευμάτων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς μπορούν να προλάβουν τη βλάβη στην ακοή από τους εξαιρετικά δυνατούς ήχους με τη χρήση ηχομονωτικών ακουστικών βυσμάτων ή ωτοασπίδων όταν εκτίθενται σε δυνατούς θορύβους από οποιαδήποτε πηγή, ειδικότερα τους βιομηχανικούς θορύβους και αναγνωρίζοντας ότι η δυνατή μουσική μπορεί να είναι το ίδιο επιζήμια με τον θόρυβο ενός κομπρεσέρ. Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν να καθαρίζουν το εσωτερικό των αυτιών τους ή να τοποθετούν αιχμηρά αντικείμενα εντός αυτών. Πολλά αντιβιοτικά και χημειοθεραπευτικά φάρμακα είναι ωτοτοξικά, γι αυτό όταν χρησιμοποιούνται τέτοια φάρμακα η αξιολόγηση της ακοής πρέπει να είναι συνεχής.

Όταν ένας επαγγελματίας υγείας έρχεται σε επαφή με κάποιο άτομο με έλλειμμα ακοής και προτού αρχίσει να ομιλεί, πρέπει να κάνει γνωστή την παρουσία του στον ασθενή είτε εξ όψεως είτε με ένα απαλό άγγιγμα. Προτού αρχίσει να ομιλεί το άλλο άτομο, ο θόρυβος του περιβάλλοντος εάν αυτό είναι δυνατόν, πρέπει να ελαττωθεί ή ο ασθενής να μετακινηθεί από τη θορυβώδη περιοχή. Το πρόσωπο του επαγγελματία της υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να φωτίζεται ώστε να μπορεί να βλέπει ο ασθενής τα χείλη και τις εκφράσεις. Ο επαγγελματίας υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να κοιτά κατά πρόσωπο τον ασθενή ή να είναι στραμμένος προς το αυτί με την καλύτερη ακοή ενώ δεν πρέπει να αποστρέφεται ενώ ομιλεί. Για να διευκολύνει την ανάγνωση των χειλών, πρέπει να χρησιμοποιεί μικρές λέξεις και απλές προτάσεις, ενώ πρέπει να ομιλεί καθαρά.

Aliases (separate with |): Κώφωση
λακτόζη
  1. Ένας δισακχαρίτης, ο οποίος κατά την υδρόλυση του δίνει γλυκόζη και γαλακτόζη. Συγκεκριμένα βακτήρια μπορούν να την μετατρέψουν σε γαλακτικό ή βουτυρικό οξύ, όπως στο όξινο γάλα. Το γάλα των θηλαστικών περιέχει 4% με 7% λακτόζη. Η παρουσία της στα ούρα μπορεί να δεικνύει απόφραξη της ροής του γάλακτος μετά τη διακοπή του θηλασμού. Η εμπορικά διαθέσιμη λακτόζη είναι μια λεπτή λευκή σκόνη που δεν διαλύεται σε κρύο νερό.
  2. Ένα σάκχαρο, C11H22O11, που αποκτάται κατά την εξάτμιση του αγελαδινού γάλακτος. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή δισκίων και ως διαλυτικό μέσο.
Aliases (separate with |): Λακτόζη
λαμβλίαση

Λοίμωξη με το μαστιγοφόρο πρωτόζωο Giardia lamblia.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες της υγείας θα πρέπει να υποπτευθούν λοίμωξη από Giardia σε ταξιδιώτες με συμπτώματα από το γαστρεντερικό, οι οποίοι επιστρέφουν από περιοχές στις οποίες ενδημεί η συγκεκριμένη νόσος (αναπτυσσόμενες χώρες και άλλες περιοχές, π.χ., περιοχές του κόσμου με ελλιπή εξυγίανση και υγιεινή) και/ή σε κατασκηνωτές που κατανάλωσαν μολυσμένο νερό από μολυσμένα ποτάμια. Για την πρόληψη της νόσου οι ταξιδιώτες πρέπει να ενημερωθούν για τους κινδύνους της κατανάλωσης ωμών ή μη ξεφλουδισμένων φρούτων ή λαχανικών, τα οποία μπορεί να είναι μολυσμένα. Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών προτιμάται η κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού, αντί του νερού της βρύσης. Το εμφιαλωμένο νερό θα πρέπει να χρησιμοποιείται για το βούρτσισμα των δοντιών και για τη παρασκευή πάγου ή διαλυμάτων ποτών. Κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων εκτός του σπιτιού, το νερό θα πρέπει να απολυμαίνεται ή να βράζεται πριν καταναλωθεί. Τα αντιβιοτικά δε μπορούν να προλάβουν τη λοίμωξη από Giardia ή άλλες εντερικές λοιμώξεις, αλλά θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης τους κατά την έναρξη των συμπτωμάτων. Οι περισσότεροι ασθενείς με λοίμωξη από Giardia παρουσιάζουν ήπια ως μετρίως σοβαρή διάρροια με κάποιο βαθμό απώλειας υγρών και ηλεκτρολυτών. Η θεραπεία ενυδάτωσης και η χορήγηση αντιβιοτικών από το στόμα (όπως η μετρονιδαζόλη) παρέχουν χαρακτηριστικά αποτελεσματική ανακούφιση. Η νοσηλεία μπορεί να είναι απαραίτητη για έναν ασθενή με σοβαρή διάρροια ή σοβαρή υποκαλιαιμία ή υπονατριαιμία Στο νοσοκομείο θα πρέπει να χορηγούνται υγρά παρεντερικά, να καταγράφονται τα χαρακτηριστικά των κενώσεων και να μετράται η πρόσληψη και η αποβολή των υγρών. Ο νοσηλευόμενος ασθενής με λοίμωξη από Giardia ή άλλες λοιμώδεις διάρροιες θα πρέπει να λαμβάνει προληπτικά μέτρα, ώστε να περιοριστεί η εξάπλωση της λοίμωξης σε άλλους.

Aliases (separate with |): Λαμβλίαση
λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με laser

Η αφαίρεση της χοληδόχου κύστης, χρησιμοποιώντας laser ως τμητικό εργαλείο, εφαρμοζόμενο λαπαροσκοπικά. Αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι ακατάλληλη για ασθενείς με βαριά, οξεία χολοκυστίτιδα, ψηλαφήσιμη χοληδόχο κύστη ή ενδείξεις της παρουσίας λίθου στον κοινό χοληφόρο πόρο. Η χρήση laser έναντι ενδοσκοπικού ηλεκτροχειρουργικού εργαλείου εναπόκειται στις προτιμήσεις του χειρουργού.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο νοσηλευτής ή ο χειρουργός εξηγεί στον ασθενή ότι αυτός ο τύπος χειρουργικής δεν θα χρησιμοποιηθεί εάν ο ασθενής είναι έγκυος, ή υπέστη εκτεταμένη κοιλιακή επέμβαση (εξαιτίας ανησυχιών για συμφύσεις), πάσχει από βαριά οξεία χολοκυστίτιδα, έχει ενδείξεις παρουσίας λίθου στον κοινό χοληφόρο πόρο ή πρόβλημα αιμορραγίας. Ενημερώνεται επίσης ο ασθενής, ότι χρησιμοποιώντας την ενδοσκοπική τεχνική, ο χειρουργός θα μπορέσει να αφαιρέσει τη χοληδόχο κύστη χωρίς να δημιουργήσει ουλές, καθώς θα υπάρχουν μόνο τέσσερις μικρές οπές, ελαττώνοντας τον κίνδυνο για επιπλοκές των τραυμάτων (π.χ., μόλυνση, αιμάτωμα, διαχωρισμός). Ελαττώνεται επίσης ο κίνδυνος άλλων επιπλοκών όπως η πνευμονία, η θρομβοφλεβίτιδα, η κατακράτηση ούρων και ο παραλυτικός ειλεός, επειδή η διαδικασία επιτρέπει την πρώιμη κινητοποίηση και αποφεύγει τη χρήση παρεντερικής αναλγησίας. Συνήθως, είναι ευχάριστο για τους ασθενείς να γνωρίζουν ότι θα νιώσουν λιγότερο πόνο και ακινησία, ότι θα χρειασθούν λιγότερη αναλγησία, ότι θα τους δοθεί εξιτήριο την ίδια ή την επόμενη ημέρα και θα είναι έτοιμοι να επιστρέψουν στις συνήθεις δραστηριότητές τους (περιλαμβανομένης και της εργασίας τους) εντός 3 με 7 ημερών. Εξηγείται η προεγχειρητική προετοιμασία, η οποία είναι συνήθως όμοια με οποιαδήποτε άλλη χειρουργική επέμβαση στην κοιλιά.

Μετεγχειρητικά, ο ασθενής σταθεροποιείται με μια σύντομη παραμονή στη μονάδα αυξημένης φροντίδας και κατόπιν μεταφέρεται σε μία μονάδα χειρουργικής παρακολούθησης. Προσφέρονται στον ασθενή μόνο υγρά. Αποφεύγονται τα ανθρακούχα αναψυκτικά επειδή μπορεί να προκαλέσουν διαστολή και κοιλιακή δυσφορία. Εάν ο ασθενής ανέχεται τα υγρά, απομακρύνεται ο ενδοφλέβιος καθετήρας και προσφέρεται στον ασθενή μια κανονική δίαιτα. Χορηγούνται αναλγητικά ως ενδείκνυται μόλις ο ασθενής είναι ικανός να λάβει υγρά. Χορηγούνται παρεντερικώς ναρκωτικά (που μπορούν να επιφέρουν απάθεια, διαταραχές στις κενώσεις-δυσκοιλιότητα, ή/και έμεση) μόνο εάν ο ασθενής εξακολουθεί να αισθάνεται πόνο μετά τη χορήγηση αναλγητικού. Από τη στιγμή που ο ασθενής αισθάνεται άνετα, υποβοηθείται να περπατήσει, καθώς η έγκαιρη βάδιση επιταχύνει την ανάρρωση. Συνήθως, ο ασθενής είναι σε πλήρη εγρήγορση και περπατά εντός 3 ως 4 ωρών από την άφιξη του στη μονάδα. Εάν αισθάνεται πόνο στον ώμο, μπορεί να εφαρμοσθεί στην περιοχή θερμό επίθεμα. Παρ όλα αυτά, ο χειρουργός συνήθως απομακρύνει το διοξείδιο του άνθρακα κατά το πέρας της διαδικασίας ώστε να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα. Ο νοσηλευτής αξιολογεί την ικανότητα του ασθενούς για εξιτήριο, η οποία συνήθως μπορεί να επιτραπεί εάν ο ασθενής είναι απύρετος, περπατά, τρώει, έχει κανονικές κενώσεις και παρουσιάζει σταθερά ζωτικά σημεία χωρίς ενδείξεις αιμορραγίας ή διαρροής χολής. Προκειμένου να εξετασθούν οι ανωτέρω κίνδυνοι, παρακολουθείται ο ασθενής για έντονο πόνο και ευαισθησία στο δεξί, ανώτερο τεταρτημόριο, αύξηση της σκληρότητας της κοιλιάς, διαρροή εκκρίματος με το χρώμα της χολής από τη θέση παρακέντησης, ελάττωση της πίεσης του αίματος και αυξημένο καρδιακό ρυθμό.

Ο ασθενής καθοδηγείται να διατηρεί τους επιδέσμους που καλύπτουν τη θέση της παρακέντησης καθαρούς και στεγνούς. Μπορεί να τους αφαιρέσει την επομένη και να πάρει το λουτρό του ως συνήθως. Πιθανότατα, ο ασθενής θα χρειασθεί πολύ λίγη αναλγησία, παρ' όλα αυτά του χορηγείται συνταγή για χρήση εάν κριθεί απαραίτητο. Υπενθυμίζεται σε αυτόν να ρυθμίσει τη δραστηριότητά του σύμφωνα με τα ενεργειακά του επίπεδα. Ενώ δεν απαιτείται ιδιαίτερη δίαιτα, ίσως ο ασθενής να χρειάζεται να αποφύγει την υπερβολική κατανάλωση λιπών και τροφών που φέρνουν αέρια επί 4 έως 6 εβδομάδες. Πρέπει να επιστρέψει στον χειρουργό για την μετέπειτα αξιολόγησή του ως ενδείκνυται και να αναφέρει οποιαδήποτε παρουσία εμέ-των, κοιλιακής διάτασης, σημεία μόλυνσης και νέο πόνο ή επιδείνωση προυπάρχοντος πόνου.

Εάν ο ασθενής απαιτεί μια κοιλιακή προσέγγιση, μπορεί να τοποθετηθεί ρινογαστρικός σωλήνας προκειμένου να παροχετεύει το στομάχι και να προλαμβάνει την κοιλιακή διάταση. Μπορεί να τοποθετηθεί μία παροχέτευση σωλήνα T μέσω κοιλιακής θέσης εισόδου. Ο σάκος παροχέτευσης του σωλήνα T θα διατηρηθεί στο επίπεδο της κοιλιάς του ασθενούς, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική παροχέτευση. Όταν παρουσιασθούν εντερικοί ήχοι (σε 2 με 3 ημέρες), αφαιρείται ο ρινογαστρικός σωλήνας και ξεκινά δίαιτα με υγρά μόνο. Η δίαιτα προχωρεί αργά στο βαθμό που είναι ανεκτή και τοποθετείται ο σωλήνας T για μια ώρα πριν και μετά από κάθε γεύμα ως ενδείκνυται προκειμένου να επιτρέψει στη χολή να υποβοηθήσει στην πέψη. Ελέγχεται η θέση και βατότητα του σωλήνα T προκειμένου να προληφθεί η απόφραξή του από την παροχέτευση χολής. Παρακολουθούνται σημεία συνδρόμου μετα χολοκυστεκτομής (πυρετός, κοιλιακός πόνος, και ίκτερος). Ο ασθενής λαμβάνει φάρμακα για τον πόνο ως ενδείκνυται. Ο νοσηλευτής και ο αναπνευστικός θεραπευτής υποστηρίζουν την τομή και τον ασθενή ώστε να επιτρέψουν τη βαθιά αναπνοή, το βήχα και τη χρήση εισπνευστικής γυμναστικής με σπιρομετρία κάθε 3 με 4 ώρες. Εάν ο ασθενής εξέλθει με τον σωλήνα T τοποθετημένο, του/ της υποδεικνύεται πώς να φροντίζει το εξάρτημα και την πληγή και του υπενθυμίζεται να επισκέπτεται το χειρουργό σύμφωνα με τις οδηγίες. Προειδοποιείται ο ασθενής να αναφέρει αμέσως οποιαδήποτε σημεία χολικής απόφραξης, όπως πυρετό, ίκτερο, κνησμό, αυξημένο πόνο, σκούρα ούρα και κόπρανα στο χρώμα του πηλού.

Aliases (separate with |): Λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με laser
λαπαροτομία, λαπαροτομή

Το χειρουργικό άνοιγμα της κοιλιάς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Προσδιορίζονται οι γνώσεις του ασθενούς αναφορικά με την επέμβαση, διασαφηνίζονται οι παρανοήσεις και αποκτάται ενυπόγραφη συγκατάθεση μετά από ενημέρωση. Διεξάγεται μια βασική εκτίμηση όλων των συστημάτων του οργανισμού. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να εκφράσει αισθήματα και ανησυχίες και προσφέρεται καθησυχασμός. Η προεγχειρητική ενημέρωση θα πρέπει να εστιάζεται στην επεξήγηση της επέμβασης, στην μετεγχειρητική φροντίδα και στο τι αναμένεται να αισθάνεται ο ασθενής κατά την διάρκεια της επέμβασης. Η προετοιμασία του σώματος του ασθενούς διεξάγεται σύμφωνα με το πρωτόκολλο του ινστιτούτου ή του χειρουργού αναφορικά με τη δίαιτα, το ξύρισμα της κοιλίας και του εφηβαίου, κλύσμα, ντους και συλλογή δειγμάτων ούρων. Εφαρμόζονται αντιθρομβωτικά φάρμακα και αντιεμβολικά μέτρα όπως παραγγέλνονται.

Μετεγχειρητική: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και η κατάσταση της επίδεσης· η τελευταία περιλαμβάνει έλεγχο για διαρροές και την παρουσία κολπικής αιμορραγίας, εάν χρειάζεται. Η κατάσταση του αερισμού εκτιμάται με ακρόαση για πρόσθετους ή μειωμένους αναπνευστικούς ήχους, και παρέχεται αναπνευστική υγιεινή (βαθιά αναπνοή, βήχας, σπιρομέτρηση με υποκίνηση του ασθενούς, στοματική υγιεινή και επανατοποθέτηση) όπως προσδιορίζεται από την απόκριση του ασθενή. Η νοσηλεύτρια βοηθά τον ασθενή στη χρήση των μη-επεμβατικών μέτρων για την ανακούφιση του άλγους και των χορηγηθέντων αναλγητικών ή παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα της αναλγησίας που ελέγχεται από τον ασθενή. Παρακολουθείται το ισοζύγιο των υγρών και χορηγείται η θεραπεία υποκατάστασης υγρών και ηλεκτρολυτών που έχει παραγγελθεί. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να κενωθεί μετά το χειρουργείο· η κύστη εκτιμάται για διάταση, που θα μπορούσε να υποδεικνύει κατακράτηση ούρων, και εφαρμόζεται καθετήρας μόνο όταν τα υπόλοιπα μέτρα αποτύχουν. Γίνεται ακρόαση της κοιλίας για επανεμφάνιση των εντερικών ήχων, και γίνεται έναρξη δίαιτας υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες και βιταμίνη C, και πολλά υγρά όπως έχει παραγγελθεί. Ενθαρρύνεται η κινητοποίηση των ποδιών, το γύρισμα και η πρώιμη κινητοποίηση, ώστε να προωθηθεί η γαστρενετερική δραστηριότητα και να αποτραπεί η φλεβική θρόμβωση. Το προσωπικό του νοσοκομείου εκκινεί ένα πρόγραμμα πρώιμου εξιτηρίου, το οποίο περιλαμβάνει τη διεξαγωγή εκπαίδευσης του ασθενούς, εστιάζοντας στη φροντίδα της τομής, στην αναφορά των επιπλοκών και στη συνέχιση και τους περιορισμούς των δραστηριοτήτων· τον διακανονισμό ενός παραπεμπτικού για οικιακή περίθαλψη όπως κρίνεται απαραίτητο· και διασφαλίζοντας ότι ο ασθενής έχει προγραμματίσει (και σχεδιάζει να τηρήσει) μια επίσκεψη παρακολούθησης με τον χειρουργό.

Aliases (separate with |): Λαπαροτομία, λαπαροτομή
λάρυγγας

Μυοχόνδρινο όργανο στο ανώτερο άκρο της τραχείας, κάτω από τη ρίζα της γλώσσας, που επενδύεται με κροσσωτό βλεννογόνο, και αποτελεί τμήμα του αεραγωγού και της φωνητικής συσκευής.

Ανατομία: Ο λάρυγγας αποτελείται από εννέα χόνδρους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με έναν ελαστικό υμένα και κινούνται από μύες. Οι χόνδροι περιλαμβάνουν τρεις μονήρεις (κρικοειδής, θυρεοειδής και επιγλωττιδικός) και τρεις συνεζευγμένους (αρυταινοειδής, κερατοειδής, σφηνοειδής). Ο θυρεοειδής χόνδρος ωθεί τα μαλακά μόρια προς τα εμπρός, σχηματίζοντας το μήλο του Αδάμ. Οι εξωτερικοί μύες περιλαμβάνουν τον ωμοϋοειδή, τον στερνοϋοειδή, τον στερνοθυρεοειδή και αρκετούς άλλους· οι εσωτερικοί μύες περιλαμβάνουν τον κρικοθυρεοειδή, τον έξω και έσω θυρεοαρυταινοειδή και τον εγκάρσιο και λοξό αρυταινοειδή. Η κοιλότητα του λάρυγγος περιέχει δύο ζεύγη πτυχών -τις κοιλιακές πτυχές (ψευδείς φωνητικές χορδές) και τις φωνητικές πτυχές (αληθείς φωνητικές χορδές)- και χωρίζεται σε τρεις περιοχές: την αίθουσα, την κοιλία και την κάτω είσοδο στη γλωττίδα. Ένα άνοιγμα μεταξύ των αληθών φωνητικών πτυχών δημιουργεί μια στενή σχισμή, τη γλωττίδα.

ΝΕΥΡΑ: Ο λάρυγγας νευρώνεται από τους έσω και έξω κλάδους του άνω λαρυγγικού νεύρου.

ΑΙΜΑΤΩΣΗ: Από την κάτω θυρεοειδική, που αποτελεί κλάδο του θυρεοειδούς στελέχους και από άνω θυρεοειδική, που αποτελεί κλάδο της έξω καρωτίδας.

Aliases (separate with |): Λάρυγγας
λαρυγγεκτομή

Αφαίρεση ολόκληρου ή τμήματος του λάρυγγα, για την αντιμετώπιση των καρκίνων του λάρυγγα, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι καρκινώματα πλακωδών κυττάρων. Η επιπρόσθετη θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ακτινοβολίες, χημειοθεραπεία ή και τα δύο. Η επέμβαση μπορεί να θεραπεύσει τον καρκίνο εάν είναι περιορισμένος στο όργανο. Οι συνήθεις επιπλοκές του χειρουργείου είναι η απώλεια της φωνής, η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και προσαρμοστικές διαταραχές ως αποτέλεσμα των αλλαγών στην εικόνα του σώματος που προκαλούνται από την επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Ο ασθενής προετοιμάζεται για τις μεταβολές στη φωνή και στον αεραγωγό καθώς και για την απώλεια άλλων λειτουργιών μετά την εγχείρηση. Οι εξηγήσεις συμπληρώνονται με διαγράμματα και δείγματα του απαιτούμενου εξοπλισμού. Επεξηγούνται οι μετεγχειρητικές μέθοδοι επικοινωνίας που είναι περισσότερο κατάλληλοι και αποδεκτοί από το συγκεκριμένο ασθενή (πχ. η απλή γλώσσα των χεριών, οι κάρτες διδασκαλίας, ο μαγικός πίνακας, πίνακας αλφαβήτου). Περιγράφεται στον ασθενή το μετεγχειρητικό περιβάλλον και η περίθαλψη, περιλαμβάνοντας τις διαδικασίες εκτίμησης, τον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται, τα αναμενόμενα συναισθήματα, αισθήσεις και σκέψεις, τις μεθόδους διατροφής και τη χρήση οικογενειακών, ψυχολογικών ή πνευματικών μορφών υποστήριξης. Παρέχεται ενυπόγραφη συγκατάθεση μετά από ενημέρωση.

Μετεγχειρητική: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, ιδιαίτερα ο ρυθμός αερισμού και η προσπάθεια, καθώς και το επίπεδο συνείδησης, οι τιμές των αερίων στο αρτηριακό αίμα, το επίπεδο κορεσμού οξυγόνου της περιφέρειας και την κατάσταση των επιδέσμων και των παροχετεύσεων, περιλαμβάνοντας την οπίσθια περιοχή. Εκτιμάται η βατότητα του αεραγωγού· ο σωλήνας λαρυγγοστομίας αναρροφάται ήπια (αλλά όχι βαθιά), όπως και η στοματική κοιλότητα και η μύτη, όπως απαιτείται. Η δημιουργία εφελκίδας αποτρέπεται αυξάνοντας την υγρασία και την πρόσληψη υγρών, και παρέχεται συχνή στοματική υγιεινή και βοήθεια στη διαχείριση του σιέλου. Ο ασθενής τοποθετείται στο ένα πλευρό, με το κεφάλι υπερυψωμένο στις 30 με 45 μοίρες. Παρέχεται οπίσθια υποστήριξη στο λαιμό του ασθενούς κατά τη μετακίνηση. Παρακολουθείται η ισορροπία των υγρών και παρέχεται η θεραπεία υποκατάστασης που έχει παραγγελθεί και ενθαρρύνεται η ούρηση. Ο ασθενής εκτιμάται για πρόωρες επιπλοκές όπως αναπνευστική δυσχέρεια λόγω οιδήματος, λοίμωξης, αφυδάτωσης και αιμορραγίας (εξετάζοντας την οπίσθια πλευρά του αυχένα καθώς και τους επιδέσμους, τις παροχετεύσεις και τα ζωτικά σημεία), καθώς και για όψιμες όπως τη δημιουργία συριγγίου, τη στένωση του τραχήλου και ρήξη της καρωτίδας. Παρέχεται διατροφή πλούσια σε πρωτεΐνες και βιταμίνη C, διά της οδού που έχει παραγγελθεί, για την υποβοήθηση της επούλωσης. Παρέχονται μη-επεμβατικά μέτρα και αναλγητικά για τη λύση του άλγους. Δίδεται χρόνος στον ασθενή για επικοινωνία και καθησυχάζεται ότι η ικανότητα λεκτικής επικοινωνίας θα αποκατασταθεί μέσω χειρουργικώς εμφυτευμένων προσθέσεων, λεκτικής θεραπείας για οισοφαγική ομιλία, ή εξωτερικών μηχανικών ή ηλεκτρονικών συσκευών ομιλίας (voice boxes). Εξειδικευμένο προσωπικό υποστηρίζει τον ασθενή και την οικογένεια στη θλίψη για τις απώλειες (συμπεριλαμβανομένης της απώλειας της φωνής, του σφυρίγματος, της ικανότητας ρουφήγματος, της αίσθησης της οσμής, του φυσήματος της μύτης, δραστηριοτήτων όπως το κολύμπι) και στη απώλεια του αυτοσεβασμού. Ο ασθενής προετοιμάζεται για τις πιθανές επακόλουθες θεραπείες, όπως η ακτινοβολία και η χημειοθεραπεία. Η εκπαίδευση του ασθενούς θα πρέπει να περιλαμβάνει δραστηριότητες αυτοφροντίδας και οδηγίες για σημαντικές επιπλοκές. Θα πρέπει να παρέχεται ένας κατάλογος με τις υποστηρικτικές, συμβουλευτικές και εκπαιδευτικές πηγές της κοινότητας.Οι ασθενείς ενθαρρύνονται να συμμετέχουν σε τοπικά παραρτήματα ομάδων όπως η Αμερικανική Εταιρεία Ομιλίας-Μάθησης-Ακοής, (American Speech-Learning-Hearing Association), η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία (American Cancer Society), η Διεθνής Εταιρεία Λαρυγγεκτομηθέντων Ατόμων (International Association of Laryngectomees), ή τη Λέσχη Απωλεσμένων Φωνητικών Χορδών (Lost Chord Club). Ενθαρρύνεται η ταχεία επιστροφή στην εργασία. Οι καπνιστές και οι αλκοολικοί ενθαρρύνονται να ζητήσουν βοήθεια για να διακόψουν.

Aliases (separate with |): Λαρυγγεκτομή
λεϊσμανίαση

Μια χρόνια παρασιτική νόσος του δέρματος, των σπλάγχνων ή των βλεννογόνων, η οποία προκαλείται από το γένος Leishmania και μεταδίδεται στους ανθρώπους με το δήγμα μολυσμένων φλεβοτόμων. Η λεϊσμανίαση εθεωρείτο ότι συμβαίνει με μορφή επιδημιών, αλλά εμφανίζεται κυρίως ως ενδημική νόσος στην Ασία, στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και στη Μέση Ανατολή. Το στρατιωτικό προσωπικό των Η.Π.Α. μπορεί να μολυνθεί σε επιχειρήσεις εκτός των συνόρων. Ένας τύπος λεϊσμανίασης, η καλά-αζάρ, προκαλεί σπλαγχνική λοίμωξη και αφορά το σύστημα των μονοπύρηνων φαγοκυττάρων, προκαλώντας φλεγμονή και ίνωση του σπλήνα και του ήπατος. Η βλεννογόνιος λεϊσμανίαση προκαλεί βλάβες ιδιαίτερα στο λάρυγγα, στον πρωκτό και στο αιδοίο. Στις δύο δερματικές μορφές λεϊσμανίασης, δημιουργούνται εξελκώσεις. Οι λεϊσμάνιες προσβάλλουν και αναπαράγονται μέσα στα μακροφάγα, ενώ ελέγχονται από την απόκριση που μεσολαβείται από τα Τ-κύτταρα. Η ισχύς του ανοσολογικού συστήματος του ασθενούς προσδιορίζει τη βαρύτητα της νόσου.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Το αντιμόνιο αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία. Δεν διατίθεται στις Η.Π.Α., αλλά μπορεί να ληφθεί από τα Κέντρα Ελέγχου Νόσων. Τα εναλλακτικά φάρμακα περιλαμβάνουν την αμφοτερικίνη B, την παρομομυκίνη, και την πενταμιδίνη.

Aliases (separate with |): Λεϊσμανίαση
λειχήνας
  1. Οποιαδήποτε μορφή βλατιδώδους δερματοπάθειας, συνήθως δηλώνει τον ομαλό λειχήνα.
  2. Στην βοτανική, οποιοσδήποτε μύκητας αυξάνει συμβιωτικά με συγκεκριμένα φύκη. Δημιουργούν χαρακτηριστικές λεπιδώδεις ή διακλαδωτές αυξήσεις σε βράχους ή κορμούς δέντρων.
Aliases (separate with |): Λειχήνας
λεκιθίνη

Ένα φωσφολιπίδιο (φωσφογλυκερίδιο) που αποτελεί τμήμα των κυτταρικών μεμβρανών· εντοπίζεται επίσης στο αίμα και στη λέκιθο του αυγού. Η υδρόλυσή της έχει ως προϊόντα στεατικό οξύ, γλυκερόλη, φωσφορικό οξύ και χολίνη.

Aliases (separate with |): Λεκιθίνη
λεμφαγγειογραφία

Ακτινολογική απεικόνιση των λεμφαγγείων, μετά από έγχυση σκιαγραφικού. Συμβάλλει στον εντοπισμό της διασποράς της νόσου, ειδικά στους λεμφαδένες της κοιλιάς.

Aliases (separate with |): Λεμφαγγειογραφία
λεμφαδενεκτομή ή λεμφαδενικός καθαρισμός

Η χειρουργική αφαίρεση λεμφαδένων και λεμφικών αγγείων.

Aliases (separate with |): Λεμφαδενεκτομή ή λεμφαδενικός καθαρισμός
λεμφαδένες

Όργανα ωοειδούς σχήματος και μεγέθους φασολιού ή μπιζελιού. Βρίσκονται σε διάφορες θέσεις στο σώμα, συνδέονται με τα λεμφαγγεία και αποτελούνται από λεμφοκύτταρα. Συμβάλλουν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων. Σε περίπτωση κακοήθους όγκου, καρκινικά κύτταρα είναι δυνατό να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν σε λεμφαδένες, που βρίσκονται σε ανατομική σχέση με την περιοχή της πρωτοπαθούς εστίας της νόσου (λεμφαδενικές μεταστάσεις).

Aliases (separate with |): Λεμφαδένες
λεμφαδενίτιδα

Φλεγμονή των λεμφαδένων, η οποία οφείλεται σε ενεργοποίηση των φαγοκυττάρων και των λεμφοκυττάρων, που συναντούν μεγάλους αριθμούς μικροοργανισμών, καρκινικών κυττάρων ή άλλου αντιγονικού υλικού. Το τοπικό οίδημα και το άλγος αποτελούν τα συνήθη συμπτώματα και συχνά βοηθούν τους κλινικούς γιατρούς στη διάγνωση τοπικών νόσων (π.χ., οι πρόσθιοι αυχενικοί λεμφαδένες καθίστανται ευαίσθητοι και μεγεθύνονται σε άτομα με σηπτική κυνάγχη, οι βουβωνικοί λεμφαδένες μεγεθύνονται και προκαλούν άλγος σε κάποιες σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους). Η φλεγμονή των λεμφαδένων σχετίζεται κάποιες φορές με φλεγμονή των λεμφαγγείων (λεμφαγγειίτιδα), η οποία μεταφέρεται στο λεμφαδένα. Η λεμφική φλεγμονή υποχωρεί όταν αντιμετωπισθεί η υποκείμενη λοίμωξη. Η λεμφαδενίτιδα άγνωστης αιτιολογίας μπορεί να απαιτεί βιοψία του λεμφαδένος (π.χ., βιοψίες διά εκτομής ή βελόνης) ή αναρρόφηση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η νόσος χαρακτηρίζεται από μια σημαντική διόγκωση του ιστού, με πιθανή πυόρροια. Εντοπίζεται οίδημα, άλγος και ευαισθησία. Η νόσος συνήθως συνοδεύει λεμφαγγειίτιδα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η πάθηση προκαλείται από παροχέτευση βακτηρίων ή τοξικών ουσιών στους λεμφαδένες. Η αιτιολογία μπορεί να είναι ειδική, όπως όταν προκαλείται από τους οργανισμούς τους τύφου, της σύφιλης ή της φυματίωσης, ή μη-ειδική, όταν ο αιτιολογικός οργανισμός δεν αναγνωρίζεται.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Θα πρέπει να εφαρμόζονται θερμές, υγρές κομπρέσες. Εάν εμφανισθούν αποστήματα, είναι απαραίτητη η εκτομή και η παροχέτευση. Αντιβιοτικά θα πρέπει να χορηγούνται όπως ενδείκνυται.

Aliases (separate with |): lymphadenitis|Λεμφαδενίτιδα
λεμφοίδημα

Μια παθολογική συγκέντρωση ιστικού υγρού (δυνητικά λέμφος) στους διάμεσους χώρους. Ο μηχανισμός της άθροισης είναι είτε η διαταραχή της φυσιολογικής πρόσληψης του ιστικού υγρού από τα λεμφαγγεία ή η υπέρμετρη παραγωγή ιστικού υγρού οφειλόμενη σε φλεβική απόφραξη η οποία αυξάνει την αρτηριακή πίεση στα τριχοειδή. Η διαταραγμένη ροή του ιστικού υγρού μέσω των ανατομικών δομών ενδέχεται να τις καταστήσει επιρρεπείς σε λοιμώξεις που είναι δύσκολο να αντιμετωπισθούν. Ως αποτέλεσμα τα λεμφοιδηματικά άκρα θα πρέπει να προστατεύονται από κοψίματα, αμυχές, εγκαύματα και λήψεις αίματος. Τα κοινά αίτια του λεμφοιδήματος περιλαμβάνουν νεοπλασματική απόφραξη της ροής (π.χ., στη μασχάλη, σε μεταστατικό καρκίνο του στήθους), μετεγχειρητική παρεμβολή στη λεμφική ροή (π.χ., μετά από μασχαλιαία τομή), λοιμώδη αποκλεισμό των λεμφαγγείων (π.χ., στη φιλαρίαση), βλάβη των λεμφαγγείων από ακτινοβολία (π.χ., μετά από αντιμετώπιση καρκίνου της πυέλου, του στήθους ή του πνεύμονος). Σπανίως, το λεμφοίδημα εμφανίζεται συγγενώς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ένας συνδυασμός χειροκίνητης λεμφικής παροχέτευσης, συσκευών συμπίεσης και προστασίας του πάσχοντος μέλους μπορεί να μεταβάλει την ποιστητα ζωής ενός ασθενούς με λεμφοίδημα. Στη χειροκίνητη λεμφική παροχέτευση, χρησιμοποιείται απαλή μάλαξη της επιφάνειας για τη μετακίνηση του λεμφικού υγρού από το άκρο. Οι ασθενείς και οι σύντροφοί τους μπορούν να διδαχθούν τις τεχνικές μάλαξης ώστε να τις εφαρμόζουν κατ' οίκον. Οι συσκευές συμπίεσης εφαρμόζονται πάνω από το πάσχον άκρο για τη διατήρηση ή μείωση του οιδήματος. Οι αντλίες συμπίεσης χρησιμοποιούν της πίεση αέρα ή υγρού, μιμούμενες τις επωφελείς επιδράσεις της μάλαξης. Έχουν σχεδιασθεί έτσι ώστε να μετακινούν το λεμφικό υγρό προς τους λειτουργικούς λεμφαδένες παρέχοντας διαδοχική, ομοιόμορφη πίεση από τα άπω προς τα εγγύς τμήματα του πάσχοντος μέλους. Οι συμπιεστικοί ελαστικοί νάρθηκες θα πρέπει να εφαρμόζονται από έναν επαγγελματία, καθώς μια συσκευή που δεν έχει προσαρμοσθεί κατάλληλα μπορεί να ερεθίσει το δέρμα και άλλους ιστούς, και να επιτείνει το οίδημα. Ένας επαγγελματίας μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να προσδιορίσουν ποιος τύπος είναι καλύτερος για τις ανάγκες τους. Τα άκρα μπορούν επίσης να επιδεθούν με ελαστικούς επιδέσμους για τη μείωση και τον έλεγχο του οιδήματος. Οι ελαστικοί επίδεσμοι μπορεί να είναι δυσκολότερο να διατηρηθούν και λιγότερο άνετοι από μια προσαρμοσμένη συσκευή. Για την προστασία της πάσχουσας περιοχής, ο ασθενής θα πρέπει να διδαχθεί τα μέσα για τη διατήρηση της ευκαμψίας και της υγείας του δέρματος και θα πρέπει να αποφεύγει ο,τιδήποτε θα μπορούσε να οδηγήσει σε λοίμωξη και φλεγμονή. Οι ασθενείς μπορούν να βοηθήσουν στην αποφυγή της συνάθροισης λεμφικού υγρού φορώντας ένα συμπιεστικό ένδυμα όταν ταξιδεύουν (ιδιαιτέρως σε αεροπορικά ταξίδια που συνοδεύονται από σημαντικές μεταβολές πίεσης) ή ακόμα και όταν ασκούνται. Η περίσσεια σωματικού βάρους αποτελεί έναν άλλο παράγοντα κινδύνου για λεμφοίδημα· τα προγράμματα λογικής απώλειας βάρους, που βασίζονται σε ήπια δίαιτα και άσκηση, βοηθούν στην άρση των συμπτωμάτων. Η υπερβολική χρήση του πάσχοντος άκρου θα πρέπει να αποφεύγεται. Μια τακτική, ήπια αγωγή άσκησης (π.χ., γιόγκα, αεροβική σε νερό ή κολύμβηση), ενώ φέρει ένα κατάλληλα προσαρμοσμένο ένδυμα συμπίεσης, μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση ης φλεβικής ροής. Πηγές για περαιτέρω πληροφόρηση για τη διαχείριση του λεμφοιδήματος υπάρχουν στο Εθνικό Δίκτυο Λεμφοιδήματος (National Lymphedema Network) και σε άλλους οργανισμούς υποστήριξης όπως η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία (American Cancer Society).

Aliases (separate with |): Λεμφοίδημα
λεμφοκύτταρο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο, υπεύθυνο για μεγάλο τμήμα της ανοσολογικής προστασίας του οργανισμού. Στο αίμα κυκλοφορούν λιγότερα από το 1%, με τα υπόλοιπα να βρίσκονται στους λεμφαδένες, στον σπλήνα και σε άλλα λεμφικά όργανα, όπου μεγιστοποιείται η επαφή με τα ξένα αντιγόνα.

Η διάμετρος των λεμφοκυττάρων κυμαίνεται από 5 έως 12 οι υποπληθυσμοί μπορούν να αναγνωρισθούν από μοναδικές ομάδες πρωτεϊνών στην κυτταρική επιφάνεια, που ονομάζονται συμπλέγματα διαφοροποίησης. Τα Τ κύτταρα, τα οποία προέρχονται από το θύμο αδένα, αποτελούν περίπου το 75% του συνόλου των λεμφοκυττάρων· τα Β κύτταρα, τα οποία προέρχονται από το μυελό των οστών, αποτελούν το 10%. Μια τρίτη κατηγορία είναι τα φυσικά φονικά κύτταρα. Στο αίμα, το 20% με 40% των λευκών αιμοσφαιρίων είναι λεμφοκύτταρα.

Aliases (separate with |): Λεμφοκύτταρο
λέμφος

Το όνομα που δίνεται στο ιστικό υγρό που εισέρχεται στα λεμφικά τριχοειδή και εντοπίζεται στα μεγαλύτερα λεμφαγγεία. Είναι αλκαλικό, διαυγές και άχρωμο, αν και η λέμφος από το λεπτό έντερο εμφανίζεται γαλακτώδης, λόγω των απορροφημένων λιπών (χυλός). Το πρωτεϊνικό περιεχόμενο της λέμφου είναι χαμηλότερο από εκείνο του πλάσματος, η οσμωτική πίεση ελάχιστα υψηλότερη και το ιξώδες ελάχιστα μικρότερο. Το ειδικό βάρος της κυμαίνεται από 1,016 έως 1,023. Η λέμφος αποτελείται κυρίως από ύδωρ, και περιέχει αλβουμίνη, σφαιρίνες, άλατα, ουρία, ουδέτερα λίπη και γλυκόζη. Τα κύτταρά της είναι κυρίως λεμφοκύτταρα και μονοκύτταρα που δημιουργούνται στους λεμφαδένες και στα λεμφοζίδια. Τα λεμφικά τριχοειδή, τα οποία εντοπίζονται στους περισσότερους ιστικούς χώρους, συλλέγουν ιστικό υγρό, το οποίο καλείται τότε λέμφος. Η λέμφος από to κατώτερο τμήμα του σώματος ρέει στη χυλοφόρο δεξαμενή στην κοιλιακή χώρα και συνεχίζει προς τα άνω μέσω του θωρακικού πόρου, όπου εκβάλλουν τα μεσοπλεύρια λεμφαγγεία, ο αριστερός υποκλείδιος κορμός από το αριστερό χέρι και ο αριστερός σφαγιτιδικός κορμός από την αριστερή πλευρά της κεφαλής. Ο θωρακικός πόρος παροχετεύει τη λέμφο στο αίμα, στην αριστερή υποκλείδιο φλέβα κοντά στη συμβολή της με την αριστερά σφαγίτιδα φλέβα. Ο δεξιός λεμφικός πόρος παροχετεύει τη λέμφο από το άνω δεξιό τεταρτημόριο του σώματος στη δεξιά υποκλείδιο φλέβα.

Καθώς η λέμφος ρέει μέσω των λεμφαγγείων προς τις υποκλείδιες φλέβες, διέρχεται από λεμφαγγεία που περιέχουν μακροφάγα για τη φαγοκυττάρωση βακτηρίων ή άλλων παθογόνων τα οποία μπορεί να εντοπίζονται στη λέμφο.

Aliases (separate with |): Λέμφος
λεπτίνη

Μια πεπτιδική ορμόνη που παράγεται από το λιπώδη ιστό, αυξάνει την αποθήκευση του σωματικού λίπους και καταστέλλει την όρεξη. Η λεπτίνη συμβάλλει επίσης στην εκδήλωση της εφηβείας και στην εκκρίση της ινσουλίνης από το πάγκρεας.

Aliases (separate with |): Λεπτίνη
λεπτό έντερο

Το πρώτο τμήμα του λεπτού εντέρου είναι το δωδεκαδάκτυλο, περίπου 8 με 20 με 28 εκ. μήκος, το οποίο λαμβάνει πολτο-ποιημένη τροφή από τον στόμαχο μέσω του πυλωρικού στομίου, και μέσω του κοινού χοληδόχου πόρου, χολή από το ήπαρ και την χοληδόχο κύστη, και παγκρεατικό υγρό από το πάγκρεας. Το δεύτερο τμήμα είναι η νήστιδα, μήκους περίπου 2,8 μέτρα. Το τρίτο τμήμα είναι ο ειλεός, μήκους περίπου 4 μέτρα. Ο ειλεός ανοίγει μέσα στο τυφλό του παχέος εντέρου και η ειλεοτυφλική βαλβίδα εμποδίζει την παλινδρόμηση του εντερικού περιεχομένου.

Το τοίχωμα του λεπτού εντέρου έχει κυκλοτερείς πτυχές οι οποίες είναι πτυχές του βλεννογόνου και του υποβλεννογόνου που μοιάζουν με πτυχές ακορντεόν. Ο βλεννογόνος αναδιπλώνεται περαιτέρω σε λάχνες, οι οποίες μοιάζουν με μικρές προσεκβολές (μήκος 0,5 με 1,5 χιλ.). Οι ελεύθερες επιφάνειες των επιθηλιακών κυττάρων έχουν μικροσκοπικές πτυχές που ονομάζονται μικρολάχνες και συνολικά καλούνται ψυκτροειδής παρυφή. Οι πτυχές αυξάνουν την επιφάνεια για την απορρόφηση των τελικών προϊόντων της πέψης. Οι εντερικοί αδένες (του Lieberkuhn) που βρίσκονται ανάμεσα στις βάσεις των λαχνών παράγουν ένζυμα. Το δωδεκαδάκτυλο έχει τους υποβλεννογόνιους αδένες του Brunner που εκκρίνουν βλέννα. Τα ένζυμα που εκκρίνονται από το λεπτό έντερο είναι πεπτιδάσες, οι οποίες ολοκληρώνουν την πέψη των πρωτεϊνών, και σακχαράση, μαλτάση και λακτάση, που μετατρέπουν τους δισακχαρίτες σε μονοσακχαρίτες. Ορισμένα από αυτά τα ένζυμα λειτουργούν περισσότερο στην ψυκτροειδή παρυφή απ'στι στον εντερικό αυλό. Οι ορμόνες που εκκρίνονται από το δωδεκαδάκτυλο είναι το γαστρικό ανασταλτικό πεπτίδιο, η σεκρετίνη και η χολοκυστοκινίνη. Οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν τις εκκρίσεις ή την κινητικότητα άλλων τμημάτων του πεπτικού σωλήνα.

Τα τελικά προϊόντα της πέψης (αμινοξέα, μονοσακχαρίτες, λιπαρά οξέα, γλυκερόλη, βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, και νερό) απορροφούνται στα τριχοειδή ή γαλακτοποιούνται στις λάχνες. Το αίμα από το λεπτό έντερο διέρχεται από το ήπαρ μέσω της πυλαίας φλέβας πριν να επιστρέψει στην καρδιά.

Aliases (separate with |): Λεπτό έντερο
λευκοκυτταρικός τύπος

Ο αριθμός και ο τύπος των λευκών αιμοσφαιρίων, όπως αυτός προσδιορίζεται από την μικροσκοπική εξέταση ενός λεπτού επιχρίσματος αίματος πάνω σε γυάλινη πλάκα (πλακάκι), αφού πρώτα έχει βαφτεί κατάλληλα με χρωστική, ώστε να γίνει ορατό το σχήμα των διαφόρων κυττάρων. Προσδιορίζεται ο αριθμός και η ποικιλία των λευκοκυττάρων σε ένα δείγμα δεδομένου μεγέθους. Αν και με αυτή την μέθοδο δεν γίνεται καταμέτρηση του αριθμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων, μπορεί παρόλα αυτά να αξιολογηθεί το σχήμα τους, το μέγεθος τους και το χρώμα τους. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν επίσης να αναγνωριστούν μερικές αιματολογικές ασθένειες και φλεγμονώδεις καταστάσεις. Κατά τον προσδιορισμό του λευκοκυτταρικού τύπου, ο αριθμός και ο τύπος των λευκοκυττάρων θα πρέπει να είναι ο εξής: ουδετερόφιλα 40%-60%, ηωσινόφιλα 1%-3%, βασεόφιλα 0,5%-1%, λεμφοκύτταρα 20%-40%, μονοκύτταρα 4%-8%.

Aliases (separate with |): Λευκοκυτταρικός τύπος
λευκοκύτταρο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο (WBC). Υπάρχουν δύο τύποι: τα κοκκιοκύτταρα (αυτά που έχουν στο κυτόπλασμά τους μεγάλα κοκκία που χρωματίζονται με διάφορα χρώματα στο μικροσκόπιο) και τα ακοκκιοκύτταρα (αυτά που δεν περιέχουν κοκκία). Τα κοκκιοκύτταρα περιλαμβάνουν τα βασεόφιλα, τα ηωσινόφιλα και τα ουδετερόφιλα. Τα ακοκκιοκύτταρα περιλαμβάνουν τα μονοκύτταρα και τα λεμφοκύτταρα. Κλινικά, τα κοκκιοκύτταρα αναφέρονται συχνά ως «polys» καθώς είναι όλα πολυμορφοπύρηνα (πολυλοβωτοί πυρήνες), ενώ τα ακοκκιοκύτταρα είναι μονοπύρηνα (ένας πυρήνας).

Τα ουδετερόφιλα, το 55% με 70% του συνόλου των WBCs, είναι τα πιο πολυάριθμα φαγοκύτταρα και αποτελούν τα πρωταρχικά κύτταρα τελεστές στη φλεγμονή. Τα ηωσινόφιλα, το 1% με 3% του συνόλου των WBCs, καταστρέφουν παράσιτα και ενέχονται στις αλλεργικές αντιδράσεις. Τα βασεόφιλα, λιγότερα από το 1% του συνόλου των WBCs, περιέχουν κοκκία ισταμίνης και ηπαρίνης και αποτελούν τμήμα της φλεγμονώδους απόκρισης στον τραυματισμό. Τα μονοκύτταρα, το 3% με 8% του συνόλου των WBCs, μετατρέπονται σε μακροφάγα και φαγοκυτταρώνουν παθογόνα και κατεστραμμένα κύτταρα, ιδιαίτερα στα υγρά των ιστών. Τα λεμφοκύτταρα, το 20% με 35% του συνόλου των WBCs, έχουν αρκετές λειτουργίες: την αναγνώριση ξένων αντιγόνων, την παραγωγή αντισωμάτων, την καταστολή της ανοσολογικής απόκρισης για την αποφυγή της πλεονάζουσας ιστικής βλάβης και τη μετατροπή τους σε κύτταρα μνήμης. Τα λευκοκύτταρα δημιουργούνται από τα μη-διαφοροποιημένα βλαστοκύτταρα που δίνουν γένεση σε όλα τα αιμοσφαίρια. Αυτά που βρίσκονται στον ερυθρό μυελό των οστών μπορούν να μετατραπούν σε οποιονδήποτε από τους πέντε τύπους WBCs. Αυτά στον σπλήνα και στους λεμφαδένες μπορούν να μετατραπούν σε λεμφοκύτταρα ή μονοκύτταρα. Αυτά στο θύμο μετατρέπονται σε Τ λεμφοκύτταρα.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Τα λευκοκύτταρα είναι τα πρωταρχικά κύτταρα τελεστές έναντι των λοιμώξεων και της ιστικής βλάβης. Δεν εξουδετερώνουν ή καταστρέφουν μόνο οργανισμούς, αλλά δρουν και ως καθαριστές, απομακρύνοντας κατεστραμμένα κύτταρα εξαιτίας της φαγοκυττάρωσης, διευκολύνοντας την έναρξη της διαδικασίας αναδόμησης. Τα λευκοκύτταρα μετακινούνται με αμοιβαδοειδείς κινήσεις και είναι ικανά να διεισδύουν σε ιστούς και να επιστρέφουν στη συνέχεια στην κυκλοφορία. Η κίνησή τους κατευθύνεται από χημικά που απελευθερώνονται από τραυματισμένα κύτταρα, μια διαδικασία που καλείται χημειοτακτισμός. Μετά την επαφή με ένα αντιγόνο και την αναγνώρισή του, τα ουδετερόφιλα ή τα μακροφάγα το φαγοκυτταρώνουν σε ένα μικρό κενοτόπιο, το οποίο συντήκεται με ένα λυσόσωμα, ώστε τα λυσοσωμικά ένζυμα να πέψουν το φαγοκυτταρωμένο υλικό. Όταν τα λευκοκύτταρα καταστρέφονται μαζί με τους παθογόνους οργανισμούς που έχουν καταστρέψει, δημιουργείται το πύο, το οποίο εντοπίζεται τυπικά στα σημεία τοπικών λοιμώξεων. Η συλλογή πύου λόγω ανεπαρκούς παροχέτευσης αίματος ή λέμφου ονομάζεται απόστημα.

Μικροσκοπική εξέταση: Τα λευκοκύτταρα μπορούν να μετρηθούν σε οποιαδήποτε σωματική έκκριση. Εντοπίζονται φυσιολογικά στο αίμα και, σε μικρά ποσά, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και στη βλέννη. Η παρουσία WBCs στα ούρα, στα πτύελα ή σε υγρό που λαμβάνεται από την κοιλιά αποτελεί ένδειξη λοίμωξης ή τραύματος. Ο τύπος WBC που εντοπίζεται, αναγνωρίζεται από το σχήμα του κυττάρου και τη χρήση χρωστικών (Wright's) για τη χρώση των κοκκίων: τα κοκκία στα ηωσινόφιλα βάφονται ερυθρά, αυτά στα βασεόφιλα κυανά και αυτά στα ουδετερόφιλα ιώδη. Κλινικά, οι αριθμοί των WBC είναι σημαντικοί στον εντοπισμό μιας λοίμωξης ή δυσλειτουργίας του ανοσολογικού συστήματος. Ο φυσιολογικός αριθμός των WBC είναι 5000 με 10.000/mm3. Ένας αυξημένος αριθμός λευκοκυττάρων (μεγαλύτερος από 10.000) (λευκοκυττάρωση) υποδεικνύει μια οξεία λοίμωξη ή διαδικασία νόσου (όπως συγκεκριμένοι τύποι λευχαιμιών), ενώ ο μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (λιγότερα από 5000) υποδεικνύει είτε ανοσολογική ανεπάρκεια ή μια σαρωτική λοίμωξη που έχει εξαντλήσει τα αποθέματα των WBC. Επιπρόσθετα στον απόλυτο αριθμό των WBC, η ποσοστιαία μέτρηση είναι επίσης συχνά σημαντική. Μια ποσοστιαία μέτρηση υπολογίζει το ποσοστό κάθε τύπου WBC (π.χ., ουδετερόφιλα, μονοκύτταρα, λεμφοκύτταρα). Επίσης, υπολογίζεται ο αριθμός των ανώριμων κυττάρων κάθε τύπου, ως μια ένδειξη της παραγωγής από το μυελό των οστών. Τα ανώριμα κύτταρα ονομάζονται «βλάστες» (π.χ., λεμφοβλάστες, μυελοβλάστες). Στη διάρκεια λοιμώξεων ή συγκεκριμένων τύπων λευχαιμιών, οι βλάστες μπορεί να εντοπισθούν στο περιφερειακό αίμα.

Aliases (separate with |): Λευκοκύτταρο
λευκοπλακία

Παρουσία λευκωπής πλάκας στον βλεννογόνο του στόματος ή των ούλων. Μπορεί να είναι προκαρκινωματώδης.

Aliases (separate with |): Λευκοπλακία
λευχαιμία

Μια τάξη αιματολογικών κακοηθειών, στις οποίες αθάνατοι κλώνοι ανώριμων κυττάρων του αίματος πολλαπλασιάζονται σε βάρος των φυσιολογικών κυττάρων. Καθώς τα φυσιολογικά κύτταρα του αίματος εξαλείφονται από το αίμα, προκύπτει αναιμία, λοίμωξη, αιμορραγία ή θάνατος. Οι λευχαιμίες κατηγοριοποιούνται ως οξείες ή χρόνιες, ανάλογα με τον κυτταρικό τύπο που συμμετέχει και από τη γενετική, χρωμοσωμική ή αυξητικού παράγοντα ανωμαλία που εντοπίζεται στα κακοήθη κύτταρα. Οι χρόνιες λευχαιμίες, οι οποίες έχουν μια σχετικά αργή εξέλιξη, περιλαμβάνουν τη χρόνια λεμφοκυτταρική, τη χρόνια μυελογενή και τη λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων. Η μέση επιβίωση σε αυτές τις νόσους είναι περίπου τα 4 έτη. Οι οξείες λευχαιμίες περιλαμβάνουν την οξεία λεμφοκυτταρική και την οξεία μυελοειδή (μυελογενή) λευχαιμία. Εάν δεν αντιμετωπισθούν οι νόσοι αυτές, είναι θανατηφόρες μέσα σε εβδομάδες ή μήνες.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Όλα τα διαφορετικά μοριακά γεγονότα που οδηγούν στην ανάπτυξη ανεξέλεγκτου κυτταρικού πολλαπλασιασμού στις λευχαιμίες, οφείλονται σε γενετικές ή χρωμοσωμικές βλάβες στα αιμοποιητικά κύτταρα. Οι διπλασιασμοί του γενετικού υλικού (υπερ-διπλοειδία), η απώλεια γενετικής πληροφορίας (υπο-διπλοειδία), η αδρανοποίηση γονιδίων που φυσιολογικά καταστέλλουν την ανάπτυξη όγκων, οι χρωμοσωμικές μεταθέσεις και η απελευθέρωση ανώμαλων ανασυνδυασμένων πρωτεϊνών, μπορούν να προκαλέσουν λευχαιμία. Αυτές οι γενετικές βλάβες μπορούν να προκληθούν από ιούς, ιονίζουσα ακτινοβολία, χημειοθεραπευτικά φάρμακα και τοξικά φάρμακα. Σπάνια, οι λευχαιμίες προκαλούνται από συγγενή γενετικά σύνδρομα, όπως η αταξία τηλεαγγειεκτασία, το σύνδρομο του Bloom ή το σύνδρομο του Fanconi.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μπορεί να υπάρχουν κλινικά ευρήματα όπως αναιμία, κόπωση, λήθαργος, πυρετός και άλγος στα οστά και στις αρθρώσεις. Τα φυσικά ευρήματα περιλαμβάνουν, ωχρότητα, πετέχειες ή πορφύρα, αιμορραγία των βλεννογόνων υμένων, διόγκωση του ήπατος, του σπλήνα και των νεφρών, και ευαισθησία επί του στέρνου και άλλων οστών.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Για τη διάγνωση, χρησιμοποιείται η εξέταση του περιφερειακού αίματος και δειγμάτων του μυελού των οστών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Για την αντιμετώπιση των λευχαιμιών χρησιμοποιείται τόσο η χημειοθεραπεία όσο και η μεταμόσχευση μυελού των οστών. Νέες αγωγές επινοούνται συχνά, προσαρμοσμένες σε συγκεκριμένες νόσους. Η θεραπεία συχνά γίνεται σε αρκετές φάσεις, με μια περίοδο χορήγησης της χημειοθεραπείας για την επαγωγή ύφεσης, ακολουθούμενη από φάσεις παγίωσης και διατήρησης. Αυτή η πολυ-σταδιακή αντιμετώπιση έχει σχεδιασθεί για την περαιτέρω εξάλειψη των κακοηθών κυττάρων από τον μυελό των οστών και την επίτευξη πλήρους ίασης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα μέτρα περίθαλψης εστιάζονται στην παρηγορία, σε προσπάθειες ελάττωσης των συνεπειών της χημειοθεραπείας, στη διατήρηση των φλεβών, στη διαχείριση των επιπλοκών, στην εκπαίδευση και ψυχολογική υποστήριξη. Θα πρέπει να εξετάζονται οι ειδικές ανάγκες του ασθενούς (κάποιοι από τους οποίους είναι παιδιά) και των οικογενειών τους. Παρέχονται οδηγίες για τα φάρμακα που πρόκειται να χορηγηθούν, συμπεριλαμβανομένων των όποιων ανεπιθύμητων αντιδράσεων και των μέτρων που μπορούν να ληφθούν για την αποτροπή ή την άρση των επιδράσεων αυτών. Χορηγείται χημειοθεραπεία με ειδικές προφυλάξεις, άπου ενδείκνυται, για την έγχυση και την απόρριψη του φαρμάκου. Εάν η χημειοθεραπεία προκαλέσει απώλεια βάρους ή ανορεξία, παρέχεται διατροφική καθοδήγηση. Η φροντίδα του στόματος, του δέρματος και του ορθού πρέπει να είναι επιμελής. Η νοσηλεύτρια, π.χ., καθαρίζει καλά το δέρμα πριν από όλες τις επεμβατικές διαδικασίες, εξετάζει τον ασθενή για περιεδρικές εξελκώσεις, χρησιμοποιεί αυστηρά άσηπτες τεχνικές όταν εγκαθίσταται ενδοφλέβια γραμμή, και αλλάζει διατάξεις (δηλαδή, την ενδοφλέβια διασωλήνωση και το σχετιζόμενο εξοπλισμό) σύμφωνα με τα χημειοθεραπευτικά πρωτόκολλα. Εάν ο ασθενής λαμβάνει ενδοραχιαίως χημειοθεραπεία, το σημείο της οσφυονωτιαίας παρακέντησης ελέγχεται συχνά για αιμορραγία ή διαρροή. Ο ασθενής και η οικογένεια μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα σημεία της λοίμωξης (πυρετός, ρίγη, πονόλαιμος, βήχας, δυσκολίες στην ούρηση) και παροτρύνονται να τα αναφέρουν άμεσα στον ογκολόγο. Για την αποφυγή των λοιμώξεων σε ουδετεροπενικούς ασθενείς, εφαρμόζονται αυστηρά πρωτόκολλα για το πλύσιμο των χεριών, ειδικές δίαιτες και ροή αέρα με αρνητική πίεση ή άλλα μέτρα απομόνωσης. Ο ασθενής παρακολουθείται για αιμορραγία. Εάν συμβεί αιμορραγία, εφαρμόζονται κομπρέσες και το σημείο της αιμορραγίας ανυψώνεται. Συχνά, χρειάζεται μετάγγιση αιμοπεταλίων ή άλλων έμμορφων συστατικών. Αναλγητικά χορηγούνται όπως κρίνεται αναγκαίο, ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν μη επεμβατικές τεχνικές για τη λύση του άλγους και μέτρα ανακούφισης, όπως αλλαγές στη θέση, διέγερση του δέρματος, περισπασμό, αναπνοή χαλάρωσης και άλλες τεχνικές. Επιπλοκές της περίθαλψης όπως ναυτία, έμεση, στοματικές εξελκώσεις, πυρετός και τροποποίηση της νοητικής κατάστασης αναφέρονται άμεσα στο θεράποντα ιατρό. Το πρόγραμμα περίθαλψης και επισκέψεων θα πρέπει να είναι ευέλικτο. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένεια ενθαρρύνονται να συμμετέχουν στην περίθαλψη όσο γίνεται περισσότερο. Γίνονται παραπομπές σε κέντρα κοινωνικών υπηρεσιών, σε κέντρα οικιακής περίθαλψης και σε ομάδες υποστήριξης. Εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία και έχει φθάσει στο τελικό στάδιο της νόσου, μπορεί να ενδείκνυται η υποστηρικτική νοσηλευτική φροντίδα.

Aliases (separate with |): Λευχαιμία
λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων

Μια χρόνια, χαμηλού βαθμού αιματολογική κακοήθεια Β λεμφοκυττάρων ανώμαλου σχήματος ("τριχωτά κύτταρα"). Η νόσος χαρακτηρίζεται από πανκυτταροπενία και σπληνομεγαλία. Η μέση επιβίωση ασθενών που δεν υποβάλλονται σε θεραπεία είναι περίπου 5 έτη. Η νόσος είναι σπάνια, αποτελώντας μόνο το 1% με 2% του συνόλου των λευχαιμιών. Η μέση ηλικία των ασθενών είναι τα 50 έτη, η νόσος προσβάλλει συνηθέστερα τους άντρες, σε αναλογία 4 προς 1 σε σχέση με τις γυναίκες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Είναι συνηθισμένη η απώλεια βάρους, ο υπερμεταβολισμός, οι λοιμώδεις επιπλοκές και η κοιλιακή δυσφορία εξαιτίας της σπληνομεγαλίας.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Έχουν χρησιμοποιηθεί η κλαδριβίνη, η πεντοστατίνη, η 2-χλωροδεοξυαδενοσίνη και η φλουδαραβίνη.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Πριν τη διαθεσιμότητα των χημειοθεραπευτικών παραγόντων, η μέση επιβίωση ήταν τα 4,6 έτη για ασθενείς χωρίς σπληνεκτομή και 6,4 για αυτούς που είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή. Η χρήση της χημειοθεραπείας σε ασθενείς με HCL ενδέχεται να παρατείνει το χρόνο επιβίωσης.

Aliases (separate with |): Λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων
ληθαργικη εγκεφαλίτιδα

Μια μορφή εγκεφαλίτιδας που εμφανιζόταν συχνά μετά από την πανδημία γρίπης του 1917 και 1918 και σπάνια έκτοτε. Τα κύρια χαρακτηριστικά της περιλαμβάνουν παράλυση των οφθαλμοκινητικών μυών και έντονη υπνηλία η κώμα. Τα άτομα που επιβίωσαν, ανέπτυξαν μια παρκινσονικού τύπου νόσο.

Aliases (separate with |): Ληθαργικη εγκεφαλίτιδα
λίθος

Οποιαδήποτε παθολογική εναπόθεση, κοινώς καλούμενος λίθος, μέσα σε έναν ζωικό οργανισμό. Ένας λίθος αποτελείται συνήθως από μεταλλικά άλατα. Αυτές οι παθολογικές εναποθέσεις μπορούν να εμφανιστούν στη χοληδόχο κύστη, στους νεφρούς, στους ουρητήρες, στην ουροδόχο κύστη, ή στην ουρήθρα και σχηματίζονται συνήθως από κρυσταλλικά ουρικά άλατα συγκρατημένα μεταξύ τους με πυκνή οργανική ύλη. Βλ.: gallstone kidney stone.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι νεφρικοί λίθοι μπορούν να προκληθούν από την ανώμαλη λειτουργία των παραθυρεοειδών αδένων, διαταραγμένο μεταβολισμό του ουρικού οξέος, όπως στην ουρική αρθρίτιδα, ή από την υπερβολική κατανάλωση γάλακτος, οξαλικών και αλκάλεων. Το αίτιο πολλών λίθων των νεφρών είναι άγνωστο.

Aliases (separate with |): Λίθος
λιπαρό οξύ

Ένας υδατάνθρακας στον οποίο έναν από τα άτομα υδρογόνου έχει αντικατασταθεί από μια καρβοξυλομάδα (COOH) ένα μονοβασικό αλειφατικό οξύ που σχηματίζεται με τη σύνδεση μιας αλκυλικής ρίζας και μια καρβοξυλομάδας.

Τα κορεσμένα λιπαρά οξέα έχουν απλούς δεσμούς στην καρβονική τους αλυσίδα με τον γενικό τύπο Cn+1H2n+3-COOH. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται το οξικό, μυρμηκικό, βουτυρικό, καπρικό, καπρονικό, καπρυλικό, λουρικό, μυριστικό, παλμιτικό και στεατικό οξύ. Τα ακόρεστα λιπαρά οξέα έχουν έναν ή δύο διπλούς ή τριπλούς δεσμούς στην καρβονική αλυσίδα τους. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται τα της ελαϊκής σειράς (ελαϊκό, τιγλικό, υπογεϊκό και παλμιτοελαϊκό) και τα λινελαϊκά (λινελαϊκό, λινολενικό, κλουπανοδονικό, αραχιδονικό, υδροκαπρικό και χαλμουγρικό). Τα λιπαρά οξέα δεν διαλύονται στο νερό. Αυτή τους η ιδιότητα θα εμπόδιζε την απορρόφηση τους από το έντερο εάν δεν δρούσαν τα χολικά άλατα στα λιπαρά οξέα προκειμένου να τα μετατρέψουν σε απορροφήσιμα.

Aliases (separate with |): Λιπαρό οξύ
λιποπρωτεΐνη

Συνεζευγμένες χημικές ενώσεις στην κυκλοφορία του αίματος, που αποτελούνται από απλές πρωτεΐνες προσδεδεμένες σε λίπος. Η χοληστερόλη, τα φωσφολιπίδια και τα τριγλυκερίδια αποτελούν όλα λιπώδη συστατικά των λιποπρωτεϊνών. Η ανάλυση των συγκεντρώσεων και των αναλογιών των λιποπρωτεϊνών στο αίμα παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τον κίνδυνο που διατρέχει ο ασθενής για αθηροσκλήρωση, στεφανιαία αρτηριακή νόσο και θάνατο. Οι λιποπρωτεΐνες ταξινομούνται ως πολύ χαμηλής πυκνότητας (very low-density, VLDL), χαμηλής πυκνότητας (low-density, LDL), ενδιάμεσης πυκνότητας (intermediate-density, IDL) και υψηλής πυκνότητας (high-density, HDL). Τα αυξημένα επίπεδα των LDL και της ολικής χοληστερόλης αυξάνουν άμεσα τις πιθανότητες που διατρέχει κάποιος για στεφανιαία νόσο (ΣΝ). Για το λόγο αυτό, οι LDL αναφέρονται κοινώς ως «κακή» χοληστερόλη. Αντίθετα, τα αυξημένα επίπεδα των HDL («καλή» χοληστερόλη) συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο για ΣΝ. Το Εθνικό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης για τη Χοληστερόλη (National Education Cholesterol Program) έχει ορίσει ότι το επιθυμητό επίπεδο της LDL για άτομα που έχουν ΣΝ είναι τα 70-100 mg/dl· για άτομα χωρίς ΣΝ, το επιθυμητό επίπεδο είναι τα 130 mg/dl ή λιγότερο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα αυξημένα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών συνήθως είναι το αποτέλεσμα μιας δίαιτας ιδιαίτερα πλούσιας σε λιπαρά, κορεσμένα λιπαρά και χοληστερόλες. Σε έναν μικρό αριθμό ασθενών με υπερβολικά υψηλά επίπεδα λιποπρωτεϊνών, κάποιο ρόλο διαδραματίζουν οι γενετικές νόσοι.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα υψηλά επίπεδα των λιποπρωτεϊνών μπορεί να μην προκαλούν συμπτώματα αυτά καθ' αυτά, μέχρι την ανάπτυξη αρτηριακών αποφράξεων. Εάν οι αρτηρίες αποφραχθούν από λιποπρωτεΐνες, ενδέχεται να αναπτυχθούν ισχαιμικά συμπτώματα.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Τα παθολογικά επίπεδα των λιποπρωτεϊνών επανέρχονται στα φυσιολογικά όρια σε πολλούς ασθενείς που καταναλώνουν λιγότερα διαιτητικά λιπαρά και αυξάνουν το επίπεδο άσκησής τους. Όταν οι λιποπρωτεΐνες δεν προσεγγίζουν τα αναμενόμενα επίπεδα παρά τη δίαιτα και την άσκηση, χορηγούνται φάρμακα για την βελτίωση του λιποπρωτεϊνικού προφίλ. Σε αυτά περιλαμβάνονται φάρμακα όπως η νιασίνη, οι ρητίνες ανταλλαγής ιόντων και οι στατίνες.

Aliases (separate with |): Λιποπρωτεΐνη
λίπος

Εμβολισμός προκαλούμενος από σφαιρίδια λίπους, που αποφράσσουν τα αιμοφόρα αγγεία. Συμβαίνει συχνά μετά από κάταγμα μακρών και πυελικών οστών, μερικές φορές μετά από έγχυση λιπωδών διαλυμάτων και μπορεί να προκαλέσει διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, μεταξύ άλλων σοβαρών προβλημάτων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα ευρήματα περιλαμβάνουν διέγερση, ανησυχία, παραλήρημα, σπασμούς, κώμα, ταχυκαρδία, ταχύπνοια, δύσπνοια, συρίττουσα αναπνοή, αιμόφυρτα πτύελα και πυρετό, ειδικά τις πρώτες 24- 48 ώρες μετά τον τραυματισμό, οπότε και είναι πιο συχνή η εμφάνιση των λιπωδών εμβόλων. Μπορεί να εμφανισθούν πετέχειες στο στοματικό βλεννογόνο, στους επιπεφυκότες, στο στήθος και στις μασχάλες. Αιμορραγίες στον αμφιβληστροειδή μπορεί να γίνουν αντιληπτές κατά τη βυθοσκόπηση. Οι εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να αναδείξουν υποξαιμία, χαμηλή αιμοσφαιρίνη, λευκοκυττάρωση, θρομβο-κυττοπενία, αυξημένη λιπάση ορού και σφαιρίδια λίπους στα ούρα και στα πτύελα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα κατάγματα των μακρών οστών πρέπει να ανατάσσονται άμεσα. Οι περιορισμένες κινήσεις και ο ήπιος χειρισμός των καταγμάτων πριν την ανάταξη μπορεί να βοηθήσουν στην αποφυγή διαφυγής σφαιριδίων λίπους. Οι ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (δηλ. αυτοί με κατάγματα μακρών οστών, σοβαρή κάκωση των μαλακών μορίων, τραυματισμό σε ήπαρ με λιπώδη διήθηση ή πολλαπλές κακώσεις) εκτιμώνται για συμπτώματα λιπώδους εμβολής. Οι ακτινογραφίες θώρακος εξετάζονται για στοιχεία διάστικτης σκίασης των πνευμονικών πεδίων και διάταση της δεξιάς κοιλίας και το καρδιογράφημα του ασθενούς εξετάζεται για ύπαρξη βαθέων κυμάτων S στην απαγωγή Ι, βαθέων κυμάτων Q στην απαγωγή ΠΙ και δεξιά απόκλιση του άξονα. Πρέπει να παρακολουθείται συχνά η αναπνευστική και νευρολογική κατάσταση του ασθενούς για σημεία υποξαιμίας. Ο ασθενής τοποθετείται σε θέση κατά Fowler, σε ορθοπνοϊκή ή όποια άλλη άνετη στάση για τη βελτίωση του αερισμού. Χορηγείται οξυγόνο σε υψηλή συγκέντρωση, ενώ σε περίπτωση που ο ασθενής δεν μπορεί να διατηρήσει μερική πίεση οξυγόνου PaO2 πάνω από 60 mmHg ενώ λαμβάνει οξυγόνο 40% με μάσκα, γίνεται διασωλήνωση και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Θετική τελοεκπνευστική πίεση μπορεί να χρειαστεί για να διατηρηθούν οι λειτουργικές κυψελίδες διατεταμένες, βελτιώνοντας έτσι τη λειτουργική υπολειπόμενη χωρητικότητα. Η ενδοφλέβια χορήγηση υγρών βοηθά στην αποφυγή του σοκ. Πρέπει να παρακολουθείται και να καταγράφεται η χορήγηση και αποβολή υγρών για να αποφευχθεί η υπερφόρτωση με υγρά. Οι ασκήσεις με βαθιές εισπνοές και η σπιρομέτρηση με ελατήριο για τη διάνοιξη των ατελεκτατικών περιοχών του πνεύμονα μπορεί να βελτιώσουν την πνευμονική χωρητικότητα και τον αερισμό. Χορηγούνται τα κατάλληλα φάρμακα, που περιλαμβάνουν στεροειδή, ηπα-ρίνη και αγχολυτικά όπως η διαζεπάμη.

Aliases (separate with |): Λίπος
λιστερίωση

Λοίμωξη που οφείλεται στο είδος Listeria monocytogenes- ένα ενδοκυτταρικό βακτήριο που εντοπίζεται στο έδαφος και προκαλεί ήπια τροφική δηλητηρίαση σε υγιή άτομα και βαριά συστηματική νόσο σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, μεγαλύτερους ενήλικες, εγκύους και νεογνά. Ο οργανισμός μπορεί να εντοπισθεί στο κρέας ή στα γαλακτοκομικά προϊόντα από μολυσμένα ζώα, σε λαχανικά μολυσμένα από χώμα ή νερό που περιέχουν τον οργανισμό, ή σε παρασκευασμένα τρόφιμα, όπως το ζαμπόν, που μολύνονται μετά την παραγωγή τους. Αντίθετα με άλλα παθογόνα που μεταφέρονται με τα τρόφιμα, η Listeria αυξάνεται στα τρόφιμα ακόμα και εάν καταψυχθούν. Αυξάνεται επίσης στα τοιχώματα των καταψυκτών και μπορεί να μολύνει και άλλα τρόφιμα. Ο οργανισμός καταστρέφεται με θέρμανση, και έτσι ο κίνδυνος εντοπίζεται σε τρόφιμα που σερβίρονται κρύα ή δεν θερμαίνονται στους 70°C επί τουλάχιστον 2 λεπτά. Το Υπουργείο Γεωργίας συνιστά στα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο λοιμώξεως να μην καταναλώνουν hot dogs, ζαμπόν, ξηρά λουκάνικα, άβρα-στο γάλα και μαλακά τυριά (π.χ. μπρι, μπλε τυρί) ή τυριά που παρασκευάζονται από απεξέργαστο γάλα. Στις εγκύους, η Listeria προσβάλλει το αμνιακό υγρό και προκαλεί αυτόματη αποβολή. Σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες και σε νεογνά προκαλεί συνήθως μηνιγγίτιδα.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Η αμπικιλλίνη με κεφτριαξόνη ή κεφοταξίμη, ή η αμπικιλλίνη με μια αμινογλυκοσίδη έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της μηνιγγίτιδας που οφείλεται σε Listeria. Εάν ο ασθενής είναι αλλεργικός στην πενικιλλίνη, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιείται τριμεθοπρίμη ή σουλφαμεθοξαζόλη. Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να χορηγηθεί πριν την αντιβιοτική θεραπεία για την μείωση του εγκεφαλικού οιδήματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Δημόσια εκπαίδευση απαιτείται για την ενημέρωση των εγκύων, των μεγαλύτερων ενηλίκων, των ανοσοκατεσταλμένων ατόμων ή εκείνων που έχουν προσβληθεί από HIV, για τον κίνδυνο των έτοιμων προς βρώση τροφίμων, όπως τα αλλαντικά και τα μαλακά τυριά. Οι τεχνικές ασφαλούς διαχείρισης των τροφίμων για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου λοίμωξης, περιλαμβάνουν το καλό πλύσιμο των χεριών (επί τουλάχιστον 20 δευτερόλεπτα) όταν γίνεται μεταχείριση έτοιμων προς βρώση κρύων τροφίμων, πλύσιμο των επιφανειών κοπής και των άλλων σκευών με ζεστό νερό και σαπούνι πριν τη χρήση τους για άλλα τρόφιμα, διατήρηση των αμαγείρευτων τροφίμων ξεχωριστά από τα μαγειρεμένα, και πλύσιμο όλων των φρούτων και λαχανικών πριν τη βρώση τους, ακόμα και αυτών που προέρχονται από έναν ιδιωτικό κήπο.

Aliases (separate with |): Λιστερίωση
λόγος αναπνευστικής συχνότητας προς τον αναπνεόμενο όγκο

Στο μηχανικό αερισμό, η μέτρηση της ταχύτητας και του βάθους της αυθόρμητης αναπνοής, που χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση της εξάρτησης του ασθενή από το μηχανικό αερισμό. Όσο υψηλότερος είναι ο λόγος, τόσο μικρότερη η πιθανότητα να είναι ο ασθενής σε θέση να αναπνέει, χωρίς τη βοήθεια μηχανικού αερισμού.

Aliases (separate with |): Λόγος αναπνευστικής συχνότητας προς τον αναπνεόμενο όγκο
λόγος, ομιλία
  1. Η προφορική έκφραση των σκέψεων ενός ατόμου.
  2. Η πράξη εκφοράς έναρθρων λέξεων ή ήχων.
  3. Λέξεις που χρησιμοποιούνται στην ομιλία με στόχο την επικοινωνία.

Ιστορικά, ορισμένοι αδροί ήχοι θεωρείται ότι εξυπηρέτησαν ως προειδοποιήσεις ή απειλές μαζί με προσωπικές ή σωματικές εκφράσεις. Καθώς οι ήχοι διαφοροποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό κάθε ένας συνδέθηκε και σταδιακά ταυτίσθηκε με συγκεκριμένη έννοια. Αυτές οι λέξεις-σύμβολα είναι πολύτιμα εργαλεία στη νοερή σύλληψη ενώ η σκέψη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό το νοερό λόγο. Περαιτέρω ταυτίσεις κατέστησαν εφικτά τα οπτικά σύμβολα (γραπτός λόγος) παρότι η πρωτόγονη γραπτή γλώσσα ήταν εντελώς άσχετη προς την προφορική. Τα σύμβολα ήταν αδρές αναπαραστάσεις αντικειμένων.

Ο έναρθρος λόγος προϋποθέτει το συντονισμό του λάρυγγα, του στόματος, των χειλιών, του θώρακα και των σπλαγχνικών μυών. Τα όργανα αυτά δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη νεύρωση για την εκφορά λόγου αλλά οι ανώτεροι νευρώνες ανταποκρίνονται σε σύνθετα κινητικά πρότυπα πεδία, τα οποία μετατρέπουν την ιδέα σε κατάλληλες κινητικές διεγέρσεις.

Aliases (separate with |): Λόγος, ομιλία
λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα

Ενδοκαρδίτιδα που οφείλεται σε μικροοργανισμούς, π.χ. οποιοδήποτε στέλεχος στρεπτόκοκκου η σταφυλόκοκκου, τα είδη του Haemophilus η άλλων HACEK βακτηρίων (π.χ. Actinobacillus actinomycetem comitans, Cardiobacterium hominis, Eikenella corrodens και Kingella kingae), εντερικά βακτήρια, ρικέτσιες, χλαμύδια η μύκητες. Παραδοσιακά, η λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα έχει ταξινομηθεί ως οξεία, όταν η νόσος εμφανίζει απότομη έναρξη, οφειλόμενη σε καθετήρες, όταν το υπεύθυνο μικρόβιο έχει φθάσει στην καρδιά μέσω ενός καθετήρα, με αρνητική καλλιέργεια όταν το ηχοκαρδιογράφημα αποκαλύπτει εκβλαστήσεις και πληρούνται και άλλα κριτήρια της νόσου, αλλά ο υπεύθυνος μικροοργανισμός δεν απομονώνεται στις καλλιέργειες αίματος, προσθετική, όταν εμφανίζεται μετά από εμφύτευση προσθετικής καρδιακής βαλβίδας, δεξιά, όταν εμφανίζεται στην τριγλώχινα η στην πνευμονική βαλβίδα και υποξεία, όταν εκδηλώνεται μετά από αρκετές εβδομάδες η μήνες από την εμφάνιση ανορεξίας, χαμηλής πυρετικής κίνησης και κακουχίας. Στις ΗΠΑ, οι άνδρες πάσχουν πιο συχνά από τις γυναίκες.

Ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών, σακχαρώδους διαβήτη, ανοσοκαταστολής η ρευματικής καρδιακής νόσου είναι πιο πιθανό να νοσήσουν απ ό,τι άλλα άτομα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ασθενείς με υποξεία λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα μπορεί να εμφανίζουν ασαφή συμπτώματα, όπως χαμηλή πυρετική κίνηση, ανορεξία, κακουχία και μυαλγίες. Ασθενείς με οξεία λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα παρουσιάζουν συχνά υψηλό πυρετό, καταβολή, ρίγη και εφιδρώσεις, δυσκαμψία στις αρθρώσεις η οσφυαλγία, συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας (ιδίως αν η λοίμωξη έχει παραμορφώσει πλήρως μια καρδιακή βαλβίδα η τις προσφύσεις της), καρδιακό αποκλεισμό (εάν η λοίμωξη έχει διαβρώσει το σύστημα αγωγής της καρδιάς), συμπτώματα από την εξάπλωση της λοίμωξης στους πνεύμονες η στις μήνιγγες (π.χ. βήχας, κεφαλαλγία, αυχενική δυσκαμψία η σύγχυση), συμπτώματα εγκεφαλικού επεισοδίου, νεφρικής ανεπάρκειας, εξανθήματα (όπως πετέχειες) η άλλα ευρήματα. Τα σημεία της νόσου περιλαμβάνουν πυρετό, καρδιακά φυσήματα η οζώδεις βλάβες στα χέρια και στα πόδια (οζίδια του Osler και βλάβες του Janeway). Σε μερικούς ασθενείς παρατηρούνται βαμβακόμορφες κηλίδες στον αμφιβληστροειδή (κηλίδες του Roth).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Οι καλλιέργειες αίματος, ειδικά όταν αποβαίνουν σταθερώς θετικές, θέτουν τη βάση για τη διάγνωση της λοιμώδους ενδοκαρδίτιδας. Τα σύγχρονα κριτήρια για τη διάγνωση περιλαμβάνουν επίσης την οπτική επιβεβαίωση των ενδοκαρδιακών βλαβών με το υπερηχογράφημα, την ύπαρξη και άλλων διαταραχών, όπως εμμένοντες πυρετοί σε άτομο που έχει γνωστό ιστορικό ενδοφλέβιας χρήσης ουσιών η προσθετικής καρδιακής βαλβίδας, σηπτικά έμβολα στους πνεύμονες η άλλα όργανα και χαρακτηριστικά ευρήματα από το δέρμα. Μερικές φορές, σε άτομα που καταλήγουν από εμπύρετη νόσο ανακαλύπτονται λοιμώδεις εκβλαστήσεις στις καρδιακές βαλβίδες κατά τη νεκροτομή.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα είναι θανατηφόρα στο 10- 25% των περιπτώσεων. Ο θάνατος είναι πιο πιθανό να επέλθει σε ασθενείς που έχουν υποστεί εγκεφαλικά έμφρακτα από σηπτικά έμβολα η σε ασθενείς που αναπτύσσουν συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Οι ασθενείς με δεξιά ενδοκαρδίτιδα έχουν καλύτερη πρόγνωση απ ότι ασθενείς με άλλες μορφές της νόσου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Πολλοί ασθενείς αναρρώνουν μετά από μακροχρόνια θεραπεία με ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών. Μερικοί (π.χ. αυτοί με καρδιακή ανεπάρκεια η σοβαρές βλάβες στην καρδιά) μπορεί να χρειαστεί να υποβληθούν σε επέμβαση για αντικατάσταση των προσβεβλημένων βαλβίδων η για αφαίρεση των αποστημάτων από το μυοκάρδιο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά την οξεία φάση της νόσου, οι ασθενείς παρακολουθούνται για σημεία καρδιακής ανεπάρκειας (π.χ. ρόγχοι, οίδημα, μεταβολές η εμφάνιση νέου καρδιακού φυσήματος), εγκεφαλικών εμφράκτων (π.χ. παράλυση, αφασία, μεταβολές του επιπέδου συνείδησης) και έμβολα στους νεφρούς (π.χ. μείωση της αποβολής ούρων, αιματουρία) ή στο σπλήνα (π.χ. άλγος στο αριστερό άνω τεταρτημόριο της κοιλίας). Λαμβάνονται τακτικά καλλιέργειες αίματος για να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα της αντιβιοτικής θεραπείας. Γίνονται παθητικές και ενεργητικές ασκήσεις των άκρων για διατήρηση του μυϊκού τόνου ώσπου να μπορέσει να εφαρμοστεί ένα ήπιο, προοδευτικά αυξανόμενης έντασης πρόγραμμα άσκησης που δεν επιβαρύνει το καρδιακό φορτίο.

Aliases (separate with |): Λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα
λοιμώδης κολίτιδα

Φλεγμονή του κόλου, προκαλούμενη από λοιμογόνους οργανισμούς όπως οι αμοιβάδες, τα βακτήρια και τα πρωτόζωα. Μπορεί να προκληθεί από ποικιλία παθογόνων, περιλαμβανομένων των Campylobacter, Cryptosporidium, Escherichia coli, Entamoeba histolytica, Giardia, Salmonella και Shigella.

Aliases (separate with |): Λοιμώδης κολίτιδα
λοιμώδης μονοπυρήνωση

Μια οξεία λοιμώδης νόσος που προκαλείται από τον ιό Epstein-Barr (EBV), μέλος της ομάδας των ερπητοϊών. Είναι πιο κοινή στις Η.Π.Α σε άτομα ηλικίας μεταξύ 15 και 25 ετών (δηλ., σε εφήβους και νέους ενήλικες της ηλικίας του λυκείου ή του κολεγίου)· μετά από αυτή την ηλικία, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άνοσοι για τον EBV. Η νόσος αναφέρεται κάποιες φορές στην καθομιλουμένη ως «η νόσος του φιλιού».

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ Ο ιός μεταδίδεται με το σίελο και μολύνει τα επιθηλιακά κύτταρα του στοματοφάρυγγα, του ρινοφάρυγγα και των σιελογόνων αδένων πριν τη διασπορά στο λεμφοειδή ιστό (π.χ., λεμφαδένες, σπλήνας, ήπαρ) μέσω μολυσμένων Β λεμφοκυττάρων. Η περίοδος επώασης είναι 30 ως 45 μέρες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τυπικά, η λοιμώδης μονοπυρήνωση προκαλεί μια αιφνίδια ή σταδιακή έναρξη (7 ως 14 μέρες) με συμπτώματα κρυολογήματος, συμπεριλαμβανομένων έντονης κυνάγχης, κόπωσης, κεφαλαλγίας, θωρακικού άλγους και μυαλγίας. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν διογκωμένους, ευαίσθητους λεμφαδένες (λεμφαδενοπάθεια), εξιδρωματική αμυγδαλίτιδα και έναν διογκωμένο σπλήνα. Παρατηρείται λευ-κοκυττάρωση με άτυπα λεμφοκύτταρα. Η λοίμωξη συνήθως διαρκεί 2 με 4 εβδομάδες.

Σπανίως, η λοιμώδης μονοπυρήνωση επιπλέκεται με αιμολυτική αναιμία, ηπατομεγαλία, ίκτερο, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα ή πνευμονίτιδα. Στην Αφρική, λανθάνουσα λοίμωξη από EBV μπορεί να σχετίζεται με την ανάπτυξη λεμφώματος Burkitt.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση της λοιμώδους μονοπυρήνωσης βασίζεται στην εκτίμηση των σημείων και των συμπτωμάτων, στην παρουσία άτυπων λεμφοκυττάρων και IgM αντισωμάτων στο αίμα και σε θετική ετερόφιλη αντίδραση με ερυθρά αιμοσφαίρια προβάτου (μονοτέστ). Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει τη λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό, τη νόσο εξ ονύχων γαλής, τη λοίμωξη από τοξόπλασμα και την οξεία έναρξη λοίμωξης με HIV.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για τη λοιμώδη μονοπυρήνωση· μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του πυρετού, της κεφαλαλγίας, της κυνάγχης και των μυαλγιών. Κορτικοστεροειδή μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τις επιπλοκές. Η πλήρης ανάρρωση είναι συνήθης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά την οξεία φάση, ο ασθενής ενθαρρύνεται να απέχει από τη δραστηριότητα και να διατηρεί επαρκή ανάπαυση για τη μείωση της κόπωσης. Γενικά, οι ασθενείς μπορούν να αναλάβουν δραστηριότητα που δεν προϋποθέτει μεγάλη προσπάθεια μετά από 1 με 2 εβδομάδες και να ανακτήσουν το επίπεδο της φυσιολογικής τους δραστηριότητας σε 4 με 6 εβδομάδες. Αν ο σπλήνας είναι μεγεθυσμένος, οι ασθενείς θα πρέπει να αποφύγουν αθλήματα με επαφή και να μην σηκώνουν περισσότερες από 4,5 κιλά μέχρι να επιτραπεί από τον ιατρό, ώστε να προληφθεί τραυματισμός ή ρήξη του σπλήνα.

Aliases (separate with |): Λοιμώδης μονοπυρήνωση
λοίμωξη με κυτταρομεγαλοϊό

Επίμονη, λανθάνουσα μόλυνση των λευκοκυττάρων, προκαλούμενη από τον κυτταρομεγαλοϊό (CMV), έναν ερπητοϊό της β-ομάδας, συνήθως κατά την παιδική ηλικία ή την αρχική ενηλικίωση. Τα περιστατικά είναι αυξημένα σε άτομα χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Η πρωτογενής λοίμωξη είναι συνήθως ήπια σε άτομα με φυσιολογική ανοσολογική λειτουργία, αλλά ο CMV μπορεί να επανενεργοποιηθεί και να προκαλέσει εκτεταμένη ασθένεια σε εγκύους γυναίκες, άτομα με AIDS, ή σε εκείνους που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία κατόπιν μεταμόσχευσης οργάνου.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η γυναίκα μπορεί να μεταδώσει τον ιό στο έμβρυο, με καταστροφικά αποτελέσματα. Περίπου 10% των βρεφών αναπτύσσουν ασθένεια εγκλείστων CMV, χαρακτηριζόμενη από αναιμία, θρομβοκυτταροπενία, πορφύρα, ηπατοσπληνομεγαλία, μικροκεφαλία και ανώμαλη διανοητική ή κινητική ανάπτυξη. Περισσότερο από το 50% αυτών των βρεφών αποθνήσκουν. Οι περισσότερες εμβρυϊκές μολύνσεις συμβαίνουν, όταν η μητέρα μολύνεται για πρώτη φορά με τον CMV κατά τη διάρκεια αυτής της εγκυμοσύνης, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί μετά από επανα-μόλυνση ή επανενεργοποίηση του ιού. Οι ασθενείς με AIDS ή μεταμοσχεύσεις οργάνων μπορεί να αναπτύξουν γενικευμένη λοίμωξη η οποία προκαλεί αμφιβληστροειδίτιδα, οισο-φαγίτιδα, κολίτιδα, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα και φλεγμονή των νεφρικών σωληναρίων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο CMV μεταδίδεται από άτομο σε άτομο μέσω της σεξουαλικής δραστηριότητας, κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, κατά τη διάρκεια μεταμόσχευσης οργάνων, ή από μολυσμένες εκκρίσεις. Σπανίως, οι μεταγγίσεις αίματος (σε ποσοστό 5%) περιέχουν λανθάνοντα CMV. Οι ιατροί ή άλλοι επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι περιθάλπουν μολυσμένα νεογέννητα ή ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, δεν διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να τους μεταδοθεί μόλυνση CMV από εκείνους που περιθάλπουν άλλες ομάδες ασθενών (περίπου 3%). Οι έγκυες γυναίκες και όλοι οι ιατρικοί επαγγελματίες πρέπει να ακολουθούν αυστηρά στις πρότυπες προφυλάξεις πρόληψης μολύνσεων.

ΣΥΜΠΤΏΜΑΤΑ: Η πρωτογενής λοίμωξη στα υγιή άτομα είναι συνήθως ασυπτωματική, αλλά ορισμένα άτομα αναπτύσσουν συμπτώματα τύπου μονοπυρήνωσης (πυρετό, πονόλαιμο, πρησμένους αδένες). Τα συμπτώματα στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς σχετίζονται προς το οργανικό σύστηματο οποίο έχει μολυνθεί από CMV και περιλαμβάνουν θολή όραση η οποία εξελίσσεται προοδευτικώς σε τύφλωση, βαριά διάρροια και βήχα, δύσπνοια και υποξυαιμία. Τα αντισώματα τα οποία ανιχνεύονται στο αίμα ταυτοποιούν τη μόλυνση αλλά δεν προστατεύουν έναντι της επανενεργοποίησης του ιού.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Χρησιμοποιούνται αντιικοί παράγοντες, όπως το ganciclovir και το foscarnet, για τη θεραπεία αμφιβληστροειδίτιδας, κολίτιδας και πνευμονίτιδας στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Η χρόνια αντιική θεραπεία έχει χρησιμοποιηθεί ώστε να καταστείλει τον CMV, αλλά αυτό το πρωτόκολλο δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό στην πρόληψη της υποτροπής του CMV, ή της ανάπτυξης μηνιγγοεγκεφαλίτιδας. H ganciclovir έχει περιορισμένη δράση στη συγγενή λοίμωξη με CMV. Δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη μολύνσεων CMV, συμβουλεύοντας τις εγκύους, τις γυναίκες σε ηλικία μητρότητας και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα να αποφεύγουν την έκθεση με άτομα τα οποία έχουν επιβεβαιωμένη ή είναι ύποπτα για μόλυνση με CMV. Ο ιός εξαπλώνεται από άτομο σε άτομο, λόγω της έκθεσης στο αίμα (π.χ., στις μεταγγίσεις) και σε άλλα σωματικά υγρά περιλαμβανομένων των κοπράνων, των ούρων και του σιέλου. Η επαφή με τις πάνες ή τα σάλια μολυσμένου παιδιού μπορεί να επιφέρει μόλυνση σε άτομο το οποίο δεν είχε εκτεθεί σε αυτή προηγουμένως. Η CMV λοίμωξη είναι η συνηθέστερη συγγενής λοίμωξη. Προσβάλλει περίπου 35.000 νεογέννητα ετησίως. Η πρόσφατη λοίμωξη με CMV κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Ώς αποτέλεσμα, οι νεαρές γυναίκες στις οποίες δεν ανιχνεύονται αντισώματα έναντι του CMV πρέπει να αποφεύγουν να φροντίζουν μολυσμένα παιδιά. Στις ΗΠΑ, οι νοσηλευτές οι οποίοι δεν συμβούλευσαν μολυσμένους ασθενείς σχετικά με τον κίνδυνο να μεταδώσουν τον CMV σε άλλους, έχουν κριθεί αμελείς από τα δικαστήρια. Οι γονείς παιδιών με βαριά συγγενή μόλυνση με CMV χρήζουν υποστήριξης και συμβουλευτικής αγωγής. Παρότι η λοίμωξη με CMV στις περισσότερες μη εγκύους ενήλικες γυναίκες δεν είναι επιβλαβής, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ασθένειες ή θάνατο σε άτομα με AIDS/HIV, μεταμοσχεύσεις οργάνων και άτομα τα οποία λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά ή χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Οι μολυσμένοι με CMV ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς πρέπει να συμβουλευθούν σχετικά με τις χρήσεις των ενδεικνυόμενων φαρμακευτικών αγωγών, τη σημασία ολοκλήρωσης της πορείας της θεραπείας και τις παρενέργειες ώστε να τις αναφέρουν προκειμένου να βοηθηθούν για να τις αντιμετωπίσουν. Οι παροχείς ιατρικής βοήθειας των μολυσμένων ατόμων πρέπει να ακολουθούν γενικές προφυλάξεις, όταν χειρίζονται σωματικές εκκρίσεις.

Aliases (separate with |): Λοίμωξη με κυτταρομεγαλοϊό
λόχια

Το επιλόχειο έκκριμα αίματος, βλέννης και ιστών από τη μήτρα. Καθώς εξελίσσεται η φυσιολογική αυτολυτική διαδικασία επούλωσης, ο χαρακτήρας του εκκρίματος εξελίσσεται σε τρία στάδια:

1) αιματηρά λόχια· για τις πρώτες 2 έως 4 ημέρες, το έκκριμα έχει σαφή αιματηρή χροιά, 2) ορώδη λόχια· μεταξύ της 7ης και 10ης ημέρας, η γυναίκα εμφανίζει συνήθως ένα ορώδες ροδόχρουν έκκριμα, 3) λευκά λόχια· περί τη 10η ημέρα μετά τον τοκετό, το έκκριμα καθίσταται λευκό. Μια έντονη οσμή υποδεικνύει μόλυνση με σαπροφυτικούς οργανισμούς.

Aliases (separate with |): Λόχια
λύσσα

Θανατηφόρος νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος που προκαλείται από τον ιό της λύσσας. Η λοίμωξη ανθρώπου συμβαίνει ως αποτέλεσμα δήγματος από άγριο ζώο στο οποίο υπάρχει ο ιός. Σπάνια, μπορεί να μεταδοθεί με την εισπνοή λοιμογόνου αερίου μορίου ή με τη μόλυνση του επιπεφυκώτος ή άλλης βλεννογόνου μεμβράνης από τη σίελο μολυσμένου ζώου. Η μακρά περίοδος επώασης πριν τα σημεία της λύσσας γίνουν εμφανή είναι 3-12 εβδομάδες. Αυτό σημαίνει ότι τα άγρια ζώα που δεν εμφανίζουν κανένα σημείο της νόσου είναι πιθανόν να είναι μολυσμένα αυξάνοντας έτσι το κίνδυνο της ανθρώπινης λοίμωξης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η λύσσα συναντάται σχεδόν αποκλειστικά σε άγρια ζώα (ρακούν, ασβοί, τσακάλια, αλεπούδες, νυχτερίδες τα οποία αποτελούν πηγή λοίμωξης. Η λοίμωξη κατοικίδιων ζώων είναι σπάνια στις ΗΠΑ από το 1960, αλλά είναι πιθανόν να είναι προσβεβλημένοι σκύλοι και γάτες στις αναπτυσσόμενες χώρες Μετά τη λοίμωξη ο ιός πολλαπλασιάζεται στο ζώο επί μερικές ημέρες έως μήνες. Αυτή η περίοδος διεγείρει ανοσολογική απάντηση στα ιικά αντιγόνα. Ο ιός στη συνέχεια εξαπλώνεται διαμέσου του κυτταροπλάσματος των περιφερικών νευρικών αξόνων στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα πρώιμα συμπτώματα στους ανθρώπους δεν είναι συνήθως συγκεκριμένα και περιλαμβάνουν πυρετό, αδιαθεσία και κεφαλαλγία. Τα εξελικτικά σημεία της εγκεφαλικής λοίμωξης είναι αυτά της εγκεφαλίτιδας και περιλαμβάνουν άγχος, σύγχυση, αϋπνία, υπερδιέγερση, παραλήρημα, ψευδαισθήσεις, σιελόρροια, έντονα αντανακλαστικά, σπασμούς και περιόδους λήθαργου που εναλλάσσονται κυκλικά με επεισόδια έντονης διέγερσης. Το κλασικό σύμπτωμα της υδροφοβίας (φοβίας του ύδατος) πιθανόν σχετίζεται με την επώδυνη σύσπαση των φαρυγγικών μυών που συμβαίνει κατά την κατάποση. Μόλις εμφανισθούν τα κλινικά σημεία, η νόσος είναι συνήθως θανατηφόρος εντός ημερών.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ:. Η διάγνωση της λύσσας γίνεται στα ζώα με αντισώματα άμεσου ανο-σοφθορισμού στον εγκεφαλικό ιστό. Στους ανθρώπους, εκτελούνται βιοψίες εγκεφάλου, δέρματος από τον αυχένα του τραχήλου, δοκιμασίες του εντυπώματος του κερατοειδούς, ή/και αντισώματα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, στο αίμα ή στους σιελογόνους αδένες.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Οι κτηνίατροι, όσοι χειρίζονται ζώα και όσοι έρχονται σε συχνή επαφή με ζώα πρέπει να λαμβάνουν πριν την έκθεση, προφύλαξη με εμβόλιο κατά της λύσσας. Το εμβόλιο δεν προλαμβάνει τη λοίμωξη με λύσσα αλλά απλοποιεί τη θεραπεία γιατί εξαλείφει την ανάγκη για ανοσοσφαιρίνη και μειώνει την ποσότητα του εμβολίου κατά της λύσσας που απαιτείται μετά την έκθεση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο ιατρός πρέπει να έλθει σε επαφή με την τοπική Υγειονομική Υπηρεσία ή την αντίστοιχη του Νομού για να καθορισθεί η ανάγκη για προφύλαξη μετά από έκθεση. Όλες οι πληγές πρέπει να καθαριστούν επιμελώς. Ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη που περιέχει προσχηματισμένα αντισώματα και μία δόση του εμβολίου κατά της λύσσας δίδονται άμεσα (πρώτη ημέρα). Επιπροσθέτως, τέσσερις δόσεις του εμβολίου χορηγούνται την 3η, 7η, 14η και 28η ημέρα. Καμία περίπτωση λύσσας δεν έχει εμφανισθεί όταν το πρωτόκολλο αυτό ακολουθείται αμέσως μετά την έκθεση. Οι περισσότεροι θάνατοι συμβαίνουν όταν οι άνθρωποι δεν αναζητούν ιατρική βοήθεια λόγω του οτι δεν είναι ενήμεροι για την πιθανότητα της λοίμωξης με λύσσα.

Aliases (separate with |): Λύσσα
λυτική βλάβη

Οστική βλάβη, όπου υπάρχει μικρότερη ποσότητα ασβεστίου από το φυσιολογικό.

Aliases (separate with |): Λυτική βλάβη
μαγνητική τομογραφία

Μέθοδος τρισδιάστατης απεικόνισης του σώματος, κατά την οποία εφαρμόζεται μαγνητικό πεδίο για την λήψη των εικόνων. Είναι δυνατό να ληφθούν τομές του σώματος σε όλα τα επίπεδα (όχι μόνο εγκάρσιες όπως στην αξονική τομογραφία).

Aliases (separate with |): Μαγνητική τομογραφία
μακροφάγο

Μονοκύτταρο που έχει φύγει από την κυκλοφορία και έχει εγκατασταθεί και ωριμάσει μέσα σε έναν ιστό. Μακροφάγα ανευρίσκονται σε μεγάλες ποσότητες στον σπλήνα, τους λεμφαδένες, τις κυψελίδες και τις αμυγδαλές. Περίπου 50% όλων των μακροφάγων βρίσκονται στο ήπαρ, ως κύτταρα Kupffer. Είναι επίσης παρόντα στον εγκέφαλο ως μικρογλοία, στο δέρμα ως κύτταρα Langerhans, στα οστά ως οστεοκλάστες, όπως και σε ορογόνες κοιλότητες, στο μαστό και στον πλακούντα. Μαζί με τα ουδετερόφιλα, τα μακροφάγα είναι τα κύρια φαγοκύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να προσλαμβάνουν ξένα αντιγόνα μέσω υποδοχέων, που υπάρχουν στην επιφάνεια της μεμβράνης τους· έπειτα, τα αντιγόνα αυτά καταστρέφονται από λυσοσώματα. Η εντάπισή τους στον περιφερικό λεμφικό ιστό δίνει την ικανότητα στα μακροφάγα να δρουν σαν οι σπουδαιότεροι «καθαριστές» του αίματος, απαλλάσσοντάς το από ανώμαλα ή γηρασμένα κύτταρα και κυτταρικά απόβλητα, όπως και από παθογόνους οργανισμούς.

Τα μακροφάγα έχουν, επίσης, ένα ζωτικό ρόλο με το να επεξεργάζονται αντιγόνα και να τα παρουσιάζουν στα Τ κύτταρα, ενεργοποιώντας έτσι την ειδική ανοσολογική απάντηση. Ακόμα, απελευθερώνουν πολλές ουσίες, οι οποίες συμμετέχουν στην φλεγμονή, συμπεριλαμβανομένων χημοκινών, κυτταροκινών, λυτικών ενζύμων, ελευθέρων ριζών οξυγόνου, πηκτικών παραγόντων και αυξητικών παραγόντων.

Aliases (separate with |): Μακροφάγο
μασάζ, μάλαξη
  1. Χειρισμός, μεθοδική πίεση, τριβή και ζύμωση του σώματος.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Το έντονο μασάζ θα πρέπει να αποφεύγεται από ασθενείς που παίρνουν αντιπηκτικά φάρμακα ή ασθενείς με χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων· σε αυτούς τους ασθενείς το μασάζ μπορεί να προκαλέσει αιμορραγία ή μώλωπες. Το μασάζ πρέπει επίσης να αποφεύγεται πάνω από γνωστούς όγκους, θρόμβους ή προσθετικά σωματικά μέρη.

  1. Η θεραπευτική εφαρμογή του αγγίγματος από αδειούχο μασέρ. Το μασάζ είναι πιθανό να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του άγχους, της αρθρίτιδας, της διαταραχής ελαττωματικής προσοχής/ υπερκινητικστητας, της κατάθλιψης, της ινομυαλγίας, του μυοσκελετικού πόνου, του προεμμηνορροϊκού συνδρόμου, των αθλητικών κακώσεων και του στρες. Μία παραλλαγή, το σουηδικό μασάζ, χρησιμοποιεί τις πλήξεις, τη ζύμωση, την τριβή, τη μάλαξη με πλήξη και τη δόνηση.
Aliases (separate with |): Μασάζ, μάλαξη
μαστεκτομή

Χειρουργική αφαίρεση του μαστού. Η επέμβαση εκτελείται συνήθως σαν θεραπεία ή προφύλαξη έναντι του καρκίνου του μαστού και μπορεί να είναι θεραπευτική σε περισσότερες από 9θ% των περιπτώσεων, στις οποίες η νόσος είναι ιστολογικά μη διηθητική και μακροσκοπικά περιορισμένη στο μαστό. Σε ασθενείς με πιο εκτεταμένη νόσο, είναι μέρος της συνολικής θεραπευτικής στρατηγικής για τον καρκίνο του μαστού, η οποία μπορεί επίσης να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία και/ ή ορμονική θεραπεία. Η ριζική μαστεκτομή (δεν εκτελείται πλέον) περιελάμβανε την αφαίρεση του μαζικού ιστού, καθώς και του μείζονος θωρακικού μυός, της θωρακικής περιτονίας, του περιεχομένου της μασχάλης, της θηλής και της θηλαίας άλω. Στην τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή, η θωρακική περιτονία αφαιρείται, αλλά ο μείζον θωρακικός μυς παραμένει ανέπαφος. Η υπόλοιπη εγχείρηση προσομοιάζει στη ριζική μαστεκτομή. Στην απλή μαστεκτομή, αφαιρούνται μόνο ο μαζικός ιστός, η θωρακική περιτονία, η θηλή, η θηλαία άλως και το μασχαλιαίο λίπος. Στην αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού, επειδή καμία από αυτές τις τεχνικές δεν έχει αποδειχθεί ανώτερη της ογκεκτομής, ακολουθούμενη από ακτινοθεραπεία, οι προτιμήσεις της ασθενούς και του θεράποντος ιατρού συχνά καθορίζουν τη θεραπεία που χρησιμοποιείται. Η μαστεκτομή προτιμάται ακόμα για κάποιες ασθενείς με καρκίνο του μαστού (π.χ., έγκυες γυναίκες), οι οποίες δεν πρέπει να λάβουν ακτινοθεραπεία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η ασθενής ενθαρρύνεται να συζητάει τις θεραπευτικές επιλογές. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και η ποσότητα και τα χαρακτηριστικά της παροχέτευσης της πληγής. Μετεγχειρητικά, η ασθενής τοποθετείται με το άνω άκρο της προσβεβλημένης πλευράς ανασηκωμένο σε ένα μαξιλάρι μέχρι να αφαιρεθούν οι παροχετεύσεις. Η ενεργητική και παθητική άσκηση του άνω άκρου ενθαρρύνεται για να εμποδίσει τη σύσπαση της άρθρωσης και τη βράχυνση των μυών. Τα αναλγητικά φάρμακα χορηγούνται, όπως έχουν οριστεί. Προσφέρεται υποστήριξη για να βοηθήσει την ασθενή και τη οικογένεια να αντεπεξέλθουν στη διάγνωση και την επακόλουθη θλίψη και να προσαρμοστούν σε αλλαγές στην εικόνα και την αντίληψη του εαυτού. Η ασθενής διδάσκεται προληπτικά μέτρα για το λεμφοίδημα και της προσφέρονται πληροφορίες για τις μαστικές προσθέσεις και το επανορθωτικό χειρουργείο.

Aliases (separate with |): Μαστεκτομή
μαστίτιδα κατά το θηλασμό

Μαστίτιδα που συμβαίνει κατά το θηλασμό, τυπικά τη δεύτερη ή τρίτη εβδομάδα μετά τον τοκετό· ωστόσο, μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Βλ.: Παράρτημα Νοσηλευτικών Διαγνώσεων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η λοίμωξη μπορεί να οφείλεται στην είσοδο παθογόνων μικροβίων μέσω σχισμών στη θηλή. Συνηθέστερα, ο προσβάλλων μικροοργανισμός είναι ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος. Η λοίμωξη ξεκινά σε ένα λοβίδιο, αλλά μπορεί να επεκταθεί και σε άλλες περιοχές.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η γυναίκα παραπονείται για διόγκωση στο μαστό και ευαισθησία και σφύζοντα άλγη κατά τη διάρκεια και μεταξύ των θηλασμών μαζί με κεφαλαλγία και κακουχία. Τριγωνικό ερύθημα κάτω από τον προσβεβλημένο μαστό είναι ένα πρώιμο σημείο. Παθολογικά αντικειμενικά ευρήματα από τα ζωτικά σημεία περιλαμβάνουν πυρετό και ταχυκαρδία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Πρέπει να εφαρμόζεται τοπικά θερμότητα· συνταγογραφούνται κατάλληλα αντιβιοτικά, όπως οι ανθεκτικές στις βήτα λακταμάσες πενικιλίνες· και δίνονται αναλγητικά για τη δυσφορία. Τα αληθή αποστήματα απαιτούν διάνοιξη και παροχέτευση· άντληση του γάλακτος από τους μαστούς μπορεί να συσταθεί για να αποφευχθεί η συμφόρηση και να διατηρηθεί η γαλουχία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να ενθαρρύνουν τις μητέρες να λαμβάνουν επαρκή ανάπαυση και ενυδάτωση. Η εκπαίδευση των ασθενών δίνει έμφαση στην προσωπική υγιεινή, τη φροντίδα του στήθους, τη χρήση υποστηρικτικού στηθόδεσμου και το συχνό θηλασμό του νεογνού, ώστε να αδειάζει το στήθος. Η μητέρα διδάσκεται να αναγνωρίζει τα πρώιμα σημεία πιθανής λοίμωξης, όπως η ερυθρότητα και οι σχάσεις των θηλών.

Aliases (separate with |): Μαστίτιδα κατά το θηλασμό
μαστοειδίτιδα

Φλεγμονή των μαστοειδών κυψελών, συνήθως αποτέλεσμα διασποράς της λοίμωξης από οξεία μέση ωτίτιδα. Η νόσος είναι σχετικά σπάνια, τώρα που είναι γενικά διαθέσιμα αποτελεσματικά αντιβιοτικά για την οξεία μέση ωτίτιδα. Οι παθογόνοι μικροοργανισμοί είναι ίδιοι με αυτούς, που προκαλούν οξεία μέση ωτίτιδα: είδη στρεπτόκοκκου, αιμόφιλος της ινφλουέντσας και χρυσίζων σταφυλόκοκκος, αν και σε κάποιες περιπτώσεις μυκοβακτήρια ή μύκητες μπορεί να προκαλέσουν τη νόσο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο ασθενής παραπονείται για πόνο πίσω από το αυτί και μερικές φορές για πυρετό και συστηματικά συμπτώματα, όπως κακουχία και ρίγη. Η φυσική εξέταση μπορεί να αναδείξει ερυθρότητα και ευαισθησία πίσω από το προσβεβλημένο αυτί με οίδημα του έξω ακουστικού πόρου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Νωρίς στην πορεία της λοίμωξης, οι ασθενείς μπορούν να αντιμετωπιστούν για αρκετές ημέρες με ενδοφλέβια αντιβιοτικά, ακολουθούμενα από εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική αγωγή και στενή παρακολούθηση. Μαστοειδεκτομή ή άλλες νευροχειρουργικές επεμβάσεις μπορεί να χρειαστούν, αν η λοίμωξη έχει επεκταθεί πέρα από το περιόστεο ή αν παρουσιαστεί ενδοκρανιακή λοίμωξη ή θρόμβωση γειτονικών φλεβών. Όλες αυτές οι επιπλοκές μπορούν να ανιχνευθούν με απεικόνιση (π.χ., αξονική τομογραφία κεφαλής).

Aliases (separate with |): Μαστοειδίτιδα
μαστοκύτταρο

Ένα μεγάλο ιστικό κύτταρο, που μοιάζει με βασεόφιλο, το οποίο είναι απαραίτητο για φλεγμονώδεις αντιδράσεις που διαμεσολαβούνται από την ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE), αλλά δεν κυκλοφορεί στο αίμα. Τα μαστοκύτταρα είναι παρόντα στον συνδετικό ιστό ολόκληρου του σώματος, όμως είναι κυρίως συγκεντρωμένα κάτω από το δέρμα και τους βλεννογόνους του αναπνευστικού και πεπτικού σωλήνα. Τα μαστοκύτταρα είναι καλυμμένα με μόρια IgE, τα οποία συνδέονται με τα εξωγενή αντιγόνα, ενεργοποιώντας την αποκοκκίωση και απελευθερώνοντας μεσολαβητές όπως η ισταμίνη, οι προσταγλανδίνες, τα λευκοτριένια και οι πρωτεάσες από πυκνά κοκκία μέσα στο κυτταρόπλασμα. Αυτοί οι μεσολαβητές προκαλούν αντίδραση υπερευαισθησίας τύπου Ι (άμεση) (π.χ., κνίδωση, αλλεργική ρινίτιδα, άσθμα, αγγειοοίδημα και συστηματική αναφυλαξία).

Aliases (separate with |): Μαστοκύτταρο
μαστός
  1. Το άνω πρόσθιο τμήμα του θώρακα.

  2. Ο μαζικός αδένας, σύνθετος λοβώδης αδένας που αποτελείται από 15-20 λοβίδια αδενικού ιστού, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με μεσολοβιώδη διαφραγμάτια. Το κάθε λοβίδιο παροχετεύεται από ένα γαλακτοφόρο πόρο, ο οποίος εκβάλλει στην άκρη της θηλής. Ο μαζικός αδένας εκκρίνει γάλα που χρησιμοποιείται για τη σίτιση του βρέφους.

ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Κατά τη διάρκεια της εφηβείας, τα οιστρογόνα από την ωοθήκη διεγείρουν την ανάπτυξη του συστήματος των πόρων. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η προγεστερόνη που εκκρίνεται από το ωχρό σωμάτιο και τον πλακούντα δρα συνεργικά με τα οιστρογόνα για την ολοκλήρωση της ανάπτυξης των λοβιδίων. Μετά την κυοφορία, η προλακτίνη σε συνεργασία με τα επινεφριδια-κά στεροειδή εκκινεί τη γαλουχία, ενώ η οξυτοκίνη από την οπίσθια υπόφυση προκαλεί την έκκριση του γάλακτος. Ο θηλασμός ή η πίεση του στήθους διεγείρει αντανακλαστικά την έκκριση και την εκροή του γάλακτος.

ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ: Τις πρώτες 6-12 εβδομάδες υπάρχει αίσθημα πληρότητας και ευαισθησίας στο στήθος, αναπτύσσεται στυτικός ιστός στις θηλές του μαστού, τα οζίδια γίνονται αισθητά, εναποτίθεται χρωστική γύρω από τις θηλές (πρωτεύουσα άλω, στις ξανθές η θηλαία άλω και οι θηλές γίνονται σκουρόχρωμες ροζ και στις καστανές σκουρόχρωμες καφέ και σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και μαύρες), ενώ μπορεί να υπάρξει εκροή μερικών σταγόνων υγρού κατά την πίεση του μαστού. Τις επόμενες 16-20 εβδομάδες, η δευτερεύουσα θηλαία άλω εμφανίζει μικρές λευκές κηλίδες, λόγω υπερτροφίας των σμηγματογόνων αδένων (αδένες Montgomery).

Aliases (separate with |): Μαστός
μεγαλακρία

Πρόκειται για ένα χρόνιο σύνδρομο που οφείλεται στην υπερέκκριση της αυξητικής ορμόνης, κάτι που πιο συχνά παρατηρείται στο μικροαδένωμα της υπόφυσης. Χαρακτηρίζεται από σταδιακή και ασύμμετρη αύξηση του μεγέθους των οστών και των χαρακτηριστικών του προσώπου. Η υποψία της διάγνωσης τίθεται με την μέτρηση αυξημένων τιμών αυξητικής ορμόνης, οι οποίες δεν μειώνονται μετά από τη χορήγηση γλυκόζης. Επιβεβαιώνεται από την ακτινολογική απεικόνιση του αδένα της υπόφυσης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπερπαραγωγή της αυξητικής ορμόνης από τα σωματοτρόπα κύτταρα της πρόσθιας υπόφυσης είναι υπεύθυνη στις περισσότερες περιπτώσεις.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η έναρξη είναι συχνά τόσο σταδιακή που οι ασθενείς και το στενό τους περιβάλλον μπορεί να μην παρατηρήσουν κάποια αλλαγή στην εμφάνιση ή στη λειτουργικότητα. Τελικά είναι δυνατόν να εμφανιστεί υπεριδρωσία, μείωση της libido, υπνηλία, μυϊκός πόνος, αδυναμία και απώλεια της όρασης. Στα σημεία της ακρομεγαλίας συμπεριλαμβάνεται η πάχυνση των χαρακτηριστικών του προσώπου, η αύξηση του μεγέθους των χεριών και των ποδιών, η αύξηση της βυθιότητας της φωνής και η απομάκρυνση των δοντιών του ενός από το άλλο. Στο ένα τέταρτο των ασθενών εμφανίζεται σακχαρώδης διαβήτης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Διασφηνοειδής αφαίρεση του αδενώματος που εκκρίνει της αυξητική ορμόνη είναι η βασική μέθοδος θεραπείας. Εάν αυτή αποτύχει κάποια φάρμακα, όπως η βρωμοκρυπτίνη ή η οκτρεοτίδη ή ακόμα και η ακτινοθεραπεία μπορεί να έχουν κάποια αποτελεσματικότητα.

Aliases (separate with |): Μεγαλακρία
μεθαδόνη

Συνθετικό ναρκωτικό αναλγητικό (ανάλογο της μορφίνης).

Aliases (separate with |): Μεθαδόνη
μέθοδος Adson

[Alfred W. Adson, νευροχειρουργός από τις Η.Π.Α., 1887-1951]. Μια δοκιμασία για τη διάγνωση του συνδρόμου του άνω θωρακικού στομίου. Το χέρι του ασθενούς κινείται σε έκταση και εξωτερική στροφή προς τα πίσω με τον αγκώνα επίσης σε έκταση και τον πήχη σε πρηνή θέση. Ψηλαφάται η κερκιδική αρτηρία καθώς ζητείται από τον ασθενή να ακουμπήσει το πηγούνι του, να κλίνει το κεφάλι του προς την αντίθετη πλευρά και να στρέψει το πηγούνι του προς την πλευρά του χεριού που βρίσκεται σε έκταση. Στη συνέχεια, παραγγέλλεται από τον ασθενή να εισπνεύσει. Σε περίπτωση που εμφανισθούν αιμωδίες ή τσιμπήματα στο χέρι ή μείωση της έντασης του παλμού, τότε υπάρχει το ενδεχόμενο συμπίεσης του βραχιονίου πλέγματος ή των αιμοφόρων αγγείων από τον σκαληνό μυ.

Aliases (separate with |): Μέθοδος Adson
μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο

Μια διαταραχή της διάθεσης, που χαρακτηρίζεται από μια περίοδο τουλάχιστον 2 εβδομάδων καταθλιπτικής διάθεσης ή απώλεια του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης σε όλες σχεδόν τις δραστηριότητες. Στα παιδιά και του εφήβους, η διάθεση μπορεί να είναι ευερέθιστη, παρά θλιμμένη. Ο καθορισμός της διάγνωσης απαιτεί την παρουσία το λιγότερο τεσσάρων από τα παρακάτω: αλλαγές στην όρεξη, το βάρος, τον ύπνο και την ψυχοκινητική δραστηριότητα· μειωμένη ενέργεια· αισθήματα αναξιστητας ή ενοχής· δυσκολία στη σκέψη, τη συγκέντρωση ή τη λήψη αποφάσεων· ή υποτροπιάζουσες ιδέες θανάτου ή σχέδια για ή απόπειρες για αυτοκτονία. Τα συμπτώματα πρέπει να επιμένουν για το μεγαλύτερο τμήμα της ημέρας, σχεδόν κάθε μέρα, για τουλάχιστον 2 διαδοχικές εβδομάδες. Το επεισόδιο πρέπει να συνοδεύεται από κλινικά σημαντική έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας. Επίσης, η διαταραχή δεν πρέπει να οφείλεται σε σύνδρομο στέρησης, φάρμακα, αλκοόλ ή στην άμεση δράση μιας νόσου, όπως ο υποθυρεοειδισμός.

Aliases (separate with |): Μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο
μελαγχολία

Βαριά κατάθλιψη με αμβλύ, επίπεδο συναίσθημα και έλλειψη ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, που φυσιολογικά θα ήταν ευχάριστες. Μπορεί να υπάρχει διέγερση ή επιβράδυνση. Μπορούν να παρουσιαστούν απώλεια βάρους, ανορεξία, αϋπνία και επιδείνωση των συμπτωμάτων νωρίς το πρωί.

Aliases (separate with |): Μελαγχολία
μελαγχρωματική ξηροδερμία

Μια σπάνια, προϊούσα, αυτοσωμική υπολειπόμενη εκφυλιστική νόσος χαρακτηριζόμενη από σοβαρή φωτοευαισθησία η οποία αναπτύσσεται κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής. Παρατηρείται αιφνίδια εκδήλωση ερυθήματος, πομφολύγων, μελαγχρωματικών κηλίδων, υποχρωμικών εξανθημάτων και τελαγγειεκτασίας. Το δέρμα γίνεται ατροφικό, ξηρό και ρυτιδωμένο. Μια ποικιλία καλοηθών και κακοηθών όγκων εκδηλώνεται κατά τα πρώτα έτη της ζωής. Η πάθηση αντιμετωπίζεται συμπτωματικά και αποφεύγεται η έκθεση στο ηλιακό φως.

Aliases (separate with |): Μελαγχρωματική ξηροδερμία
μελάνωμα

Ένας κακοήθης όγκος σκούρα χρωματισμένων κυττάρων (μελανινοκύτταρα), που συχνά αναπτύσσεται σε καφέ ή μαύρο σπίλο. Ο όγκος μπορεί να διασπαρεί επιθετικά σε ολόκληρο το σώμα, π.χ., στον εγκέφαλο και άλλα εσωτερικά όργανα. Η επίπτωση της νόσου αυξάνεται ταχέως στις Η.Π.Α., ειδικά μεταξύ ανθρώπων πάνω από 60. Το 2004, η Αμερικάνικη Καρκινική Εταιρία εκτίμησε ότι θα γίνονταν 55.100 νέες διαγνώσεις μελανώματος και ότι 7.910 Αμερικανοί θα πέθαιναν από την ασθένεια. Περισσότερα από το 90% των μελανωμάτων αναπτύσσονται στο δέρμα· περίπου 5% συμβαίνουν στον οφθαλμό και 2,5% συμβαίνουν σε βλεννογόνους. Η πιθανότητα μακρόχρονης επιβίωσης εξαρτάται από το βάθος των βλαβών και από το αν είναι εξελκωμένες (παχύτερες βλάβες είναι πιο επικίνδυνες), από τον ιστολογικό τύπο (οζώδη μελανώματα των άκρων με φακίδες είναι χειρότερα από τα επιφανειακά επεκτεινόμενα ή κακοήθη μελανώματα με φακίδες) και από την ηλικία του ασθενή (οι πιο ηλικιωμένοι ασθενείς έχουν χειρότερη πρόγνωση) και το φύλο (οι άνδρες τείνουν να έχουν χειρότερη πρόγνωση από τις γυναίκες). Βλ.: ABCD, skin cancer.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΊΑ: Υπερβολική έκθεση σε υπεριώδες φως, ειδικά ηλιακό φως, προκαλεί μελάνωμα. Είναι πιο κοινό σε λευκούς από ότι σε μαύρους και εμφανίζεται σαν γενετική ασθένεια σε κάποιες οικογένειες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα μελανώματα χαρακτηρίζονται από την ασυμμετρία τους, από το ακανόνιστο όριο και το ποικίλο χρώμα. Η διάμετρος είναι συνήθως μεγαλύτερη από 6 χιλιοστά (περίπου 0,5 εκ.). Μια αλλαγή στην εμφάνιση της επιφάνειας ή του μεγέθους ενός σπίλου, συχνά επιφέρει την ιατρική προσοχή.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Το μαύρισμα στον ήλιο θα πρέπει να αποθαρρύνεται. Άτομα που περνούν σημαντικό χρόνο στο εξωτερικό περιβάλλον θα πρέπει να φορούν προστατευτικό ρουχισμό για να προστατεύονται έναντι της υπεριώδους ακτινοβολίας και να χρησιμοποιούν αντηλιακά στο εκτεθειμένο δέρμα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα μελανώματα θεραπεύονται χειρουργικά, για να αφαιρεθεί η πρωτοπαθής εστία του καρκίνου μαζί με συμπληρωματικές θεραπείες, για να μειωθεί ο κίνδυνος της μετάστασης. Η ιντερφερόνη άλφα και η λεβαμιζόλη έχουν χρησιμοποιηθεί σαν ανοσοθεραπευτικά. Εμβόλια έχουν δημιουργηθεί εναντίον του μελανώματος· φαίνεται να βελτιώνουν την πρόγνωση σε προσβεβλημένους ασθενείς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Άνδρες και γυναίκες με ανοικτόχρωμο δέρμα πάνω από την ηλικία των 65, ασθενείς με άτυπους σπίλους και εκείνοι με περισσότερους από 50 σπίλους είναι γνωστό ότι διατρέχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για μελάνωμα. Τέτοιοι ασθενείς πρέπει να διδαχθούν ότι η ασυμμετρία, τα ακανόνιστα όρια, η ποικιλοχρωμία, η διάμετρος μεγαλύτερη από 6 χιλιοστά ή οι ταχείες αλλαγές ενός σπίλου στο δέρμα είναι γνωρίσματα που σχετίζονται με κακοήθεια και ότι οι ύποπτες βλάβες απαιτούν βιοψία. Αυτοί που παρέχουν φροντίδα θα πρέπει να εκτιμούν όλους τους ασθενείς υψηλού κινδύνου για επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου, όπως το οικογενειακό ιστορικό και έκθεση στον ήλιο για ψυχαγωγία ή εργασία, ειδικά η ηλιακή έκθεση στην παιδική ηλικία και πρώιμη εφηβεία χωρίς επαρκή προστασία. Εξετάσεις ολόκληρου του δέρματος του σώματος θα πρέπει να εκτελούνται περιοδικά σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Γενικά, συχνοί έλεγχοι αναγνωρίζουν τα μελανώματα σε πρωιμότερο στάδιο (όταν είναι πιο λεπτά ή εντοπισμένα, παρά όταν έχουν δια-σπαρθεί) από αυτά που ανευρίσκονται τυχαία σε εξέταση ρουτίνας.

Aliases (separate with |): Μελάνωμα
μελάνωμα in situ

Ένα επιφανειακό μελάνωμα, το οποίο δεν έχει ακόμα εισβάλει σε βαθιές στοιβάδες του δέρματος ή διασπαρθεί σε τοπικούς ή απομακρυσμένους ιστούς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η βλάβη θα πρέπει να αφαιρείται από έμπειρο χειρουργό.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς με διαγνωσμένο μελάνωμα in situ χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση για τυχόν υποτροπές, διασπορά του όγκου ή συσχέτιση με άλλους καρκίνους του δέρματος.

Aliases (separate with |): Μελάνωμα in situ
μελατονίνη

Μιαπεπτιδική ορμόνη που παράγεται από την επίφυ-ση και επηρεάζει τους κύκλους ύπνου-έγερσης και άλλους κιρκαδιανούς ρυθμούς. Είναι διαθέσιμη σε μορφή συμπληρώματος. Έχει υπνωτική επίδραση και έχει χρησιμοποιηθεί για να αντιμετωπίσει διαταραχές του ύπνου και το jet- lag, αν και η επίδρασή της σε αυτές τις καταστάσεις παραμένει ασαφής.

Aliases (separate with |): Μελατονίνη
μελέτη ασθενών-μαρτύρων

Ερευνητική τεχνική η οποία χρησιμοποιείται στην επιδημιολογία και στην κλινική έρευνα και κατά την οποία οι περιπτώσεις επιλέγονται για μελέτη με βάση την εξαρτημένη μεταβλητή, δηλαδή την παρουσία (ομάδα μελέτης) ή την απουσία (ομάδα ελέγχου) του χαρακτηριστικού ή της ασθένειας υπό μελέτη. Στη συνέχεια συγκρίνονται οι διαφορές στις συχνότητες ενός παράγοντα, γνωρίσματος, έκθεσης, χαρακτηριστικού ή πιθανής αιτίας (ανεξάρτητες μεταβλητές) μεταξύ των δύο ομάδων. Για παράδειγμα, μια μελέτη μπορεί να περιλάβει δύο ομάδες ασθενών από τον ίδιο πληθυσμό - μία με ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο (ομάδα μελέτης) και μία με ασθενείς που δεν πάσχουν από καρκίνο (ομάδα ελέγχου). Κατόπιν συγκρίνεται π.χ. η συχνότητα καπνίσματος σε αυτές τις κατά τα άλλα παρόμοιες ομάδες προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η έκθεση στο κάπνισμα διαφέρει μεταξύ τους. Η πρώτη τέτοια μελέτη αφορούσε σε καπνοδοχο-καθαριστές στην Αγγλία οι οποίοι ανέπτυξαν καρκίνο στο όσχεο. Η υπόθεση εν προκειμένω ήταν ότι κάποια ιδιαιτερότητα του επαγγέλματος αυτού οδηγούσε σε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου από αυτή που χαρακτήριζε τον γενικό πληθυσμό, και όντως αργότερα δείχθηκε ότι οι εναποθέσεις αιθάλης στο δέρμα που περιβάλλει τους όρχεις μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αυτού του καρκίνου. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι μελέτες περίπτωσης- ελέγχου δεν αποδεικνύουν την αιτιολογία αλλά μπορούν μόνο να προτείνουν σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών. Επειδή αυτός ο τύπος μελέτης είναι αναδρομικός, δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί το συστηματικό σφάλμα στη μελέτη από τη διαφορική αναφορά μεταξύ των δύο ομάδων, ούτε να ταυτισθούν οι δύο ομάδες στον βαθμό που χρειάζεται ώστε να αποκλειστούν πιθανοί παράγοντες σύγχυσης και να αποδειχθεί η σχέση αιτίας και αποτελέσματος.

Aliases (separate with |): Μελέτη ασθενών-μαρτύρων
μελέτη, αναδρομική

Ερευνητικό έργο το οποίο συλλέγει δεδομένα και εξάγει συμπεράσματα από γεγονότα τα οποία έχουν ήδη συμβεί.

Aliases (separate with |): study, retrospective|Μελέτη, αναδρομική
μελέτη, διπλή τυφλή

Μέθοδος επιστημονικής διερεύνησης στην οποία τόσο ο συμμετέχων όσο και ο ερευνητής δεν γνωρίζουν ούτε εάν ο ασθενής λαμβάνει θεραπεία ούτε το είδος της θεραπείας. Μετά την ολοκλήρωση του πειράματος, οι θεραπείες αποκαλύπτονται και τα δεδομένα αναλύονται σε σχέση με τις διάφορες χρησιμοποιηθείσες θεραπείες. Αυτή η μέθοδος στοχεύει στην εξάλειψη του συστηματικού σφάλματος, τόσο στον ασθενή όσο και στον παρατηρητή.

Aliases (separate with |): study, double-blinded|Μελέτη, διπλή τυφλή
μελέτη, προοπτική

Επιστημονική διερεύνηση η οποία συλλέγει δεδομένα μόλις αυτά καθίστανται διαθέσιμα και αναλύει τα αποτελέσματα αφού αυτά συγκεντρωθούν. Οι προοπτικές μελέτες στις οποίες τόσο οι ερευνητές όσο και τα υπό διερεύνηση άτομα αγνοούν τις χορηγούμενες θεραπείες θεωρούνται μεταξύ των πλέον εποικοδομητικών στην ιατρική έρευνα.

Aliases (separate with |): Μελέτη, προοπτική
μελέτη, τυφλή

Μελέτη κατά την οποία μόνο ο συμμετέχων ή μόνο ο ερευνητής αγνοεί τα άτομα στα οποία χορηγείται θεραπεία.

Aliases (separate with |): study, single-blinded|Μελέτη, τυφλή
μέση ωτίτιδα με συλλογή

Η παρουσία υγρού στο μέσο ους χωρίς σημεία ή συμπτώματα οξείας λοίμωξης. Αυτό προκαλεί σύσπαση του τυμπάνου. Κατά την εξέταση, ένα υδραερικό επίπεδο μπορεί να παρατηρηθεί μέσω του τυμπανικού υμένα. Το αίτιο της απόφραξης μπορεί να είναι μεγεθυμένος αδενοειδής ιστός στο φάρυγγα, φλεγμονή στο φάρυγγα, όγκοι στην περιοχή του φάρυγγα ή αλλεργία.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Τα ρινικά αποσυμφορητικά μπορεί να παράσχουν ανακουφιση των συμπτωμάτων. Η χρήση αντιβιοτικών είναι αμφιλεγόμενη. Η αδενοειδεκτομή και η αμφίπλευρη μυριγγεκτομή είναι απαραίτητη εάν τα συμβατικά μέτρα, περιλαμβανομένου της εισαγωγής ενός σωλήνα αερισμου ή τυμπανοστομίας, δεν είναι αποτελεσματικά. Η αδενοειδεκτομή δεν συστήνεται σε παιδιά κάτω των 4 ετών.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η τυπική χρήση σωλήνων αερισμοΰ, ως τμήμα της αρχικής θεραπείας για τη μέση ωτίτιδα δεν συστήνεται. Η χρήση τους θα πρέπει να φυλάσσεται για επίμονες ή υπότροπες λοιμώξεις που δεν αποκρίνονται στην κατάλληλη θεραπεία.

Aliases (separate with |): Μέση ωτίτιδα με συλλογή
μέσο ους

Η τυμπανική κοιλότητα, ένας ακανόνιστου σχήματος αεροβριθής χώρος εντός του κροταφικού οστού. Πρόσθια, επικοινωνεί με την ευσταχιανή σάλπιγγα, η οποία σχηματίζει έναν ανοικτό δίαυλο μεταξύ του μέσου ωτός και της κοιλότητας του ρινοφάρυγγα. Οπίσθια, το μέσο ους επικοινωνεί ανοικτά με το μαστοειδές άντρο, το οποίο με τη σειρά του επικοινωνεί με τις μαστοειδείς κυψέλες. Από τις τρεις πιθανές διόδους στο μέσο ους, οι δύο- ο τυμπανικός υμένας και η στρογγύλη θυρίδα-είναι καλυμμένες. Η τρίτη δίοδος είναι η ευσταχιανή σάλπιγγα. Τρία οστάρια (μικρά οστά), αρθρωμένα μεταξύ τους, η σφύρα, ο άκμονας και ο αναβολέας, εκτείνονται από τον τυμπανικό υμένα μέχρι την ωοειδή θυρίδα του έσω ωτός.

Aliases (separate with |): Μέσο ους
μεσογειακός κηλιδώδης πυρετός

Μια μολυσματική, περιστασιακά θανατηφόρα ασθένεια που μεταδίδεται στους ανθρώπους από κρότωνες μολυσμένους με Rickettsia conorii. H νόσος είναι κλινικά παρόμοια με τον πυρετό των Βραχωδών Ορέων.

Aliases (separate with |): Μεσογειακός κηλιδώδης πυρετός
μεσοθηλίωμα

Ασυνήθιστος τύπος καρκίνου του υπεζωκότα (80%) και του περιτοναίου (20%). σχετίζεται με την έκθεση σε αμίαντο.

Aliases (separate with |): Μεσοθηλίωμα
μεσοθωράκιο

Η μεσαία περιοχή του ανθρωπίνου θώρακα. βρίσκεται ανάμεσα στους δυο πνεύμονες, στο στέρνο και στη σπονδυλική στήλη, περιλαμβάνει την καρδιά, τα μεγάλα αγγεία, την τραχεία, τον οισοφάγο, το θύμο, λεμφαδένες καθώς και άλλες δομές και ιστούς.

Aliases (separate with |): Μεσοθωράκιο
μεσοθωρακοσκόπηση

Eξέταση του μεσοθωρακίου μέσω ενδοσκοπίου το οποίο εισάγεται διαμέσου μιας πρόσθιας τομής αμέσως πάνω από την είσοδο του θώρακα.

Aliases (separate with |): Μεσοθωρακοσκόπηση
μεταβολική αλκάλωση

Μια διαδικασία κατά την οποία τα διαττανθρακικά του πλάσματος είναι αυξημένα. Αυτό συνήθως οφείλεται σε αυξημένη απώλεια οξέων από τον στόμαχο ή τους νεφρούς, την αποβολή καλίου λόγω της θεραπείας με διουρητικά, την υπερβολικά μεγάλη πρόσληψη αλκάλεων, ή την υπερδραστηριότητα των επινεφριδίων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Δεν υπάρχουν ειδικά σημεία και συμπτώματα, αλλά εάν η αλκάλωση είναι σοβαρή, μπορεί να παρουσιασθεί απάθεια, σύγχυση, εμβροντησία και τετανία, η οποία φαίνεται από το θετικό σημείο Chvostek.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία της πρωτοπαθούς διαταραχής είναι αποτελεσματική. Θα πρέπει να χορηγηθούν ενδοφλεβίως διαλύματα φυσιολογικού ορού και σε ασθενείς με υποκαλιαιμία λόγω της διουρητικής αγωγής θα πρέπει επίσης να χορηγηθεί και κάλιο. Μόνο σπάνια είναι αναγκαίο να χορηγηθούν οξινοποιητικοί παράγοντες IV.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται οι τιμές των αερίων του αρτηριακού αίματος, τα επίπεδα του καλίου του ορού και το ισοζύγιο των υγρών. Εκτιμάται κατά πόσον ο ασθενής παρουσιάζει ανορεξία, ναυτία και εμέτους, τρόμο, μυϊκή υπερτονία, μυϊκές κράμπες, τετανία, σημείο Chvostek, επιληπτικές κρίσεις, νοητική σύγχυση που οδηγεί σε εμβροντησία και κώμα, καρδιακές αρρυθμίες εξαιτίας της υποκαλιαιμίας και αντιρροπιστικό υποαερισμό που οδηγεί σε υποξία. Χορηγείται οξυγόνο, από του στόματος ή IV υγρά, χλωριούχο νάτριο ή χλωριούχο αμμώνιο και χλωριούχο κάλιο, εάν συνυπάρχει υποκαλιαιμία, μαζί με τη θεραπεία που ενδείκνυται για τη διόρθωση της αιτίας. Οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται ιδιαίτερα για πρόδρομα σημεία επιληπτικής κρίσης· παρέχεται στους ασθενείς με πνευματική διέγερση ένα ασφαλές περιβάλλον και εάν χρειαστεί, θα πρέπει να επαναπροσανατολίζονται. Εκτιμάται η ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία και ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με τους κινδύνους της υπερβολικής πρόσληψης διττανθρακικού νατρίου, εάν αυτή ήταν η αιτία. Ο ελκοπαθής ασθενής θα πρέπει να εκπαιδευθεί έτσι ώστε να αναγνωρίζει τα σημεία της μεταβολικής αλκάλωσης, συμπεριλαμβανομένης της ανορεξίας, της αδυναμίας, του λήθαργου και της αποστροφής προς το γάλα. Εάν κρίνεται αναγκαία η χορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών ή χλωριούχου καλίου, θα πρέπει να διευκρινίζεται στον ασθενή ο σκοπός της χορήγησής τους, η δοσολογία και οι πιθανές παρενέργειες.

Aliases (separate with |): Μεταβολική αλκάλωση
μεταβολική εγκεφαλοπάθεια

Οποιαδήποτε μεταβολή της εγκεφαλικής λειτουργίας ή του επιπέδου συνείδησης που προέρχεται από την ανεπάρκεια άλλων εσωτερικών οργάνων. Ενδονο-σοκομειακά, η μεταβολική εγκεφαλοπάθεια αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες μεταβολής του επιπέδου συνείδησης. Η νεφρική ανεπάρκεια, η ηπατική βλάβη, οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών ή της οξεοβασικής ισορροπίας, η υποξία, η υπερκαπνία ή η ανεπαρκής εγκεφαλική άρδευση που οφείλεται σε καρδιακή ανεπάρκεια αποτελούν μερικά μόνο παραδείγματα ιατρικών καταστάσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε αναστρέψιμη εγκεφαλοπάθεια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Σύγχυση, ευερεθιστότητα, σπασμοί και κώμα αποτελούν συνήθη ευρήματα.

Aliases (separate with |): Μεταβολική εγκεφαλοπάθεια
μεταβολική οξέωση

Οποιαδήποτε διαδικασία προκαλεί μια μείωση στο pH του σώματος εξαιτίας της κατακράτησης οξέων ή της απώλειας των ρυθμιστικών διττανθρακικών. Η μεταβολική οξέωση συνήθως κατατάσσεται ανάλογα με την παρουσία ή την απουσία μη φυσιολογικού χάσματος ανιόντων. Μεταβολική οξέωση με χάσμα ανιόντων παρατηρείται στην διαβητική, αλκοολική και γαλακτική οξέωση· στην οξέωση της νεφρικής ανεπάρκειας· και στην οξέωση που οφείλεται στην υπερκατανάλωση οξέων, όπως είναι τα σαλικυλικά, η μεθανόλη ή η αιθανόλη. Η μεταβολική οξέωση χωρίς χάσμα ανιόντων παρατηρείται μεταξύ άλλων, στη διάρροια, στην οξέωση των νεφρικών σωληναρίων και στο πολλαπλό μυέλωμα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Στις πιθανές αιτίες συμπεριλαμβάνεται η υπερβολική κατανάλωση οξέων, σαλικυλικών, αιθανόλης ή αιθυλενογλυκόλης· η ανικανότητα των νεφρών να αποβάλουν τα οξέα (π.χ. στην νεφρική ανεπάρκεια ή στην οξέωση των νεφρικών σωληναρίων)· η κετοξέωση (διαβητική, αλκοολική, εξαιτίας υποθρεψίας) η σοβαρή αφυδάτωση· η διάρροια· η ραβδομυόλυση· οι επιληπτικές κρίσεις· και η καταπληξία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Θα πρέπει να λαμβάνεται ιστορικό που να εστιάζει στην παραγωγή ούρων του ασθενούς, στην πρόσληψη τροφής, στις διαιτητικές συνήθειες (συμπεριλαμβανομένης τυχόν πρόσφατης νηστείας), σχετιζόμενων διαταραχών (όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η δυσλειτουργία του ήπατος ή των νεφρών) και οι λήψη φαρμάκων (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης) και αλκοόλ. Θα πρέπει να ελέγχονται οι τιμές των αερίων αίματος, τα επίπεδα καλίου στον ορό και το ισοζύγιο των υγρών. Θα πρέπει να εκτιμάται εάν ο ασθενής έχει λήθαργο, ζάλη ή κεφαλαλγία, καθώς επίσης θα πρέπει να ελέγχεται και τυχόν μείωση του μυϊκού τόνου και των εν τω βάθει αντανακλαστικών του. Επίσης, θα πρέπει να ελέγχεται για τυχόν υπεραερισμό, καρδιακές αρρυθμίες, μυϊκή αδυναμία και χαλαρότητα, όπως επίσης και για γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετο, διάρροια και κοιλιακό άλγος. Θα πρέπει να χορηγούνται ενδοφλεβίως υγρά, φάρμακα όπως το διττανθρακικό νάτριο ή η ινσουλίνη αλλά και να λαμβάνονται θεραπευτικά μέτρα όπως είναι η οξυγόνωση ή ο μηχανικός αερισμός. Ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετείται σε θέση που να ευνοείται η καλή έκπτυξη του θώρακα και να επανατοποθετείται συχνά. Η τακτική υγιεινή του στόματος με πλύσεις διττανθρακικού νατρίου θα εξουδετερώσει τα οξέα του στόματος και ένα υδατοδιαλυτό λιπαντικό θα προστατεύσει τα χείλη από την ξηρότητα. Θα πρέπει να παρέχεται ένα ασφαλές περιβάλλον με ελάχιστα ερεθίσματα και θα πρέπει να υπάρχουν έτοιμα σκευάσματα για την αντιμετώπιση επιληπτικών κρίσεων στην περίπτωση που εκδηλωθούν. Τόσο στους ασθενείς όσο και στις οικογένειές τους θα πρέπει να δίνονται προφορικές και γραπτές πληροφορίες σχετικά με την αντιμετώπιση των σχετικών νοσημάτων και των συνταγογραφούμενων φαρμάκων.

Aliases (separate with |): Μεταβολική οξέωση
μεταβολισμός

Όλες οι ενεργειακές και υλικές μετατροπές, που συμβαίνουν εντός των ζώντων κυττάρων· το σύνολο όλων των φυσικών και χημικών μεταβολών, που λαμβάνουν χώρα εντός ενός οργανισμού. Περιλαμβάνει υλικές μεταβολές (δηλ., μεταβολές στις οποίες υπόκεινται οι ουσίες σε όλες τις περιόδους της ζωής, όπως αύξηση, ωριμότητα και γήρανση) και ενεργειακές μεταβολές (δηλ., όλες οι μετατροπές της χημικής ενέργειας των ουσιών της τροφής σε μηχανική ενέργεια ή θερμότητα). Ο μεταβολισμός περιλαμβάνει δυο θεμελιώδεις διαδικασίες: τον αναβολισμό (διαδικασία αφομοίωσης ή αναδόμησης) και τον καταβολισμό (διαδικασία αποδόμησης ή διάσπασης). Ο αναβολισμός είναι η μετατροπή των μορίων της τροφής σε ζωντανά κύτταρα και ιστό· ο καταβολισμός είναι ο κατακερματισμός περίπλοκων χημικών σε απλά, που συχνά παράγει απόβλητα προς απέκκριση. Ο καταβολισμός, επίσης περιλαμβάνει την κυτταρική αναπνοή για το σχηματισμό ΑΤΡ και την απελευθέρωση θερμότητας και ενέργειας.

Aliases (separate with |): Μεταβολισμός
μεταβολισμός του λίπους

Το σύνολο των φυσικών και χημικών μεταβολών που ενέχονται στην αποδόμηση και τη σύνθεση των λιπών στο σώμα. Τα λίπη της διατροφής πέπτονται προς λιπαρά οξέα και γλυκερόλη στο λεπτό έντερο, απορροφώνται και ανασχηματίζονται σε τριγλυκερίδια, τα οποία μεταφέρονται με τη μορφή χυλομικρών. Τα λίπη μπορούν να αποθηκευθούν στον λιπώδη ιστό σαν δυνητική ενέργεια ή μπορεί να διασπαστούν για να παράγουν άμεση ενέργεια. Το ήπαρ έχει ένζυμα για τη β-οξείδωση των λιπαρών οξέων και τη χρήση τους στον κύκλο του Krebs. Λίπη μπορούν να σχηματιστούν από υπερβολική κατανάλωση υδατανθράκων και αμινοξέων με τη διατροφή. Συνθετικές αντιδράσεις παράγουν φωσφολιπίδια και στεροειδή.

Aliases (separate with |): Μεταβολισμός του λίπους
μετάγγιση
  1. Η συλλογή αίματος ή ενός συστατικού αίματος από ένα δότη ακολουθούμενη από την έγχυσή του σε έναν δέκτη. Στις ΗΠΑ, πάνω από 12 εκατομμύρια παράγωγα αίματος μεταγγίζονται καθημερινώς.

  2. Η ένεση ορού ή άλλων διαλυμάτων σε μία φλέβα για θεραπευτικό σκοπό.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Παρ όλο που ο κίνδυνος της μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών από το αίμα στην Ευρώπη και Νότια Αμερική είναι πολύ μικρός, οι μεταγγίσεις ακόμη σχετίζονται με σημαντικούς κινδύνους. Αυτοί περιλαμβάνουν τον κίνδυνο αλλεργικών αντιδράσεων, μεταγγιστικών αντιδράσεων, υπερφόρτωση υγρού, υπερφόρτωση σιδήρου, αιμόλυση, αλλοανοσοποίηση, βλάβη πνευμόνων και αυξημένη πιθανότητα θανάτου από ορισμένες κρίσιμες ασθένειες.

Aliases (separate with |): Μετάγγιση
μετάγγιση αίματος

Η αντικατάσταση αίματος ή ενός παραγώγου του. Η αποτελεσματική και ασφαλής μετάγγιση αίματος απαιτεί λεπτομερή κατανόηση της αντιμετωπιζόμενης κατάστασης. Οι περισσότεροι ασθενείς χρειάζονται παράγωγα αίματος αντί για ολικό αίμα.

Κατά τη διάρκεια της μετάγγισης θα πρέπει να λαμβάνονται τα κάτωθι μέτρα: Έλεγχος των δοτών για μεταδοτικές ασθένειες. Έλεγχος του αίματος για παθογόνους οργανισμούς. Διασφάλιση ότι τα διασταυρωμένα παράγωγα αίματος θα χορηγηθούν στους κατάλληλους ασθενείς. Άμεση παρέμβαση σε περίπτωση αλλεργικών αντιδράσεων. Αποφυγή μη αναγκαίων μεταγγίσεων. Αποφυγή χορήγησης υπερβολικής ποσότητας αίματος κατά τη διάρκεια της μετάγγισης. Η χορήγηση μίας μόνο μονάδας αίματος ενδείκνυται σε νέους ή ηλικιωμένους χειρουργικούς ασθενείς, σε άτομα με στεφανιαία νόσο και σε ασθενείς με οξεία απώλεια πολλών μονάδων αίματος, αλλά των οποίων η πίεση, ο σφυγμός και το οξυγόνο σταθεροποιούνται από τη χορήγηση μίας μόνο μονάδας. Ο κίνδυνος HIV, HBV ή HCV στο αίμα που συλλέγεται και κατανέμεται στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ χαμηλός. Ο κίνδυνος στην Αυστραλία/Νέα Ζηλανδία και στον Καναδά προσεγγίζει αυτόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκτός των προαναφερθείσων γεωγραφικών περιοχών, η χορήγηση αίματος ενδέχεται να είναι σε τέτοιο βαθμό ύποπτη, ώστε οι πρεσβείες των Ηνωμένων Πολιτειών να διαθέτουν τα δικά τους αποθέματα ή να ακολουθούν μια ειδική διαδικασία σε περίπτωση ανάγκης ασφαλούς λήψης αίματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής ταυτοποιείται με το ειδικό περικάρπιο του νοσοκομείου και με την ετικέτα της τράπεζας αίματος. Δύο επαγγελματίες υγείας (ο ένας είναι η διευθύνουσα νοσηλεύτρια) ελέγχουν την ομάδα αίματος και το Rhesus του ασθενούς, τη συμβατότητά του με την μονάδα του χορηγούμενου αίματος ή των χορηγούμενων συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων, καθώς και την ημερομηνία λήξης. Το ληγμένο αίμα δεν χρησιμοποιείται. Επιστρέφεται στην τράπεζας αίματος. Το αίμα ή τα παράγωγα του λαμβάνονται από την κατάψυξη της τράπεζας αίματος αμέσως πριν τη χορήγηση, διότι δεν θα πρέπει να φυλάσσονται σε άλλους μη εγκεκριμένους καταψύκτες. Επίσης, δεν μπορούν να επιστραφούν στην τράπεζα αίματος, αν η θερμοκρασία τους υπερβεί τους 10ο C, πράγμα που θα συμβεί εντός 30 λεπτών από την απόψυξή τους. Οι νοσηλευτές θα πρέπει να ελέγχουν τη διάρκεια ζωής του ακτινοβολημένου αίματος, η οποία ανέρχεται σε 28 μέρες, διότι η ακτινοβολία καταστρέφει τα κύτταρα και ελαττώνει τη βιωσιμότητά τους. Η διάρκεια ζωής των αιμοπεταλίων και των κοκκιοκυττάρων δεν επηρεάζεται, επειδή δεν καταστρέφονται από την ακτινοβολία.

Πριν αρχίσει η μετάγγιση, ελέγχονται και καταγράφονται τα ζωτικά σημεία του ασθενούς (περιλαμβανομένης της θερμοκρασίας). Το αίμα επισκοπείται για την ύπαρξη πηγμάτων ή αλλαγής του χρώματος του και εν συνεχεία μεταγγίζεται διαμέσου μια κατάλληλης ενδοφλέβιας γραμμής, η οποία περιλαμβάνει ένα φίλτρο, το οποίο μεταφέρεται συνήθως με ένα διάλυμα φυσιολογικού ορού πάνω σε ένα σετ μετάγγισης τύπου Υ. Με το αίμα δεν θα πρέπει να εγχύονται άλλα ενδοφλέβια διαλύματα ή ουσίες (εκτός και να έχει δοθεί ειδική εντολή), λόγω πιθανότητας ανάπτυξης ασυμβατότητας.

Τα πρώτα 15 λεπτά ο ρυθμός ροής του αίματος περιορίζεται στα 50 ml, εκτός από την περίπτωση ύπαρξης μεγάλων τραυμάτων, τα οποία χρήζουν ταχείας μετάγγισης. Ένας νοσηλευτής παραμένει με τον ασθενή κατά τη διάρκεια της μετάγγισης και τον συμβουλεύει να αναφέρει οποιεσδήποτε δυσμενείς αντιδράσεις, όπως ραχιαλγία ή θωρακικό άλγος, υπόταση, πυρετό, αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από 1ο C, ρίγη, άλγος στη θέση μετάγγισης, ταχυκαρδία, ταχύπνοια, λαχάνιασμα, κυάνωση, κνίδωση ή ερυθήματα. Αν συμβεί οποιοδήποτε από τα ανωτέρω, η μετάγγιση διακόπτεται αμέσως, η φλέβα διατηρείται ανοικτή με φυσιολογικό ορό και ενημερώνεται ο γιατρός του ασθενούς και η τράπεζα αίματος. Αν υπάρξει υποψία ασυμβατότητας, το αίμα και το σετ επιστρέφονται στην τράπεζα αίματος, λαμβάνονται δείγματα αίματος και ούρων του ασθενούς για εξέταση και τα στοιχεία του ασθενούς αντιγράφονται από την μονάδα αίματος. Αν τα πρώτα 15 λεπτά δεν εμφανιστεί κανένα σύμπτωμα και παραμένουν σταθερά τα ζωτικά σημεία, αυξάνεται ο ρυθμός της μετάγγισης, ώστε να ολοκληρωθεί εντός του προκαθορισμένου χρόνου ή (αν καταστεί αναγκαίο) η μετάγγιση εκτελείται τόσο γρήγορα, όσο το επιτρέπει η συνολική κατάσταση του ασθενούς. Μόλις ξεκινήσει η μετάγγιση, το αίμα χορηγείται το ανώτερο εντός 4 ωρών, ώστε να διατηρηθεί η βιολογική αποτελεσματικότητα και να περιοριστεί η ανάπτυξη βακτηρίων. (Αν η κατάσταση του ασθενούς δεν επιτρέπει την εκτέλεση μετάγγισης εντός του προγραμματισμένου χρόνου, γίνονται διευθετήσεις, ώστε η τράπεζα αίματος να μοιράσει την μονάδα αίματος και να φυλάξει το δεύτερο τμήμα). Στην συνέχεια, ελέγχονται τα ζωτικά σημεία και οι αντιδράσεις του ασθενούς κάθε 30 λεπτά, παρακολουθούνται τα καθορισμένα προληπτικά μέτρα και ελέγχονται από τους νοσηλευτές οι ενδείξεις για υπερφόρτωση του ασθενούς (διάταση των φλεβών του τραχήλου, παλλόμενος σφυγμός, υπέρταση, δύσπνοια). Το αίμα δε θα πρέπει να χορηγείται διαμέσου κεντρικής γραμμής, εκτός και αν χρησιμοποιείται μια εγκεκριμένη θερμαινόμενη συσκευή. Θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται και μια θερμοφόρα, κάθε φορά που οι πολλαπλές μεταγγίσεις θέτουν τον ασθενή σε κίνδυνο υποθερμίας, η οποία μπορεί να προκαλέσει αρρυθμίες και καρδιακή ανακοπή.

Aliases (separate with |): Μετάγγιση αίματος
μετάθεση, μετατόπιση
  1. Η εναλλαγή ενός χρωμοσώματος με μεταφορά ενός τμήματος του είτε σε ένα άλλο χρωμόσωμα ή σε άλλο τμήμα του ίδιου χρωμοσώματος. Το τελευταίο καλείται μετάθεση ή ανταλλαγή. Όταν δύο χρωμοσώματα ανταλλάσσουν υλικό, καλείται αμοιβαία μετατόπιση.

  2. Μετακίνηση βακτηρίων μέσω του εντερικού τοιχώματος με στόχο την εισβολή στον οργανισμό.

  3. Η γραμμική κίνηση μιας δομής διαμέσου της παράλληλης επιφάνειας μιας άλλης.

Aliases (separate with |): translocation|Μετάθεση, μετατόπιση
μετάλλαξη

Μόνιμη αλλαγή του DNA, που μεταβάλλει την γενετική πληροφορία. Προκαλείται από χημικές ουσίες (μεταλλαξιογόνα) ή φυσικούς παράγοντες (π.χ. ιοντίζουσα ακτινοβολία). Αποτελεί αίτιο μετατροπής ενός φυσιολογικού κυττάρου σε καρκινικό.

Aliases (separate with |): Μετάλλαξη
μέταλλο
  1. Μέταλλο. Ένα ανόργανο στοιχείο ή μια ένωση που υπάρχει στη φύση, ειδικά ένα που είναι στερεό.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Τα μέταλλα είναι απαραίτητα συστατικά των κυττάρων· σχηματίζουν το μεγαλύτερο τμήμα των σκληρών μερών του σώματος (οστά, δόντια, νύχια)· είναι απαραίτητα συστατικά των αναπνευστικών χρωστικών, ενζύμων και ενζυμικών συστημάτων· ρυθμίζουν τη διαπερατότητα των κυτταρικών μεμβρανών και τριχοειδών· ρυθμίζουν τη διεγερσιμότητα του μυϊκού και νευρικού ιστού, είναι απαραίτητα για τη ρύθμιση της ισορροπίας της οσμωτικής πίεσης· είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της κατάλληλης οξεοβασικής ισορροπίας· είναι απαραίτητα συστατικά των εκκρίσεων των αδένων· παίζουν σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό του νερού και τη ρύθμιση του όγκου του αίματος.

ΗΜΕΡΗΣΙΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ: Επειδή τα μεταλλικά άλατα και το νερό απεκκρίνονται ημερησίως από το σώμα, πρέπει να αντικαθίστανται μέσω πρόσληψης από τις τροφές. Οι ημερήσιες ανάγκες των κύριων μετάλλων για έναν υγιή ενήλικα είναι ως ακολούθως: ασβέστιο και φωσφόρος 800 με 1200 mg χαλκός 1,5 με 3 mg ιώδιο 150 μg (μικρογραμμάρια)· μαγνήσιο 280 με 400 mg κάλιο 2000 mg, νάτριο περίπου 500 mg. Η ημερήσια πρόσληψη χλωριούχου νατρίου θα πρέπει να περιορίζεται στα 6 γραμμάρια (2,4 γραμμάρια νατρίου) ή λιγότερο κάθε μέρα. Οι απαιτήσεις είναι μεγαλύτερες για αναπτυσσόμενα παιδιά και έγκυες γυναίκες και σε συγκεκριμένες παθολογικές καταστάσεις.

  1. Ανόργανος· ο μη προερχόμενος από φυτάή ζώα.

  2. Ο κορεσμένος με μέταλλα, όπως το μεταλλικό νερό.

  3. Μεταλλικός. Ο έχων σχέση με τα μέταλλα.

Aliases (separate with |): Μέταλλο
μεταμόσχευση
  1. Η μεταμόσχευση ζώντος ιστού από την φυσιολογική του θέση σε άλλη θέση ή η μεταμόσχευση ενός οργάνου ή ιστού από ένα άτομο σε ένα άλλο. Όργανα και ιστοί που έχουν μεταμοσχευθεί επιτυχώς περιλαμβάνουν: καρδιά, πνεύμονα, νεφρό, ήπαρ, πάγκρεας, κερατοειδή, μεγάλα αιμοφόρα αγγεία, τένοντες, χόνδρο, δέρμα, οστό και μυελό των οστών. Ο εγκεφαλικός ιστός έχει μεταμοσχευθεί πειραματικά για την θεραπεία ασθενών με νόσο του Parkinson. Η σύγκριση ιστοσυμβατότητας αντιγόνων που διαφοροποιούν τα κύτταρα κάποιου ατόμου από τα κύτταρα άλλου ατόμου βοηθά στην αποφυγή απόρριψης των ιστών του δότη. Κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους, κορτικοστεροειδή, μονοκλωνικά αντισώματα και άλλοι ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες είναι κατά περίπου 80% αποτελεσματικοί στην αποφυγή απόρριψης των μεταμοσχευμένων οργάνων για 2 ή περισσότερα έτη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ασθενείς οι οποίοι έχουν λάβει μοσχεύματα οργάνων και που διατηρούνται με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα πρέπει γενικώς να αποφεύγουν εμβολιασμό με ζώντες, εξασθενημένους οργανισμούς, εκτός και αν αυτοί οι εμβολιασμοί έχουν εγκριθεί ειδικά από επαγγελματίες της υγείας. Ανενεργά εμβόλια συνήθως προτιμώνται σε αυτούς τους ασθενείς.

  1. Στην οδοντιατρική, η μεταφορά ενός οδόντα από ένα φατνίο σε ένα άλλο.
Aliases (separate with |): Μεταμόσχευση
μεταμόσχευση ήπατος

Η χειρουργική εμφύτευση ενός ηπατικού μοσχεύματος σε έναν ασθενή με ηπατοπάθεια τελικού σταδίου, είτε αυτή οφείλεται σε αλκοολική κίρρωση, χρόνιες χολοστατικές νόσους, χρόνια ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα είτε σε τοξική καταστροφή του ήπατος. Μετά την επέμβαση πρέπει να ληφθούν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (όπως η κυκλοσπορίνη) για την αποτροπή της απόρριψης του μεταμοσχευμένου οργάνου. Με τη βέλτιστη περίθαλψη, περίπου το 75% των μοσχευμάτων ήπατος παραμένουν λειτουργικά μετά το 1ο έτος. Οι ασθενείς με HIV ή μη- ελεγχόμενες συστηματικές λοιμώξεις, μεταστατικό καρκίνο, αλκοολισμό ή άλλες βαριές καρδιακές, πνευμονικές ή νευρολογικές νόσους δεν αποτελούν υποψηφίους για την επέμβαση. Στις ΗΠΑ, εκτελούνται ετησίως περίπου 4.000 μεταμοσχεύσεις ήπατος.

Aliases (separate with |): Μεταμόσχευση ήπατος
μεταμόσχευση νεφρών

Η μεταμόσχευση ενός νεφρού από ένα ζωντανό ή από ένα πτωματικό δότη σε ένα άτομο με νεφρική ανεπάρκεια. Χρησιμοποιείται με την οριστική μορφή της νεφρικής αντικατάστασης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Η τυποποίηση των ιστών για αντιγόνα HLA καθώς επίσης και για ΑΒΟ ομάδες αίματος χρησιμοποιείται για την μείωση της πιθανότητας οξείας ή χρόνιας απόρριψης. Τα μέλη της οικογένειας είναι συχνά οι καλύτεροι δότες. Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, πραγματοποιούνται μερικές φορές συνδυασμένα νεφρικά και παγκρεατικά μοσχεύματα, με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας. Ο υψηλός ρυθμός επιτυχίας των μοσχευμάτων νεφρού (85% έως 95% σε δύο χρόνια) οφείλεται κυρίως σε ανοσοκατασταλτικά φάρμακα όπως κορτικοστεροειδή, κυκλοσπορίνη, μυκοφαινολικό οξύ, και τακρολίμους. Επειδή η κυκλοσπορίνη είναι νεφροτοξική, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου στον ορό ύστερα από την μεταμόσχευση.

Aliases (separate with |): Μεταμόσχευση νεφρών
μεταμόσχευση πνεύμονα

Μεταμόσχευση του πνεύμονα ενός δότη σε ένα δέκτη με πνευμονοπάθεια τελικού σταδίου, η οποία προκαλείται συνήθως από πνευμονική ίνωση, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή πνευμονική υπέρταση. Η μεταμόσχευση πνεύμονα μπορεί να εκτελεσθεί ως επέμβαση μεμονωμένου οργάνου ή ως τμήμα μιας συνδυασμένης μεταμόσχευσης καρδιάς πνεύμονα (π.χ., στη συγγενή καρδιοπάθεια). Η ανοσοκατασταλτική θεραπεία με κυκλοσπορίνη ή tacrolimus, αζαθειοπρίνη και κορτικοστεροειδή είναι απαραίτητη για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου απόρριψης, η οποία προκαλείται από τη δραστηριότητα των Τ λεμφοκυττάρων έναντι των ιστών του δότη. Η διάγνωση της απόρριψης γίνεται μέσω της χρήσης βρογχικών βιοψιών και δοκιμασιών της πνευμονικής λειτουργίας. Η οξεία απόρριψη, η οποία χαρακτηρίζεται από δύσπνοια, πυρετό, υποξαιμία, ρόγχους και ταχύπνοια, θα πρέπει να διακρίνεται από τη λοίμωξη. Η χρόνια απόρριψη, η οποία αποτελεί πρόβλημα στο 25% με 50% των περιπτώσεων, παρουσιάζεται ως αποφρακτική βρογχιολίτιδα και συμβαίνει 6 έως 14 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Οι ρυθμοί ροής μειώνονται σταδιακά, με λίγα επιπρόσθετα συμπτώματα, η βρογχιοδιασταλτική θεραπεία δεν είναι αποτελεσματική, και η χορήγηση υψηλότερων δόσεων ανοσοκατασταλτικών έχει μεικτή επιτυχία. Το 60% των ληπτών μοσχεύματος πνεύμονα ζουν 2 έτη.

Aliases (separate with |): Μεταμόσχευση πνεύμονα
μεταπλασία

Κύτταρα, που φαίνονται παθολογικά στο μικροσκόπιο, αλλά δεν παρουσιάζουν (προς το παρόν) σημεία κακοήθειας.

Aliases (separate with |): Μεταπλασία
μετάσταση

Διασπορά και εγκατάσταση καρκινικών κυττάρων από την πρωτοπαθή εστία του όγκου σε άλλες θέσεις, μέσω του λεμφικού συστήματος ή της αιματικής κυκλοφορίας. Τα καρκινικά κύτταρα της μεταστατικής εστίας είναι ίδια με του πρωτοπαθούς όγκου.

Aliases (separate with |): Μετάσταση
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL