Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Term Definition
ζυμομύκητας
  1. Μονοκύτταρος μύκητας του γένους Saccharomyces ή Candida που αναπαράγεται δι' εκβλαστήσεων. Μετέχει στη ζύμωση των υδατανθράκων. Οι ζυμομύκητες και ιδιαίτερα οι Candida albicans μπορούν να προκαλέσουν συστηματικές λοιμώξεις καθώς και κολπίτιδα και καντιντίαση του στοματικού βλεννογόνου. Οι μυκητιασικές λοιμώξεις εκδηλώνονται συχνά σε ασθενείς με κακόηθες λέμφωμα (λεμφοκοκκιωμάτωση), ανεπαρκώς ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, AIDS ή άλλες καταστάσεις που προκαλούν ανοσοκαταστολή.

  2. Προϊόν του εμπορίου αποτελούμενο από αλεύρι αναμεμιγμένο με ζωντανούς μύκητες, το οποίο χρησιμοποιείται για παράδειγμα στη ζύμωση της μπύρας και στο ψήσιμο του ψωμιού (μαγιά).

Aliases (separate with |): Ζυμομύκητας
ζύμωση

Η οξειδωτική αποσύνθεση, υπό αναερόβιες συνθήκες, σύμπλοκων ουσιών διαμέσου της δράσης ενζύμων ή ζυμών, που παράγονται από μικροοργανισμούς. Τα βακτήρια, οι μούχλες και οι μύκητες είναι οι κυρίως εμπλεκόμενοι μικροοργανισμοί. Ζυμώσεις οικονομικού ενδιαφέροντος είναι αυτές που αφορούν στην παραγωγή του αλκοόλ, αλκοολούχων αναψυκτικών, γαλακτικών και βουτυρικών οξέων και ψωμιού.

Aliases (separate with |): Ζύμωση
ζωονόσος

Μόλυνση που εμφανίζεται συχνά σε πληθυσμούς ζώων και ευκαιριακά προσβάλλει τους ανθρώπους. Έχει διαπιστωθεί ότι πάνω από 250 μικροοργανισμοί προκαλούν ζωονόσους, 30 με 40 εξ αυτών μεταδίδονται από κατοικίδια ζώα και ζώα που χρησιμοποιούνται από κωφάλαλους και τυφλούς. Άτομα υπό ανοσοκαταστολή και άτομα που εργάζονται με ζώα διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο εκδήλωσης ζωονόσων.

Aliases (separate with |): Ζωονόσος
ηλεκτροεγκεφαλογραφία

Η ενίσχυση, καταγραφή και ανάλυση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου. Η αποκτώμενη καταγραφή ονομάζεται ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG). Τα ηλεκτρόδια τοποθετούνται οτο τριχωτό της κεφαλής σε διάφορα σημεία. Καταγράφεται η διαφορά δυναμικού ανάμεσα σε δυο σημεία. Μπορεί να αποκτηθεί η διαφορά ανάμεσα σε ένα ζεύγος η σε πολλά ζεύγη ταυτόχρονα. Η πιο συχνά παρατηρούμενη μορφη σε ένα ηλεκτροεγκεφαλογράφημα υγιούς ενηλικα σε συνθηκες ηρεμίας είναι ο ρυθμός α με 8ό- 12 κΰκλους ανά δευτερόλεπτο. Μια χαρακτηριστική μεταβολή της κυματομορφης εμφανίζεται στη διάρκεια του ύπνου, κατά το άνοιγμα των οφθαλμών και κατά τις περιόδους συγκέντρωσης. Κάποια άτομα που έχουν ενδοκρανιακη νόσο μπορεί να εμφανίσουν ένα φυσιολογικό EEG και άλλα, καθ όλα υγιη, μπορεί να εμφανίσουν παθολογικό EEG. Παρόλα αυτά η χρηση αυτης της διαγνωστικης τεχνικης έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα χρησιμη στη μελέτη της επιληψίας και των επιληπτικών διαταραχών και στον εντοπισμό βλαβών στον εγκέφαλο.

Aliases (separate with |): electroencephalography|Ηλεκτροεγκεφαλογραφία
ηλεκτροκαρδιογράφημα

Η καταγραφή της ηλεκτρικής δραστηριότητας της καρδιάς, η οποία αποτελείται από κύματα που ονομάζονται P, Q, R, S, T και μερικές φορές U. Το πρώτο, ή κύμα P, προκαλείται από την εκπόλωση των κόλπων, η ηλεκτρική μεταβολή των οποίων προκαλεί τη συστολή των κόλπων. Τα κύματα Q, R και S (σύμπλεγμα QRS) αντιστοιχούν στην εκπόλωση των κοιλιών. Το κύμα Τ αντιστοιχεί στην επαναπόλωση των κοιλιών. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα παρέχει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη διάδοση του ηλεκτρικού σήματος στα διάφορα τμήματα της καρδιάς και χρησιμοποιείται για τη διάγνωση των διαταραχών του ρυθμού και της αγωγιμότητας, του μυοκαρδιακού εμφράγματος ή της ισχαιμίας, της διάτασης των κόλπων και των κοιλιών και των μεταβολικών διαταραχών, μεταξύ άλλων.

Aliases (separate with |): electrocardiogram|Ηλεκτροκαρδιογράφημα
ηλεκτρολύτης
  1. Διάλυμα που άγει τον ηλεκτρισμό.

  2. Μια ουσία η οποία, σε διάλυμα, άγει το ηλεκτρικό ρεύμα και αποσυντίθεται από τη διέλευσή του. Τα οξέα, οι βάσεις και τα άλατα αποτελούν συνήθεις ηλεκτρολύτες.

  3. ποντισμένο άλας στο αίμα, στα υγρά των ιστών και στα κύτταρα. Τα άλατα αυτά περιλαμβάνουν το νάτριο, το κάλιο και το χλώριο.

Aliases (separate with |): Ηλεκτρολύτης
ηλεκτρομυογραφία

Η προετοιμασία, μελέτη και ερμηνεία των ηλεκτρομυογραφημάτων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η δοκιμασία χρησιμοποιείται για να καθορίσει κατά πόσο η αντιλαμβανόμενη από τον ασθενή μυϊκή αδυναμία οφείλεται σε κάποιο πρόβλημα εντός του μυός η σε κάποιο πρόβλημα στο νεύρο που τον τροφοδοτεί. Αποτελεί μια επεμβατική δοκιμασία. Διενεργείται με την εισαγωγή βελονών στους μύες και μετρώντας την απάντηση τους σε ηλεκτρική διέγερση. Οι κίνδυνοι μπορεί να περιλαμβάνουν άλγος κατά την τοποθέτηση των βελονών, αιμορραγία η μόλυνση. Η αιμορραγία και η μόλυνση συμβαίνουν σπάνια. Ο ασθενής αισθάνεται ηλεκτρικές διεγέρσεις στους μυς που εξετάζονται στη διάρκεια της EMG. Εφόσον ο ασθενής κατανοεί τη δοκιμασία και επιθυμεί να προχωρήσει, πρέπει να επιδείξει προθυμία με το να συμπληρώσει ένα έντυπο συγκατάθεσης. Μια συνηθισμένη δοκιμασία EMG διαρκεί από 15 έως 90 λεπτά. Ο ασθενής τοποθετείται σε μια εξεταστική κλίνη η σε μια καρέκλα με τους υπό εξέταση μύες σε ηρεμία. Στη συνέχεια, χρησιμοποιείται αντισηπτικό για τον καθαρισμό της περιοχής στην οποία πρόκειται να εισαχθούν οι βελόνες και τοποθετείται μια μεταλλική πλάκα κάτω από το μυ (η τους μύες) που πρόκειται να εξεταστεί. Διάφορα λεπτά ηλεκτρόδια εισάγονται τότε διαμέσου του δέρματος στο μυ. Η ηλεκτρική δραστηριότητα του μυ καταγράφεται στην ηρεμία και μετά από εκούσια σύσπαση. Η ηλεκτρική δραστηριότητα καθίσταται αντιληπτή μέσω ενός ακουστικού ενισχυτή. Είναι επίσης ορατή μέσω ενός καθοδικού παλμογράφου και καταγράφεται σε χαρτί γραφικών. Μετά από την εξέταση, ο ασθενής μπορεί να χρειαστεί να λάβει ένα ήπιο αναλγητικό η/και να τοποθετήσει θερμά επιθέματα στο μυ για τον πόνο. Τα σημεία εισαγωγής των βελονών πρέπει να παρακολουθούνται και να ενημερώνεται ο φροντιστής πρωτοβάθμιας υγείας του ασθενούς σε περίπτωση που εμφανιστούν σημεία αιμορραγίας, αιματώματος ή μόλυνσης.

Aliases (separate with |): Ηλεκτρομυογραφία
ηλεκτροσπασμοθεραπεία

Η χρήση ηλεκτροσόκ για την πρόκληση σπασμών και η -με τον τρόπο αυτό- θεραπεία φαρμακοανθεκτικών ψυχιατρικών διαταραχών, όπως μερικές περιπτώσεις μείζονος κατάθλιψης, διπολικής διαταραχής, αυτοκτονικού ιδεασμού και σχιζοφρένειας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πριν από την ECT, ο ασθενής πρέπει να υπογράψει το έντυπο ενημέρωσης-συγκατάθεσης για τη διενέργειά της, το οποίο μπορεί να αποσυρθεί προφορικά σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Η ECT μπορεί να διενεργηθεί ακούσια μόνο στην περίπτωση που ο ασθενής έχει κριθεί ανίκανος νοητικά και έχει εκδοθεί απόφαση δικαστηρίου. Κατά την προετοιμασία για τη διαδικασία, ο ασθενής δεν πρέπει να έχει λάβει τίποτε από το στόμα (NPO) αρχίζοντας από τα μεσάνυχτα πριν τη διαδικασία. Όλα τα κοσμήματα και οι τεχνητές οδοντοστοιχίες πρέπει να έχουν απομακρυνθεί και η κύστη να έχει κενωθεί. Η διαδικασία πρέπει να διενεργηθεί με ύπαρξη εξοπλισμού ανάνηψης και εξειδικευμένου προσωπικού. Στον ασθενή χορηγείται αναισθητικό και νευρομυϊκός αποκλειστής για μυοχάλαση καθώς και μηχανικός αερισμός με 100% οξυγόνο, από τη στιγμή που δεν μπορεί να αναπνεύσει χωρίς υποστήριξη. Μόλις ο ασθενής χάσει τις αισθήσεις του και παραλύσει, ο ψυχίατρος εφαρμόζει μονόπλευρα ή αμφοτερόπλευρα ηλεκτρόδια στην κεφαλή και χορηγεί ηλεκτρική διέγερση από 70 έως 150 Volt στον εγκέφαλο για διάστημα 0,1- 1 δευτερόλεπτο. Αυτό προκαλεί μια γενικευμένη επιληπτική δραστηριότητα που διαρκεί από 30-60 δευτερόλεπτα. Οι μυϊκές συσπάσεις και ο κίνδυνος καταγμάτων στη σπονδυλική στήλη ή άλλες παρόμοιες επιπλοκές ελαχιστοποιούνται με το νευρομυϊκό αποκλεισμό. Μολονότι η εφαρμογή ηλεκτρικού ρεύματος στο μη κυρίαρχο ημισφαίριο μπορεί να προκαλέσει λιγότερες γνωσιακές ανεπιθύμητες ενέργειες, μερικοί ψυχίατροι είναι της άποψης ότι η αμφοτερόπλευρη ECT είναι περισσότερο αποτελεσματική. Ο ασθενής ανακτά τις αισθήσεις του 15 λεπτά περίπου μετά τη θεραπεία και αναρρώνει πλήρως 1 με 2 ώρες αργότερα. Χρειάζεται παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και εκτίμηση του προσανατολισμού και της εγρήγορσης, παρατηρώντας για σημεία σύγχυσης. Ο ασθενής πρέπει να καθοδηγείται και να καθησυχάζεται συνέχεια. Πρέπει να γίνεται έλεγχος για ορθοστατική υπόταση και να παρακολουθούνται οι σφυγμοί του μέχρι να σταθεροποιηθεί αιμοδυναμικά. Η ορθοστατική υπόταση αποτελεί μια συχνή αντίδραση της ECT. Η σύγχυση και οι διαταραχές της άμεσης μνήμης είναι συχνές παρενέργειες της ECT, ενώ η σύγχυση υποχωρεί συνήθως μέσα σε 1 ώρα. Η άμεση μνήμη επιδεινώνεται περαιτέρω στη διάρκεια ενός κύκλου θεραπειών, επανέρχεται όμως συνήθως μετά από μερικές εβδομάδες από την τελευταία μιας σειράς θεραπειών. Ένας θεραπευτικός κύκλος ECT αποτελείται συνήθως από 3 θεραπείες την εβδομάδα για 2 έως 6 εβδομάδες. Γενικά, αρχίζει σε ενδονοσοκομειακή βάση για τη θεραπεία της βαριάς κατάθλιψης, άπου η ανταπόκριση του ασθενούς μπορεί να παρακολουθηθεί στενά και να διαπιστωθούν τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί σε εξωτερική βάση, όταν πλέον ο ασθενής θα έχει βελτιωθεί. Μετά την ολοκλήρωση του πλήρους κύκλου θεραπειών, ο ασθενής μπορεί να χρειαστεί να υποβάλλεται διαλειπόντως σε ECT, ως θεραπεία συντήρησης. Χορηγείται φαρμακευτική αντικαταθλιπτική αγωγή, ακόμη και αν δεν ήταν αποτελεσματική προηγουμένως, ενώ ο ασθενής υποβάλλεται και σε ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία και ψυχοεκπαίδευση, αφού ο συνδυασμός των θεραπειών έχει γενικά καλύτερα αποτελέσματα.

Aliases (separate with |): Ηλεκτροσπασμοθεραπεία
ηλεκτροφόρηοη

Η κίνηση φορτισμένων κολλοειδών σωματιδίων μέσα σε ένα μέσον στο οποίο είναι διασκορπισμένα ως αποτέλεσμα μεταβολών στο ηλεκτρικό δυναμικό. Οι ηλεκτροφορητικές μέθοδοι είναι χρησιμες στην ανάλυση των μειγμάτων πρωτεϊνών, επειδη τα πρωτεϊνικά σωματίδια κινούνται με διαφορετικές ταχΰτητες οι οποίες εξαρτώνται κυρίως από τον αριθμό των φορτίων που φέρουν τα σωματίδια.

Aliases (separate with |): Ηλεκτροφόρηοη
ηλεκτροφυσιολογία
  1. Πεδίο έρευνας που ασχολείται με τις σχέσεις των σωματικών λειτουργιών με τα ηλεκτρικά φαινόμενα (πχ. τα αποτελέσματα της ηλεκτρικής διέγερσης στους ιστούς, την παραγωγή ηλεκτρικών ρευμάτων από όργανα και ιστούς, και τη θεραπευτικη χρηση των ηλεκτρικών ρευμάτων).

  2. Η μελέτη και θεραπεία των καρδιακών αρρυθμιών.

Aliases (separate with |): Ηλεκτροφυσιολογία
ημικρανία

Μια οικογενής διαταραχή που χαρακτηρίζεται από περιοδικές, συνήθως ετερόπλευρες, σφύζουσες κεφαλαλγίες, οι οποίες ξεκινούν στην παιδική ηλικία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή και τείνουν να υποτροπιάζουν με μειούμενη συχνότητα στην μετέπειτα ζωή. Υπάρχουν δύο στενά σχετιζόμενα σύνδρομα, που συνιστούν αυτό που είναι γνωστό σαν ημικρανία. Είναι η κλασσική ημικρανία (ημικρανία με αύρα) και η κοινή ημικρανία (ημικρανία χωρίς αύρα). Ο κλασσικός τύπος μπορεί να ξεκινήσει με αύρα, που συνίσταται σε επεισόδια σαφώς καθορισμένης, παροδικής, εστιακής νευρολογικής δυσλειτουργίας, η οποία αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια λεπτών και μπορεί να διαρκέσει μια ώρα. Τα οπτικά συμπτώματα περιλαμβάνουν την όραση λωρίδων, κηλίδων ή γραμμών και σκοτώματα. Στους περισσότερους ανθρώπους, η αύρα προηγείται της κεφαλαλγίας· ωστόσο, περιστασιακά η αύρα θα εμφανιστεί ή θα υποτροπιάσει στην ακμή της κεφαλαλγίας. Πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων κάποια άτομα βιώνουν αλλαγές της διάθεσης, κόπωση, δυσκολία στην σκέψη, κατάθλιψη, υπνηλία, πείνα, δίψα, συχνουρία ή μεταβολές της γενετήσιας ορμής. Άλλοι αναφέρουν ένα αίσθημα ευεξίας, αυξημένη ενέργεια, διαύγεια σκέψης και αυξημένη όρεξη, ειδ. για γλυκά. Η κεφαλαλγία ακολουθεί. Ο πόνος είναι συνήθως περιορισμένος στη μία πλευρά, αλλά περιστασιακά είναι αμφοτεράπλευρος. Ναυτία και έμετος μπορεί να παρουσιαστούν και να διαρκέσουν λίγες ώρες ή μία ή δύο μέρες. Η κοινή ημικρανία έχει παρόμοια έναρξη με ή χωρίς ναυτία. Ευαισθησία στο φως και τον ήχο είναι παρούσα και στους δύο τύπους. Στο γενικό πληθυσμό, η ημικρανία υπολογίζεται πως είναι παρούσα σε ένα 3,5% των αρρένων και 7,4% των θηλέων. Κατά την διάρκεια των αναπαραγωγικών τους ετών, οι γυναίκες βιώνουν πολύ μεγαλύτερο ρυθμό ημικρανίας και οι κεφαλαλγίες τους τείνουν να συμβαίνουν σε περιόδους προεμμηνορροϊκής πίεσης και κατακράτησης υγρών. Πολλοί ασθενείς συνδέουν τα επεισόδιά τους με την κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών, με έκθεση σε έντονο φως ή σε αιφνίδιες αλλαγές της βαρομετρικής πίεσης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ένα οικογενειακό ιστορικό ημικρανίας θα βρεθεί σε περισσότερους από τους μισούς ασθενείς. Η ημικρανία μπορεί να επισπευσθεί από αλλεργική υπερευαισθησία ή συναισθηματικές διαταραχές. Σε περιπτώσεις ημικρανίας με αύρα, υπάρχει μειωμένη τοπική αιματική ροή στο οπίσθιο τμήμα του εγκεφαλικού ημισφαιρίου, συνήθως στην ίδια πλευρά με το άλγος.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η Διεθνής Εταιρία Κεφαλαλγίας (IHS) καθορίζει την ημικρανία χωρίς αύρα ως τουλάχιστον πέντε επεισόδια, μη σχετιζόμενα με οργανική ασθένεια, με διάρκεια 4 ως 72 ωρών και με πόνο που χαρακτηρίζεται από τουλάχιστον δυο από τα παρακάτω: μονόπλευρη εντόπιση, σφύζοντα χαρακτήρα, μέση ως βαριά ένταση ή επιδείνωση από την καθημερινή σωματική δραστηριότητα· και τουλάχιστον ένα σχετιζόμενο σύμπτωμα: ναυτία και έμετος ή φωτοφοβία και φωνοφοβία (ευαισθησία στον ήχο). Το IHS καθορίζει την ημικρανία με αύρα σαν τουλάχιστον δύο επεισόδια, μη σχετιζόμενα με οργανική ασθένεια, με τουλάχιστον ένα αναστρέψιμο σύμπτωμα αύρας, που υποδεικνύει εστιακή εγκεφαλική φλοιική ή στελεχιαία δυσλειτουργία· τουλάχιστον ένα σύμπτωμα που αναπτύσσεται σε περισσότερο από 4 λεπτά ή δύο ή περισσότερα διαδοχικά συμπτώματα· και κανένα μεμονωμένο σύμπτωμα αύρας, που να διαρκεί περισσότερο από 60 λεπτά. Η κεφαλαλγία μπορεί να προηγείται, να είναι ταυτόχρονη ή να ακολουθεί (εντός 60 λεπτών) την αύρα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Πολλά φάρμακα βοηθούν όσους υποφέρουν από ημικρανία. Γιατους περισσότερους ήπιους ως μέτριους πονοκεφάλους, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (π.χ., ιβουπροφαίνη ή ναπροξένη ή φάρμακα που συνδυάζουν ακεταμινοφαίνη, ασπιρίνη και καφεΐνη) ανακουφίζουν τον πόνο και αποκαθιστούν την ικανότητα να λειτουργεί κάποιος φυσιολογικά εντός μερικών ωρών. Αυτοί οι παράγοντες λειτουργούν καλύτερα, όταν συνδυάζονται με αντιεμετικά φάρμακα, όπως η μετοκλοπραμίδη ή η προμεθαζίνη, όπως και με ανάπαυση ή χαλάρωση. Οι τρυπτάνες (σουματριπτάνη ή ναρατριπτάνη μεταξύ άλλων), τα παράγωγα της εργοταμίνης (όπως η διϋδροεργοταμίνη), η πρεδνιζόνη και πολλοί άλλοι παράγοντες είναι επίσης βοηθητικοί, παρόλο που ο καθένας έχει το δικό του προφίλ παρενεργειών και τις δικές του προφυλάξεις κατά τη χρήση. Οι ασθενείς που βιώνουν πολλαπλές ημικρανίες κάθε μήνα, μπορεί να ωφεληθούν, λαμβάνοντας προφυλακτικά φάρμακα, όπως οι βήτα αποκλειστές (π.χ., προπρανολόλη), οι αναστολείς των διαύλων ασβεστίου (π.χ., βεραπαμίλη) ή τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, λαμβανόμενα σε τακτική βάση. Ναρκωτικά (μορφίνη, φεντανύλη και άλλα) χορηγούνται για να αναστείλουν κάποια βαριά επεισόδια ημικρανίας· ωστόσο, η συνήθης χρήση ναρκωτικών μπορεί να οδηγήσει σε ανοχή στις επιδράσεις τους και φαρμακευτική εξάρτηση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η νοσηλεύτρια παρακολουθεί τη φύση και τον χαρακτήρα του άλγους του ασθενή, βοηθά τον ασθενή να χαλαρώσει, δημιουργώντας ένα καθαρό και ήσυχο περιβάλλον και διδάσκει στον ασθενή μεθόδους για να αντιμετωπίζει τη δυσφορία, όπως τεχνικές χαλάρωσης. Τα φάρμακα χορηγούνται και αξιολογούνται τα επιθυμητά αποτελέσματά τους και οι οποιεσδήποτε ανεπιθύμητες ενέργειες. Για να βελτιωθούν τα αποτελέσματα των φαρμάκων και της αναλγησίας, μη επεμβατικά μέτρα ανακούφισης του πόνου θα πρέπει να εφαρμοστούν, πριν ο πόνος να γίνει βαρύς. Πολλοί ειδικοί στην κεφαλαλγία συστήνουν οι ασθενείς με ημικρανίες να μάθουν να κρατούν λεπτομερές ημερολόγιο της νόσου τους. Η ανάλυση του ημερολογίου μπορεί να βοηθήσει όσους υποφέρουν από κεφαλαλγίες να αναγνωρίσουν παράγοντες όπως η έλλειψη ύπνου· τα ακανόνιστα γεύματα και συγκεκριμένες τροφές, οσμές ή στρεσογόνα ερεθίσματα, που είναι πιθανό να πυροδοτούν μία ημικρανία (και γι' αυτό θα πρέπει να αποφεύγονται). Τα ημερολόγια κεφαλαλγιών χρησιμοποιούνται επίσης για τη διάκριση των ημικρανιών από άλλους τύπους κεφαλαλγίας.

Aliases (separate with |): Ημικρανία
ημιπληγία

Παράλυση της μιας πλευράς του σώματος, η οποία συνήθως οφείλεται σε βλάβη των φλοιονωτιαίων οδών του κεντρικού νευρικού συστήματος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η πιο συχνή αιτία ημιπληγίας είναι το εγκεφαλικό επεισόδιο που οφείλεται σε θρόμβωση, εγκεφαλική αιμορραγία ή εγκεφαλική εμβολή. Όγκοι είναι υπεύθυνοι για την ημιπληγία σε μικρότερο αριθμό ασθενών.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο ασθενής δεν θα είναι σε θέση να κινήσει το χέρι και/ ή το πόδι ή τους προσωπικούς μύες στη μία πλευρά του σώματος. Συνήθως η παράλυση είναι πιο πλήρης στους εγγύς μύες (π.χ., του ώμου ή του ισχίου) παρά στους περιφερικότερους μύες των χεριών ή των ποδιών. Αν ο μη επικρατής βρεγματικός λοβός του εγκεφάλου πάθει βλάβη (π.χ., μετά από απόφραξη της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας σε αυτήν την πλευρά), ο ασθενής μπορεί να αγνοεί την παράλυτη πλευρά του σώματος του. Μπορεί να αρνείται τα νευρολογικά ελλείμματα σε αυτήν την πλευρά και να μην είναι σε θέση να δει ή να αισθανθεί τα ερεθίσματα που παρουσιάζονται στο προσβεβλημένο ημιμόριο του σώματος του ή στο αντίστοιχο οπτικό πεδίο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρέχεται βοήθεια με ενεργητικές κινήσεις στα μη προσβεβλημένα άκρα και με παθητικές κινήσεις στα προσβεβλημένα άκρα. Ενθαρρύνεται η ενεργητική συμμετοχή στην αποκατάσταση μέσω της φυσικοθεραπείας και της εργασιοθεραπείας. Ο ασθενής διδάσκεται πώς να χρησιμοποιεί τα μη προσβεβλημένα άκρα για να μετακινείται και πώς να ασκεί τα προσβλημένα άκρα για να διατηρήσει την κινητικότητα των αρθρώσεων, να προλάβει τις συσπάσεις και να διατηρήσει το μυϊκό τόνο και τη μυϊκή ισχύ. Ο ασθενής προστατεύεται από κακώσεις μέσω της χρήσης υποστηρικτικών συσκευών για την πρόληψη υπεξάρθρωσης ή παρεκτόπισης των προσβεβλημένων αρθρώσεων. Ο ασθενής και η οικογένειά του διδάσκονται πώς να χρησιμοποιούν τις βοηθητικές συσκευές (π.χ., αναρτήρες, νάρθηκες, «πι») και τους εξηγούνται οι στόχοι και οι διαδικασίες που περιλαμβάνονται στην αποκατάσταση. Τόσο ο ασθενής, όσο και η οικογένειά του ενθαρρύνονται να συζητούν τους φόβους και τους προβληματισμούς τους και στηρίζονται παρέχοντάς τους θετικές στρατηγικές αντιμετώπισης των μεταβολών της λειτουργικότητας του σώματος. Ακόμα παρέχονται ακριβείς πληροφορίες, ρεαλιστικός καθησυχασμός και συναισθηματική υποστήριξη για να τους βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος.

Aliases (separate with |): Ημιπληγία
ήπαρ

Το μεγαλύτερο συμπαγές όργανο του σώματος, το οποίο βρίσκεται στη δεξιά πλευρά κάτω από το διάφραγμα. Το ήπαρ καταλαμβάνει το δεξιό υποχόνδριο, το επιγάστριο και τμήμα του αριστερού υποχόνδριου, και βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το κάτω τμήμα του στέρνου. Η κάτω επιφάνειά του είναι κοίλη και καλύπτει τον στόμαχο, το δωδεκαδάκτυλο, την ηπατική καμπή του παχέος εντέρου, τον δεξιό νεφρό και την επινεφριδική κάψα. Το ήπαρ εκκρίνει τη χολή και αποτελεί τη θέση πολυάριθμων μεταβολικών λειτουργιών.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Το ήπαρ έχει τέσσερις λοβούς, πέντε συνδέσμους και πέντε αύλακες και καλύπτεται από έναν ισχυρό ινώδη υμένα, την κάψα του Glisson, η οποία είναι παχύτερη στην εγκάρσια αύλακα. Στο σημείο αυτό, η κάψα φέρει τα αιμοφόρα αγγεία και τον ηπατικό αγωγό, τα οποία εισέρχονται στο όργανο από την πύλη. Ίνες συνδετικού ιστού, ξεκινώντας από την κάψα, εισέρχονται στο ηπατικό παρέγχυμα και σχηματίζουν το υποστηρικτικό δίκτυο του οργάνου και διαχωρίζουν τις λειτουργικές μονάδες του ήπατος, οι οποίες ονομάζονται ηπατικά λοβία. Οι ενδοηπατικοί χοληφόροι αγωγοί συγκλίνουν και αναστομώνονται, σχηματίζοντας τελικά τον εκκριτικό αγωγό του ήπατος, ονομαζόμενος ως ηπατικός πόρος, ο οποίος συνδέεται με τον κυστικό πόρο της χοληδόχου κύστεως, σχηματίζοντας τον κοινό χοληδόχο πόρο, ο οποίος εισέρχεται στο δωδεκαδάκτυλο από το φύμα του Vater. Ένας δακτύλιος λείου μυός στο τελικό άκρο του χοληδόχου πόρου, ο οποίος ονομάζεται σφιγκτήρας του Oddi, επιτρέπει τη διέλευση της χολής στο δωδεκαδάκτυλο με τη χαλάρωσή του. Η χολή που παράγεται στο ήπαρ εισέρχεται στη χοληδόχο κύστη, όπου υπόκειται σε συμπύκνωση, κυρίως με την απώλεια ύδατος, το οποίο απορροφάται από τον βλεννογόνο της χοληδόχου κύστεως. Όταν απαιτείται χολή στο λεπτό έντερο για την πέψη, η χοληδόχος κύστη συσπάται και ο σφιγκτήρας χαλαρώνει, επιτρέποντας με τον τρόπο αυτό τη διαφυγή της ιξώδους χολής της χοληδόχου κύστεως. Συνήθως, ο σφιγκτήρας του Oddi βρίσκεται σε σύσπαση, αποκλείοντας την είσοδο στο δωδεκαδάκτυλο και υποχρεώνοντας τη χολή να εισέλθει στη χοληδόχο κύστη μετά την έξοδο της από το ήπαρ. Οι λειτουργικές μονάδες του ήπατος είναι τα ηπατικά λοβία, εξάπλευρες συγκεντρώσεις ηπατοκυττάρων, τα οποία διατρέχονται από πολυάριθμα τριχοειδή, που ονομάζονται κολποειδή. Τα κολποειδή επενδύονται από τα κύτταρα Kupffer, τα οποία είναι τα μακροφάγα του ήπατος.

ΑΙΜΑΤΩΣΗ: Η αιμάτωση του ήπατος γίνεται με την παροχή οξυγονωμένου αίματος μέσω της ηπατικής αρτηρίας, η οποία αποτελεί κλάδο της κοιλιακής αρτηρίας, καθώς και αίματος από όλα τα πεπτικά όργανα και τον σπλήνα μέσω της πυλαίας φλέβας. Τα τελικά προϊόντα της πέψης, καθώς και άλλα υλικά, διέρχονται με τον τρόπο αυτό από το ήπαρ, πριν την είσοδο τους στη γενική κυκλοφορία.

ΝΕΥΡΩΣΗ: Η νεύρωση αποτελείται από παρασυμπαθητικές ίνες που φέρονται με το πνευμονογαστρικό νεύρο και από συμπαθητικές ίνες που φέρονται από το κοιλιακό πλέγμα μέσω του ηπατικού νεύρου.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Το ήπαρ είναι από τα περισσότερο μεταβολικά ενεργά όργανα του σώματος. Μεταβολισμός των αμινοξέων: Συνθέτει μη-βασικά αμινοξέα, απαμινώνει την περίσσεια των αμινοξέων για την παραγωγή ενέργειας, και συνθέτει ουρία, η οποία εκκρίνεται μέσω των νεφρών. Παραγωγή χολής: Είναι υπεύθυνο για την παραγωγή των χολικών αλάτων, τα οποία γαλακτωματοποιούν τα λίπη στο λεπτό έντερο. 800 έως 1000 ml χολής εκκρίνονται σε ένα 24ωρο, και ο ρυθμός έκκρισης αυξάνεται σημαντικά στη διάρκεια της πέψης γευμάτων πλούσιων σε λιπαρά. Μεταβολισμός υδατανθράκων: Μετατρέπει μονοσακχαρίτες, διαφορετικών της γλυκόζης, σε γλυκόζη, και αποθηκεύει την περίσσεια της γλυκόζης στη μορφή του γλυκογόνου, μέχρι να χρειασθεί αυτή η αποθηκευμένη ενέργεια. Αποτοξίνωση: Παράγει ένζυμα για το μεταβολισμό πιθανώς επιβλαβών ουσιών που εντοπίζονται στην πυλαία κυκλοφορία (π.χ. αλκοόλ, αμμωνία, ινδόλη, πολλά φάρμακα και σκατόλη) σε λιγότερο τοξικές ουσίες. Ενδοκρινείς λειτουργίες: Εξυπηρετεί τη μετατροπή της λεβοθυροξίνης, στην περισσότερο μεταβολικά ενεργό θυρεοειδή ορμόνη, την τριιωδοθυρονίνη. Έκκριση: Αποβάλλει τα προϊόντα της αποικοδόμησης της αιμοσφαιρίνης (χολερυθρίνη και χολοπρασίνη) στη χολή. Αυτά αποβάλλονται στα κόπρανα. Μεταβολισμός των λιπών: Συνθέτει χοληστερόλη καθώς και λιποπρωτεΐνες για τη μεταφορά του λίπους σε άλλους ιστούς του οργανισμού, μετατρέπει τα λιπαρά οξέα σε ακετυλομάδες ή κετόνες, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγή ενέργειας. Φαγοκυττάρωση: Τα μακροφάγα του (κύτταρα Kupffer) καθαρίζουν την πυλαία κυκλοφορία από βακτήρια, άλλα παθογόνα και γηρασμένα ερυθροκύτταρα. Πρωτεϊνοσύνθεση: Συνθέτει αλβουμίνη, α-σφαιρίνες και β-σφαιρίνες, συστατικά του συμπληρώματος και παράγοντες πήξης, ορισμένοι από τους οποίους εξαρτώνται από την βιταμίνη Κ. Αποθήκευση: Αποθηκεύει χαλκό, σίδηρο, βιταμίνη B12, και τις λιποδιαλυτές βιταμίνες A, D, Ε και K.

ΕΞΕΤΑΣΗ: Το ήπαρ εξετάζεται με επισκόπηση, ακρόαση, επίκρουση και ψηλάφηση. Η επισκόπηση του οργάνου περιλαμβάνει έμμεσες εκτιμήσεις (π.χ. για ίκτερο [χρώμα του δέρματος], παλαμιαίο ερύθημα, και αστεροειδές αιμαγγείωμα και άλλα σημεία της χρόνιας ηπατοπάθειας. Η ακρόαση του ήπατος μπορεί να αποκαλύψει φυσήματα που σχετίζονται με καρκίνο του ήπατος· η ακρόαση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την αδρή εκτίμηση του μεγέθους του οργάνου. Η επίκρουση του ήπατος, η οποία εκτελείται στη δεξιά μεσοκλειδική γραμμή, παρέχει μια άλλη μέθοδο για την αδρή εκτίμηση του μεγέθους. Η ψηλάφηση του οργάνου μπορεί να αποκαλύψει ευαισθησία, ακανόνιστα άκρα, μάζες ή όγκους.

Aliases (separate with |): Ήπαρ
ηπαρίνη

Ένα παρεντερικό αντιπηκτικό φάρμακο με ταχύτερη δράση από την βαρφαρίνη ή τα παράγωγά της. Αποτελείται από πολυσακχαρίτες που αναστέλλουν την πήξη, σχηματίζοντας μία αντιθρομβίνη που αποτρέπει την μετατροπή της προθρομβίνης σε θρομβίνη και αποτρέποντας την απελευθέρωση θρομβοπλαστίνης από τα αιμοπετάλια. Επειδή η ηπαρίνη απορροφάται φτωχά από την γαστρεντερική οδό, συνήθως χορηγείται ενδοφλέβια ή υποδόρια ως άλας νατρίου ή ασβεστίου.

ΧΡHΣΕΙΣ: H ηπαρίνη χρησιμοποιείται ως αντιπηκτικό στην πρόληψη και τη θεραπεία θρόμβωσης και εμβολής. Είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην θεραπεία των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων (όπως ασταθής στηθάγχη ή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου). Επειδή τα σκευάσματα ηπαρίνης είναι αρκετά ευμεγέθη για να διασχίσουν τον πλακουντικό φραγμό, είναι τα προτιμώμενα αντιπηκτικά σε έγκυες γυναίκες. Ο ανταγωνιστής για υπερβολική δόση είναι η θειική πρωταμίνη. H πιο συχνή παρενέργεια της ηπαρίνης είναι η παθολογική αιμορραγία.

Aliases (separate with |): Ηπαρίνη
ηπατικό απόστημα

Μια εντοπισμένη συλλογή πύου στο ήπαρ, η οποία προκαλείται από παθογόνους οργανισμούς όπως τα είδη Streptococcus, Staphylococcus ή το είδος Entamoeba histolytica.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο ασθενής εμφανίζει υψηλό πυρετό, εφίδρωση και ρίγη, και ένα διογκωμένο, επώδυνο, ευαίσθητο ήπαρ, το οποίο μπορεί να είναι μόνιμα διογκωμένο ή και να αυξομειώνεται. Πύον μπορεί να ληφθεί με αναρρόφηση.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Τα εμβολικά (πολλαπλά) αποστήματα είναι γενικά μοιραία. Τα τραυματικά αποστήματα, ή εκείνα που οφείλονται σε εντερική αμοιβάδωση, μπορεί να τερματισθούν ευνοϊκά μετά από αυθόρμητη ή ιατρικά επαγόμενη παροχέτευση.

Aliases (separate with |): Ηπατικό απόστημα
ηπατίτιδα

Φλεγμονή του ήπατος, που συνήθως προκαλείται από έκθεση σε λοιμώδη παράγοντα (π.χ., ένας ιός της ηπατίτιδας), μία τοξίνη (π.χ., αλκοόλ), ή ένα φάρμακο (όπως ακεταμινοφαίνη). Η νόσος μπορεί να είναι ήπια ή απειλητική για τη ζωή, χρόνια ή οξεία. Τα χρόνια περιστατικά μπορούν να ανιχνευτούν μόνο με την ανεύρεση υψηλών ηπατικών ενζύμων στο αίμα. Τα οξέα περιστατικά χαρακτηρίζονται από ίκτερο, ηπατική διόγκωση, και ορισμένες φορές αιμορραγία, μεταβολή της διανοητικής κατάστασης και πολυσυστηματική ανεπάρκεια οργάνων.

ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΑ: Βλάβη σε ηπατικά κύτταρα (ηπατοκύτταρα) προκαλείται από άμεση βλάβη από τον αιτιολογικό παράγοντα ή έμμεσα ως αποτέλεσμα φλεγμονωδών ή αυτοάνοσων απαντήσεων. Κατά τη διάρκεια οξείας φλεγμονής, τα διογκωμένα ηπατοκύτταρα είναι λιγότερο ικανά να αποτοξινώνουν φάρμακα· να παράγουν παράγοντες πήξης, χοληστερόλη, πρωτεΐνες πλάσματος, χολή και γλυκογόνο· να αποθηκεύουν λιποδιαλυτές βιταμίνες· και να εκτελούν άλλες λειτουργίες. Όλοι οι ιοί ηπατίτιδας μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή («κεραυνοβόλο») ηπατίτιδα, αλλά οι ηπατίτιδες Β και D είναι οι πιο κοινές αιτίες. Υπερβολικές δόσεις φαρμάκων, πρόσληψη τοξινών, και καταπληξία ευθύνονται επίσης για ταχεία επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς γενικά δεν εισάγονται σε νοσοκομείο, εκτός κι αν εμφανίσουν σημαντική ηπατική βλάβη· οι προσβεβλημένοι σε σοβαρότερο βαθμό χρειάζονται υποστηρικτική ιατρική και ψυχολογική φροντίδα. Οι ασθενείς στο σπίτι πρέπει να κατατοπίζονται σχετικά με τη φύση και την πορεία της ασθένειας, τη φροντίδα καιτη θεραπεία, και τα σημεία και συμπτώματα των επιπλοκών. Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί μια καλά ισορροπημένη διατροφή και να πίνει επαρκή υγρά, αλλά πρέπει να αποφεύγει το αλκοόλ και άλλους ηπατοτοξικούς παράγοντες. Όταν η ηπατίτιδα προκαλείται από την τροφή, απαιτείται σχολαστικό πλύσιμο των χεριών, χειρισμός της τροφής και καθαρισμός των πιάτων και των ασημικών για την αποτροπή μετάδοσης στους συνοικούντες. Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τη στενή επαφή, ωσότου μειωθούν τα επίπεδα αντιγόνου και αντισώματος. Συναισθηματική υποστήριξη και διαβεβαίωση πρέπει να παρέχονται στον ασθενή, επειδή η παρέμβαση στις συνήθειες και τον τρόπο ζωής του ασθενή μπορεί να είναι σημαντική.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα
ηπατίτιδα C

Μία χρόνια εξ αίματος λοίμωξη που θεωρείται ότι προσβάλλει περίπου 2.700.000 άτομα στις Η.Π.Α. Η ηπατίτιδα C (παλαιότερα γνωστή ως μη-Α, μη-Β ηπατίτιδα) προκαλείται από έναν μονόκλωνο RNA ιό που μεταδίδεται από άτομο σε άτομο με έκθεση στο αίμα και σε σωματικά υγρά. Στο παρελθόν, ήταν η συχνότερη μορφή ηπατίτιδας μεταδιδόμενη με μεταγγίσεις αίματος ή προϊόντων αίματος και με μεταμόσχευση οργάνων.

Περίπου 28.000 νέα περιστατικά συμβαίνουν κάθε χρόνο στις Η.ΠΑ., τα περισσότερα από τα οποία προκύπτουν από κοινή χρήση βελονών κατά τη διάρκεια κατάχρησης ενέσιμων ουσιών. Ένας μικρότερος αριθμός λοιμώξεων αποκτώνται ως αποτέλεσμα έκθεσης σε μολυσμένο αίμα στην εργασία (π.χ., στην υγειονομική περίθαλψη). Περίπου 6% των περιστατικών είναι αποτέλεσμα μετάδοσης του ιού από τη μητέρα στο παιδί κατά τη διάρκεια του τοκετού. Δερματοστιξία, τρύπημα σώματος και κατάχρηση ενδορρινικής κοκαΐνης σχετίζονται επίσης με ορισμένα περιστατικά. Η σεξουαλική μετάδοση του ιού (π.χ., μεταξύ παντρεμένων ζευγαριών) φαίνεται να συμβαίνει σπάνια. Η περίοδος επώασης είναι συνήθως 6-12 εβδομάδες, παρόλο που μπορεί να είναι μεγαλύτερη, και η οξεία φάση διαρκεί σχεδόν 4 εβδομάδες. Σημεία και συμπτώματα οξείας λοίμωξης είναι συχνά ηπιότερα από την ηπατίτιδα Α και Β. Σχεδόν 75 έως 85% των ασθενών αναπτύσσουν χρόνια ηπατίτιδα. Είκοσι έως τριάντα χρόνια μετά την αρχική μόλυνση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος κίρρωσης του ήπατος (συμβαίνει σε περίπου 20% των προσβεβλημένων ατόμων) και καρκίνου του ήπατος (σε περίπου 1-5%).

Λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) συνήθως αναγνωρίζεται, όταν ένα ασυμπτωματικό άτομο εμφανίζεται να έχει επαναλαμβανόμενα υψηλά ηπατικά ένζυμα σε συνήθεις αιματολογικές εξετάσεις. Αντισώματα για τον HCV ή το HCV RNA στο αίμα επιβεβαιώνουν την λοίμωξη. Η παραγωγή αντισωμάτων διεγείρεται από το HCV RNA, αλλά τα αντισώματα έναντι του HCV δεν καταστρέφουν τον ιό και δεν παρέχουν ανοσία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Αντιϊϊκοί παράγοντες, όπως ιντερφερόνη άλφα σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη μπορούν συχνά να θεραπεύσουν την ηπατίτιδα C, εάν χορηγηθούν για παρατεταμένες περιόδους (περίπου 24 έως 48 εβδομάδες, ανάλογα με τον ιϊκό γονότυπο). Ο γονότυπος 1, ο πιο συχνά εμφανιζόμενος στις Η.Π.Α., ανταποκρίνεται στη θεραπεία σε περίπου 50% των περιπτώσεων. Οι γονότυποι 2 και 3 ανταποκρίνονται σε συνδυαστική θεραπεία σε περισσότερο από 70% των περιπτώσεων. Η θεραπεία μπορεί να προκαλέσει σημαντικές παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων υψηλών πυρετών, ριγών, κακουχίας, μυϊκών πόνων, και άλλων παρόμοιων με τη γρίπη συμπτωμάτων. Οι υγειονομικές υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν ανεκτίμητη εκπαίδευση σε προσβεβλημένους ασθενείς με την χορήγηση γραπτών και προφορικών πληροφοριών σχετικά με συμπεριφορές υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων της ανάγκης προς αποφυγή κοινής χρήσης βελονών από χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών, της σεξουαλικής επαφής χωρίς προφύλαξη, ή της πόσης αλκοόλ. Το αλκοόλ αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του ήπατος δραματικά για ένα άτομο με HCV.

Άλλες συστάσεις για άτομα προσβεβλημένα με ηπατίτιδα C συνοψίζονται στην ακόλουθη λίστα:

Μην προσφέρετε αίμα, προϊόντα αίματος, ιστού, ή σπέρματος.

Αποφεύγετε την κοινή χρήση καλλυντικών/ ειδών προσωπικής περιποίησης που μπορεί να είναι μολυσμένα με αίμα, όπως οδοντόβουρτσες ή ξυράφια.

Αποφύγετε την υπερβολική χρήση βοτάνων ή συνταγών φαρμάκων, εκτός κι αν έχουν εγκριθεί από μία γνώστη υγειονομική υπηρεσία.

Εμβολιαστείτε για τις ηπατίτιδες Α και Β για την αποφυγή επιπρόσθετων ιϊκών προσβολών του ήπατος.

Ομάδες κοινωνικής στήριξης και πηγές βασιζόμενες στο διαδίκτυο μπορεί να βοηθήσουν τα προσβεβλημένα άτομα να πληροφορηθούν περισσότερο σχετικά με την αντιμετώπιση της νόσου, π.χ., http://www.liverfoundation.org. Τακτική επαγγελματική φροντίδα μπορεί να βοηθήσει στη βελτιστοποίηση της υγείας και της ευεξίας.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα C
ηπατίτιδα D

Ένας τύπος ηπατίτιδας που προκαλείται από τον ιό δέλτα της ηπατίτιδας (HDV). Θεωρείται ως «ελαττωματικός» ιός, επειδή μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη μόνο όταν είναι παρών ο ιός της ηπατίτιδας Β (HΒV) και επομένως μπορεί να προληφθεί μέσω εμβολιασμού κατά της ηπατίτιδας Β. Είναι σπάνιος στις Η.Π.Α. Σε υγιείς ανθρώπους, ταυτόχρονη μόλυνση με HDV και HΒV συνήθως προκαλεί οξεία νόσο και ανάρρωση με ανοσία. Σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή οξεία νόσο ή συχνότερα, χρόνια προοδευτική νόσο που μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση. Η θνησιμότητα είναι σχεδόν 10%. Τα αντιγόνα ηπατίτιδας D (HDV RNA) βρίσκονται στο αίμα και στο ήπαρ και διεγείρουν την παραγωγή ενός αντισώματος που εμφανίζεται μόνο επί μικρό χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια πρώιμης οξείας λοίμωξης. Ο ιός της ηπατίτιδας D μερικές φορές αναφέρεται ως δέλτα ηπατίτιδα.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα D
ηπατίτιδα E

Ένας τύπος ηπατίτιδας παρόμοιος με την ηπατίτιδα Α που εμφανίζεται κυρίως σε έθνη με παροχές μολυσμένου νερού ή σε ταξιδιώτες που επιστρέφουν από το εξωτερικό. Προκαλείται από έναν RNA ιό που προκαλεί μόνο οξεία μόλυνση.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα E
ηπατίτιδα Α

Η ηπατίτιδα που προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Α (HAV), έναν RNA ιό χωρίς φάκελο. Επειδή μπορεί να μεταδοθεί διαμέσου μολυσμένου νερού ή τροφής, οι νέοι ενήλικες και παιδιά σε εγκαταστάσεις ιδρυμάτων και ταξιδιώτες σε χώρες με ελάχιστη υγιεινή είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης· μικρές επιδημίες έχουν παρατηρηθεί μεταξύ ατόμων που τρώνε σε εστιατόρια που σέρβιραν μολυσμένα οστρακόδερμα. Η πορεία της νόσου είναι συνήθως ήπια, αν και μπορεί να γίνει σοβαρή· η περίοδος επώασης είναι 2 έως 6 εβδομάδες, το οξύ στάδιο διαρκεί 2 έως 12 εβδομάδες και η πλήρης ανάρρωση απαιτεί εβδομάδες έως μήνες. Η λοίμωξη προσβάλει 90.000 άτομα κάθε χρόνο, από τους οποίους περίπου οι μισοί εκδηλώνουν κλινικά λοίμωξη. Η ηπατίτιδα Α δεν παράγει μία κατάσταση χρόνιου φορέα και δεν προκαλεί χρόνια ηπατίτιδα. Τα δύο αντισώματα που παράγονται ως απάντηση στο αντιγόνο της ηπατίτιδας Α χρησιμεύουν ως δείκτες για λοίμωξη· ένα από αυτά, το IgG αντι-HAV, παρέχει ανοσία έναντι της επαναμόλυνσης. Η ηπατίτιδα Α παλαιότερα ονομαζόταν λοιμώδης ηπατίτιδα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Κανένα φάρμακο δεν θεραπεύει ειδικά την ηπατίτιδα Α. Ανοσοσφαιρίνη που περιέχει IgG αντι-HAV αντισώματα μπορεί να συνταγογραφηθεί για μέλη της οικογένειας· παρέχει παθητική ανοσία για 6 έως 8 εβδομάδες. Η προληπτική αγωγή εστιάζει στην καλή ατομική υγιεινή, ειδικά στο πλύσιμο των χεριών· στην προσεκτική επιλογή τροφής και τόπων διατροφής· και σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, στη στοιχειώδη υγιεινή. Το εμβόλιο ηπατίτιδας Α προλαμβάνει τη λοίμωξη πριν ή αμέσως μετά την έκθεση στον ιό και συστήνεται για εργαζόμενους στην υγειονομική περίθαλψη, ταξιδιώτες σε αναπτυσσόμενες χώρες, εργαζόμενους σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, άτομα με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο και άλλους σε υψηλό κίνδυνο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ηπατίτιδα Α μεταδίδεται με την κοπρανο-στοματική οδό. Για την πρόληψη της εξάπλωσης της ασθένειας, τα προσβεβλημένα άτομα δεν πρέπει να προετοιμάζουν φαγητό για άλλους.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα Α
ηπατίτιδα Β

Βλάβη σε κύτταρα του ήπατος που προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV), έναν ιό με δίκλωνο DNA. Μπορεί να εμφανιστεί ως μία ασυμπτωματική, οξεία, χρόνια, ή κεραυνοβόλος λοίμωξη. Η οξεία λοίμωξη συχνά χαρακτηρίζεται από ίκτερο, ναυτία και εμετό, αρθρικούς πόνους ή εξανθήματα, που συχνά σχετίζονται με χαρακτηριστικές αυξήσεις σε δοκιμασίες ορού ηπατικής λειτουργίας. Η χρόνια λοίμωξη είναι τυπικά ασυμπτωματική και μπορεί να ανιχνευτεί μόνο με εξετάσεις αίματος, ωσότου προκαλέσει όψιμες επιπλοκές όπως κίρρωση, πυλαία υπέρταση ή ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Η κεραυνοβόλος λοίμωξη με ιό ηπατίτιδας Β καθορίζεται ως επιδείνωση του ασθενή σε ηπατική εγκεφαλοπάθεια εντός 8 εβδομάδων από την έναρξη της νόσου.

Ο ιός μεταδίδεται με την επαφή με αίμα ή σωματικά υγρά ενός προσβεβλημένου ατόμου. Η περίοδος επώασης είναι σχεδόν 2 έως 6 μήνες. Η οξεία λοίμωξη συνήθως λύεται σε λιγότερο από 6 μήνες· όταν το αντιγόνο επιφανείας του ιού της ηπατίτιδας Β δεν εξαφανισθεί από το αίμα εντός 6 μηνών, θεωρείται ότι έχει αναπτυχθεί χρόνια ηπατίτιδα. Κάθε χρόνο, μόνο στις Η.Π.Α., περίπου 300.000 άτομα προσβάλλονται από τον ιό της ηπατίτιδας Β. Παγκοσμίως, η χρόνια ηπατίτιδα προσβάλλει περίπου 300 εκατομμύρια άτομα.

Στα άτομα με υψηλό κίνδυνο λοίμωξης περιλαμβάνονται χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών, άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, ομοφυλόφιλοι άνδρες, βρέφη που γεννιούνται από μητέρες μολυσμένες με HBV και εργαζόμενοι στην υγειονομική περίθαλψη. Οι τράπεζες αίματος ελέγχουν σε καθημερινή βάση για αντιγόνα HBV, γεγονός που έχει μειώσει σε μεγάλο βαθμό την μετάδοση της λοίμωξης με μετάγγιση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί κατά του HBV και έρχονται σε επαφή με αίμα ή με άλλες εκκρίσεις του σώματος μέσω βελονών ή μέσω επαφής του βλεννογόνου τους πρέπει να επικοινωνήσουν με την επαγγελματική υπηρεσία υγείας. Η ανοσοσφαιρίνη του ιού της ηπατίτιδας Β (HBIg) μπορεί να χορηγηθεί για την παροχή προσωρινής προφύλαξης.

ΑΝΤΙΓΟΝΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ: Οι πρωταρχικοί αντιγονικοί δείκτες που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση λοίμωξης με ηπατίτιδα Β περιλαμβάνουν τα παρακάτω:

Αντιγόνο επιφανείας ηπατίτιδας Β (HBsAg) -ο πρώτος δείκτης που εμφανίζεται στο αίμα. Μερικές φορές ανιχνεύεται πριν αυξηθούν τα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων στον ορό.

Αντιγόνο ηπατίτιδας Be (HBeAg) και ηπατίτιδας Β DNA-δείκτες ενεργούς ιϊκής αντιγραφής και υψηλής μολυσματικότητας.

Πυρηνικό αντίσωμα ηπατίτιδας Β-αντισώματα έναντι του αντιγόνου του πυρήνα του ιού της ηπατίτιδας Β-υποδεικνύουν μόλυνση ενός ασθενή με ιό της ηπατίτιδας Β. Τα αντισώματα IgM έναντι του πυρηνικού αντιγόνου (IgM αντι-HBc) είναι παρόντα νωρίς στην πορεία της λοίμωξης και μπορεί μερικές φορές να είναι η μόνη ανιχνεύσιμη απόδειξη μίας οξείας λοίμωξης. Τα IgG αντισώματα έναντι του πυρηνικού αντιγόνου (αντι-HBc) είναι παρόντα σε κάθε ασθενή που έχει προσβληθεί από τον ιό, είτε οξέως ή σε κάποια στιγμή στο παρελθόν.

Προστατευτικά αντισώματα IgG για το αντιγόνο επιφανείας HB (HBsAB), τα οποία αναπτύσσονται αργά στην πορεία της νόσου, διαρκούν εφ όρου ζωής και προστατεύουν έναντι της επαναμόλυνσης. Καθώς τα επίπεδα του αντισώματος για το αντιγόνο επιφανείας της ηπατίτιδας Β αυξάνονται, τα επίπεδα HBsAg μειώνονται, υποδεικνύοντας λύση της οξείας λοίμωξης. Τα αντισώματα έναντι του πυρηνικού αντιγόνου της ηπατίτιδας Β και του αντιγόνου ηπατίτιδας Be δεν είναι προστατευτικά. Σχεδόν 5 έως 10% των ασθενών αναπτύσσουν χρόνια λοίμωξη.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β, το οποίο περιέχει το αντιγόνο επιφανείας ΗΒ, παρέχει ενεργό ανοσία και συστήνεται για άτομα υψηλού κινδύνου (π.χ., παιδιά, εργαζόμενοι στην υγειονομική περίθαλψη, ασθενείς αιμοδιάλυσης, χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών). Επίσης, όλες οι έγκυες γυναίκες πρέπει να ελέγχονται για λοίμωξη. Η ανοσοσφαιρίνη ηπατίτιδας Β, η οποία περιέχει αντισώματα έναντι του HBV, παρέχει παθητική ανοσία σε αυτούς που δεν έχουν εμβολιαστεί και είναι εκτεθειμένοι στον ιό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Δεν υπάρχει διαθέσιμη φαρμακευτική θεραπεία που να ελέγχει την οξεία HBV λοίμωξη, οπότε η αγωγή σε αυτήν τη φάση της νόσου είναι υποστηρικτική. Η άλφα ιντερφερόνη είναι αποτελεσματική σε ορισμένους ασθενείς με χρόνια λοίμωξη· κάποια αντιιικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων λαμιβουδίνης και γανσικλοβίρης, έχει αποδειχθεί επίσης ότι έχουν ευεργετική δράση, ειδ. όταν χορηγούνται μέχρι να ανέλθουν τα επίπεδα HBsAB ή μειωθούν τα επίπεδα HBsAg.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα Β
ηρεμιστικό

Ένα φάρμακο που μειώνει την ένταση, αναστάτωση, υπερδραστηριότητα και το άγχος. Τα ελάσσονα ηρεμιστικά περιλαμβάνουν αντιισταμινικά (π.χ. υδροξυζίνη), βουσπιρόνη και βενζοδιαζεπίνες (πχ. διαζεπάμη ή αλφαζολάμη). Οι βενζοδιαζεπίνες μειώνουν το άγχος, προσφέρουν καταπράυνση και μπορεί να προκαλέσουν εξάρτηση, ανοχή ή εθισμό. Τα μείζονα ηρεμιστικά περιλαμβάνουν νευροληπτικά φάρμακα όπως αλοπεριδόλη, φλουφεναζίνη ή ρισπεριδόνη. Χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση ψυχωτικών συμπτωμάτων, όπως ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις και κατατονία, και για την αντιμετώπιση ψυχωτικών διαταραχών όπως η σχιζοφρένεια. Μία κυρίαρχη όψιμη παρενέργεια πολλών νευροληπτικών παραγόντων είναι η κινητική διαταραχή γνωστή ως όψιμη δυσκινησία.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Πολλά ηρεμιστικά μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Επομένως, πριν την συνταγογράφηση, πρέπει να είναι γνωστή η έγκριση της χρήσης τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ειδικά της πρώιμης εγκυμοσύνης.

Aliases (separate with |): Ηρεμιστικό
ηχωκαρδιογραφία

Μια μη επεμβατική διαγνωστική μέθοδος, η οποία χρησιμοποιεί τους υπερήχους για την απεικόνιση των καρδιακών δομών. Με αυτήν μπορούν να αξιολογηθούν τα καρδιακά τοιχώματα, οι βαλβίδες και οι κοιλότητες της καρδιάς, ενώ μπορούν να παρατηρηθούν μερικές φορές και ενδοκαρδιακές μάζες ή θρόμβοι αίματος.

Aliases (separate with |): Ηχωκαρδιογραφία
ηχωκαρδιογραφία κόπωσης

Η υπερηχογραφική διαπίστωση τμημάτων του καρδιακού μυ, τα οποία δεν κινούνται φυσιολογικά όταν ένας ασθενής με στεφανιαία νόσο υποβάλλεται σε κόπωση ή λαμβάνει αγγειοδιασταλτικά φάρμακα (π.χ. αδενοσίνη ή διπυριδαμόλη). Οι επαγόμενες από την κόπωση διαταραχές στην περιοχική δραστηριότητα του καρδιακού μυ χρησιμοποιούνται ως δείκτες απόφραξης σε συγκεκριμένες στεφανιαίες αρτηρίες.

Aliases (separate with |): Ηχωκαρδιογραφία κόπωσης
ηχωκαρδιογραφία κόπωσης με δοβουταμίνη

Μια μη επεμβατική τεχνική για την εξέταση της στεφανιαίας νόσου, κατά την οποία η δοβουταμίνη χορηγείται στους ασθενείς για να αυξήσει την ένταση λειτουργίας της καρδιάς, η οποία στη συνέχεια εξετάζεται με υπερηχογραφική απεικόνιση. Περιοχές της καρδιάς που δεν αιματώνονται επαρκώς (ισχαιμικές περιοχές) συστέλλονται ελάχιστα κατά τη διάρκεια της έντασης της εξέτασης, συστέλλονται όμως φυσιολογικά κατά την ηρεμία. Το τμήμα του καρδιακού μυός που δεν συστέλλεται φυσιολογικά ούτε κατά την ηρεμία ούτε κατά τη διέγερση με δοβουταμίνη, έχει υποστεί παλαιότερη βλάβη από μυοκαρδιακό έμφραγμα.

Aliases (separate with |): Ηχωκαρδιογραφία κόπωσης με δοβουταμίνη
ηωσινόφιλο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο με λοβωτό πυρήνα και κοκκία στο κυτταρόπλασμα που χρωματίζονται κόκκινα με τη χρώση κατά Wright. Τα ηωσινόφιλα αποτελούν το 1- 3% των λευκών αιμοσφαιρίων. Συμβάλλουν στην καταστροφή των παρασίτων και στις αλλεργικές αντιδράσεις με την απελευθέρωση χημικών μεσολαβητών, όπως η ισταμίνη.

Aliases (separate with |): Ηωσινόφιλο
ηωταξίνη

Ένας χημειοτακτικός παράγοντας που προσελκύει ειδικά τα ηωσινόφιλα κύτταρα σε συγκεκριμένους ιστούς (πχ. στο βρογχικό δένδρο στο άσθμα ή στο δέρμα στη δερματίτιτιδα εξ επαφής). Ο παράγοντας νέκρωσης των όγκων α (TNF-α) διεγείρει την απελευθέρωσή του.

Aliases (separate with |): Ηωταξίνη
θάλαμος

Η μεγαλύτερη υποδιαίρεση του διεγκέφαλου και στις δύο πλευρές, που αποτελείται κυρίως από μια ωοειδή φαιά πυρηνική μάζα εκατέρωθεν της τρίτης κοιλίας. Κάθε μία αποτελείται από έναν αριθμό πυρήνων (πρόσθιος, διάμεσος, πλευρικός και κοιλιακός), τα διάμεσα και πλευρικά γονατώδη σώματα, και το προσκέφαλο.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Όλα τα αισθητικά ερεθίσματα, με την εξαίρεση των οσφρητικών, προσλαμβάνονται από τον θάλαμο. Συνδυάζονται, ενσωματώνονται, και στη συνέχεια μεταβιβάζονται διαμέσου θαλαμοφλοιωδών ακτίνων σε συγκεκριμένες φλοιώδεις περιοχές. Ώσεις λαμβάνονται επίσης από τον φλοιό, τον υποθάλαμο, το ραβδωτό σώμα και μεταβιβάζονται σε σπλαγχνικούς και σωματικούς τελεστές. Ο θάλαμος είναι επίσης το κέντρο για την εκτίμηση πρωτογενών άκριτων αισθήσεων πόνου, πρωτογενούς αφής, και θερμοκρασίας.

Aliases (separate with |): Θάλαμος
θαλασσαιμία

Μια ομάδα κληρονομικών αναιμιών που παρατηρούνται σε πληθυσμούς που συνορεύουν με την Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ασία. Η αναιμία παράγεται είτε από ελαττωματικό ρυθμό παραγωγής των α ή β πολυπεπτιδικών αλύσων αιμοσφαιρίνης ή από μειωμένη σύνθεση της αλύσου β. Οι ετεροζυγώτες είναι συνήθως ασυμπτωματικοί. Η σοβαρότητα των ομοζυγωτών ποικίλλει σύμφωνα με την πολυπλοκότητα του προτύπου κληρονομικότητας, αλλά η θαλασσαιμία μπορεί να είναι θανατηφόρος.

Aliases (separate with |): Θαλασσαιμία
θαλιδομίδη

Ένα καταπραϋντικό / υπνωτικό φάρμακο που αποσύρθηκε από την αγορά όταν ανακαλύφθηκε ότι είναι η αιτία σοβαρών ελαττωμάτων γέννησης (δυσμορφίες των μελών των εκτεθειμένων εμβρύων). Θεωρείται χρήσιμο στην θεραπεία ερυθήματος οζώδους λέπρας, πολλαπλού μυελώματος, σαρκώματος Kaposi, και πολλών άλλων καρκίνων, και δερματικών και ανοσολογικών ασθενειών.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.

Aliases (separate with |): Θαλιδομίδη
θάλλιο

ΣΥΜΒ: ΤΙ.

Ένα μεταλλικό στοιχείο. Ατομικό βάρος, 204.37. Ατομικός αριθμός, 81. Ειδικό βάρος, 11.85. Τα άλατά του μπορεί να είναι δηλητηριώδη σε υπερβολική δόση. Το ραδιοϊσότοπο του χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της μυοκαρδιακής αιμάτωσης και βιωσιμότητας.

Aliases (separate with |): Θάλλιο
θάλλιο 201

Ραδιονουκλεοτίδιο που χρησιμοποιείται για την διάγνωση ισχαιμικής καρδιακής νόσου. Όταν εγχυθεί στο μέγιστο της άσκησης κατά τη διάρκεια δοκιμασίας κοπώσεως με διαβαθμισμένη άσκηση, κυκλοφορεί στο μυοκάρδιο. Εικόνες της καρδιάς μπορούν στη συνέχεια να ληφθούν για την υποβοήθηση της διάγνωσης μειωμένης στεφανιαίας αιματικής ροής ή προηγούμενο εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Aliases (separate with |): Θάλλιο 201
θάνατος

Η μόνιμη παύση όλων των ζωτικών λειτουργιών, μεταξύ των οποίων εκείνων της καρδιάς, των πνευμόνων και του εγκεφάλου.

ΣΗΜΕΙΑ: Τα κύρια κλινικά σημεία του θανάτου είναι η άπνοια (η απουσία αναπνοής) και η ασυστολία (η απουσία καρδιακού παλμού). Στα άτομα που βρίσκονται υπό μηχανική υποστήριξη, υπάρχει ανάγκη και για άλλες ενδείξεις. Σε αυτές περιλαμβάνεται η απώλεια των αντανακλαστικών των κρανιακών νεύρων και η παύση της ηλεκτρικής δραστηριότητας το εγκεφάλου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Για τον καθορισμό του θανάτου ακολουθούνται νομικές διαδικασίες και αναγνωρισμένα πρωτόκολλα. Καταγράφεται ο χρόνος παύσης της αναπνοής και του καρδιακού παλμού, ενώ ενημερώνεται ο ιατρός ή άλλος νόμιμα εξουσιοδοτημένος επαγγελματίας της υγειονομικής περίθαλψης και του ζητείται να πιστοποιήσει τον θάνατο. Η οικογένεια ενημερώνεται σύμφωνα με την πολιτική του ιδρύματος, ενώ παρέχεται και συναισθηματική υποστήριξη. Ο βοηθητικός εξοπλισμός απομακρύνεται, δεν αφαιρείται όμως το βραχιόλι αναγνώρισης του νοσοκομείου. Το σώμα καθαρίζεται επιμελώς, τοποθετούνται καθαρά ενδύματα εφόσον είναι απαραίτητο, ενώ ο πρωκτός φράσσεται με απορροφητικό υλικό για την αποφυγή της διαρροής υγρών. Ο ασθενής τοποθετείται σε ύπτια θέση με τα άκρα τεντωμένα και το κεφάλι ελαφρώς ανυψωμένο. Εάν χρειάζεται τοποθετείται οδοντοστοιχία· το στόμα και τα μάτια είναι κλειστά, ενώ το σώμα καλύπτεται έως το πηγούνι με σεντόνι.

Συλλέγονται και καταγράφονται τα υπάρχοντα του ασθενούς. Πρέπει να είναι παρόντες και μάρτυρες, ειδικότερα όταν τα προσωπικά αντικείμενα έχουν μεγάλη συναισθηματική ή χρηματική αξία. Η οικογένεια παρακινείται να επισκεφθεί, να αγγίξει και να κρατήσει το σώμα του ασθενούς, εφόσον το επιθυμεί.

Σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. θάνατος νεογέννητου, βίαιος θάνατος) και σύμφωνα με το πρωτόκολλο, υπάρχει φωτογραφία του αποθανόντος ώστε να βοηθήσει την οικογένεια στον θρήνο της και στην ενθύμηση του αγαπημένου τους προσώπου. Ένας επαγγελματίας υγειονομικής περίθαλψης και ένα μέλος της οικογένειας υπογράφουν για τα υπάρχοντα του ασθενούς και τα απομακρύνουν.

Μετά την αποχώρηση της οικογένειας, το σώμα προετοιμάζεται για το νεκροτομείο. Στο πόδι ή στον καρπό του ασθενούς, καθώς επίσης και στο εξωτερικό τμήμα του σάβανου, τοποθετούνται ετικέτες σώματος που έχουν τυπωμένες πληροφορίες της ταυτότητας του ασθενούς (όνομα, αριθμός ταυτότητας, δωμάτιο και αριθμός κλίνης, εποπτεύον ιατρός) μαζί με την ημερομηνία και την ώρα του θανάτου. Στη συνέχεια, το σώμα μεταφέρεται στο νεκροτομείο και σύμφωνα με το πρωτόκολλο, τοποθετείται σε μονάδα ψύξης.

Aliases (separate with |): Θάνατος
θεοφυλλίνη

Μία λευκή κρυσταλλική σκόνη που χρησιμοποιείται σαν παράγοντας από του στόματος για αντιδραστικές ασθένειες του αεραγωγού όπως το άσθμα. Το φάρμακο έχει έναν περιορισμένο θεραπευτικό δείκτη, και στην κλινική πρακτική η τοξικότητα προς αυτόν τον παράγοντα είναι συνήθης, χαρακτηριζόμενη από γαστρεντερικές διαταραχές, τρόμο, καρδιακές αρρυθμίες, και άλλες επιπλοκές. Άλλα φάρμακα για αντιδραστικές ασθένειες του αεραγωγού, όπως εισπνεόμενοι β-αγωνιστές και εισπνεόμενα στεροειδή, συχνά συνταγογραφούνται αντί της θεοφυλλίνης για την αποφυγή τοξικοτήτων.

Aliases (separate with |): Θεοφυλλίνη
θεραπεία εφόδου

Αρχική θεραπεία (συνήθως χημειοθεραπεία) για τον έλεγχο του καρκίνου. Συνήθως, εφαρμόζεται στις λευχαιμίες ή τα λεμφώματα.

Aliases (separate with |): Θεραπεία εφόδου
θεραπεία με παγοκύστη

Η χρήση πάγου ο οποίος εφαρμόζεται είτε απευθείας είτε μέσα σε ένα κατάλληλο υλικό με σκοπό την ψύξη μίας τραυματισμένης περιοχής. Η θεραπεία με πάγο, τουλάχιστον μέσα στις πρώτες 24 με 48 ώρες από τον τραυματισμό, πιστεύεται πως είναι πολύ περισσότερο ωφέλιμη σε σχέση με την εφαρμογή θερμότητας στην θεραπεία επιφανειακών εκχυμώσεων, κακώσεων και διαστρεμμάτων. Η εφαρμογή ψυχρού νερού ή πάγου ως άμεση θεραπεία ενός εγκαύματος βοηθά στην ελάττωση της έκτασης της φλεγμονής και του άλγους και μειώνει τον κυτταρικό θάνατο που προκαλείται από την υποξία ή από την λειτουργία των ενζύμων. Η θεραπεία με πάγο μπορεί επίσης να εφαρμοστεί περιοδικά για την ελάττωση ή τον έλεγχο του μυικού άλγους, του άλγους των συνδέσμων και τομών του σώματος.

Aliases (separate with |): Θεραπεία με παγοκύστη
θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης

Η χορήγηση συμπληρωματικού συζευγμένου οιστρογόνου και προγεστίνης για τη θεραπεία καταστάσεων ορμονικής ανεπάρκειας· την ανακούφιση εμμηνοπαυσιακών αγγειοκινητικών συμπτωμάτων· και την αντιμετώπιση της μετεμμηνοπαυσιακής ατροφικής κολπίτιδας. Επίσης χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία στην οστεοπόρωση και πιθανώς στην πρόληψη της νόσου Alzheimer. Η HRT μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θανάτου μιας γυναίκας από καρδιακή νόσο, πνευμονική εμβολή και καρκίνους του μαστού και του ενδομητρίου.

Aliases (separate with |): Θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης
θεραπεία συντήρησης (maintenance therapy)

Δεύτερο σχήμα χημειοθεραπείας με στόχο την ελάττωση του αριθμού των καρκινικών κυττάρων στον οργανισμό.

Aliases (separate with |): Θεραπεία συντήρησης (maintenance therapy)
θεραπεία υποκατάστασης

Η θεραπευτική χρήση ενός φαρμάκου, το οποίο υποκαθιστά μία φυσιολογική ουσία του σώματος, η οποία είτε λείπει είτε είναι σε κατώτερα του φυσιολογικού επίπεδα (ινσουλίνη ή θυρεοειδική ορμόνη).

Aliases (separate with |): Θεραπεία υποκατάστασης
θερμοκρασία σώματος

Η θερμοκρασία σώματος, ένας δείκτης υγείας και ασθένειας και ένα από τα ζωτικά σημεία. Η θερμοκρασία σώματος ποικίλλει ανάλογα την ώρα της ημέρας και την θέση μέτρησης. Η θερμοκρασία στόματος είναι συνήθως 36°C έως 38°C. Καθημερινές αποκλίσεις σε ένα άτομο μπορεί να είναι 0,5°C ή 7°C. Η θερμοκρασία σώματος μπορεί να μετρηθεί τοποθετώντας ένα θερμόμετρο στο στόμα, στο ορθό, κάτω από τον βραχίονα, στην ουροδόχο κύστη, εντός των κοιλοτήτων της καρδιάς, ή στον έξω ακουστικό πόρο του αυτιού. Η θερμοκρασία απευθυσμένου είναι συνήθως από 0,28° έως 0,56°C υψηλότερη από του στόματος. Η μασχαλιαία θερμοκρασία είναι περίπου 0,28°C χαμηλότερη από του στόματος. Η μέτρηση της θερμοκρασίας στόματος μπορεί να είναι ανακριβής, εάν πραγματοποιηθεί αμέσως μετά την βρώση ψυχρών ουσιών από τον ασθενή ή εάν ο ασθενής έχει πάρει αναπνοή με το στόμα ανοιχτό.

Η θερμοκρασία του σώματος ρυθμίζεται από θερμορυθμιστικά κέντρα στον υποθάλαμο που ισορροπούν την παραγωγή θερμότητας και την απώλεια θερμότητας. Είκοσι πέντε τοις εκατό από την θερμότητα του σώματος χάνεται διαμέσου του δέρματος (ακτινοβολία, μετάδοση, ιδρώτας) και η υπόλοιπη μέσω των πνευμόνων, των κοπράνων και των εκκρίσεων του ουροποιητικού. Η μυϊκή εργασία (συμπεριλαμβανομένου του ρίγους) είναι ένας μηχανισμός αύξησης της θερμοκρασίας σώματος. Αύξηση της θερμοκρασίας άνω του φυσιολογικού καλείται πυρετός (πυρεξία), και η υποφυσιολογική θερμοκρασία λέγεται υποθερμία. Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την θερμοκρασία σώματος είναι η ηλικία (βρέφη και παιδιά έχουν μεγαλύτερο εύρος θερμοκρασίας σώματος από τους ενήλικες, και οι ηλικιωμένοι έχουν χαμηλότερες θερμοκρασίες σώματος από τους άλλους), ο εμμηνορρυσιακός κύκλος στις γυναίκες (η θερμοκρασία αυξάνεται στο ωοθυλακιορρηκτικό μέσο του κύκλου και παραμένει υψηλή μέχρι την έμμηνο ρήση), και η άσκηση (η θερμοκρασία αυξάνεται με μέτρια έως έντονη μυϊκή δραστηριότητα).

Aliases (separate with |): Θερμοκρασία σώματος
θερμομέτρηση του αυτιού

Ο καθορισμός της θερμοκρασίας του τυμπανικού υμένα με τη χρήση μιας συσκευής για την ταχεία αίσθηση της υπέρυθρης ακτινοβολίας από τον υμένα. Οι διαθέσιμες στο εμπόριο συσκευές το κάνουν αυτό μέσα σε 3 δευτερόλεπτα. Η ευκολία της εκτίμησης της θερμοκρασίας σώματος με αυτόν τον τρόπο είναι προφανής, εάν όμως το μεταλλικό άκροτης συσκευής παραμείνει στον ακουστικό πόρο για περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα, η ένδειξη μπορεί να είναι υπέρμετρα χαμηλή. Σε γενικές γραμμές, η ακρίβεια και η αναπαραγωγιμότητα της θερμομέτρησης του αυτιού είναι πτωχή.

Aliases (separate with |): Θερμομέτρηση του αυτιού
θερμοπληξία

Μια κατάσταση που οφείλεται σε ανεπάρκεια των θερμορρυθμιστικών μηχανισμών του σώματος στη διάρκεια ή μετά από έκθεση σε θερμότητα και σε υψηλή σχετική υγρασία (φυσιολογικά θερμοκρασίες αέρα μεγαλύτερες από 26,1°C και σχετική υγρασία μεγαλύτερη από 70%). Στις Η.Π.Α, 270 άνθρωποι πεθαίνουν από θερμοπληξία κάθε χρόνο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η θερμοπληξία χαρακτηρίζεται από υψηλή θερμοκρασία σώματος, συνήθως πάνω από 40,6°C κεφαλαλγία· αιμωδία και κνησμό· σύγχυση που προηγείται της αιφνίδιας εμφάνισης παραληρήματος ή κώματος· ταχυκαρδία· ταχεία αναπνευστική συχνότητα· και αυξημένη αρτηριακή πίεση. Οι ασθενείς με ύπουλη (που δε σχετίζεται με τη δραστηριότητα) έναρξη θερμοπληξίας μπορεί να έχουν ζεστό, υγρό δέρμα· το δέρμα των δραστήριων ανθρώπων μπορεί να είναι ακόμα υγρό από την εφίδρωση, η τελευταία όμως θα σταματήσει, καθώς η κατάσταση επιδεινώνεται.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Αποτελεσματική, άμεση θεραπεία για τη μείωση της θερμοκρασίας του κορμού του σώματος μπορεί να σώσει τη ζωή του ασθενή. Τα ρούχα του ασθενή πρέπει να αφαιρεθούν αμέσως και ο ασθενής να ψυχθεί ενεργητικά. Για αρκετές ημέρες ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για σημεία διαταραχής της ισορροπίας των υγρών και των ηλεκτρολυτών και νεφρική ανεπάρκεια.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής στον οποίο υπάρχει υποψία θερμοπληξίας εκτιμάται όσον αφορά τη βατότητα των αεραγωγών, την επάρκεια της αναπνοής, της κυκλοφορίας και τη διανοητική του κατάσταση χρησιμοποιώνταςτο σύστημα AVPU και άλλα συσχετιζόμενα σημεία και συμπτώματα, όπως είναι: η καταπληξία, η αδυναμία, η ζάλη, ο έμετος, η θόλωση της όρασης, η λοίμωξη και ευρήματα απότο δέρμα. Εκτιμώνται τα ζωτικά σημεία και χρησιμοποιώντας ένα θερμόμετρο μασχάλης ή ορθού, ο θεράπων ιατρός παρακολουθεί τη θερμοκρασία του ασθενή· αυτή αρχικά μπορεί να είναι εξαιρετικά υψηλή. Στο νοσοκομειακό περιβάλλον, πραγματοποιούνται εργαστηριακές εξετάσεις που περιλαμβάνουν βιοχημικές εξετάσεις, αέρια αίματος, ανάλυση ούρων, γενική αίματος και κατάλληλες καλλιέργειες για να βοηθήσουν στην κατάλληλη θεραπεία. Οι διαδικασίες ψύξης αρχίζουν αμέσως στον τόπο που βρίσκεται ο ασθενής και συνεχίζονται στο νοσοκομείο. Χορηγούνται ενδοφλέβια διαλύματα για την υποκατάσταση των υγρών στον αφυδατωμένο ασθενή, καθώς και οξυγόνο σε υψηλή συγκέντρωση. Παρακολουθούνται η πρόσληψη υγρών και η διούρηση. Σε σοβαρά περιστατικά μπορεί να χρειαστεί επεμβατική αιμοδυναμική παρακολούθηση, ενδοτραχειακή διασωλήνωση και αερισμός ή επείγουσα αιμοκάθαρση.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Η νόσος που σχετίζεται με τη θερμότητα μπορεί να προληφθεί μέσω εκπαίδευσης του κοινού. Οι αθλητές διδάσκονται να αναγνωρίζουν τα σημεία και τα συμπτώματα των προβλημάτων που σχετίζονται με τη θερμότητα και τη σημασία της πρόληψης και της άμεσης αντιμετώπισης των συμπτωμάτων. Οι υψηλού κινδύνου ασθενείς (εκείνοι που είναι ηλικιωμένοι, παχύσαρκοι, διαβητικοί ή αλκοολικοί, εκείνοι με καρδιακή νόσο και άλλες χρόνιες νόσους και εκείνοι που λαμβάνουν φαινοθειαζίδες ή αντιχολινεργικά) συμβουλεύονται να λαμβάνουν τις εξής προφυλάξεις: να φορούν χαλαρά, ελαφριά ρούχα· να κάνουν συχνά διαλείμματα ανάπαυσης, ειδ. στη διάρκεια κοπιαστικών δραστηριοτήτων· να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα υγρών, συμπεριλαμβανομένων ποτών με ηλεκτρολύτες· να αποφεύγουν το ζεστό, υγρό περιβάλλον αν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν κατάλληλο κλιματισμό στο δωμάτιο και να αναζητούν χώρους που κλιματίζονται για ανακούφιση. Αν είναι απαραίτητο, ο ασθενής παραπέμπεται σε κάποια κοινωνική υπηρεσία για βοήθεια, όσον αφορά τον κλιματισμό του σπιτιού.

Aliases (separate with |): Θερμοπληξία
θετική τελοεκπνευστική πίεση (ΡΕΕΡ)

Στην αναπνευστική ιατρική, η μέθοδος διατήρησης ανοικτών κυψελίδων κατά την διάρκεια της εκπνοής. Αυτό επιτυγχάνεται με βαθμιαία αύξηση της εκπνευστικής πίεσης στο μηχανικό αερισμό. Όταν χρησιμοποιείται θετική τελοεκπνευστική πίεση, είναι σημαντικό να παρακολουθείται η αιμοδυναμική κατάσταση του ασθενούς, διότι η PEEP ελαττώνει την φλεβική επιστροφή του αίματος στην καρδιά και την καρδιακή παροχή. Στόχος είναι η επίτευξη επαρκούς αρτηριακής οξυγόνωσης, χωρίς την χρήση τοξικών επιπέδων οξυγόνου και χωρίς διαταραχή της καρδιακής παροχής.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά την διάρκεια της θεραπείας, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωσή του και να παρατηρηθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως το πνευμομεσοθωράκιο, το υποδόριο εμφύσημα και ο πνευμοθώρακας.

Aliases (separate with |): Θετική τελοεκπνευστική πίεση|ΡΕΕΡ
θηλασμός

Η χορήγηση μητρικού γάλακτος σε ένα νεογνό, βρέφος ή παιδί. Το ώριμο μητρικό γάλα και ο πρόδρομος του, το πρωτόγαλα, θεωρούνται οι πιο ισορροπημένες τροφές για τα φυσιολογικά νεογνά και βρέφη. Το μητρικό γάλα είναι αποστειρωμένο, χωνεύεται εύκολα και είναι μη αλλεργικό. Περιέχει μητρικά αντισώματα που προστατεύουν από πολλές παιδικές ασθένειες και λιπίδια που διεγείρουν την πρώιμη ανάπτυξη του εγκεφάλου. Ο θηλασμός του νεογνού διεγείρει επίσης την έκκριση οξυτοκίνης, μιας υποφυσιακής ορμόνης, η οποία προκαλεί σύσπαση της μήτρας και την επιστροφή της στο φυσιολογικό της μέγεθος και κατάσταση πριν τον τοκετό. Ο θηλασμός μπορεί να επιφέρει ή να ενδυναμώσει την πρώιμη σύνδεση μητέρας-παιδιού.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προετοιμασία πριν τον τοκετό: Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου, συζητούνται με τις γυναίκες που έχουν επιλέξει να θηλάσουν, οι τεχνικές που αυξάνουν το δυναμικό για τον επιτυχή θηλασμό. Οι σύμβουλοι για τον θηλασμό ενθαρρύνουν συχνά την περιστροφή των θηλών. Δίνεται η οδηγία στη γυναίκα να περικλείσει το στήθος στο ένα χέρι, υποστηρίζοντας το βάρος του με τα τρία δάχτυλα, να πιάσει με τον αντίχειρα και τον δείκτη την θηλή και να την περιστρέψει ανάμεσά τους. Θα πρέπει να εκτελέσει 10-20 επαναλήψεις αυτών των κινήσεων, πολλές φορές την ημέρα. Ο θηλασμός της θηλής πριν τη σεξουαλική επαφή από τον σύντροφο της γυναίκας βοηθά επίσης στην προετοιμασία των θηλών για τον θηλασμό. Καλύμματα των θηλών προτείνονται για τις γυναίκες, των οποίων οι θηλές είναι επίπεδες ή ανεστραμμένες. Οι γυναίκες που διατρέχουν κίνδυνο πρόωρου τοκετού αποθαρρύνονται από το να διεγείρουν τη θηλή πριν τον τοκετό.

Θηλασμός μετά τον τοκετό: Ο επιτυχής θηλασμός ενισχύεται με το να βοηθηθεί η γυναίκα να αναπτύξει αυτοπεποίθηση, άνεση και ικανότητα στη χρήση των τεχνικών της κατάλληλης επαφής με το παιδί, της σίτισης και της αποδέσμευσής του. Περιγράφεται, συζητείται και επιδεικνύεται η βασική φροντίδα του στήθους, ώστε να ελαχιστοποιηθεί το ενδεχόμενο για ενοχλήματα, όπως είναι ο ερεθισμός των θηλών, που θα παρεμποδίσουν τον επιτυχή θηλασμό. Ακόμα, συνιστάται το πλύσιμο του μαστού και των θηλών με καθαρό νερό, χωρίς τη χρήση σαπουνιού, το οποίο απομακρύνει τις φυσικές λιπαντικές ουσίες του μαστού που προστατεύουν τις θηλές από την ξηρότητα και τις ρωγμές. Το λεπτομερειακό στέγνωμα των θηλών με αέρα, ηλιακό φως ή με ένα σεσουάρ σε χαμηλή θερμότητα, αποτρέπει τις εκδορές. Η γυναίκα θα πρέπει να παροτρύνεται να φορά ένα στηθόδεσμο θηλασμού, ο οποίος υποστηρίζει αποτελεσματικά τους μαστούς της 24 ώρες την ημέρα. Μαλακά, υφασμάτινα μαξιλαράκια μιας χρήσης θα πρέπει να εισάγονται μεταξύ του στηθόδεσμου και των θηλών, ώστε να απορροφάται οποιοδήποτε έκκριμα γάλακτος. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να αποφεύγονται οι πλαστικές επενδύσεις, διότι κατακρατούν την υγρασία και τη θερμότητα του σώματος, η οποία μαλακώνει και υγραίνει τη θηλή.

Τοποθέτηση: Τόσο η μητέρα όσο και το παιδί θα πρέπει να τοποθετούνται άνετα κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Η μητέρα και το παιδί θα πρέπει να βρίσκονται αντικριστά, στήθος με στήθος. Η θηλή της μητέρας θα πρέπει να βρίσκεται στο ύψος της μύτης του βρέφους.

Η προσκόλληση: Για τη διέγερση της θηλής και τη διευκόλυνση της προσκόλλησης του βρέφους, η μητέρα φέρνει το χέρι της κάτω από το στήθος της και τοποθετεί τον αντίχειρά της ή τον δείκτη της πάνω από την άλω, ενώ τα άλλα τρία δάχτυλά της τοποθετούνται κάτω από αυτήν, υποβαστάζοντας το βάρος του μαστού. Το βρέφος θα πρέπει να πιάσει με τα ούλα του όλη τη θηλή. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, πιέζονται οι γαλακτοφόροι πόροι και προκαλείται αποτελεσματικά η εκροή γάλακτος. Η παρεμπόδιση του βρέφους να θηλάζει μόνο το άκρο της θηλής, ελαττώνει την περίπτωση ερεθισμού, διάβρωσης και ρήξης.

Σίτιση: Στα νεογνά επιτρέπεται να θηλάζουν μέχρι να εμφανίσουν σημεία ικανοποίησης. Ο θηλασμός μόνο από τον ένα μαστό είναι επιτρεπτός, όσο το βρέφος θηλάζει κάθε δύο ώρες και τρέφεται μέχρι να χορτάσει. Αυτό παροτρύνει τη λήψη γάλακτος με μεγαλύτερες θερμίδες και περιεκτικότητα σε λίπος. Αποδέσμευση: Η μητέρα θα πρέπει να εισχωρεί ήπια τα δάχτυλά της στα χείλη του βρέφους για να διακόψει τον θηλασμό και να απομακρύνει το μαστό από το στόμα του βρέφους.

Συμφόρηση: Ο τακτικός θηλασμός του βρέφους συνήθως αποτρέπει τη συμφόρηση του στήθους. Αν λάβει όμως χώρα συμφόρηση, η μητέρα θα πρέπει να εφαρμόσει θερμές και υγρές κομπρέσες ή να σταθεί κάτω από ένα ντους με ζεστό νερό για να διεγείρει την αποσυμφόρηση και να προκαλέσει την εκροή αρκετού γάλακτος με το χέρι, ώστε να ελαττωθεί η πίεση, να μαλακώσει η άλως και να διευκολυνθεί η προσκόλληση του βρέφους κατά το θηλασμό.

Ερεθισμός των θηλών: Μερικά ενοχλήματα είναι συχνά τις πρώτες μέρες του θηλασμού. Οι πρώτες ενέργειες της μητέρας είναι να ελέγξει τη θέση του βρέφους και να πιάσει τη θηλή της. Η αλλαγή της θέση της, καθώς θηλάζει το βρέφος, μεταβάλλει επίσης τα σημεία πίεσης στη θηλή, διευκολύνοντας έτσι την κένωση του στήθους. Αν ο ερεθισμός της θηλής σχετίζεται με δυνατό θήλασμα του βρέφους, λόγω πείνας, η μητέρα μπορεί να επιλέξει να θηλάζει πιο συχνά. Η μητέρα θα πρέπει να ενθαρρύνεται να συνεχίσει τον θηλασμό. Παρόλα αυτά, αν τα προτεινόμενα μέτρα αποδειχθούν αναποτελεσματικά και επιμένει η δυσφορία καθ' όλη τη διάρκεια του θηλασμού ή αν δεν υποχωρήσει μέχρι το τέλος της πρώτης εβδομάδας μετά τον τοκετό, η μητέρα θα πρέπει να αναζητήσει τη συμβουλή ειδικού.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι γυναίκες που είναι φορείς του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) μπορεί να μεταδώσουν τον ιό στα παιδιά τους με τον θηλασμό. Έτσι, θα πρέπει να αποφεύγουν να θηλάζουν, όταν υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή διατροφικά υποκατάστατα.

Aliases (separate with |): Θηλασμός
θηλή
  1. Η ορθωτική προεκβολή στο άκρο κάθε μαστού από την οποία εκβάλλουν οι γαλακτοφόροι αγωγού. Η θηλή προεκβάλλει από το κέντρο της εντονότερα χρωματισμένης άλου θηλής του μαστού. Τόσο η θηλή όσο και η άλως περιέχουν μικρούς σμηγματογόνους αδένες (αδένες του Montgomery) οι οποίοι εκκρίνουν μια προστατευτική, ελαιώδη ουσία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εκτίμηση: Οι οδηγίες και οι επιδείξεις με στόχο την υποβοήθηση των ασθενών να αυτοεξετάσσυν τα στήθη τους, πρέπει να περιλαμβάνουν την επιθεώρηση των θηλών και των αλών, για συμμετρία του σχήματος, του μεγέθους, του χρώματος και της υφής και να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο υποχώρησης, ή ενδείξεις απέκκρισης.

Σχετικές με εγκυμοσύνη: Οι προγεννητικές οδηγίες σχετικά με το θηλασμό και τη μεταγεννητική φροντίδα του στήθους, δίνουν έμφαση σε σημεία τα οποία πρέπει να αναφερθούν στον παρέχοντα ιατρική μέριμνα (πχ, ρηγμάτωση των θηλών, αναστροφή, ερύθημα ή αιμορραγία).

  1. Τεχνητό υποκατάστατο της γυναικείας θηλής, το οποίο χρησιμοποιείται για το θηλασμό βρεφών από φιάλη. Πιπίλες σχήματος θηλής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση βρεφικών αναγκών για ρούφηγμα και για αυτοπαρηγορητική δραστηριότητα.
Aliases (separate with |): Θηλή
θνησιμότητα
  1. Θνητότητα. Η κατάσταση να είναι κάποιος θνητός.

  2. Θνησιμότητα. Ο αριθμός θανάτων σε έναν πληθυσμό. Στις Η.Π.Α. περίπου 2.300.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο. Οι πιο κοινές αιτίες θανάτου, σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Στατιστικής για την Υγεία των ΗΠΑ, είναι (σε φθίνουσα σειρά) η καρδιακή νόσος, ο καρκίνος, το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, τα ατυχήματα, η πνευμονία και η γρίπη, ο σακχαρώδης διαβήτης, η αυτοκτονία, η νεφρική ανεπάρκεια, η κίρρωση και άλλες χρόνιες ηπατικές νόσοι. Οι αιτίες θανάτου ποικίλουν ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα: τα ατυχήματα είναι η πιο κοινή αιτία θανάτου μεταξύ βρεφών, παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων, ενώ οι καρκίνοι είναι το πιο κοινό αίτιο θανάτου μεταξύ ατόμων ηλικίας 45 με 64. Η καρδιακή νόσος κυριαρχεί μετά την ηλικία των 65.

Aliases (separate with |): Θνησιμότητα
θρομβίνη
  1. Ένα ένζυμο που σχηματίζεται σε αίμα υπό πήξη από την προθρομβίνη, η οποία αντιδρά με διαλυτό ινωδογόνο μετατρέποντάς το σε ινώδες, το οποίο σχηματίζει την βάση του αιματικού θρόμβου.

  2. Μια αποστειρωμένη πρωτεΐνη που παρασκευάζεται από προθρομβίνη βόειας προέλευσης. Χρησιμοποιείται τοπικά για τον έλεγχο τριχοειδούς διαπίδυσης κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων. Όταν χρησιμοποιείται μόνο η θρομβίνη, δεν έχει την ικανότητα ελέγχου της αρτηριακής αιμορραγίας.

Aliases (separate with |): Θρομβίνη
θρομβοπενία

Ανώμαλη μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οξείες μολύνσεις (π.χ. σήψη), χρόνιες μολύνσεις (π.χ. HIV), φάρμακα (π.χ. αλκοόλη ή ηπαρίνη), ανοσολογικές διαταραχές (π.χ. ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα), και πυλαία υπέρταση (π.χ. στην κίρρωση του ήπατος) μπορούν να προκαλέσουν χαμηλούς αριθμούς αιμοπεταλίων. Η θεραπεία κατευθύνεται προς την υποκείμενη κατάσταση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής παρακολουθείται για ενδείξεις εσωτερικής αιμορραγίας, ειδικότερα ενδοκρανιακής αιμορραγίας, καθώς επίσης και αιματουρίας, αιματέμεσης, αιμορραγίας ούλων, κοιλιακής διαστολής, μέλαινας, παρατεταμένης εμμήνου ρήσεως, ρινορραγίας, εκχύμωσης, πετέχιας, ή πορφύρας, και διαχειρίζεται προσεκτικά (π.χ. κατά τη διάρκεια αιμοληψίας) για την αποτροπή τραύματος και αιμορραγίας. Η αιμορραγία ελέγχεται με την εφαρμογή πίεσης στα σημεία που αιμορραγούν. Εάν είναι απαραίτητη η συλλογή αρτηριακού αίματος (π.χ. για αέρια του αίματος), πρέπει να αναπτυχθεί ένα σχέδιο περίθαλψης του ασθενούς σε συνδυασμό με τον ιατρό και το εργαστηριακό προσωπικό για να διασφαλισθεί ότι δεν θα συμβεί κρυφή αιμορραγία. Η χρήση μαλακής οδοντόβουρτσας βοηθά στην αποτροπή τραυματισμών. Για το ξύρισμα πρέπει να χρησιμοποιείται ηλεκτρικό ξυράφι. Οι μεταγγίσεις αιμοπεταλίων χορηγούνται σύμφωνα με τις ενδείξεις και ο ασθενής παρακολουθείται για ρίγη, πυρετό, ή αλλεργικές αντιδράσεις. Η ασπιρίνη και άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα πρέπει να αποφεύγονται, επειδή τα φάρμακα αυτά μπορούν να αναστείλουν την λειτουργία των αιμοπεταλίων. Εάν πραγματοποιηθεί σπληνεκτομή, παρέχεται προεγχειρητική και μετεγχειρητική νοσηλευτική περίθαλψη όπως απαιτείται. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να εκφράσει αισθήματα και ανησυχίες.

Aliases (separate with |): thrombocytopenia|Θρομβοπενία
θρόμβος

Ένας θρόμβος του αίματος που προσκολλάται στο τοίχωμα ενός αγγείου ή οργάνου. Σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να αποφράξει το αγγείο ή το όργανο μέσα στο οποίο βρίσκεται, αποτρέποντας τη ροή του αίματος. Τα αντιπηκτικά χρησιμοποιούνται για την αποτροπή και αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης.

Aliases (separate with |): Θρόμβος
θρομβοφλεβίτιδα

Φλεγμονή μιας φλέβας σε συνδυασμό με το σχηματισμό θρόμβου. Συνήθως, συμβαίνει σε ένα άκρο, συχνότερα στο πόδι.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η φαρμακευτική θεραπεία περιλαμβάνει ηπαρίνη ή βαρφαρίνη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η πρόληψη περιλαμβάνει την αναγνώριση των ασθενών που είναι σε κίνδυνο και την παρότρυνση για ασκήσεις των ποδιών, χρήση αντιεμβολικών καλτσών, και πρώιμη βάδιση για να αποτραπεί η φλεβική στάση. Ο ασθενής πρέπει να εκτιμάται σε τακτά χρονικά διαστήματα για ενδείξεις φλεγμονής, ευαισθησίας, πόνου και διαφορών στις μετρήσεις της περιμέτρου της γαστροκνημίας. Τα αντιπηκτικά χορηγούνται σύμφωνα με τις ενδείξεις, ο ασθενής εκτιμάται για ενδείξεις αιμορραγίας, και παρακολουθούνται τα αποτελέσματα των εξετάσεων της πήξης. Ο ασθενής εκτιμάται για ενδείξεις πνευμονικής εμβολής, δύσπνοιας, ταχύπνοιας, υπότασης, θωρακικού πόνου, αλλαγών στα επίπεδα συνείδησης, ανωμαλιών των αερίων του αρτηριακού αίματος, και ηλεκτροκαρδιογραφικών αλλαγών. Ο ασθενής προετοιμάζεται για τις διαγνωστικές διαδικασίες και τις ιατρικές και χειρουργικές επεμβάσεις που απαιτούνται. Οι ασθενείς με υψηλότερο κίνδυνο θρομβοφλεβίτιδας είναι εκείνοι με παρατεταμένη κατάκλιση, εκείνοι με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, παχυσαρκία, ή καρκίνο και άνθρωποι μεγαλύτεροι των 65 ετών.

Aliases (separate with |): thrombophlebitis|Θρομβοφλεβίτιδα
θρόμβωση

Ο σχηματισμός ή η παρουσία ενός θρόμβου στο αίμα μέσα στο αγγειακό σύστημα. Είναι ένας προστατευτικός μηχανισμός όταν συμβαίνει κατά τη διάρκεια αιμορραγίας. Είναι επικίνδυνο γεγονός όταν συμβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή επειδή ο θρόμβος μπορεί να αποφράξει ένα αγγείο και να σταματήσει την παροχή αίματος σε ένα όργανο ή περιοχή. Ο θρόμβος, εάν αποσπασθεί, μπορεί να μεταναστεύσει διαμέσου της αιματικής ροής και να αποφράξει ένα άλλο αγγείο σε απόσταση από την περιοχή προέλευσης. Για παράδειγμα, ένας θρόμβος στο πόδι μπορεί να αποκολληθεί και να προκαλέσει πνευμονική εμβολή.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τραυματισμός (ειδικότερα ύστερα από εγχείρηση και τοκετό), καρδιακές και αγγειακές διαταραχές, παχυσαρκία, κληρονομικές διαταραχές της πήξης, ηλικία άνω των 65, υπερβολικός αριθμός ερυθροκυττάρων και αιμοπεταλίων, υπερπαραγωγή ινωδογόνου και σήψη είναι προδιαθεσικοί παράγοντες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Πνεύμονες: Απόφραξη των μικρότερων αγγείων στους πνεύμονες προκαλεί έμφρακτο που μπορεί να συνοδεύεται από ξαφνκό πόνο στην πλευρά του θώρακα, όμοιο της πλευρίτιδας. Επίσης, παρατηρούνται αιμόπτυση, ήχος πλευριτικής τριβής και σημεία πύκνωσης. Νεφροί: Εμφανζεται αίμα στα ούρα Δέρμα: Μικρές αιμορραγικές κηλίδες μπορεί να εμφανιστούν στο δέρμα. Σπλήνας: Γίνεται αισθητός πόνος στην αριστερή άνω κοιλία. Άκρα: Εάν μια μεγάλη αρτηρία σε ένα από τα άκρα, όπως ο βραχίονας, αποφραχθεί ξαφνικά, η περιοχή γίνεται ψυχρή, ωχρή, κυανή και ο παλμός εξαφανίζεται κάτω από το σημείο απόφραξης. Μπορεί να επακολουθήσει γάγγραινα των δακτύλων ή ολόκληρου του μέλους. Τα ίδια συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται σε μία εμβολή.

Εάν το μέλος είναι πρησμένο, πρέπει να παρακολουθηθεί για έλκη πίεσης. Πρέπει να λαμβάνεται προστασία για εγκαύματα από μπουκάλι καυτού νερού ή ηλεκτρικά επιθέματα. Παρατεταμένη κατάκλιση ίσως είναι απαραίτητη, ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι παθολογικοί θρόμβοι αντιμετωπίζονται με θρομβολυτικούς παράγοντες (πχ. στρεπτοκινάση), αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα (πχ. ηπαρίνες ή ασπιρίνη), αντιπηκτικά (πχ. βαρφαρίνη), ή ανταγωνιστές γλυκοπρωτεϊνικών υποδοχέων αιμοπεταλίων (πχ. αμπσιξιμάμπη).Όταν ένας θρόμβος ή εμβολή είναι ογκώδης και επικίνδυνος, γίνεται προσπάθεια απομάκρυνσής του.

Aliases (separate with |): Θρόμβωση
θρυψίνη

Ένα πρωτεολυτικό ένζυμο που σχηματίζεται στο έντερο από θρυψινογόνο. Καταλύει την υδρόλυση πεπτιδικών δεσμών σε μερικώς διασπασμένες πρωτεΐνες και ορισμένες φυσικές πρωτεΐνες, τα τελικά προϊόντα είναι αμινοξέα και ποικίλα πολυπεπτίδια.

Aliases (separate with |): Θρυψίνη
θυλακίτιδα

Φλεγμονή του θυλάκου, ειδικά μεταξύ του οστού και του μυ ή του τένοντα, όπως στον ώμο και το γόνατο. Οι συχνές μορφές περιλαμβάνουν την περιστροφική μυϊκή ομάδα του ώμου, τον ώμο του μεταλλωρύχου ή τον ώμο του παίκτη του τένις και την προεπιγονατιδική θυλακίτιδα (ορογονίτιδα).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία περιλαμβάνει την ακινησία του προσβεβλημένου τμήματος κατά την οξεία φάση. Μόλις υποχωρήσουν τα συμπτώματα, η κινητοποίηση βοηθά στην ελάττωση δημιουργίας συμφύσεων. Τα αναλγητικά, η θερμότητα και η διαθερμία δρουν επικουρικά. Μπορεί να χρειαστεί έγχυση τοπικού αναισθητικού ή κορτιζόνης στον θύλακο. Στην χρόνια θυλακίτιδα (ορογονίτιδα) ενδέχεται να είναι αναγκαία η χειρουργική επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Αν υπάρχει άλγος και περιορισμός της κινητικότητας της άρθρωσης κατά την οξεία φάση, χρειάζεται κατάκλιση και περιορισμός της κινητικότητας του προσβεβλημένου τμήματος. Αν το άλγος και η απώλεια της λειτουργικότητας είναι σοβαρά και δεν βελτιώνονται με την ανάπαυση, ο ασθενής παραπέμπεται για ιατρική αξιολόγηση. Μπορεί να χρειαστεί επίσης φυσιοθεραπεία.

Aliases (separate with |): bursitis|Θυλακίτιδα
θύμος

Ένα λεμφοειδές όργανο που βρίσκεται στο μεσοθωράκιο μπροστά και άνω της καρδιάς, αποτελείται από δύο συντηγμένα λόβια που το καθένα αποτελείται από πολλαπλά λοβίδια, τα οποία χωρίζονται σε έναν έξω φλοιό και έσω μυελό. Τα ανώριμα Τ κύτταρα διαμορφώνουν το μεγαλύτερο μέρος του φλοιού και κάποιο τμήμα του μυελού. Τα εναπομείναντα κύτταρα είναι επιθηλιακά κύτταρα, με μερικά μακροφάγα. Τα επιθηλιακά κύτταρα σε ορισμένες περιοχές του μυελού αναπτύσσουν σκληρούς πυρήνες και είναι γνωστά ως σωματίδια Hassall.

Ο θύμος είναι η πρωτογενής θέση διαφοροποίησης των Τ λεμφοκυττάρων. Κατά τη διάρκεια της προγεννητικής περιόδου, τα λεμφοειδή βλαστοκύτταρα μεταναστεύουν από τον μυελό των οστών στο θύμο. Γεμίζουν και διαστέλλουν τα ενδιάμεσα διαστήματα μεταξύ των επιθηλιακών κυττάρων και πολλαπλασιάζονται ταχέως. Σχεδόν όλα αυτά τα ανώριμα θυμοκύτταρα καταστρέφονται, για την απομόνωση αυτών που θα επιτίθονταν σε αυτοαντιγόνα. Περίπου 1% των θυμοκυττάρων ωριμάζουν σε Τ κύτταρα, με είτε την CD4 ή την CD8 πρωτεΐνη δείκτη και υποδοχείς με ικανότητα πρόσδεσης σε ειδικά αντιγόνα. Τα ώριμα Τ λεμφοκύτταρα εγκαταλείπουν τον θύμο και μεταναστεύουν στον σπλήνα, στους λεμφαδένες και άλλους λεμφοειδείς ιστούς, όπου ελέγχουν την κυτταρική ανοσολογική απάντηση.

Ο θύμος ζυγίζει 15 με 35 g. κατά την γέννηση και συνεχίζει να αυξάνει μέχρι την εφηβεία, όπου αρχίζει να συρρικνώνεται και ο λεμφοειδής ιστός αντικαθίσταται από ινώδη ιστό. Μόλις 5 g. θυμικού ιστού παραμένουν στην ενήλικη ζωή. Ο λόγος της εκφύλισης μπορεί να είναι ότι το όργανο έχει παράγει αρκετά Τ λεμφοκύτταρα για την τροφοδότηση των ιστών του ανοσοποιητικού συστήματος και δεν είναι πλέον απαραίτητος. Αφαίρεση του θύμου σε έναν ενήλικα δεν προκαλεί τη μείωση στην ανοσολογική λειτουργία που παρατηρείται όταν ο αδένας αφαιρείται στα παιδιά.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ: Έλλειψη του θύμου ή υποπλασία θύμου είναι ένα συστατικό του συνδρόμου DiGeorge, το οποίο χαρακτηρίζεται από σοβαρή έλλειψη κυτταρικής ανοσίας. Η θυμική υπερπλασία προκύπτει από την αύξηση των λεμφικών ωοθυλακίων που περιέχουν Β λεμφοκύτταρα και δενδριτικά κύτταρα. Παρατηρείται στην βαριά μυασθένεια και περιστασιακά σε άλλες αυτοάνοσες ασθένειες όπως η νόσος Graves, η ρευματοειδής αρθρίτις, και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Τα θυμώματα, που είναι καλοήθεις ή κακοήθεις όγκοι του θύμου, περιλαμβάνουν μόνο τα θυμικά επιθηλιακά κύτταρα. Άλλοι όγκοι, συμπεριλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με την νόσο Hodgkin και τα λεμφώματα, περιλαμβάνουν θυμοκύτταρα.

Aliases (separate with |): Θύμος
θυρεοειδής
  1. Θυρεοειδής αδένας.

  2. Ο καθαρός, στεγνός, και κονιορτοποιημένος θυρεοειδής αδένας των ζώων (επίσης γνωστός ως θυρεοειδικό εκχύλισμα]. Το θυρεοειδικό απόσταγμα χρησιμοποιείται σπάνια για την αντιμετώπιση υποθυρεοειδισμού και βρογχοκήλης λόγω της απρόβλεπτης δράσης του.

Aliases (separate with |): Θυρεοειδής
θυρεοειδής αδένας

Ένας ενδοκρινής αδένας που βρίσκεται στη βάση του λαιμού και στις δύο πλευρές του χαμηλότερου τμήματος του λάρυγγα και του ανώτερου τμήματος της τραχείας. Ο θυρεοειδής αδένας, ή θυρεοειδής, αποτελείται από δύο πλευρικούς λοβούς που συνδέονται με έναν ισθμό. Μερικές φορές, ένας τρίτος διάμεσος ή πυραμιδοειδής λοβός εκτείνεται προς τα άνω από τον ισθμό. Ο αδένας αποτελείται από μικροσκοπικά κυστίδια, τα θυρεοειδικά ωοθυλάκια, τα οποία αποτελούνται από κύτταρα που αποκαλούνται θυλακοειδή κύτταρα. Τα ωοθυλάκια περιέχουν κολλοειδές, ένα μίγμα της πρωτεΐνης θυρεοσφαιρίνης και ιωδίου, από το οποίο συντίθενται η θυροξίνη και η τριιωδοθυρονίνη. Τα παραθυλακοειδή κύτταρα εκκρίνουν την ορμόνη καλσιτσνίνη.

Aliases (separate with |): Θυρεοειδής αδένας
θυρεοειδική ορμόνη

Μία ορμόνη που εκκρίνεται από τα θυλάκια του θυρεοειδούς αδένα. Οι δύο ενεργές θυρεοειδικές ορμόνες είναι η θυροξίνη (Τ4) και τριιωδοθυρονίνη (Τ3). Δρουν ως υποδοχείς σε ιστούς σε όλο το σώμα για να αυξήσουν την παραγωγή κυτταρικών πρωτεϊνών, τον μεταβολικό ρυθμό και τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Ανεπάρκεια της θυρεοειδούς ορμόνης προκαλεί κλινικό υποθυρεοειδισμό· η περίσσεια προκαλεί υπερθυρεοειδισμό.

Aliases (separate with |): Θυρεοειδική ορμόνη
θυρεοτοξίκωση

Μια κατάσταση που προκύπτει από έκθεση των ιστών του σώματος σε υπερβολικά επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών. Μπορεί να προκληθεί από έναν υπερλειτουργούντα ή κατεστραμμένο θυρεοειδή αδένα ή από τη χορήγηση υπερβολικών δόσεων θυρεοειδικών ορμονών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος του Grave's, οι υπερλειτουργούντες θυρεοειδικοί όζοι, η τοξική πολυοζώδης βρογχοκήλη, η θυρεοειδίτις, η υπερβολική έκθεση σε ιώδιο, και η υπερβολική πρόσληψη θυρεοειδικών ορμονών μπορούν να προκαλέσουν θυρεοτοξίκωση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Συνηθισμένα συμπτώματα περιλαμβάνουν άγχος και ευερεθιστότητα, αϋπνία, δυσανεξία στην ζέστη, πυρετό, απώλεια βάρους παρά την αυξημένη όρεξη, μυϊκή αδυναμία, αίσθημα παλμών, αμηνόρροια ή στυτική δυσλειτουργία, και υπερβολική αφόδευση. Στους ηλικιωμένους, μπορεί να εμφανίζονται συμπτώματα όπως καρδιακή ανεπάρκεια υψηλής παροχής, κολπική μαρμαρυγή ή κατάθλιψη. Στα σημεία θυρεοτοξίκωσης περιλαμβάνονται ταχυκαρδία, συστολική υπέρταση, τρόμος, εφίδρωση, πυρετός, καρδιακά φυσήματα, ισχυροί παλμοί, υπερβολικά εν τω βάθει τενόντια αντανακλαστικά, καθυστέρηση βλεφάρων, βρογχοκήλη, και στη νόσο Graves, προεκβολή των οφθαλμών (εξώφθαλμος).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία και πρόγνωση εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία της ασθένειας. Οι βήτα αποκλειστές καλύπτουν πολλά από τα συμπτώματα της θυρεοτοξίκωσης, ανεξαρτήτως της υποκείμενης αιτίας, και χορηγούνται τυπικά για την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Ασθενείς με νόσο του Graves, την συχνότερη αιτία θυρεοτοξίκωσης, μπορούν να αντιμετωπιστούν με αντιθυρεοειδικά φάρμακα (π.χ. μεθιμαζόλη), κατάλυση του θυρεοειδούς αδένα με ραδιενεργό ιώδιο ή χειρουργική αφαίρεσή του.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο επαγγελματίας της ιατρικής περίθαλψης παρέχει ένα ήρεμο περιβάλλον, ενθαρρύνοντας την έκφραση των συναισθημάτων, και προάγοντας την αποφυγή αγχωτικών και διεγερτικών ερεθισμάτων ώστε να βοηθηθεί ο ασθενής να αντεπεξέλθει του άγχους και της ευερεθιστότητας που χαρακτηρίζουν την κατάσταση αυτή. Η πρόσληψη θρεπτικών ουσιών πρέπει να αποτελείται από τροφές υψηλές σε υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και βιταμίνες για να διατηρηθεί μια αναβολική κατάσταση και να αποτραπεί η μυϊκή αδυναμία και η φθορά. Μέτρα λαμβάνονται για την μείωση των συνεπειών του πυρετού, της εφίδρωσης, των κοιλιακών κραμπών και της διάρροιας. Τα υγρά και οι ηλεκτρολύτες που χάνονται μέσω της εφίδρωσης και της διάρροιας αντικαθίστανται.

Aliases (separate with |): Θυρεοτοξίκωση
θώρακας

Το μέρος του σώματος μεταξύ της βάσης του λαιμού προς τα άνω και του διαφράγματος προς τα κάτω.

Η επιφάνεια του θώρακα διαιρείται σε περιοχές ως ακολούθως: Πρόσθια επιφάνεια: υπερκλείδια, πάνω από τις κλείδες. Υπερστερνική, πάνω από το στέρνο. Κλειδική, στις κλείδες. Στερνική, στο στέρνο. Μαστική, ο χώρος μεταξύ του τρίτου και έκτου πλευρού εκατέρωθεν. Υπομαστκός, κάτω από τους μαστούς και κάτω από το χαμηλότερο όριο του 12ου πλευρού εκατέρωθεν. Οπίσθια επιφάνεια:Ωμοπλατιαία, στην ωμοπλάτη. Μεσοπλάτια, μεταξύ των ωμοπλατών. Υποπλάτια, κάτω από την ωμοπλάτη. Και στις δύο πλευρές: Μασχαλιαία, πάνω από το έκτο πλευρό.

Aliases (separate with |): Θώρακας
θωρακική κοιλότητα

Το τμήμα της κοιλιακής κοιλότητας επάνω από το διάφραγμα, το θολωτό μυ που τη διαχωρίζει από την κοιλιακή κοιλότητα. Περικλείεται από το θωρακικό τοίχωμα. Τα θωρακικά σπλάγχνα περιλαμβάνουν τους υπεζωκότες οι οποίοι περιβάλλουν τους πνεύμονες, το μεσοθωράκιο μεταξύ των πνευμόνων, το οποίο περιέχει την καρδιά καιτο περικάρδιο, τη θωρακική αορτή, την πνευμονική αρτηρία και φλέβες, τις κοίλες φλέβες, τον θύμο αδένα, λεμφαδένες, την τραχεία, τους βρόγχους, τον οισοφάγο και το θωρακικό αγωγό.

Aliases (separate with |): Θωρακική κοιλότητα
θωρακική παροχέτευση

Η τοποθέτηση του σωλήνα παροχέτευσης στην θωρακική κοιλότητα, συνήθως στον χώρο του υπεζωκότος. Ο σωλήνας χρησιμοποιείται για την παροχέτευση αέρα, υγρού ή αίματος από τον χώρο του υπεζωκότος, έτσι ώστε να διασταλεί ο συμπιεσμένος και καταρρεύσας πνεύμονας. Ο σωλήνας είναι συνδεδεμένος σε ένα σύστημα που δημιουργεί αναρρόφηση. Αυτό βοηθά την απομάκρυνση του υλικού από το χώρο του υπεζωκότος, ενώ εμποδίζει την απορρόφηση αέρα πίσω στον χώρο.

Aliases (separate with |): Θωρακική παροχέτευση
θωρακικός πόνος, πόνος στο στήθος

Ενόχληση αισθητή στην άνω κοιλιακή χώρα, στο θώρακα, στον αυχένα ή στους ώμους. Ο θωρακικός πόνος αποτελεί μια από τις συνηθέστερες, ενδεχομένως, δυνάμει σοβαρές ενοχλήσεις που αναφέρονται από ασθενείς σε μονάδες εντατικής θεραπείας, νοσοκομεία και ιατρεία. Μπορεί να προκαλείται από ένα ευρύ φάσμα ασθενειών και καταστάσεων, που περιλαμβάνει (χωρίς να εξαντλείται σε αυτές): στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου· άγχος και υπεραερισμό; αορτική διατομή· πλευροχονδρίτιδα ή τραυματισμό των πλευρών· βήχα, πνευμονία, πλευρίτιδα, πνευμοθώρακα ή πνευμονική εμβολή· οισοφαγικές παθήσεις, όπως παλινδρόμηση ή οισοφαγίτιδα; γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλίτιδα ή πεπτικό έλκος· λίθους στο χοληφόρο δίκτυο.

Aliases (separate with |): Θωρακικός πόνος, πόνος στο στήθος
θωρακοτομή

Χειρουργική διάνοιξη του θώρακα. Xειρουργική επέμβαση κατά την οποία γίνεται τομή ή διάνοιξη του θωρακικού τοιχώματος με σκοπό την ανεύρεση κακοήθειας ή άλλων παθήσεων.

Aliases (separate with |): Θωρακοτομή
ιn situ

Πρώιμο στάδιο της κακοήθειας, κατά το οποίο η νόσος εντοπίζεται αποκλειστικά σε ένα σημείο.

Aliases (separate with |): In situ
ιατρικά απόβλητα

Μολυσματικά ή σωματικά επικίνδυνα ιατρικά ή βιολογικά απόβλητα. Περιλαμβάνουν αίμα που έχει απορριφθεί και προϊόντα αίματος· απόβλητα από το πα-θολογοανατομικό τμήμα, συμπεριλαμβανομένων σωματικών μελών, ιστών ή υγρών που αποβλήθηκαν ως υπολείμματα εγχειρήσεων ή αυτοψίας· μολυσμένα πτώματα ζώων· σωματικά μέρη ζώων και κλινοσκεπάσματα· αιχμηρά αντικείμενα· αποβλημένα παρασκευάσματα από γενετικά τροποποιημένους ζωντανούς οργανισμούς και τα προϊόντα τους.

Aliases (separate with |): Ιατρικά απόβλητα
ιατροδικαστής

Ένας ιατρός που έχει τις γνώσεις και την ικανότητα να ερευνά την αιτία θανάτου και τις συνθήκες γύρω από αυτόν. Η εκπαίδευση συνήθως περιλαμβάνει μελέτη παθολογοανατομίας και ιατροδικαστικής. Ο ιατροδικαστής έχει σχετική άδεια από κυβερνητικές οργανώσεις να τις εκπροσωπεί και να κάνει μία εκτενή αναφορά των ευρημάτων του στις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές. Η ικανότητα ενός ιατροδικαστή είναι ιδιαίτερα σημαντική στη διερεύνηση θανάτων, όπου κακή άσκηση της ιατρικής, η ανθρωποκτονία, η αυτοκτονία ή άλλες εγκληματικές ενέργειες είναι πιθανό να έχουν συμβάλει ως παράγοντες.

Aliases (separate with |): Ιατροδικαστής
ιδανικό βάρος σώματος

Ο αριθμός των των κιλών που πρέπει να ζυγίζει ένα άτομο, βάσει του ύψους και της κατασκευής του, για να έχει και να διατηρεί την καλύτερη δυνατή κατάσταση υγείας. Πολλοί πίνακες, όπως είναι ο Metropolitan Life Height and Weight Table, δείχνουν το ιδανικό σωματικό βάρος για τους άνδρες και τις γυναίκες, ανάλογα με το ύψος. Αυτοί οι πίνακες αναφοράς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να τεθούν οι στόχοι σε ασθενείς με υψηλότερο ή χαμηλότερο από το φυσιολογικό σωματικό βάρος.

Aliases (separate with |): Ιδανικό βάρος σώματος
ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας

Διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την εμμονή με την τάξη, την τελειότητα και τον πνευματικό και διαπροσωπικό έλεγχο εις βάρος της προσαρμοστικότητας, της ελευθερίας και της αποτελεσματικότητας. Αυτά τα συμπτώματα αρχίζουν νωρίς κατά την ενηλικίωση και εκδηλώνονται σε διάφορες συνθήκες. Πρέπει να υπάρχουν τέσσερα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια: εμμονή με 1. Τις λεπτομέρειες, τους κανόνες, τις λίστες, την τάξη, την οργάνωση ή τα προγράμματα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χάνεται το κύριο σημείο της δραστηριότητας, 2. Την τελειότητα που να παρεμποδίζει την ολοκλήρωση των καθηκόντων, επειδή δεν εκπληρώνονται τα υπερβολικά αυστηρά κριτήρια του ασθενούς, 3. Την υπερβολική αφοσίωση στην δουλειά και στην παραγωγικότητα, μέχρι του σημείου να αποκλείονται δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου και φιλίες (που δεν αποδίδονται σε εμφανή οικονομική υποχρέωση), 4. Την υπερβολική ευσυνειδησία, 5. Τη σταθερότητα σχετικά με ζητήματα ηθικής, δεοντολογίας ή αξιών (που δεν ερμηνεύονται από την πολιτισμική ή θρησκευτική ταυτότητα), 6. Την αδυναμία να πεταχτούν φθαρμένα ή άχρηστα αντικείμενα, ακόμα και αν δεν έχουν συναισθηματική αξία, 7. Την απροθυμία να οριστούν καθήκοντα ή να υπάρξει συνεργασία με άλλα άτομα, εκτός και αν αυτά ενδώσουν στον ακριβή τρόπο με τον οποίο δουλεύει ο ασθενής, 8. Τη φιλαργυρία απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους και με την άποψη ότι τα χρήματα αποταμιεύονται για μελλοντικές καταστροφές και 9. Την επίδειξη σκληρότητας και ισχυρογνωμοσύνης.

Ακόμα και αν η ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας έχουν παρόμοια ονόματα, διαχωρίζονται συνήθως εύκολα, μέσω της ύπαρξης αληθών εμμονών και παρορμήσεων στην πρώτη περίπτωση. Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, όταν η αποταμίευση είναι υπερβολική. Όταν εκπληρωθούν τα διαγνωστικά κριτήρια και για τις δύο παθήσεις, θα πρέπει να καταγράφονται και οι δύο διαγνώσεις.

Aliases (separate with |): Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας
ιδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύρα

Αιμορραγική αυτοάνοση νόσος, στην οποία λαμβάνει χώρα καταστροφή των κυκλοφορούντων αιμοπεταλίων που προκαλείται από αυτοαντισώματα τα οποία συνδέονται με αντιγόνα στην μεμβράνη των αιμοπεταλίων. Εμφανίζεται σαν χρόνια νόσος στα παιδιά και έπεται συνήθως μιας ιογενούς λοίμωξης. Η οψονοποίηση των αιμοπεταλίων από τα αυτοαντισώματα διεγείρει την λύση τους, ιδιαίτερα στον σπλήνα.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα άτομα με ιδιοπαθή θρομβοκυτταροπενική πορφύρα θα πρέπει να λαμβάνουν ειδικά μέτρα για την αποφυγή τραυματισμών στα αθλήματα επαφής. Η ασπιρίνη και άλλα φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν αιμορραγία θα πρέπει να λαμβάνονται από άτομα με ιδιοπαθή θρομβοκυτταροπενική πορφύρα μόνο υπό την καθοδήγηση ενός έμπειρου γιατρού.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν την ρινορραγία και την αιμορραγία από τα ούλα ή από το γαστρεντερικό σύστημα. Τα σωματικά ευρήματα περιλαμβάνουν τις πετέχιες, ειδικά στα κάτω άκρα, και τις εκχυμώσεις. Εργαστηριακά ευρήματα: Ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι συνήθως λιγότερος από 100.000/mm3 και μπορεί να σχετίζεται με αναιμία σαν αποτέλεσμα της αιμορραγίας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Αν οι ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί (δηλ. δε έχουν εμφανή αιμορραγία) και ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι περίπου 50.000 mm3, δεν χρειάζεται θεραπεία. Η θεραπεία για συμπτωματικούς ασθενείς ή για ασθενείς με πολύ χαμηλούς αριθμούς αιμοπεταλίων περιλαμβάνει υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών, την ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη IgG, την σπληνεκτομή ή την χορήγηση χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, όπως βινκριστίνης ή η κυκλοφωσφαμίδης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο αριθμός των αιμοπεταλίων παρακολουθείται στενά. Ο ασθενής παρατηρείται για αιμορραγία (πετέχιες, εκχυμώσεις, επίσταξη, αιμορραγία από την στοματική κοιλότητα ή το γαστρεντερικό σύστημα, αιματουρία, μηνορραγία) και ελέγχονται τα κόπρανα, τα ούρα και ο εμετός για την ύπαρξη κρυφού αίματος. Η ποσότητα της αιμορραγίας ή το μέγεθος των εκχυμώσεων μετρείται τουλάχιστον κάθε 24 ώρες. Παρακολουθείται οποιαδήποτε επιπλοκή της ιδιοπαθούς θρομβοκυτταροπενικής πορφύρας. Ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με την νόσο, τις θεραπείες και τη σημασία της αναφοράς αιμορραγίας (όπως της επίσταξης ή της αιμορραγίας από τα ούλα, το ουροποιητικό, την μήτρα ή το ορθό) και των σημείων εσωτερικής αιμορραγίας (όπως μαύρα κόπρανα ή καφεοειδή εμετό). Ο ασθενής θα πρέπει να αποφεύγει την ένταση κατά την αφόδευση ή τον βήχα, διότι και τα δύο μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης, προκαλώντας πιθανόν εγκεφαλική αιμορραγία. Χορηγούνται υπακτικά για την πρόληψη ρήξης του βλεννογόνου του ορθού, λόγω δυσκοιλιότητας ή κένωσης σκληρών κοπράνων. Στον ασθενή επεξηγείται ο σκοπός, η διαδικασία και οι αναμενόμενες εκβάσεις κάθε διαγνωστικής δοκιμασίας. Διευκρινίζεται επίσης ο ρόλος των αιμοπεταλίων και ο τρόπος με τον οποίο τα αποτελέσματα του αριθμού των αιμοπεταλίων μπορούν να βοηθήσουν στην αναγνώριση συμπτωμάτων ανώμαλης αιμορραγίας. Όσο πιο πολύ μειώνεται ο αριθμός των αιμοπεταλίων, τόσο πιο πολλά προληπτικά μέτρα θα πρέπει να λάβει ο ασθενής. Σε σοβαρή θρομβοπενία, ακόμα και τα πιο μικρά χτυπήματα ή εκδορές μπορούν να προκαλέσουν αιμορραγία. Η νοσηλεύτρια αποτρέπει την αιμορραγία, λαμβάνοντας τα ακόλουθα προληπτικά μέτρα για την προστασία του ασθενούς από τραυματισμούς: Διατηρώντας τα κάγκελα του κρεβατιού ανυψωμένα και καλυμμένα με προστατευτικό κάλυμμα, παροτρύνοντας την χρήση μαλακής οδοντόβουρτσας και ηλεκτρικής ξυριστικής μηχανής και αποφεύγοντας, αν είναι δυνατό, τις επεμβατικές διαδικασίες. Όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η φλεβοκέντηση, εφαρμόζεται πίεση στην θέση νυγμού για τουλάχιστον 20 λεπτά ή μέχρι να σταματήσει η αιμορραγία. Σε περίπτωση ενεργούς αιμορραγίας, ο ασθενής βρίσκεται υπό αυστηρή κατάκλιση, με ανυψωμένο το προσκέφαλο του κρεβατιού για την αποφυγή αυξήσεων της ενδοκράνιας πίεσης, η οποία μπορεί να οδηγήσει πιθανώς σε ενδοκράνια αιμορραγία. Όλες οι περιοχές πετεχιών και εκχυμώσεων προστατεύονται από περαιτέρω τραυματισμό. Αν ο ασθενής κουράζεται εύκολα, παρέχονται διαστήματα ανάπαυσης μεταξύ των διαφόρων δραστηριοτήτων. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του παροτρύνονται να συζητήσουν τις ανησυχίες τους σχετικά με τη νόσο και τη θεραπεία της, τους παρέχεται συναισθηματική υποστήριξη και απαντώνται ειλικρινά όλες οι ερωτήσεις. Η νοσηλεύτρια καθησυχάζει τον ασθενή ότι οι πετέχιες και οι εκχυμώσεις θα υποχωρήσουν με την υποχώρηση της νόσου. Ο ασθενής θα πρέπει να αποφεύγει τη λήψη οποιαδήποτε μορφής ασπιρίνης, καθώς επίσης και οποιουδήποτε άλλου φαρμάκου που διαταράσσει την πηκτικότητα, συμπεριλαμβανομένων των μη στεροειδών α-ντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Αν ο ασθενής εμφανίζει συχνές ρινορραγίες, θα πρέπει να χρησιμοποιεί το βράδυ μια συσκευή ύγρανσης και να υγραίνει τα ρουθούνια δύο φορές τη μέρα με φυσιολογικό ορό. Η νοσηλεύτρια μαθαίνει στον ασθενή να παρακολουθεί την νόσο, εξετάζοντας το δέρμα για πετέχιες και εκχυμώσεις και επιδεικνύει την σωστή μέθοδο εξέτασης των κοπράνων για κρυφή αιμορραγία. Αν ο ασθενής λαμβάνει κορτικοστεροειδή, παρακολουθείται η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών και αξιολογείται για σημεία λοίμωξης, παθολογικών καταγμάτων, και αλλαγές της διάθεσης. Αν ο ασθενής λαμβάνει αίμα ή συστατικά αίματος, αυτά χορηγούνται σύμφωνα με το πρωτόκολλο, ενώ παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία πριν, κατά την διάρκεια και μετά την μετάγγιση, προσέχοντας στενά για δυσμενείς αντιδράσεις. Αν ο ασθενής λαμβάνει ανοσοκατασταλτικά, παρατηρείται στενά για σημεία καταστολής του μυελού των οστών, κατάθλιψη, ευκαιριακές λοιμώξεις, βλεννογονίτιδα, εξέλκωση του γαστρεντερικού συστήματος, σοβαρή διάρροια ή εμετό. Αν ο ασθενής έχει προγραμματισθεί για σπληνεκτομή, η νοσηλεύτρια προσδιορίζει το βαθμό κατανόησης της διαδικασίας από τον ασθενή, διορθώνει την παραπληροφόρηση, εκτελεί τις μεταγγίσεις, επεξηγεί την μετεγχειρητική φροντίδα, διασφαλίζει την λήψη της υπογεγραμμένης συγκατάθεσης και προετοιμάζει τον ασθενή σωματικά (σύμφωνα με το πρωτόκολλο του ιδρύματος ή του χειρουργού) και ψυχικά. Ο ασθενής με ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα θα πρέπει να φορά ή να φέρει μια ιατρική ταμπέλα εξακρίβωσης στοιχείων.

Aliases (separate with |): Ιδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύρα
ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση

Ο σχηματισμός ινικής ιστού στους πνεύμονες, που ακολουθείται από φλεγμονή των κυψελίδων. Η νόσος οδηγεί σε διαταραχές της αναπνοής από κακή ανταλλαγή των αερίων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Δύσπνοια, βήχας, κόπωση στην άσκηση και γενικευμένη αδυναμία παρουσιάζονται συχνά. Τα σημεία και συμπτώματα με τα οποία εκδηλώνεται η νόσος περιλαμβάνουν την ακρόαση μη μουσικών ήχων, πληκτροδακτυλία, κυάνωση και την ανάπτυξη δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας που εκδηλώνεται κυρίως με οιδήματα των κάτω άκρων. Η νόσος εξελίσσεται ταχέως σε νόσο τελικού σταδίου και ο θάνατος επέρχεται σε διάστημα 7 ετών από τη διάγνωση.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Τίθεται με βιοψία του πνεύμονα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα κορτικοστεροειδή (όπως πρεδνιζόνη) ωφελούν το 10% έως 20% των ασθενών. Η μεταμόσχευση πνεύμονα μπορεί να είναι θεραπευτική εάν είναι διαθέσιμος δότης οργάνου.

Aliases (separate with |): idiopathic pulmonary fibrosis|Ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση
ιδρωτοποιός αδένας

Ένας απλός, περιελιγμένος, σωληνοειδής αδένας ο οποίος βρίσκεται σε όλες τις επιφάνειες του σώματος, εκτός από την παρυφή των χειλέων, τη βάλανο του πέους και την εσωτερική επιφάνεια της ακροποσθίας. Η περιελιγμένη εκκριτική μοίρα βρίσκεται στο δέρμα ή στο υποδόριο λίπος· ο εκκριτικός πόρος ακολουθεί μια ευθεία ή λοξή πορεία μέσα στο χόριο, αλλά καθίσταται σπειροειδής, καθώς διέρχεται από την επιδερμίδα ως το στόμιο του, έναν ιδρωτοποιό πόρο. Οι περισσότεροι ιδρωτοποιοί αδένες είναι μεροκρινείς· οι μασχαλιαίοι, οι αδένες της θηλαίας άλω, οι μαζικοί, οι αδένες των μεγάλων χειλέων του αιδοίου και οι περιπρωκτικοί αδένες είναι αποκρινείς. Οι ιδρωτοποιοί αδένες είναι πολυπληθείς στις παλάμες των άκρων χειρών και στα πέλματα.

ιερό οστό

Το τριγωνικό οστό που βρίσκεται ραχιαία και ουραία από τα δυο λαγόνια οστά μεταξύ του πέμπτου οσφυϊκού σπονδύλου και του κόκκυγα. Σχηματίζεται από πέντε ενοποιημένους σπονδύλους και «σφηνώνεται» μεταξύ των δύο ανωνύμων οστών, με τις αρθρώσεις του να σχηματίζουν τις ιερολαγόνιες αρθρώσεις. Είναι η βάση της σπονδυλικής στήλης και μαζί με τον κόκκυγα σχηματίζουν το οπίσθιο όριο της αληθούς πυέλου. Το ανδρικό ιερό οστό είναι στενότερο και περισσότερο κυρτωμένο του γυναικείου ιερού οστού.

Aliases (separate with |): Ιερό οστό
ίκτερος

Κατάσταση που χαρακτηρίζεται από κίτρινη χρώση των ιστών και των σωματικών υγρών λόγω αυξημένων επιπέδων χολερυθρίνης. Ο ίκτερος συνήθως δεν είναι κλινικά εμφανής με τιμές χολερυθρίνης μικρότερες από 3 mg/dL. Ο ίκτερος αποτελεί σύμπτωμα ενός φάσματος νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χαρακτηρίζονται από κάποιο από τα παρακάτω στοιχεία. Απόφραξη των χοληφόρων από χολόλιθους, φλεγμονώδεις μάζες ή όγκοι (π.χ. χολοκυστίτιδα, καρκίνος του παγκρέατος), καθυστέρηση της απέκκρισης της χολής από την πύλη του ήπατος (π.χ. χολόσταση), διαταραχή του μεταβολισμού της χολής σε κυτταρικό επίπεδο (π.χ. γενετικές νόσοι όπως η νόσος του Gilbert), απελευθέρωση χολοχρωστικών λόγω βλάβης του ηπατικού κυττάρου από τοξίνες ή ιούς (π.χ. υπερδοσολογία ακεταμινοφαίνης, λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β), απελευθέρωση χολοχρωστικών λόγω καταστροφής ή ελαττωματικής κατασκευής των ερυθρών αιμοσφαιρίων (π.χ. αιμόλυση, κληρονομική σφαιροκυττάρωση), επαναρρόφηση της χολής από αιματώματα, ιδιαίτερα μετά από τραυματισμό.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η εναπόθεση της χολερυθρίνης στο δέρμα συχνά προκαλεί κνησμό. Αλλα συμπτώματα του ίκτερου εξαρτώνται από το εάν η χολερυθρίνη είναι άμεση (συζευγμένη [δηλ. διαλυτή στα σωματικά υγρά]) ή έμμεση (μη συζευγμένη). Ο αποφρακτικός ίκτερος πχ. προκαλεί υπερχολερυθριναιμία συζευγμένης χολερυθρίνης. Στην κατάσταση αυτή οι χολοχρωστικές διαλύονται στα ούρα τα οποία αποκτούν ανοιχτό πράσινο χρώμα, ενώ τα κόπρανα αποκτούν φαιό ή λευκό χρώμα λόγω απουσίας της χολής.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Σε κάθε ασθενή που παρουσιάζει ίκτερο πρέπει να διερευνάται και να καθορίζεται η ακριβής αιτία του ίκτερου προκειμένου να παρέχεται η κατάλληλη θεραπεία. Για παράδειγμα, οι ασθενείς με χολολίθους που αποφράσσουν τον κυστικό πόρο χρήζουν χειρουργικής θεραπείας, τα νεογνά με σοβαρό ίκτερο μπορεί να χρειάζονται θεραπεία με υπεριώδη ακτινοβολία (φωτοθεραπεία) για να αποφευχθεί ο πυρηνικός ίκτερος, ενώ οι ικτερικοί ασθενείς που πάσχουν από οξεία ηπατίτιδα Α αντιμετωπίζονται συνήθως με συμπτωματική αγωγή παρά με συγκεκριμένες θεραπείες.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Οι εξετάσεις για τον καθορισμό της αιτιολογίας του ίκτερου περιλαμβάνουν την προσεκτική λήψη του ιστορικού και την κλινική εξέταση, τη γενική εξέταση ούρων (θετική για χολερυθρίνη μόνο στις περιπτώσεις άμεσης υπερχολερυθριναιμίας), εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, εξέταση αίματος για ηπατίτιδες και υπερηχογράφημα κοιλίας. Επεμβατικές διαγνωστικές εξετάσεις όπως χολαγγειογραφία, ενδοσκοπική ανάστροφη χολαγγειο-παγκρεατογραφία (ERCP) ή διαδερμική διηπατική χολαγγειογραφία πραγματοποιούνται όταν υποπτευόμαστε απόφραξη των χοληφόρων που δεν ανιχνεύεται με άλλες μεθόδους.

Aliases (separate with |): Ίκτερος
ιλαρά

Μία ιδιαίτερα μεταδοτική νόσος, που προκαλείται από τον ιό της ιλαράς και χαρακτηρίζεται από πυρετό, γενική κακουχία, πταρμούς, ρινική συμφόρηση, κοπιαστικό βήχα, επιπεφυκίτιδα, στίγματα στο στοματικό βλεννογόνο (κηλίδες του Koplik) και ένα κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα σε ολόκληρο το σώμα. Προσβολή ιλαράς πριν από την ηλικία των 6 μηνών είναι σχετικά ασυνήθης, λόγω παθητικής λήψης μητρικών αντισωμάτων από την άνοση μητέρα.

Μία προσβολή από ιλαρά σχεδόν πάντα επιφέρει μόνιμη ανοσία. Ενεργητική ανοσοποίηση μπορεί να προκληθεί με χορήγηση του εμβολίου της ιλαράς, κατά προτίμηση αυτό που περιέχει τον ζώντα εξασθενημένο ιό, αν και εμβόλιο ιλαράς που περιέχει τον αδρανοποιημένο ιό, είναι διαθέσιμο για άτομα στα οποία αντενδείκνυται ο τύπος του ζώντα εξασθενημένου ιού. Παθητική ανοσοποίηση προσφέρεται με την χορήγηση γ-σφαιρίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η έναρξη των συμπτωμάτων είναι προοδευτική και περιλαμβάνει κόρυζα, ρινίτιδα, ζάλη, ανορεξία και σταδιακά αυξανόμενη θερμοκρασία στις πρώτες δύο μέρες ως 38,3° ως 39,4°C. Οι κηλίδες του Koplik εμφανίζονται στο στοματικό βλεννογόνο απέναντι από τους γομφίους τη δεύτερη ή τρίτη μέρα.

Ο πυρετός φτάνει στην ακμή του περίπου την τέταρτη μέρα, κάποιες στιγμές μέχρι και 40° με 41,1°C. Σύντομα αναπτύσσονται φωτοφοβία και βήχας και όταν αυτό συμβεί, η θερμοκρασία μπορεί να πέσει σε κάποιο βαθμό.

Σε αυτή τη φάση εμφανίζεται το εξάνθημα, πρώτα στο πρόσωπο σαν μικρές κηλιδοβατιδώδεις βλάβες, που μεγαλώνουν γρήγορα και συρρέουν κατά τόπους προκαλώντας συχνά μία οιδηματώδη, στικτή εμφάνιση. Το εξάνθημα επεκτείνεται προς τα έξω στο σώμα και τα άκρα και σε κάποιες περιοχές μπορεί να μοιάζει με αυτό της οστρακιάς.

Κανονικά, το εξάνθημα διαρκεί 4 με 5 ημέρες· καθώς υποχωρεί, η θερμοκρασία πέφτει. Συνεπώς, 5 μέρες μετά την έκθυση του εξανθήματος, η θερμοκρασία θα πρέπει να είναι φυσιολογική ή περίπου φυσιολογική σε μη επιπλεγμένες περιπτώσεις. Νωρίς στην πορεία της ασθένειας, μπορεί να υπάρχει λευκοπενία.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Η εγκεφαλίτιδα είναι μία βαρύτατη επιπλοκή· από αυτούς που την αναπτύσσουν, περίπου ένας στους οκτώ θα καταλήξει, περίπου οι μισοί θα έχουν μόνιμη βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος και οι υπόλοιποι θα αναρρώσουν πλήρως. Η βρογχοπνευμονία είναι μία σοβαρή επιπλοκή. Η μέση ωτίτιδα ακολουθούμενη από μαστοειδίτιδα, εγκεφαλικό απόστημα ή ακόμα και μηνιγγίτιδα δεν είναι σπάνια και μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη νευρογενής κώφωση μπορεί να αποτελέσει μία μόνιμη συνέπεια. Τραχηλική αδενίτιδα με εκσεσημασμένη κυτταρίτιδα, αποδεικνύεται μερικές φορές θανατηφόρα. Τραχειίτιδα και λαρυγγική στένωση λόγω οιδήματος της γλωττίδας παρατηρούνται μερικές φορές στην πορεία της ιλαράς. Χαρακτηριστική επιπεφυκίτιδα συνήθως λαμβάνει χώρα.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Σημεία και συμπτώματα της οστρακιάς και της ερυθράς μπορεί να μιμούνται αυτά της ιλαράς. Όμως οι κηλίδες του Koplik είναι παθογνωμονικές για την ιλαρά και αν παρατηρηθούν, ουσιαστικά αποκλείουν άλλες διαγνώσεις.

ΕΠΩΑΣΗ: Η επώαση κυμαίνεται από 7 ως 18 μέρες (10 μέρες κατά μέσο όρο).

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η πρόγνωση είναι ευνοϊκή για το υγιές παιδί, αλλά η σοβαρότητα των πιθανών επιπλοκών της ιλαράς δεν πρέπει να παραβλέπεται. Μία προσβολή από ιλαρά επιφέρει ανοσία δια βίου.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Ενεργητική ανοσοποίηση είναι διαθέσιμη ως εμβόλιο με ζώντες εξασθενημένους ιούς· εμβόλιο με αδρανοποιημένους ιούς χρησιμοποιείται σε άτομα για τα οποία αντενδείκνυται ο ζωντανός τύπος. Όλα τα παιδιά που δεν έχουν περάσει ιλαρά ή που δεν έχουν εμβολιαστεί πριν από την ηλικία των 12 μηνών, θα πρέπει να ανοσοποιούνται με το εμβόλιο που περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς στην ηλικία των 12 μηνών. Μία αναμνηστική δόση συνιστάται στην αρχή του σχολείου (5 με 6 ετών) ή στην ηλικία του γυμνασίου (11 με 12 ετών). Το εμβόλιο της ιλαράς χορηγείται συχνά σε συνδυασμό με το εμβόλιο του ιού της παρωτίτιδας και/ ή της ερυθράς.

Το εμβόλιο με ζώντες εξασθενημένους ιούς αντενδείκνυται σε άτομα που βρίσκονται σε εγκυμοσύνη ή έχουν λευχαιμία, λεμφώματα και άλλα γενικευμένα νεοπλάσματα· σε αυτούς που λαμβάνουν παράγοντες όπως στεροειδή και αντιμεταβολίτες· σε άτομα με ενεργό, ανθιστάμενη φυματίωση ή άλλες σοβαρές ασθένειες· σε άτομα με υπερευαισθησία στη νεομυκίνη, την πάπια ή το αυγό· και μετά από μετάγγιση αίματος ή έγχυση ανοσοσφαιρίνης ορού. Στην τελευταία κατάσταση, μία περίοδος αναμονής 12 εβδομάδων είναι απαραίτητη πριν την χορήγηση του εμβολίου.

Η ιλαρά είναι ενδημική σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Το 2000, σε έθνη όπου ο εμβολιασμός έναντι της ιλαράς δεν ήταν διαθέσιμος, περισσότερα από τρία τέταρτα του εκατομμυρίου παιδιά πέθαναν από την ασθένεια.

Η ανοσοσφαιρίνη ορού της ιλαράς χρησιμοποιείται για παθητική προστασία σε μη ανοσοποιημένους, υψηλού κινδύνου ασθενείς (π.χ., αυτούς που έχουν καρκίνο ή λαμβάνουν αντιμεταβολικά φάρμακα)· ωστόσο, αν δοθεί αργότερα από την τρίτη μέρα της περιόδου επώασης, μπορεί μόνο να παρατείνει την περίοδο επώασης αντί να εμποδίσει τη νόσο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πρέπει να τονίζεται η σημασία της ανοσοποίησης των παιδιών έναντι της ιλαράς στους γονείς και σε όσους φροντίζουν την οικογένεια. Ασθενείς που προσβάλλονται από την ασθένεια παραμένουν ουσιαστικά χωρίς διάγνωση μέχρι και 4 μέρες αφού εμφανιστεί το εξάνθημα. Προσφέρεται κλινοστατισμός και ένα ήσυχο, ήρεμο περιβάλλον. Ένα διακριτικά φωτισμένο δωμάτιο μπορεί να βοηθήσει να αντισταθμιστούν οι επιδράσεις της φωτοφοβίας, αν αυτή εμφανιστεί. Οι εκκρίσεις από τους οφθαλμούς απομακρύνονται με ζεστό φυσιολογικό ορό ή νερό. Το παιδί πρέπει να αποφύγει το τρίψιμο των ματιών. Η υποστηρικτική θεραπεία περιλαμβάνει επαρκή πρόσληψη υγρών, αντιπυρετικά όταν είναι απαραίτητο, έναν νεφελοποιητή ψυχρών υδρατμών για την ανακούφιση του βήχα και της κόρυζας και φάρμακα εναντίον του κνησμού, ώστε αυτός να αποτραπεί. Οι γονείς διδάσκονται για τη σημασία της υγιεινής των χεριών και τη φροντίδα των μολυσμένων αντικειμένων. Εκτιμήσεις γίνονται για επιπλοκές όπως η μέση ωτίτιδα, η πνευμονία, η βρογχιολίτιδα, η λαρυγγοτραχειίτιδα με αποφρακτικό οίδημα και η εγκεφαλίτιδα.

Aliases (separate with |): Ιλαρά
ίλιγγος

To αίσθημα της περιστροφής του ίδιου του ατόμου σε σχέση με το περιβάλλον (υποκειμενικός ίλιγγος) ή των αντικειμένων σε σχέση με το άτομο (αντικειμενικός ίλιγγος). Οι όροι ζάλη, κεφαλαλγία ή λιποθυμία θεωρούνται πολλές φορές λανθασμένα συνώνυμα του ιλίγγου. Ο ίλιγγος μπορεί να οφείλεται σε ποικίλα αίτια, όπως είναι οι παθήσεις του μέσου ωτός· οι τοξικές καταστάσεις από χρήση σαλικυλικών, αλκοόλ ή στρεπτομυκίνης· η ηλίαση· η ορθοστατική υπόταση· ή η τροφική δηλητηρίαση ή οι λοιμώξεις.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Θα πρέπει να εκτιμηθεί το κατά πόσον ο ασθενής βιώνει ένα αίσθημα περιστροφής και ποια είναι ή κατεύθυνσή του· αν ο ίλιγγος είναι διαλείπων και ποια ώρα της ημέρας εμφανίζεται· αν συνδέεται με τη λήψη φαρμάκων, την αλλαγή θέσης στο κρεβάτι, στο επάγγελμα και στην έμμηνο ρύση· αν σχετίζεται με ναυτία και εμέτους ή νυσταγμό και ημικρανίες. Λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, όπως κάγκελα στο κρεβάτι. Ο ασθενής πρέπει να περπατά σταδιακά μετά από μια αργή, υποβοηθούμενη μετακίνηση από την καθιστή θέση. Το κουδούνι κλήσης θα πρέπει να είναι διαθέσιμο σε συνεχή βάση· απορροφητικό χαρτί, νερό και άλλα εφόδια θα πρέπει να είναι ευπρόσιτα για τον ασθενή· έπιπλα και άλλα εμπόδια θα πρέπει να απομακρύνονται από τον περιβάλλοντα χώρο. Ο ασθενής που υποβάλλεται σε χειρουργείο του ωτός και υποφέρει από σοβαρό ίλιγγο πρέπει να παραμένει κλινήρης για αρκετές ημέρες και να κινητοποιείται προοδευτικά.

Aliases (separate with |): Ίλιγγος
ινοκυστικοί μαστοί

Κατάσταση που συσχετίζεται με τον εμμηνορρυσιακό κύκλο. Υπάρχει δυσκολία διάκρισης των καλοηθών κύστεων από τον καρκίνο του μαστού.

Aliases (separate with |): Ινοκυστικοί μαστοί
ινσουλίνη

Μια ορμόνη που παράγεται από τα β-κύτταρα του παγκρέατος που ελέγχει τον μεταβολισμό και την κυτταρική πρόσληψη σακχάρων, πρωτεϊνών και λιπών. Ως φάρμακο, χρησιμοποιείται κυρίως στον έλεγχο του σακχαρώδους διαβήτη. Η ινσουλινοθεραπεία απαιτείται στην αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 1 γιατί οι ασθενείς που πάσχουν από αυτή τη νόσο δεν παράγουν επαρκή ινσουλίνη για την επιβίωσή τους. Το φάρμακο χρησιμοποιείται επίσης στην αντιμετώπιση των ασθενών με διαβήτη κύησης για την πρόληψη των επιπλοκών στο έμβρυο που προκαλούνται από την υπεργλυκαιμία της μητέρας (η ινσουλίνη δεν διαπερνά τον πλακούντα και δεν εκκρίνεται στο μητρικό γάλα). Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, η χρήση της γίνεται τυπικά σε ασθενείς που έχουν αποτύχει στον έλεγχο του σακχάρου τους με δίαιτα, άσκηση και αντιδιαβητικά δισκία.

Τα σκευάσματα ινσουλίνης διαφέρουν όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία δρουν και την διάρκειά τους και δραστικότητά τους μετά από υποδόρια ένεση. Στο παρελθόν, η ενέσιμη ινσουλίνη λαμβανόταν από το πάγκρεας χοίρων και βοοειδών. Τα πεπτίδια αυτά διέφεραν από την ανθρώπινη ινσουλίνη κατά λίγα αμινοξέα, προκαλώντας ανοσολογικές αντιδράσεις και αντίσταση στο φάρμακο. Οι περισσότερες ινσουλίνες που χρησιμοποιούνται σήμερα δημιουργούνται από ανασυνδυασμένο DNA και ισοδυναμούν με την ανθρώπινη ινσουλίνη από ανοσολογική άποψη.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ: Στους υγιείς, το πάγκρεας εκκρίνει ινσουλίνη σε απάντηση των αυξήσεων του σακχάρου του αίματος, όπως συμβαίνει μετά τα γεύματα. Διεγείρει τα κύτταρα, ιδιαίτερα του μυικού ιστού, για την πρόσληψη σακχάρου από την κυκλοφορία του αίματος. Επίσης, διευκολύνει την αποθήκευση της περίσσειας γλυκόζης με την μορφή του γλυκογόνου στο ήπαρ και αποτρέπει τον καταβολισμό των αποθηκευμένων λιπών. Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, η αποτυχία των β-κυττάρων να παράγουν ινσουλίνη έχει αποτέλεσμα την υπεργλυκαιμία και την κετοξέωση.

ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ: Η δοσολογία της ινσουλίνης πρέπει να εκφράζεται πάντα σε μονάδες. Δεν υπάρχει μέση δόση ινσουλίνης για τους διαβητικούς. Κάθε ασθενής πρέπει να εκτιμάται και να θεραπεύεται εξατομικευμένα.

ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ: Σύμφωνα με τις οδηγίες του, όλα τα σκευάσματα ινσουλίνης περιέχουν οδηγίες για φύλαξη σε δροσερό μέρος και αποφυγή καταψύξεως.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Άτομα που χρησιμοποιούν ινσουλίνη πρέπει να φορούν ένα εύκολα ορατό βραχιόλι ή μενταγιόν στο οποίο να αναγράφεται οτι πάσχουν από διαβήτη και χρησιμοποιούν το φάρμακο. Αυτό βοηθά στην εξασφάλιση πως ασθενείς με υπογλυκαιμικές αντιδράσεις θα διαγνωσθούν και θα αντιμετωπιστούν κατάλληλα.

Aliases (separate with |): Ινσουλίνη
ιντερλευκίνη

Ένας τύπος κυτταροκινών που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των λευκοκυττάρων και άλλων κυττάρων ενεργών στην φλεγμονή ή στην ειδική ανοσολογική απάντηση. Το αποτέλεσμα είναι μία μεγιστοποιημένη απάντηση σε έναν μικροοργανισμό ή σε άλλο ξένο αντιγόνο.

Aliases (separate with |): Ιντερλευκίνη
ιντερφερόνη

Οποιαδήποτε από μία ομάδα γλυκοπρωτεϊνών με αντιιική δραστηριότητα. Οι τύπου Ι αντιιικές ιντερφερόνες (άλφα και βήτα ιντερφερόνες) παράγονται από λευκά αιμοσφαίρια και ινοβλάστες σε απάντηση της εισβολής ενός παθογόνου, ιδιαίτερα ενός ιού. Αυτές οι ιντερφερόνες κάνουν ικανά τα προσβεβλημένα κύτταρα να παράγουν αντιγόνα επιφανείας τύπου Ι του συμπλέγματος μεγάλης ιστοσυμβατότητας, αυξάνοντας έτσι την ικανότητά τους να αναγνωρίζονται και να φονεύονται από Τ λεμφοκύτταρα. Αναστέλλουν επίσης την παραγωγή ιών μέσα στα προσβεβλημένα κύτταρα. Η τύπου Ι ιντερφερόνη-α χρησιμοποιείται στην θεραπεία των οξυτενών κονδυλωμάτων, της χρόνιας ηπατίτιδας Β και C, και στο σάρκωμα Kaposi. Η τύπου Ι ιντερφερόνη-β χρησιμοποιείται στην θεραπεία της πολλαπλής σκλήρυνσης κατά πλάκας.

Η τύπου ΙΙ ιντερφερόνη-γ είναι σαφώς διαφορετική και με μικρότερη αντιιική δράση από τις άλλες ιντερφερόνες. Είναι μία λεμφοκίνη, που κυρίως εκκρίνεται από τα CD8+ Τ κύτταρα και την ομάδα CD4+ των Τ βοηθητικών κυττάρων, η οποία διεγείρει πολλές κατηγορίες αντιγονοπαρουσιαστικών κυττάρων, ιδιαίτερα μακροφάγων, στην απελευθέρωση αντιγόνων MHC τύπου ΙΙ, που προάγουν την δραστηριότητα των CD4+. Χρησιμοποιείται στην θεραπεία της χρόνιας κοκκιωματώδους νόσου.

Aliases (separate with |): interferon|Ιντερφερόνη
ίνωμα μητρας

Ένας ινοειδης όγκος της μήτρας. Είναι ο πιο συχνά παρατηρούμενος όγκος σε γυναίκες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα ινώματα σπανίως προκαλούν συμπτώματα πριν από την ηλικία των 30 ετών. Τα κύρια συμπτώματα που χαρακτηρίζουν τη νόσο είναι η δυσμηνόρροια, η μηνορραγία και η λευκόρροια αλλά παρατηρούνται σπανίως και η εμφάνιση τους συνδέεται άμεσα με το σημείο ανάπτυξης του όγκου στη μήτρα. Έτσι, όγκοι που προσβάλλουν τη περιοχή της κύστης προκαλούν συχνοουρία και δυσουρία, αυτοί που ασκούν πίεση στο ορθό προκαλούν ορθικό τεινεσμό, αυτοί που προσβάλλουν το ενδομήτριο μπορεί να προκαλέσουν μηνορραγία και δυσμηνόρροια ενώ οι πολύ ευμεγέθεις υποορογόνιες αυξήσεις μπορεί να είναι ασυμπτωματικές.

Η χρήση αντισυλληπτικών μειώνει τον κίνδυνο για την εμφάνιση ινώματος της μήτρας όπως και το κάπνισμα ενώ η παχυσαρκία τον αυξάνει. Τα ινώματα μπορεί να προκαλέσουν στειρότητα εξαιτίας του μεγέθους και της θέσης τους. Δεν είναι ξεκάθαρο εάν τα ινώματα μεγεθύνονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ: Ο όγκος μπορεί να ποικίλλει σε διάμετρο από λίγα χιλιοστά έως αρκετά εκατοστά και να γεμίζει ολόκληρη την κοιλιακή κοιλότητα. Τα ινώματα μπορεί να είναι μονήρη η πολλαπλά. Συνήθως αυξάνουν σε μέγεθος κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας και μπορεί να υποτροπιάσουν μετά από την εμμηνόπαυση. Περιβάλλονται ολοκληρωτικά από έναν ινώδη θύλακο συνδετικού ιστού που περιέχει τα αιμοφόρα αγγεία που αιματώνουν τον όγκο. Υπόκεινται σε καλοήθεις μεταβολές (ερυθρός και φαιός εκφυλισμός), υαλώδεις αλλαγές, τηλαγγειεκτατικές και λεμφαγγειεκτατικές αλλαγές, ασβεστώδη εκφυλισμό, λιπώδη εκφυλισμό και λοίμωξη. Περιστασιακά ένα ίνωμα μπορεί να εμφανίσει σαρκωματώδη εκφυλισμό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα ινώματα που δεν προκαλούν συμπτώματα τίθενται υπό παρακολούθηση. Η φαρμακευτική θεραπεία με χρήση σκευασμάτων αναλόγων της ορμόνης που εκλύει ωχρινοτρόπο ορμόνη (LHRH) συνδέεται με συρρίκνωση του, αλλά υποτροπιάζουν όταν διακοπεί η LHRH. Εάν υπάρχει ένδειξη ασυνήθους ταχείας αύξησης πρέπει να αφαιρεθούν. Μικροί υποβλεννώδεις όγκοι μπορούν να αφαιρεθούν με ηλεκτροκαυτηρίαση κατά τη διάρκεια υστεροσκόπησης. Η τεχνική λέιζερ έχει χρησιμοποιηθεί για την αφαίρεση αυτών των όγκων. Εάν υπάρχει πιθανότητα εγκυμοσύνης, οι όγκοι που είναι αρκετά ευμεγέθεις ώστε να παρεμβαίνουν στην κυοφορία πρέπει να αφαιρεθούν.

ίνωση

Η επιδιόρθωση και αντικατάσταση ερεθισμένων ιστών ή οργάνων με συνδετικούς ιστούς. Η διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση φυσιολογικών κυττάρων με ινοβλάστες (και τελικά, την αντικατάσταση φυσιολογικού ιστού, οργάνων με ουλώδη ιστό).

Aliases (separate with |): Ίνωση
ιογενής γαστρεντερίτιδα

Γαστρεντερίτιδα που προκαλείται από ιούς που εισέρχονται από το στόμα. Η κλινική επιβεβαίωση αυτών των ιογενών λοιμώξεων μπορεί να είναι δύσκολη και οι απαιτούμενες παρεμβάσεις στη δημόσια υγεία για τον έλεγχο των επιδημιών, που προκαλούνται από τους παράγοντες αυτούς, θα πρέπει να εφαρμόζονται πριν την εξαγωγή των αποτελεσμάτων των ειδικών δοκιμασιών για τους ιούς. Η μέση διάρκεια της περιόδου επώασης είναι 24 έως 48 ώρες και η μέση διάρκεια των συμπτωμάτων 12 έως 60 ώρες. Οι περισσότεροι ασθενείς εμφανίζουν διάρροια, ναυτία, κοιλιακά άλγη και εμέτους. Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία, παρά μόνο υποστηρικτική αγωγή και αναπλήρωση υγρών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι ροταϊοί, που ευθύνονται για περισσότερες από 100 εκατομμύρια περιπτώσεις και περίπου 1 εκατομμύριο θανάτους ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο, προσβάλλουν συχνότερα παιδιά ηλικίας 6 έως 24 μηνών, προκαλώντας διάρροια και εμέτους διάρκειας 3 έως 8 ημερών. Ο ιός Norwalk προκαλεί τις περισσότερες λοιμώξεις από τροφές στα μεγαλύτερα παιδιά και στους ενηλίκους και μπορεί να προκαλέσει επιδημίες σε σχολεία και ιδρύματα. Η διάρροια, που συνοδεύεται από εμέτους και κοιλιακό άλγος, διαρκεί από 1 έως 3 ημέρες.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η επαρκής αναπλήρωση των υγρών με διαλύματα από το στόμα ή, όταν είναι σοβαρή, με ενδοφλέβια υγρά αποτελεί τη βάση της θεραπείας. Η πρόληψη βασίζεται στην εκπαίδευση των παιδιών και των ενηλίκων αναφορικά με το σωστό πλύσιμο των χεριών και την κατάλληλη φροντίδα της τροφής.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Επειδή ο ροτάιός προσβάλλει συχνότερα παιδιά κάτω των 2 ετών, οι γονείς, οι νηπιαγωγοί και άλλα άτομα που φροντίζουν τα παιδιά θα πρέπει να ενημερώνονται για τις μεθόδους πρόληψης της διασποράς της λοίμωξης (η οποία μεταδίδεται κυρίως με την κοπρανοστοματική οδό). Όσοι ασχολούνται με τη φροντίδα των παιδιών πρέπει επίσης να μαθαίνουν τη σωστή αφαίρεση και απόρριψη της πάνας. Θα πρέπει να κατανοήσουν ότι, αν και η νόσος είναι συνήθως ήπια και αυτοπεριοριζόμενη (σπανίως διαρκεί πάνω από 3 ημέρες), τα προσβεβλημένα παιδιά κινδυνεύουν να αφυδατωθούν. Πρέπει επίσης να γνωρίζουν τις πρώιμες ενδείξεις της αφυδάτωσης που επιβάλλουν τη μεταφορά του παιδιού στο γιατρό ή σε μονάδες πρωτοβάθμιας παιδιατρικής φροντίδας· στις σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί ενδονοσοκομειακή νοσηλεία. Αν το παιδί νοσηλεύεται, απομονώνεται από τα παιδιά που δεν εμφανίζουν διάρροια και οι γονείς μαθαίνουν τις απαραίτητες τεχνικές απομόνωσης. Χορηγούνται ενδοφλέβια υγρά για την αφυδάτωση· παρακολουθούνται σχολαστικά το ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών, το βάρος και άλλοι δείκτες. Αν το παιδί μπορεί να προσλάβει υγρά από το στόμα, χορηγείται το κατάλληλο σχήμα ενυδάτωσης με υγρά σε θερμοκρασία δωματίου για καλύτερη ανοχή. Η κατάλληλη διατροφή για κάθε ηλικία αρχίζει βαθμιαία, αφού εξασφαλιστεί η ανοχή στα υγρά. Η στοματική κοιλότητα και το δέρμα προστατεύονται από την ξηρότητα και τη λύση. Τα ανακουφιστικά μέτρα αποτελούν σημαντικό μέρος της φροντίδας του παιδιού και περιλαμβάνουν τα κατάλληλα, για κάθε ηλικία, αισθητικά ερεθίσματα και την ψυχαγωγία. Επιπλέον, η οικογένεια καθησυχάζεται και υποστηρίζεται μέσω της περιγραφής των θεραπευτικών μέτρων και της διατροφής. Τονίζεται η σημασία της καλής υγιεινής και των υγειονομικών μέτρων. Σε μεγαλύτερα παιδιά ή στους ενήλικες χορηγούνται αντιδιαρροϊκά φάρμακα, αν και πρέπει να αποφεύγονται τα αντιεμετικά. Ο ασθενής πρέπει να αναπαύεται, ώστε να απαλύνονται τα συμπτώματα και να διατηρούνται οι δυνάμεις του, ενώ σημαντικό είναι να αποφεύγει τις απότομες κινήσεις, οι οποίες είναι δυνατό να επιτείνουν τη ναυτία. Τα θερμά υδατόλουτρα σε καθιστή θέση, οι κομπρέσες φυτικής σύστασης και η βαζελίνη ως φραγμός βελτιώνουν τον πρωκτικό ερεθισμό. Ο ασθενής ενημερώνεται για τη φαρμακευτική αγωγή, τα προληπτικά μέτρα και το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών.

Aliases (separate with |): Ιογενής γαστρεντερίτιδα
ιογενής μηνιγγίτιδα

Φλεγμονή των μηνίγγων σαν αποτέλεσμα μόλυνσης από αδενοϊούς, ιούς coxsackie, ΕΑοιούς, τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας, τον ιό της παρωτίτιδας, το λεμφοκυτταρικό ιό της χοριομηνιγγίτιδας, τους ιούς της πολιομυελίτιδας και άλλους. Οι ασθενείς αναφέρουν πυρετό, κεφαλαλγία και αυχενική δυσκαμψία και η οσφυονωτιαία παρακέντηση αναδεικνύει υπερβολικό αριθμό λεμφοκυττάρων, τυπικά χωρίς μείωση στα επίπεδα γλυκόζης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Η ιογενής μηνιγγίτιδα ανήκει στις «άσηπτες» (μη βακτηριακές) μηνιγγίτιδες.

Aliases (separate with |): Ιογενής μηνιγγίτιδα
ιός

Παθογόνο που αποτελείται από ένα νουκλεϊκό οξύ εντός μιας πρωτεϊνικής κάψας, που μπορεί να αναπτυχθεί και να αναπαραχθεί μόνο αφού μολύνει ένα κύτταρο ξενιστή. Περισσότεροι από 400 τύποι ιών είναι σήμερα γνωστοί. Όλοι τους μπορούν να προσκολληθούν στις κυτταρικές μεμβράνες, να εισέλθουν στο κυτταρόπλασμα, να αναλάβουν τις λειτουργίες του κυττάρου, να αναπαράγουν τα μέρη τους και να συναρμολογηθούν προς ώριμες μορφές, ικανές να μολύνουν άλλα κύτταρα. Μερικοί από τους περισσότερο λοιμογόνους παράγοντες είναι ιοί (π.χ., ο αιμορραγικός πυρετός που προκαλείται από τον ιό Ebola). Οι ιοί ευθύνονται επίσης για το κοινό κρυολόγημα, τα εξανθήματα της παιδικής ηλικίας (ανεμευλογιά, ιλαρά, ερυθρά), λανθάνουσες λοιμώξεις (απλός έρπης), μερικούς καρκίνους και λεμφώματα (ιός Epstein-Barr) και νόσους σχεδόν οποιουδήποτε οργάνου του σώματος. Οι ιοί που περιβάλλονται από λιπιδικό φάκελο έχουν περισσότερες πιθανότητες να προσκολληθούν σε μια κυτταρική μεμβράνη και να αποφύγουν την ανοσολογική καταστροφή. Τόσο η κάψα, όσο και το λιπιδικό περίβλημα είναι αντιγονικά, δηλαδή αναγνωρίζονται ως ξένα σώματα από τα λευκά αιμοσφαίρια. Συχνές μεταλλάξεις μεταβάλλουν ορισμένα ιικά αντιγόνα, ώστε τα λεμφοκύτταρα να μην μπορούν να παράγουν αντισώματα έναντι και του αρχικού αντιγόνου και του αντικαταστάτη του. Ο ιός της γρίπης ακολουθεί το παραπάνω πρότυπο και μεταλλάσσει κάποια αντιγόνα του, με αποτέλεσμα να απαιτείται η δημιουργία καινούργιων εμβολίων κάθε χρόνο. Οι πρωτοπαθείς ανοσολογικοί μηχανισμοί έναντι των ιών είναι τα Τ-λεμφοκύτταρα, οι ιντερφερόνες και σε κάποιο βαθμό οι ανοσοσφαιρίνες· η καταστροφή του ιού απαιτεί μερικές φορές την καταστροφή και του κυττάρου του ξενιστή. Όταν οι ιοί εισέλθουν στο κύτταρο, μπορεί να πυροδοτήσουν άμεσα μια νόσο ή να παραμείνουν ανενεργοί για αρκετά χρόνια. Καταστρέφουν το κύτταρο-ξενιστή, εμποδίζοντας τη φυσιολογική πρωτεϊνοσύνθεση και χρησιμοποιώντας το μεταβολισμό του κυττάρου για την αναπαραγωγή τους. Οι νέοι ιοί απελευθερώνονται είτε καταστρέφοντας το κύτταρο-ξενιστή ή σχηματίζοντας μικρούς βλαστούς που αποσπώνται και μολύνουν άλλα κύτταρα.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ: Οι 400 γνωστοί τύποι ιών ταξινομούνται με πολλούς τρόπους: από το γονιδίωμα του πυρήνα (RNA ή DNA), τον ξενιστή (θηλαστικά, φυτά ή βακτήρια), τους τρόπους αναπαραγωγής τους (π.χ., ρετροϊοί), τον τρόπο που μεταδίδονται (π.χ., εντεροϊοί) και τις νόσους που προκαλούν (π.χ., ιός της ηπατίτιδας).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αντιικά φάρμακα περιλαμβάνουν ουσίες, όπως η ακυκλοβίρη (για τον απλό έρπητα)· η αμανταδίνη και η ριμανταδίνη (για τον ιό της γρίπης τύπου Α)· οι ιντερφερόνες (για τη χρόνια ηπατίτιδα Β και Ο)· η ριμπαβιρίνη (για τον ιό του αναπνευστικού συγκυτίου και τη χρόνια ηπατίτιδα C)· και η λαμιβουδίνη (μεταξύ άλλων, για τον HIV).

Aliases (separate with |): Ιός
ιός ECHO

Ιός που ανήκει στην ομάδα που αρχικά ήταν γνωστή ως Enteric Cytapathagenic Human Orphan graip. Οι ιοί της ομάδας αυτής έχουν συνδεθεί με άσηπτη μηνιγγίτιδα, εντερίτιδα, μυοκαρδίτιδα, μυοσίτιδα και πλευροδυνία.

Aliases (separate with |): Ιός ECHO
ιός Epstein-Barr

[Μ. A Epstein, Βρετανός ιατρός, γεννηθ. το 1921, Υ. Μ. Barr, σύγχρονος Καναδός ιατρός]. Ιός της οικογένειας των ερπητοϊών, που ανακαλύφθηκε το 1964. Αποτελεί ένα από τα αίτια της λοιμώδους μονοπυρήνωσης. Σε παιδιά της Νοτίου Αφρικής έχει συνδεθεί με το λέμφωμα Burkitt, ενώ σε Ασιατικούς πληθυσμούς με το ρινοφαρυγγικό καρκίνωμα.

Aliases (separate with |): Ιός Epstein-Barr
ισοκινητική άσκηση

Άσκηση, συνήθως με τη χρήση ειδικών οργάνων, η οποία ελέγχει την ταχύτητα της μυϊκής βράχυνσης ή επιμήκυνσης, ούτως ώστε η δύναμη που παράγεται από το μυ να είναι η μέγιστη καθ όλο το εύρος της κίνησης.

Aliases (separate with |): Ισοκινητική άσκηση
ισομετρική άσκηση

Σύσπαση και χαλάρωση ενός σκελετικού μυ ή ομάδας μυών κατά την οποία η δύναμη που παράγεται από το μυ ισούται με την αντίσταση. Δεν υπάρχει μεταβολή στο μήκος του μυ και δεν προκαλείται κίνηση.

Aliases (separate with |): Ισομετρική άσκηση
ισορροπημένη δίαιτα

Δίαιτα επαρκής σε ουσίες που παρέχουν ενέργεια (υδα-τάνθρακές και λίπη), ενώσεις για τη δημιουργία ιστών (πρωτεΐνες), ανόργανα (νερό και μεταλλικά άλατα), παράγοντες που ρυθμίζουν ή καταλύουν μεταβολικές διεργασίες (βιταμίνες) και ενώσεις για συγκεκριμένες φυσιολογικές διαδικασίες, όπως κυτταρινού-χο τροφή για την προώθηση των περισταλτικών κινήσεων της πεπτικής οδού.

Aliases (separate with |): Ισορροπημένη δίαιτα
ισταμίνη

C5H9N3· μία ουσία που παράγεται από το αμινοξύ ιστιδίνη και προκαλεί διάταση των αιμοφόρων αγγείων, αυξημένη έκκριση οξέος στον στόμαχο, σύσπαση των λείων μυών (π.χ., στους βρόγχους) και παραγωγή βλέννας, οίδημα των ιστών και κνησμό (κατά τη διάρκεια αλλεργικών αντιδράσεων). Η απελευθέρωση ισταμίνης από τα μαστοκύτταρα είναι ένα μείζον συστατικό των αντιδράσεων υπερευαισθησίας τύπου Ι, συμπεριλαμβανομένου του άσθματος.

Aliases (separate with |): Ισταμίνη
ιστοπλάσμωση

Συστηματική, μυκητιασική αναπνευστική νόσος που προκαλείται από το Histoplasma capsulatum. Η πηγή για αυτόν τον μύκητα είναι το έδαφος με πλούσιο οργανικό περιεχόμενο και περιττώματα πτηνών, ειδ. γύρω από παλαιούς ορνιθώνες· σπήλαια που φωλιάζουν νυχτερίδες· και κοίτες στούρνων, κοτσυφιών και περιστεριών. Στις Η.Π.Α, η λοίμωξη είναι ενδημική στην κοιλάδα του ποταμού Οχάιο. Η διάσπαρτη ιστοπλάσμωση είναι μια κοινή περιστασιακή λοίμωξη σε ασθενείς με σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (AIDS) και άλλες ανοσοκατασταλτικές ασθένειες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα σημεία και συμπτώματα ποικίλλουν από αυτά μίας αυτοπεριοριζόμενης λοίμωξης έως μία βαριά ή θανάσιμη νόσο. Τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα είναι ιδιαίτερα ευπαθή. Στην βαριά μορφή παρατηρείται πυρετός, αναιμία, ηπατοσπληνομεγαλία, λευκοπενία, πνευμονική συμμετοχή, επινεφριδιακή νέκρωση και έλκη της γαστρεντερικής οδού. Η θεραπεία είναι ενδοφλέβια αμφοτερικίνη Β.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Σε ασθενείς με σοβαρή πνευμονία, η αναπνευστική κατάσταση παρακολουθείται κάθε 8 ώρες (ή συχνότερα εάν είναι απαραίτητο) για την εκτίμηση μειωμένων αναπνευστικών ήχων, πλευριτικής τριβής ή συλλογής· η καρδιακή κατάσταση παρακολουθείται κάθε 8 ώρες (ή συχνότερα εάν είναι απαραίτητο) για την καταγραφή και άμεση αναφορά οποιαδήποτε βυθιότητας των καρδιακών τόνων, διάτασης της σφαγίτιδας φλέβας, παράδοξου σφυγμού ή άλλων σημείων καρδιακού επιπωματισμού· και η νευρολογική κατάσταση παρακολουθείται κάθε 8 ώρες (ή συχνότερα εάν είναι απαραίτητο) για την καταγραφή και αναφορά οποιωνδήποτε αλλαγών στο επίπεδο συνείδησης ή αυχενικής δυσκαμψίας. Ο ασθενής εκτιμάται για σημεία και συμπτώματα υπογλυκαιμίας και υπεργλυκαιμίας, που υποδεικνύουν επινεφριδιακή δυσλειτουργία. Όλα τα κόπρανα ελέγχονται μικροσκοπικά για την παρουσία αίματος και οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα καταγράφεται και αναφέρεται. Χορηγείται αντιμυκητιασική θεραπεία (αμφοτερικίνη Β ή κετακοναζόλη) και εκτιμάται για επιθυμητές δράσεις και παρενέργειες. Επειδή η αμφοτερικίνη Β μπορεί να προκαλέσει πόνο, ρίγη, πυρετό, ναυτία και έμετο, κατάλληλα αναλγητικά, αντιισταμινικά, αντιπυρετικά και αντιεμετικά χορηγούνται ανάλογα. Μικρές δόσεις μεπεριδίνης ή θειικής μορφίνης μπορούν να βοηθήσουν στην μείωση του ρίγους. Μία τέτοια φαρμακευτική θεραπεία πρέπει να χορηγείται νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα για την αποφυγή νάρκωσης του ασθενή για ολόκληρη τη μέρα. Εάν απαιτηθεί, χορηγείται θεραπεία οξυγόνου όπως ορίζεται και σχεδιάζονται περίοδοι ανάπαυσης για την υποβοήθηση του ασθενή να διατηρήσει την ενέργειά του. Ο διαιτολόγος συμβουλεύεται να δημιουργήσει μία θελκτική και θρεπτική δίαιτα, ενσωματώνοντας τις προτιμήσεις του ασθενή· αυτή η δίαιτα προσφέρεται καλύτερα σε μικρά, συχνά γεύματα παρά σε τρία μεγάλα. Εάν ο ασθενής έχει στοματοφαρυγγική εξέλκωση, παρέχονται καταπραϋντική στοματική υγιεινή και μαλακά, ήπια φαγητά. (Μπορεί να απαιτηθεί παρεντερική θρέψη, εάν οι εξελκώσεις είναι βαριές). Προσφέρεται συναισθηματική υποστήριξη στον ασθενή με χρόνια ή διάσπαρτη ιστοπλάσμωση και μπορεί να είναι απαραίτητη η αναφορά σε έναν κοινωνικό λειτουργό, ψυχολόγο ή εργασιοθεραπευτή για περαιτέρω συμβουλή και υποστήριξη για την υποβοήθηση του ασθενή να αντεπεξέλθει στη μακρόχρονη θεραπεία. Η νοσοκόμα βοηθά τους γονείς ενός παιδιού με αυτήν την ασθένεια να ρυθμίσουν τις οδηγίες σχετικά με τους περιορισμούς που αφορούν το σπίτι. Ο ασθενής συμβουλεύεται ότι η φροντίδα παρακολούθησης σε τακτική βάση θα απαιτηθεί για τουλάχιστον ένα χρόνο. Καρδιακά και πνευμονικά σημεία και συμπτώματα που μπορεί να υποδείξουν συλλογές πρέπει να αναφερθούν στο υγειονομικό προσωπικό άμεσα. Για τη βοήθεια της πρόληψης της ιστοπλάσμωσης, άτομα σε ενδημικές περιοχές διδάσκονται να παρακολουθούν για πρώιμα σημεία αυτής της λοίμωξης και να αναζητήσουν θεραπεία άμεσα. Άτομα που εκτίθενται επαγγελματικά σε μολυσμένο χώμα καθοδηγούνται να φορούν μάσκες προσώπου.

Aliases (separate with |): Ιστοπλάσμωση
ισχαιμική καρδιoπάθεια

Η έλλειψη παροχής οξυγόνου στην καρδιά που μεταβάλει τη λειτουργικότητά της. Η πιο κοινή αιτία μυοκαρδιακής ισχαιμίας είναι η αθηροσκλήρυνση των στεφανιαίων αρτηριών. Εξαρτώμενη από πολλούς παράγοντες, που περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις του μυοκαρδίου σε οξυγόνο, το βαθμό στένωσης του αυλού των στεφανιαίων αρτηριών και τη διάρκεια της ισχαιμίας, το τελικό αποτέλεσμα είναι παροδική ή μόνιμη βλάβη στην καρδιά.

Aliases (separate with |): Ισχαιμική καρδιoπάθεια
ισχιαλγία

Πόνος προερχόμενος από την κατώτερη περιοχή της πλάτης, ο οποίος είναι αισθητός κατά μήκος της κατανομής του ισχιακού νεύρου στα κάτω άκρα. Τυπικά συμβαίνει ως αποτέλεσμα οσφυϊκής σπονδυλοπάθειας και είναι αισθητός στο πίσω μέρος του μηρού και ορισμένες περιπτώσεις στο υπόλοιπο κάτω άκρο. Στις δυτικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ, περίπου το 40-50% των ανθρώπων θα βιώσουν ισχιαλγία κάποια στιγμή στη ζωή τους. Η ανάνηψη παρατηρείται μετά από συντηρητική θεραπεία 3-4 εβδομάδων στη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η πάθηση μπορεί να προκληθεί από συμπίεση ή τραυματισμό του ισχιακού νεύρου ή των ριζών του, ιδίως αυτού που προκύπτει από ρήξη μεσοσπονδυλίου δίσκου ή οστεοαρθρίτιδα των οσφυοϊερών σπονδύλων· φλεγμονή του ισχιακού νεύρου που οφείλεται σε μεταβολικές, τοξικές ή λοιμώδεις διαταραχές· ή άλγος που αντανακλά στη κατανομή του ισχιακού νεύρου από άλλες πηγές.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η κλινική εξέταση ασθενούς με ισχιαλγία ενδέχεται να αποκαλύψει πόνο στο κατώτερο σημείο της πλάτης κατά την ανύψωση τεντωμένου ποδιού, και μεταβολές των αντανακλαστικών των κάτω άκρων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η πάθηση μπορεί να ξεκινήσει ξαφνικά ή προοδευτικά και χαρακτηρίζεται από οξύ άλγος που διατρέχει το οπίσθιο τμήμα του μηρού. Η κίνηση του άκρου ή της μέσης γενικά ενισχύει την οδύνη. Το άλγος μπορεί να κατανέμεται ομοιόμορφα κατά μήκος του άκρου, αλλά συχνά υπάρχουν σημεία όπου είναι περισσότερο έντονος. Μπορεί να υπάρχει μούδιασμα και μυρμηκίαση, ενώ το δέρμα που νευρώνεται από το ισχιακό νεύρο μπορεί να εμφανίζει υπερευαισθησία στο απαλό άγγιγμα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Παρότι η ισχιαλγία ενδέχεται να είναι εξαιρετικά επώδυνη καθιστώντας το άτομο παροδικά ανίκανο, μπορεί να αντιμετωπισθεί σταδιακά στο 80% περίπου των ασθενών με ήπιους περιορισμούς, μη στεροειδή αντι-φλεγμονώδη, ναρκωτικά αναλγητικά φάρμακα, ή μυοχαλαρωτικά. Ασθενείς των οποίων τα συμπτώματα δεν υποχωρούν με τις παραπάνω θεραπείες πρέπει να επαναξιολογηθούν από ειδικό. Περιστασιακά απαιτείται χειρουργική επέμβαση στην κατώτερη περιοχή της ράχης (π.χ., για την απομάκρυνση του κηλικού μεσοσπονδυλίου δίσκου), παρότι αυτή η παρέμβαση χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά από ότι στο παρελθόν.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ασθενείς με ισχιαλγία που είχαν ιστορικό καρκίνου, που κάνουν ενδοφλέβια χρήση φαρμάκων, έχουν πυρετό μαζί με την ισχιαλγία ή εμφανίζουν απώλεια του ελέγχου της λειτουργίας της ουροδόχου κύστης ή του εντέρου λόγω της νόσου, πρέπει να αξιολογηθούν αμέσως με ακτινολογικές μελέτες της κατώτερης περιοχής της ράχης (με αξονική ή μαγνητική τομογραφία). Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδεχομένως να χρειάζονται στενότερη και πρωιμότερη προσοχή από τους νεότερους. Ασθενείς οι οποίοι αδρανοποιούνται από την ισχιαλγία, αλλά στους οποίους τα αντικειμενικά ευρήματα δεν είναι εμφανή, μπορούν να ωφεληθούν από διεπιστημονικές προσεγγίσεις των συμπτωμάτων τους (π.χ., με παραπομπές σε κλινικές αντιμετώπισης χρόνιων πόνων, φυσικοθεραπευτές και εργασιοθεραπευτές, φυσίατρους ή άλλους ειδικούς).

Aliases (separate with |): sciatica|Ισχιαλγία
ιχθυέλαιο

Ένα διαιτητικό συμπλήρωμα που συστήνεται για άτομα που με καρδιακές παθήσεις ή για πρωτογενή πρόληψη καρδιακής προσβολής και εγκεφαλικού επεισοδίου. Ύστερα από μία καρδιακή προσβολή, τα ιχθυέλαια έχουν αποδειχθεί ότι μειώνουν τον κίνδυνο μετέπειτα καρδιακής βλάβης. Το συμπύκνωμα ιχθυέλαιου παρέχει ωμέγα-3 και ωμέγα-6 λιπαρά οξέα και άλφα λινολενικό και λινολενικό οξύ.

Aliases (separate with |): Ιχθυέλαιο
ιχθύωση

Κατάσταση στην οποία το δέρμα είναι ξηρό και λεπιδώδες, μοιάζοντας με δέρμα ψαριού. Επειδή η ιχθύωση είναι εύκολα αναγνωρίσιμη, μεγάλος αριθμός νόσων καλείται έτσι.

Μια ήπια μη κληρονομούμενη μορφή ονομάζεται χειμερινός κνησμός. Παρατηρείται συχνά στα κάτω άκρα ηλικιωμένων ασθενών, ιδιαίτερα στη διάρκεια του χειμώνα όταν δεν υπάρχει βροχή. Πιθανών να είναι συχνότερο στα άτομα που πλένονται συχνά, προκαλώντας έτσι υπερβολική ξηρότητα του δέρματος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η εφαρμογή λοσιόν και αλοιφών που μαλακώνουν και καταπραΰνουν το δέρμα έχει αποτέλεσμα την ανακούφιση των συμπτωμάτων σε όλες τις μορφές ιχθύασης. Οι ξηρές φολίδες μπορούν να απομακρυνθούν με την εφαρμογή ενός συνδυασμού 6% σαλικυλικού οξέος σε μία γέλη που περιέχει προπυλενική γλυκόλη, αιθυλική αλκοόλη, υδροξυ-προπυλενική κυτταρίνη και νερό. Το μείγμα είναι περισσότερο αποτελεσματικό όταν εφαρμόζεται σε ενυδατωμένο δέρμα στην διάρκεια της νύχτας το οποίο καλύπτεται από ύφασμα. Τα σαπούνια πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ.

Aliases (separate with |): Ιχθύωση
ιώδιο

ΣΥΜΒ.: Ι. Ένα αμέταλλο στοιχείο που ανήκει στην ομάδα των αλογόνων. Ατομικό βάρος 126,904, ατομικός αριθμός 53, ειδικό βάρος (στέρεο στους 20°C) 4,93. Είναι μαύρη κρυσταλλική ουσία με σημείο τήξεως στους 113,5°C. Σημείο βρασμού 184,4°C, δίνοντας έναν χαρακτηριστικό ιώδη ατμό.

Πηγή ιωδίου αποτελούν τα λαχανικά, ιδιαίτερα εκείνα που αναπτύσσονται κοντά σε ακτή, το ιωδιούχο αλάτι, και τα θαλασσινά, ιδιαίτερα το ήπαρ του μπακαλιάρου, ή τα έλαια του ήπατος των ψαριών.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Το ιώδιο είναι τμήμα της ορμόνης τριιωδοθυρονίνης (Τ3) και της θυροξίνης (Τ4), και αποτρέπει την βρογχοκήλη επιτρέποντας στον θυρεοειδή να λειτουργεί φυσιολογικά. Το ποσό του ιωδίου στον οργανισμό είναι κατά μέσο όρο 50 mg, από τα οποία τα 10 με 15 mg βρίσκονται στον θυρεοειδή. Οι ημερήσιες απαιτήσεις σε ιώδιο ενός ενήλικα είναι από 100 έως 150 μg. Τα παιδιά σε ανάπτυξη, οι έφηβοι, οι έγκυες γυναίκες και τα άτομα που βρίσκονται σε συναισθηματική ένταση χρειάζονται ποσότητα μεγαλύτερη από αυτή.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ: Η ανεπάρκεια ιωδίου στην δίαιτα μπορεί να οδηγήσει σε απλή βρογχοκήλη που χαρακτηρίζεται από διόγκωση του θυρεοειδούς και υποθυρεοειδισμό. Στα μικρά παιδιά, η ανεπάρκεια αυτή μπορεί να έχει αποτέλεσμα καθυστέρηση της φυσικής, σεξουαλικής και νοητικής ανάπτυξης, μία κατάσταση που ονομάζεται κρετινισμός.

Aliases (separate with |): Ιώδιο
κάθαρση κρεατινίνης

Ευαίσθητη μέθοδος εξέτασης της νεφρικής λειτουργίας, για την οποία απαιτείται συλλογή ούρων 24ώρου και δείγμα αίματος. Μερικές φορές πραγματοποιείται για να επιβεβαιωθεί εάν είναι ασφαλής η χορήγηση αντικαρκινικών φαρμάκων, που είναι νεφροτοξικά.

Aliases (separate with |): Κάθαρση κρεατινίνης
καθετηριασμός ουροδόχου κύστης

Η εισαγωγή σωλήνα παροχέτευσης μέσω της ουρήθρας στην ουροδόχο κύστη για την απομάκρυνση των ούρων. Ο καθετηριασμός της ουροδόχου κύστης μπορεί να πραγματοποιηθεί όταν απαιτούνται στείρα δείγματα ούρων για εργαστηριακή ανάλυση, όταν απαιτείται η ακριβής παρακολούθηση της παραγωγής ούρων (π.χ., σε μονάδες εντατικής παρακολούθησης), ή όταν οι ασθενείς παρουσιάζουν χρόνιες δυσκολίες κένωσης της κύστης.

Ασθενείς με χρόνιες δυσκολίες ούρησης φέρουν ορισμένες φορές μόνιμους καθετήρες, εναλλακτικά όμως μπορεί να τους δοθούν οδηγίες για τεχνικές άσηπτου, περιοδικού αυτοκαθετηριασμού. Για να το κάνουν αυτό, χρειάζεται να μάθουν για την ανατομίατης ουρήθρας τους και μεθόδους τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν ώστε να αποφύγουν την είσοδο μικροβίων στην ουροδόχο κύστη (πλύσιμο των χεριών, περιουρηθρικός καθαρισμός και καθαρισμός του καθετήρα και αποθήκευση του καθετήρα). Οι περισσότεροι ασθενείς χρειάζεται να αυτοκαθετηριάζονιαι τέσσερις έως πέντε φορές ημερησίως. Ο προσεκτικά πραγματοποιούμενος περιοδικός καθετηριασμός παρουσιάζει λιγότερες πιθανότητες να προκαλέσει μόλυνση του ουροποιητικού σε σχέση με τον χρόνια εγκατεστημένο καθετήρα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Αφ' ότου εξηγηθεί η διαδικασία στον ασθενή, συναρμολογείται ο απαραίτητος εξοπλισμός και συνδέεται, εάν χρειάζεται, ο καθετήρας σε κλειστό σάκο παροχέτευσης. Το μπαλόνι στο άκρο του καθετήρα φουσκώνεται (και ξεφουσκώνεται) πριν από την εισαγωγή του για να εξασφαλίσει ότι ο καθετήρας θα παραμείνει εις θέση μετά την είσοδο του στην ουροδόχο κύστη. Ο ασθενής τοποθετείται σωστά και σκεπάζεται (βλ. οδηγίες για γυναίκες και άνδρες ασθενείς), προετοιμάζεται η περιοχή με αντισηπτικό διάλυμα και ο καθετήρας εισάγεται απαλά. Η άσηπτη τεχνική ακολουθείται διαρκώς καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και ο καθετήρας συνδέεται με κλειστό σύστημα παροχέτευσης πριν από την εισαγωγή. Ο σωλήνας ασφαλίζεται στο πόδι του ασθενούς, ο σωλήνας παροχέτευσης τυλίγεται στο κρεβάτι και ο σωλήνας που οδηγεί στο σάκο περισυλλογής ευθυγραμμίζεται προκειμένου να διευκολύνει την παροχέτευση μέσω βαρύτητας. Ο σάκος περισυλλογής αναρτάται πάνω από το δάπεδο. Προστατεύεται ο σωλήνας παροχέτευσης από το να έλθει σε επαφή με κάποια επιφάνεια κατά το άδειασμα του σάκου περισυλλογής. Το άνοιγμα εκροής σκουπίζεται με μάκτρο εμποτισμένο σε οινόπνευμα πριν ξαναδεθεί στο σάκο. Η περιοχή του αυλού πρέπει να καθαρίζεται σε ημερήσια βάση. Η ικανότητα του ασθενούς να κενώνει και να παραμένει εγκρατής αξιολογείται περιοδικά και διακόπτεται ο καθετηριασμός όταν αυτό είναι δυνατό. Παρατηρούνται και καταγράφονται τα αποτελέσματα της διαδικασίας, περιλαμβανομένου του χαρακτήρα και του όγκου των παροχετευόμενων ούρων καθώς και η αντίδραση του ασθενούς.

Γυναικείος (καθετηριασμός ουροδόχου κύστης): Η ασθενής πρέπει να είναι σε ραχιαία, ύπτια στάση σε σκληρό στρώμα ή σε εξεταστική κλίνη για να διευκολυνθεί η παρατήρηση του πόρου της ουρήθρας. Εναλλακτικά, λαμβάνεται η στάση λιθοτομής, με τους γλουτούς στο άκρο της εξεταστικής κλίνης και τα πόδια στους αναβολείς. Για γυναίκες ασθενείς με δυσκολίες κίνησης που περιλαμβάνουν τους γοφούς και τα γόνατα, η στάση του Sims, ή η αριστερή πλάγια στάση, μπορεί να είναι πιο άνετες και να επιτρέπουν την καλύτερη παρατήρηση. Μπορούν να τοποθετηθούν μαξιλάρια κάτω από το κεφάλι και τους ώμους προκειμένου να χαλαρώσουν οι κοιλιακοί μυς.

Ανδρικός (καθετηριασμός ουροδόχου κύστης): Ο ασθενής πρέπει να είναι σε ύπτια στάση με τα πόδια εκτεταμένα. Ενσταλάζεται λιπαντικό απευθείας μέσα στην ουρήθρα με μία προγεμισμένη σύριγγα, ώστε να διευκολύνει τη διέλευση του σωλήνα. Μετά τη διαδικασία, πρέπει να επιμεληθεί η επαναφορά της ακροποσθίας στην αρχική της θέση για να αποφευχθεί επακόλουθο πρήξιμο.

Aliases (separate with |): Καθετηριασμός ουροδόχου κύστης
κακοήθης αναιμία

Χρόνια μακροκυτταρική αναιμία που χαρακτηρίζεται από αχλωρυδρία Εμφανίζεται συχνότερα στις ηλικίες μεταξύ 40 και 80 ετών, σε Βορειοευρωπαίους με ανοικτόχρωμο δέρμα, αλλά έχει αναφερθεί και σε άλλες φυλές και εθνότητες. Είναι σπάνια στους νέγρους και στους Ασιάτες.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η κακοήθης αναιμία είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα. Τα τοιχωματικά κύτταρα του στομάχου δεν μπορούν να εκκρίνουν σε επαρκή ποσότητα ενδογενή παράγοντα που είναι απαραίτητος για την εντερική απορρόφηση της Β12, του εξωγενή παράγοντα. Αυτό οφείλεται στην ατροφία του βλεννογόνου του θόλου του στομάχου και σχετίζεται με απουσία υδροχλωρικού οξέος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Στα συμπτώματα της κακοήθους αναιμίας συμπεριλαμβάνεται η αδυναμία, τα έλκη της γλώσσας, οι παραισθησίες (τσιμπήματα και μουδιάσματα) των άκρων και τα συμπτώματα από το γαστρεντερικό, όπως είναι η διάρροια, η ναυτία, ο εμετός και ο πόνος· στην σοβαρή αναιμία, είναι δυνατόν να εκδηλωθούν και σημεία καρδιακής ανεπάρκειας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Χορηγείται βιταμίνη Β12 παρεντερικά ή σε όσους ασθενείς ανταποκρίνονται καλά στην από του στόματος χορήγηση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και αυτή η οδός.

Aliases (separate with |): Κακοήθης αναιμία
καλής διαφοροποίησης

Όγκος, τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο μοιάζουν με του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο προέρχεται (βλ. και πτωχής διαφοροποίησης, αδιαφοροποίητος όγκος).

Aliases (separate with |): Καλής διαφοροποίησης
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL