Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Term Definition
έμετος από χημειοθεραπεία

Έμετος που σχετίζεται με η προκαλείται από τη χημειοθεραπεία του καρκίνου. Μολονότι η ανεπιθύμητη αυτη ενέργεια είναι αυτοπεριοριζόμενη και σπάνια απειλητικη για τη ζωη, η προοπτικη εμφάνισης της προκαλεί άγχος και κατάθλιψη σε πολλούς ασθενείς. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει φάρμακα όπως η δροναβιδόλη, η γκρανισετρόνη, η λοραζεπάμη, η προχλωροπεραζίνη και στεροειδη, μεταξύ άλλων.

Aliases (separate with |): Έμετος από χημειοθεραπεία
εμμηνόπαυση

Η περίοδος που σηματοδοτεί την μόνιμη λήξη της εμμήνου δραστηριότητας, που συνήθως συμβαίνει μεταξύ των ηλικιών 35 και 58. Η εμμηνόρροια μπορεί να σταματήσει ξαφνικά, μπορεί να υπάρχει μειωμένη ροή κάθε μήνα μέχρι την οριστική διακοπή ή το μεσοδιάστημα μεταξύ των περιόδων μπορεί να επιμηκύνεται μέχρι να επιτευχθεί η πλήρης διακοπή. Φυσιολογικά η εμμηνόπαυση θα συμβεί στο 25% των γυναικών μέχρι την ηλικία των 47, στο 50% μέχρι την ηλικία των 50, στο 75% μέχρι την ηλικία των 52 και στο 95% μέχρι την ηλικία των 55. Η εμμηνόπαυση οφειλόμενη σε χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών έχει συμβεί σε σχεδόν 30% των γυναικών των Η.Π.Α., που είναι 50 ετών ή μεγαλύτερες. Γυναίκες με βραχείς έμμηνους κύκλους μπορεί να φτάσουν στην εμμηνόπαυση μέχρι και δυο χρόνια νωρίτερα από γυναίκες με μακριούς κύκλους. Το κάπνισμα έχει μια επίδραση στη εμμηνόπαυση, επιφέροντας τη 1 με 2 χρόνια πρόωρα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση ξεκινούν νωρίς μετά τη διακοπή της λειτουργίας των ωοθηκών, είτε η εμμηνόπαυση συμβαίνει φυσικά είτε οφείλεται σε χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών ή σε δυσλειτουργία της υπόφυσης. Τα συμπτώματα που μπορεί να διαρκέσουν από λίγους μήνες μέχρι χρόνια, ποικίλουν από δύσκολα αναγνωρίσιμα ως βαριά. Περιλαμβάνονται αγγειοκινητική αστάθεια, νευρικότητα, εξάψεις, ρίγη, ευερεθιστότητα, κόπωση, απάθεια, κατάθλιψη, επεισόδια κλάματος, αϋπνία, αίσθημα παλμών, ίλιγγος, κεφαλαλγία, αιμωδία, κνησμός, μυαλγία, διαταραχές της ούρησης (όπως συχνότητα και ακράτεια) και ποικίλες διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος. Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των χαμηλών επιπέδων οιστρογόνων είναι οστεοπόρωση και αθηροσκλήρυνση.

Οι εξάψεις μπορούν να ξεκινήσουν με αύρα που προηγείται κοιλιακής δυσφορίας και ίσως ενός ρίγους που ακολουθείται σύντομα από αίσθημα θερμότητας που κινείται προς την κεφαλή. Μετά το πρόσωπο γίνεται ερυθρό και υπάρχει εφίδρωση ακολουθούμενη από εξάντληση. Η αιτία των εξάψεων δεν είναι πλήρως κατανοητή. Παρόλο που ο λαϊκός μύθος είναι πως η σεξουαλική επιθυμία και δραστηριότητα αναπόφευκτα μειώνονται μετά την εμμηνόπαυση, υπάρχουν λίγα δεδομένα για να υποστηρίξουν αυτή την άποψη. Η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να μείνει στα προεμμηνοπαυσιακά επίπεδα ή να αυξηθεί λόγω έλλειψης φόβου εγκυμοσύνης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) χρησιμοποιείται προσεκτικά για την ανακούφιση από τα συμπτώματα. Αυτή η θεραπεία συνίσταται μόνο σε οιστρογόνα (σε ασθενείς που έχουν υποστεί υστερεκτομή) και σε οιστρογόνα συνδυασμένα με προγεστερόνη (σε ασθενείς με άθικτη μήτρα). H HRT αντενδείκνυται σε γυναίκες με ιστορικό οιστρογονοεξαρτώμενου καρκίνου του μαστού, ενδομητρικό καρκίνο, θρομβοεμβολική νόσο, οξεία ηπατική νόσο και κολπική αιμορραγία αγνώστου αιτιολογίας. Πολλές γυναίκες με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, θα πρέπει επίσης να αποφύγουν την HRT. Οι αποφάσεις σχετικά με τη χρήση της HRT βασίζονται στα σχετικά οφέλη και τους κινδύνους της θεραπείας για την κάθε γυναίκα. Σημαντικά οφέλη μπορεί να περιλαμβάνουν τη μείωση του κινδύνου οστεοπόρωσης, τη μείωση της πιθανότητας για άνοια του Alzheimer, τη βελτίωση του λιπιδικού προφίλ και τη μείωση των συμπτωματικών εξάψεων. Είναι αβέβαιο, αν η HRT επιδρά στα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια. Σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν αύξηση της πιθανότητας για ανάπτυξη οιστρογονοεξαρτώμενων κακοηθειών και επανέναρξη της εμμήνου ρύσης. Παρόλο που η έρευνα δεν έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους, κάποιες γυναίκες μπορεί να λαμβάνουν συμπληρώματα με βότανα και να καταναλώνουν προϊόντα σόγιας για ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Επειδή οι γυναίκες μπορεί να βιώσουν ποικιλία συμπτωμάτων κατά την περίοδο αυτή πρέπει να προσδιοριστούν η φύση τους, η βαρύτητά τους και η επίδρασή τους στην ασθενή. Η εμμηνόπαυση είναι μια φυσιολογική φάση στον αναπαραγωγικό κύκλο. Αν η γυναίκα βιώνει σοβαρά συμπτώματα, ένας ιατρός μπορεί να χρειαστεί να εκτιμήσει την ασθενή. Η γυναίκα ενθαρρύνεται να διατηρήσει δίαιτα υψηλή σε ασβέστιο, βιταμίνες και μέταλλα. Τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της HRT είναι υπό συζήτηση. Οι φορείς ιατρικής φροντίδας προσφέρουν συναισθηματική υποστήριξη και καθησυχασμό, καθώς τα συμπτώματα μπορεί να είναι καταθλιπτικά και τρομακτικά και παρέχουν γραπτές πληροφορίες παρακολούθησης και πηγές αυτοβοήθειας.

Aliases (separate with |): Εμμηνόπαυση
εμμηνόρροια

Η κυκλική, επαγόμενη από ορμόνες εφελκιδοποίηση του ενδομητρίου της μήτρας, η οποία συμβαίνει μεταξύ εφηβείας και εμμηνόπαυσης και συνοδεύεται από αιμορραγικό κολπικό έκκριμα. Η έναρξη της εμμήνου ρύσης (εμμηναρχή) συνήθως συμβαίνει κατά την εφηβεία (ηλικία 9 ως 17 ετών). Όταν το ωάριο μιας γυναίκας δεν γονιμοποιηθεί, το ωχρό σωμάτιο υπόκειται σε εκφύλιση, η οποία οδηγεί τα επίπεδα προγεστερόνης σε μείωση, γεγονός το οποίο με τη σειρά του πυροδοτεί τα έμμηνα.

Μία συνήθης έμμηνος περίοδος εκδηλώνει τα εξής χαρακτηριστικά: ένα μεσοδιάστημα μεταξύ των εμμήνων ρύσεων, που ποικίλλει μεταξύ 18 και 40 ημερών, με μέσο όρο 27 ως 30 ημέρες· κι έμμηνο ροή που διαρκεί μεταξύ 3 και 7 ημερών, 4 με 5 μέρες κατά μέσο όρο. Το αίμα της εμμήνου ρύσεως περιέχει φυσιολογικά, αιμολυμένα και μερικές φορές συγκολλημένα ερυθρά αιμοσφαίρια· αποσυντεθειμένα ενδομητρικά και στρωματικά κύτταρα κι αδενικές εκκρίσεις. Γενικά, το αίμα της εμμήνου ρύσεως δεν πήζει, αλλά η δίοδος κάποιων θρόμβων δεν είναι ασυνήθιστη.

Η απώλεια αίματος ποικίλει ευρέως μεταξύ των γυναικών· ωστόσο, είναι συνήθως σταθερή από μήνα σε μήνα στο ίδιο άτομο. Η μέση μηνιαία απώλεια αίματος κυμαίνεται μεταξύ 44 και 80 ml, αλλά μπορεί να μειωθεί από τη χρήση αντισυλληπτικών από του στόματος και να αυξηθεί από την παρουσία μιας ενδομήτριας συσκευής. Η απώλεια αίματος κατά την έμμηνο ρύση είναι η πιο κοινή μονήρης αιτία της σιδηροπενικής αναιμίας στη γυναίκα. Η εκτίμηση της απώλειας αίματος μιας ασθενούς από το ιστορικό είναι δύσκολη, διότι πολλές γυναίκες είναι ανεπαρκείς κριτές του όγκου ροής τους. Μια αδρή εκτίμηση της απώλειας αίματος μπορεί να γίνει, ρωτώντας για τον αριθμό, τον τύπο και το ποσό του διαποτισμού των ταμπόν ή των σερβιετών που χρησιμοποιούνται την κάθε μέρα της περιόδου. Όταν σημειώνεται ο αριθμός των σερβιετών ή των ταμπόν που χρησιμοποιούνται καθημερινά, εκείνος που λαμβάνει το ιστορικό θα πρέπει να καθορίσει το λόγο των αλλαγών· κάποιες γυναίκες μπορεί να αλλάζουν για λόγους διαφορετικούς από τον διαποτισμό της σερβιέτας.

Οι ενδείξεις υπερβολικής ή ανώμαλης ροής της εμμήνου ρύσεως περιλαμβάνουν την ανάγκη για αλλαγή διαποτισμένων ταμπόν ή σερβιετών ανά ώρα· τη δίοδο θρόμβων, ειδικά όταν είναι μεγαλύτεροι από 2 εκατοστά σε διάμετρο ή αν συμβαίνουν σε άλλη από την πρώτη ολοκληρωμένη ημέρα περιόδου και διάρκεια ροής που υπερβαίνει τις 7 μέρες ροής σε έναν ή περισσότερους κύκλους. Η έμμηνος ρύση φυσιολογικά σταματάει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μπορεί ή όχι να λαμβάνει χώρα κατά τον θηλασμό και σταματά μόνιμα με την εμμηνόπαυση.

Ανωμαλίες εμμήνου ρύσεως: Αποτυχία για έμμηνο ρύση μπορεί να προκαλείται από συγγενείς ανωμαλίες· σωματικές διαταραχές (π.χ., παχυσαρκία, κακή θρέψη ή νόσο)· υπερβολική άσκηση· συναισθηματικές ή ορμονικές διαταραχές που επηρεάζουν τις ωοθήκες, την υπόφυση, τον θυρεοειδή ή τα επινεφρίδια. Απουσία ροής, όταν αυτή αναμενόταν φυσιολογικά, λέγεται αμηνόρροια· περιορισμένη ροή είναι γνωστή σαν ολιγομηνόρροια' η επώδυνη έμμηνος ρύση λέγεται δυσμηνόρροια. Η υπερβολική απώλεια αίματος λέγεται μηνορραγία· η απώλεια αίματος στην περίοδο μεταξύ των εμμήνων ρύσεων είναι γνωστή σαν κηλίδωση ή μητρορραγία.

Aliases (separate with |): menstruation|Εμμηνόρροια
έμμηνος κύκλος

Η περιοδικά επαναλαμβανόμενη αλληλουχία μεταβολών που συμβαίνει στην μήτρα και τα σχετιζόμενα όργανα του φύλου (ωοθήκες, τράχηλο και κόλπο) και σχετίζεται με την έμμηνο ρύση και την ενδιάμεση στις εμμηνορρυσίες περίοδο. Ο ανθρώπινος κύκλος διαρκεί κατά μέσο όρο 28 μέρες, μετρούμενος από την αρχή της εμμήνου ρύσεως. Ωστόσο, ο καταμήνιος κύκλος ποικίλλει σε διάρκεια, ακόμα και στο ίδιο άτομο από μήνα σε μήνα. Οι αποκλίσεις στη διάρκεια του κύκλου οφείλονται κυρίως σε μεταβολές της διάρκειας της φάσης του πολλαπλασιασμού.

Ο καταμήνιος κύκλος διαιρείται σε τέσσερις φάσεις που χαρακτηρίζονται από ιστολογικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο ενδομήτριο στης μήτρας. Αυτές είναι: Φάση πολλαπλασιασμού: Μετά την απώλεια αίματος από το ενδομήτριο, το μητρικό επιθήλιο καθίσταται φυσιολογικό· το ενδομήτριο γίνεται παχύτερο και πιο αγγειώδες· οι αδένες επιμηκύνονται. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το ωοθυλάκιο ωριμάζει και εκκρίνει οιστρογόνα· με τη διέγερση από τα οιστρογόνα, το ενδομήτριο γίνεται υπερτροφικό, διογκώνεται και γίνεται πιο αγγειώδες και οι αδένες επιμηκύνονται. Η φάση τερματίζεται με ρήξη του θυλακίου και απελευθέρωση του ωαρίου περίπου 14 μέρες πριν να ξεκινήσει η επόμενη έμμηνος ρύση. Γονιμοποίηση του ωαρίου είναι πιο πιθανό να συμβεί τις ημέρες αμέσως μετά την ωορρηξία. Ωχρινική ή Εκκριτική φάση: Μετά την απελευθέρωση του ωαρίου, το ωχρό σωμάτιο εκκρίνει προγεστερόνη. Με τη διέγερση από την προγεστερόνη, το ενδομήτριο γίνεται ακόμα παχύτερο· οι αδένες γίνονται πιο ελικοειδείς και παράγουν ένα άφθονο έκκριμα που περιέχει γλυκογόνο. Οι περιελιγμένες αρτηρίες κάνουν την εμφάνισή τους· το ενδομήτριο γίνεται οιδηματώδες· το στρώμα γίνεται συμπαγές. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το ωχρό σωμάτιο αναπτύσσεται σε μια ωοθήκη και εκκρίνει προγεστερόνη. Αυτή η φάση διαρκεί 10 με 14 μέρες. Προεμμηνορροϊκή ή ισχαιμική φάση: Αν δεν έχει συμβεί εγκυμοσύνη, οι περιελιγμένες αρτηρίες αποφράσσονται και το ενδομήτριο γίνεται αναιμικό και συρρικνώνεται 1 ή 2 μέρες πριν την έμμηνο ρύση. Το ωχρό σωμάτιο της ωοθήκης ξεκινά να εκφυλίζεται. Αυτή η φάση διαρκεί περίπου 2 μέρες και τερματίζεται με τη διάνοιξη των αποφραγμένων αρτηριών και την αποκόλληση μικρών πλακών ενδομητρίου και την έναρξη της εμμήνου ρύσεως με τη ροή έμμηνου υγρού. Έμμηνος ρύση: Το λειτουργικό στρώμα του ενδομητρίου αποκολλάται.

Ο καταμήνιος κύκλος διαφοροποιείται από την κύηση, τη χρήση αντισύλληψης, συνυπάρχουσες νόσους, τη δίαιτα και την άσκηση.

Aliases (separate with |): Έμμηνος κύκλος
εμπύημα

Συλλογή πύου σε μια κοιλότητα του σώματος, συνήθως μεταξύ των πετάλων του υπεζωκότα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Προκαλείται συνήθως από την τοπική εξάπλωση μιας λοίμωξης από πνευμονία η απόστημα του πνεύμονα, μπορεί όμως να προκληθεί και από μικρόβια που μεταφέρονται στον υπεζωκότα μέσω του αίματος η της λέμφου η από εξάπλωση προς τα άνω ενός υποδιαφραγματικού αποστήματος. Τα συνηθέστερα παθογόνα μικρόβια είναι ο Streptococcus pneumoniae, ο Staphylococcus aureus και η Klebsiella pneumoniae, μπορεί όμως να ευθύνονται και αναερόβια μικρόβια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς είναι συνήθως βαρέως πάσχοντες, με υψηλό πυρετό και εφίδρωση, κακουχία, ανορεξία και κόπωση. Εμφανίζουν συχνά ταχυκαρδία, πλευρίτιδα, βηχα και δύσπνοια. Ανάλογα με την ποσότητα του πύου και του υγρού που υπάρχει, η φυσική εξέταση μπορεί να αναδείξει ανισότιμη έκπτυξη των πνευμόνων, αμβλύτητα κατά την επίκρουση και ελαττωμένους η απόντες αναπνευστικούς ήχους πάνω από την προσβεβλημένη περιοχή. Ινώδεις συμφύσεις μπορεί να καλύψουν την υπεζωκοτική κοιλότητα και να εμποδίζουν την έκπτυξη του πνεύμονα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Το εμπύημα μπορεί να διαγνωσθεί έμμεσα από τις ακτινογραφίες θώρακα, την αξονική τομογραφία, την απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού, η άμεσα και οριστικά με την παρακέντηση του θώρακα (εισαγωγή μιας ευρύστομης βελόνας στην υπεζωκοτική κοιλότητα). Η αναρρόφηση υγρού από την υπεζωκοτική κοιλότητα παρέχει υλικό για διενέργεια καλλιέργειας και αντιβιογράμματος και βοηθά στη λύση της λοίμωξης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Το πυώδες εξίδρωμα και υγρό παροχετεύονται με παρακέντηση και σύστημα αναρρόφησης με αρνητική πίεση μέσω ενός στεγανού δοχείου που περιέχει νερό. Φάρμακα όπως η ουροκινάση μπορεί να διοχετευθούν στην υπεζωκοτική κοιλότητα για να ελαχιστοποιήσουν το σχηματισμό ινωδών συμφύσεων και να διατηρήσουν τη βατότητα του σωλήνα της παρακέντησης. Μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική παροχέτευση. Χορηγείται ενδοφλεβίως αντιβιοτική αγωγή με βάση το αντιβιόγραμμα. Αντιμετωπίζεται επίσης η πρωτοπαθής λοίμωξη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής παρακολουθείται για αυξημένη αναπνευστική δυσχέρεια και σύμπτυξη του τμήματος του πνεύμονα (πνευμοθώρακας) που γειτνιάζει με το εμπύημα. Διατηρείται η βατότητα του συστήματος παροχέτευσης. Καταγράφονται ο όγκος, το χρώμα και τα χαρακτηριστικά του υγρού που παροχετεύεται. Ο ασθενής προφυλάσσεται από τυχαία μετατόπιση του σωλήνα παροχέτευσης. Παρέχονται στον ασθενή υγρά και πρωτεΐνες και ενθαρρύνεται να εκτελέσει αναπνευστικές ασκήσεις και εντατική σπιρομετρία Κανονίζεται ανάλογα με τις ανάγκες η κατ οίκον φροντίδα του.

Aliases (separate with |): Εμπύημα
έμφραγμα μυοκαρδίου

Η απώλεια ζώντος καρδιακού μυός ως αποτέλεσμα απόφραξης των στεφανιαίων αρτηριών. Το έμφραγμα του μυοκαρδίου συνήθως συμβαίνει, όταν ραγεί μία αθηρωματική πλάκα σε μία στεφανιαία αρτηρία και ο θρόμβος, που προκύπτει, αποφράξει το τραυματισμένο αιμοφόρο αγγείο. Η αιμάτωση του μυϊκού ιστού, που βρίσκεται στην πορεία της αποφραγμένης αρτηρίας, διακόπτεται. Αν η αιματική ροή δεν αποκατασταθεί εντός ολίγων ωρών, ο καρδιακός μυς νεκρώνεται.

Εκατοντάδες χιλιάδες εμφραγμάτων του μυοκαρδίου λαμβάνουν χώρα στις Η.Π.Α. κάθε χρόνο, με πολλά από αυτά να οδηγούν σε αιφνίδιο θάνατο. Η πιθανότητα θανάτου από ΜΙ σχετίζεται με την υποκείμενη υγεία του ασθενή, με το αν συμβούν αρρυθμίες, όπως κοιλιακή μαρμαρυγή ή κοιλιακή ταχυκαρδία και πόσο γρήγορα ο ασθενής θα λάβει τις κατάλληλες θεραπείες, όπως θρομβολυτικά φάρμακα, αγγειοπλαστική, αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, βήτα-αποκλειστές και εντατική ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Αποδεδειγμένοι παράγοντες κινδύνου για ΜΙ είναι το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα παθολογικά επίπεδα χοληστερόλης, η υψηλή αρτηριακή πίεση, το άρρεν φύλο, η προχωρημένη ηλικία, η παχυσαρκία, η έλλειψη σωματικής άσκησης, και η απώλεια αλβουμίνης στα ούρα. Κάποιες έρευνες υποδεικνύουν ότι τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης, τα υψηλά επίπεδα C αντιδρώσας πρωτεΐνης και άλλες καταστάσεις μπορούν, επίσης, να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κλασσικά συμπτώματα του ΜΙ είναι προοδευτική έναρξη άλγους ή πίεσης, που γίνεται αισθητή πιο έντονα στο κέντρο του στέρνου, αντανακλώντας στον τράχηλο, την κάτω γνάθο, τους ώμους ή τα άνω άκρα και διαρκεί περισσότερο από μισή ώρα. Το άλγος τυπικά είναι βύθιο και βαρύ, παρά οξύ και διαξιφιστικό και συχνά σχετίζεται με δυσκολία στην αναπνοή, ναυτία, έμετο και έντονη εφίδρωση. Οι κλινικές εκδηλώσεις, ωστόσο, ποικίλλουν σημαντικά. Πολλοί ασθενείς πιστεύουν ότι έχουν δυσπεψία, εντερικά αέρια ή μυϊκά άλγη· πολλές γυναίκες και ηλικιωμένα άτομα βιώνουν δύσπνοια πιο έντονα από το θωρακικό άλγος ή την πίεση. Περίπου το ένα τρίτο όλων το ΜΙ είναι κλινικά σιωπηλά. Συχνά οι ασθενείς που υφίστανται ΜΙ είχαν στηθάγχη για πολλές εβδομάδες πριν και απλά δεν το αναγνώρισαν.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ένα συμβατό ιστορικό συνδυασμένο είτε με ανάσπαση του διαστήματος ST είτε με αυξημένα επίπεδα καρδιακών μυϊκών ενζύμων στο αίμα (τροπονίνες, κρεατινική κινάση) μπορούν να καθορίσουν τη διάγνωση, συχνά εντός ολίγων ωρών από την έναρξη. Η διαφορική διάγνωση του θωρακικού άλγους πρέπει πάντα να εξετάζεται προσεκτικά, διότι άλλες σοβαρές νόσοι, όπως η πνευμονική εμβολή, ο αορτικός διαχωρισμός, η ρήξη οισοφάγου, η οξεία χολοκυστίτιδα, η οισοφαγίτιδα ή η ρήξη σπληνός μπορούν να μιμηθούν το ΜΙ.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Το ΜΙ είναι ένα ιατρικό επείγον· η διάγνωση και η θεραπεία δεν πρέπει να καθυστερούν. Η τυπική αντιμετώπιση του ασθενή περιλαμβάνει:

  1. χορήγηση οξυγόνου άμεσα και χορήγηση ασπιρίνης και βήτα αποκλειστών, εκτός και αν υπάρχουν ισχυρές αντενδείξεις.
  2. παραγγελία ινωδολυτικών φαρμάκων (π.χ., ενεργοποιητής του ιστικού πλασμινογόνου), εκτός και αν αντενδείκνυται ή πρόκειται να διενεργηθεί επείγουσα αγγειοπλαστική (όπου είναι διαθέσιμη).
  3. χορήγηση νιτρωδών και μορφίνης για αγγειοδιαστολή και αναλγησία.
  4. χορήγηση αντιαιμοπεταλιακών παραγόντων, όπως ηπαρίνες ή γλυκοπρωτεϊνικούς IIb/ IIIa αναστολείς.
  5. χορήγηση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης.
  6. χορήγηση στατινών.

Σε κάποιους ασθενείς (π.χ, σε έμφραγμα της δεξιάς κοιλίας) χρειάζεται μαζική χορήγηση υγρών για να υποστηριχθεί η αρτηριακή πίεση. Σε ΜΙ επιπλεγμένο με πνευμονικό οίδημα χορηγούνται διουρητικά, ενώ η ενδοφλέβια έγχυση δοβουταμίνης μπορεί να είναι απαραίτητη. Σε ασθενείς με κοιλιακές αρρυθμίες, μπορεί να είναι απαραίτητος ο απινιδισμός και/ή η χορήγηση προκαΐναμίδης ή αμιωδαρόνης. Αναιμικοί ασθενείς (δηλ., αιματοκρίτης μικρότερος από 30 ή εκείνοι με ενεργό αιμορραγία) ωφελούνται από μεταγγίσεις αίματος (συμπυκνωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια).

Με τη σύγχρονη περίθαλψη, περίπου 95% των ασθενών με οξύ ΜΙ, που φτάνουν στο νοσοκομείο εγκαίρως, θα επιβιώσουν. Αυτοί οι ασθενείς συστήνονται σε διατροφολόγους, για να μάθουν πώς να χρησιμοποιούν διατροφές χαμηλές σε λίπος και σε χοληστερόλη και σε προγράμματα καρδιακής αποκατάστασης για άσκηση, εκπαίδευση, διακοπή του καπνίσματος και ψυχολογική υποστήριξη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Άμεση περίθαλψη: Στην εισαγωγή, όλες οι διαγνωστικές και θεραπευτικές διαδικασίες εξηγούνται σύντομα για να μειωθεί το άγχος και η ένταση. Συνεχής ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση χρησιμοποιείται για να αναγνωρίσει αλλαγές του καρδιακού ρυθμού, της συχνότητας και της αγωγιμότητας. Η θέση, η αντανάκλαση, η ποιότητα, η ένταση και η συχνότητα του θωρακικού άλγους καταγράφονται και ο ασθενής ανακουφίζεται με την ενδοφλέβια χορήγηση μορφίνης. Η αιμορραγία είναι η πιο κοινή επιπλοκή των αντιαιμοπεταλιακών, αντιπηκτικών και ινωδολυτικών θεραπειών. Ο αριθμός των κυττάρων του αίματος, ο χρόνος προθρομβίνης και ο χρόνος ενεργού μερικής θρομβοπλαστίνης παρακολουθούνται καθημερινά. Οι θέσεις ενδοφλέβιων καθετήρων ελέγχονται για σημεία αιμορραγίας. Δοκιμασίες κοπώσεως, στεφανιαιογραφία, διαδικασίες καρδιακής απεικόνισης και άλλες παρεμβάσεις εξηγούνται στον ασθενή. Ο ασθενής λαμβάνει βοήθεια για να αντεπεξέλθει στις αλλαγές της κατάστασης της υγείας του και της αντίληψης του εαυτού του.

Εξωνοσοκομειακή Περίθαλψη: Η καρδιακή αποκατάσταση ξεκινά από τη στιγμή που ο ασθενής είναι σωματικά σταθερός. Ο στόχος της καρδιακής αποκατάστασης είναι να υιοθετήσει ο ασθενής έναν υγιεινό τρόπο ζωής, που ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο άλλου ΜΙ. Η βάδιση αυξάνεται προοδευτικά και μια χαμηλού επιπέδου δοκιμασία κόπωσης μπορεί να ορισθεί πριν την έξοδο για να καθορίσει την ανοχή στην άσκηση και τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιακών επεισοδίων. Οι ασθενείς διδάσκονται, όχι μόνο να μετρούν τον σφυγμό τους, αλλά επίσης να εκτιμούν την απάντησή τους στην άσκηση σε συνθήκες κόπωσης, την ευκολία της αναπνοής και το αντιλαμβανόμενου φορτίο έργου. Μετά την έξοδο, η άσκηση αυξάνεται αργά - αρχικά υπό στενή παρακολούθηση και έπειτα πιο ανεξάρτητα. Ο ασθενής λαμβάνει επίσης πληροφορίες για διατροφή με χαμηλό λίπος και χαμηλές θερμίδες, καθώς και για την επανέναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας, της εργασίας και άλλων δραστηριοτήτων. Δημιουργούνται ευκαιρίες για τους ασθενείς να μοιραστούν τα συναισθήματά τους και να λάβουν επιβεβαίωση σχετικά με κοινούς φόβους.

Aliases (separate with |): Έμφραγμα μυοκαρδίου
εμφύσημα
  1. Η παθολογική διάταση του διάμεσου ιστού από αέρα ή αέρια.

  2. Χρόνια πνευμονοπάθεια που χαρακτηρίζεται από μια παθολογική αύξηση στο μέγεθος των αεροφόρων χώρων περιφερικά των τελικών βρογχιολίων, με καταστροφή των τοιχωμάτων των κυψελίδων. Οι μεταβολές αυτές οδηγούν σε απώλεια της φυσιολογικής ελαστικότητας των πνευμόνων,

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το κάπνισμα αποτελεί την πιο συνήθη αιτία καταστροφής των ιστών που παρατηρείται στο εμφύσημα. Η έκθεση στη σκόνη του περιβάλλοντος, στον καπνό ή στη σωματιδιακή μόλυνση μπορεί επίσης να συμβάλλει στη νόσο. Ένας μικρός αριθμός ατόμων μπορεί να εμφανίσει εμφύσημα ως αποτέλεσμα ανεπαρκειών της α1- αντιθρυψίνης, μια ομάδα γενετικών παθήσεων κατά τις οποίες υπάρχει ανεπαρκής προστασία έναντι της καταστροφικής ενζυμικής δραστηριότητας στον πνεύμονα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δυσκολία στην αναπνοή, ιδίως κατά την κόπωση. Απώλεια βάρους, χρόνιος βήχας και συρίττουσα αναπνοη είναι επίσης χαρακτηριστικά ευρήματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά, αντιχολινεργικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως το ιπρατρόπιο και η τριαμσινολόνη, μπορεί να βελτιώσουν την αναπνευστική λειτουργία. Παράγωγα της θεοφυλλίνης μπορεί να βοηθήσουν μερικούς ασθενείς, εμφανίζουν όμως πολλές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, ενώ η φαρμακευτικη τοξικότητα είναι ένα συχνό πρόβλημα. Η θεραπεία με οξυγόνο προλαμβάνει την ανεπάρκεια της δεξιάς κοιλίας. Η χειρουργική επέμβαση για μείωση του πνεύμονα μπορεί να αφαιρέσει τα υπερδιατεταμένα τμήματα του πνεύμονα και να επιτρέψει στον εναπομείναντα υγιη ιστό να διατείνεται και να συστέλλεται πιο αποτελεσματικά. Τα μακροπρόθεσμα οφέλη αυτης της επέμβασης δεν είναι σαφη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής προφυλάσσεται από περιβαλλοντικούς ερεθισμούς του πνεύμονα, όπως ο καπνός, τα καυσαέρια, τα σπρέι αερολύματος και τους βιομηχανικούς ρύπους. Η οξυγόνωση του ασθενούς, το βάρος του και τα αποτελέσματα των εξετάσεων για τους ηλεκτρολύτες και τη γενική αίματος παρακολουθούνται στενά. Ο ασθενής εκτιμάται για ύπαρξη λοίμωξης και άλλων επιπλοκών και για την επίδραση της νόσου στις λειτουργικές του ικανότητες. Τα φάρμακα χορηγούνται παρεντερικά, από το στόμα η ως εισπνεόμενα. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να παρεμβάλλει στις φυσιολογικές δραστηριότητες περιόδους ξεκούρασης. Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού μπορούν να προληφθούν με την αποφυγή επαφής με μολυσμένα άτομα, με χρηση των κατάλληλων μέτρων υγιεινής των πνευμόνων και με τον εμβολιασμό για τη γρίπη και τον πνευμονιόκοκκο. Ενθαρρύνεται επίσης να καταναλώνει συχνά μικρά γεύματα με μαλακές, εύπεπτες τροφές πλούσιες σε θερμίδες και πρωτεΐνες καθώς και συμπληρώματα διατροφης. Τα μικρά γεύματα ελαττώνουν την ενδοκοιλιακή πίεση στο διάφραγμα και ελαττώνουν τη δύσπνοια. Ο πνευμονολόγος και ο θεράπων ιατρός παρακολουθούν τα αποτελέσματα των αερίων αρτηριακού αίματος, τις λειτουργικές δοκιμασίες των πνευμόνων και τους αναπνευστικούς ηχους. Είναι σημαντικό να εντοπίζονται έγκαιρα στοιχεία αιφνίδιας επιδείνωσης, η οποία εκδηλώνεται με έντονη χρηση των επικουρικών μυών, παράταση του χρόνου εκπνοης, βαριά δύσπνοια και μείωση της ευαισθησίας στο αισθητηριο κέντρο της αναπνοης. Ο πνευμονολόγος χορηγεί οξυγόνο για διατήρηση επαρκούς οξυγόνωσης (PaO2 μεταξύ 60- 80 mmHg) και βρογχοδιασταλτικά άπου χρειαστεί. Όταν σταθεροποιηθεί, ο ασθενης συνηθως επωφελείται από τη συμμετοχη σε πρόγραμμα πνευμονικης αποκατάστασης για τη βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και πιο αποτελεσματικές τεχνικές αναπνοής.

Aliases (separate with |): Εμφύσημα
εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση

Παρουσία θρόμβου στο εν τω βάθει φλεβικό δίκτυο των κάτω άκρων και λιγότερο συχνά των άνω άκρων.

Aliases (separate with |): Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
έναρξη της εφηβείας

Αγόρια: Μεταξύ του 13ου και 15ου έτους, όπου λαμβάνει χώρα μια σχετικά ταχεία ανάπτυξη του ύψους και του βάρους, με διεύρυνση των ώμων και αύξηση του μεγέθους του πέους και των όρχεων. Αυξάνεται επίσης το τρίχωμα της ηβικής σύμφυσης και του προσώπου, ενώ ενισχύεται και η δραστηριότητα των σμηγματογόνων αδένων. Συνήθως λαμβάνουν χώρα και νυκτερινές αποβολές εκκρίσεων (ονειρώξεις).

Κορίτσια: Μεταξύ του 9ου και 16ου έτους, με χαρακτηριστική αύξηση της ανάπτυξης, η οποία συνοδεύεται από αύξηση του μεγέθους των μαστών και εμφάνιση του τριχώματος στην ηβική περιοχή. Εντός 1-2 ετών από αυτές τις αλλαγές, αυξάνεται το τρίχωμα στην μασχαλιαία χώρα και παρατηρείται η έκκριση φυσιολογικού λευκού κολπικού υγρού (φυσιολογική λευκόρροια)που αποτελεί χαρακτηριστικό της ώριμης γυναίκας. Πολλούς μήνες αργότερα θα εμφανιστεί η πρώτη έμμηνος ρύση (εμμηναρχή). Βέβαια σε ατομικό επίπεδο υπάρχουν αποκλίσεις από αυτό το πρόγραμμα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πριν την εφηβεία τα νεαρά κορίτσια θα πρέπει να ενημερωθούν σχετικά με την έμμηνο ρύση και τους τρόπους προστασίας τους από αυτή, με την χρήση σερβιετών ή κολπικών ταμπόν. Επιπλέον θα πρέπει να ενημερωθούν ότι μια συγκεκριμένη ποσότητα κολπικής έκκρισης μεταξύ των εμμήνων ρύσεων θεωρείται φυσιολογική (λευκόρροια), αλλά όταν η έκκριση είναι δύσοσμη ή προκαλεί ερεθισμό του αιδοίου θα πρέπει να επισκεφτούν ένα ιατρό.

Τα νεαρά αγόρια θα πρέπει να ενημερωθούν ότι το μέγεθος του πέους δεν σχετίζεται με τον βαθμό της ανδροπρέπειας και δεν αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην εμπειρία ή την παροχή σεξουαλικής ικανοποίησης.

Aliases (separate with |): Έναρξη της εφηβείας
ενδιάμεσο κύτταρο

Ένα από τα πολλά κύτταρα που ανευρίσκονται στον συνδετικό ιστό της ωοθήκης, των σπερματοφόρων σωληναρίων των όρχεων και στο μυελό και φλοιό του νεφρού. Τα κύτταρα στους όρχεις και στις ωοθήκες παράγουν ορμόνες, όπως η τεστοστερόνη και τα οιστρογόνα.

Aliases (separate with |): Ενδιάμεσο κύτταρο
ενδοαορτικό μπαλόνι αντίθετου παλμού

Η χρήση ενός μπαλονιού το οποίο είναι συνδεδεμένο με έναν καθετήρα που εισέρχεται μέσω της μηριαίας αρτηρίας στην ανιούσα αορτή για να παράγει εναλλακτικά διόγκωση και αποσυμπίεση στην διάρκεια της διαστολής και συστολής, αντίστοιχα. Αυτό ελαττώνει την αντίσταση της ροής του αίματος στην αορτή κατά την συστολή και την αυξάνει στην διάρκεια της διαστολής. Αποτέλεσμα είναι η ελάττωση του έργου της καρδιάς και η αύξηση της ροής του αίματος στις στεφανιαίες αρτηρίες. Το μπαλόνι διατείνεται με ήλιο. Το IABC χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της καρδιογενούς καταπληξίας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προετοιμασία του ασθενούς: Εάν ο χρόνος το επιτρέπει, η νοσηλεύτρια εξηγεί στον ασθενή πως ο καρδιολόγος θα τοποθετήσει έναν ειδικό καθετήρα μέσα στην αορτή για να βοηθήσει την καρδιά να λειτουργήσει ευκολότερα, και του παρέχει ειδικές πληροφορίες για την διαδικασία και για το αίσθημα στην διάρκεια της διαδικασίας. Η νοσηλεύτρια εξηγεί πως ο καθετήρας θα συνδεθεί με μία μεγάλη κονσόλα δίπλα από το κρεβάτι η οποία διαθέτει ένα σύστημα συναγερμού και πως κάποια νοσηλεύτρια θα απαντά έγκαιρα σε κάθε συναγερμό. Η νοσηλεύτρια εξηγεί πως φυσιολογικά η κονσόλα κάνει έναν ήχο αντλίας, και βεβαιώνεται πως ο ασθενής αντιλαμβάνεται πως αυτό δεν σημαίνει πως η καρδιά του δεν λειτουργεί. Εξηγεί επίσης πως λόγω του καθετήρα ο ασθενής δεν θα μπορεί να καθίσει, να λυγίσει το γόνατο ή να εκτείνει τον μηρό περισσότερο από 30ο μοίρες. Εξηγεί πως ο ασθενής θα συνεχίσει τη καρδιολογική παρακολούθηση, και πως θα έχει τοποθετημένη μία κεντρική γραμμή (καθετήρας πνευμονικής αρτηρίας), μία αρτηριακή γραμμή, και μία περιφερική ενδοφλέβια γραμμή. Αν η διαδικασία πρόκειται να πραγματοποιηθεί στον θάλαμο, η νοσηλεύτρια προετοιμάζει τον απαραίτητο εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένου ενός χειρουργικού δίσκου για εισαγωγή διαδερμικού καθετήρα, διάλυμα ηπαρίνης, φυσιολογικό ορό, τον IABC καθετήρα και την κονσόλα της αντλίας. Προετοιμάζει το σημείο εισόδου του καθετήρα στον μηρό σύμφωνα με το πρωτόκολλο, εξακριβώνει πως έχει ληφθεί μία υπογεγραμμένη πληροφορημένη συγκατάθεση για την διαδικασία και παρέχει στον ασθενή συναισθηματική υποστήριξη στην διάρκεια της επέμβασης.

Παρακολούθηση και μετέπειτα φροντίδα: Ακολουθώντας το πρωτόκολλο ή τις οδηγίες του γιατρού, η νοσηλεύτρια ρυθμίζει την κονσόλα στον ρυθμό διόγκωσης και αποσυμπίεσης του μπαλονιού ανάλογα με το ηλεκτροκαρδιογράφημα ή την αρτηριακή κυματομορφή. (Αν ο ασθενής δεν έχει ενδογενή ρυθμό, η αντλία μπορεί να καθορίσει ένα δικό της ρυθμό). Η νοσηλεύτρια χρησιμοποιεί αυστηρά άσηπτη τεχνική στην φροντίδα του σημείου εισόδου του καθετήρα και των συνδέσεών του και επιθεωρεί συχνά το σημείο για αιμορραγία ή φλεγμονή. Αν παρουσιαστεί αιμορραγία στο σημείο εισόδου, η νοσηλεύτρια εφαρμόζει άμεση πίεση στο σημείο και ενημερώνει τον καρδιολόγο. Η νοσηλεύτρια κρατά το καθετηριασμένο άκρο σε σωστή ευθυγράμμιση με το σώμα και εμποδίζει την κάμψη του ισχίου. Διατηρεί ανυψωμένη την κεφαλή όχι περισσότερο από 30° μοίρες προκειμένου να αποφευχθεί η προς τα επάνω κίνηση του καθετήρα και απόφραξη της αριστερής υποκλειδίου αρτηρίας. Αν το μπαλόνι φράξει την αρτηρία, η νοσηλεύτρια αναμένει ελαττωμένο αρτηριακό σφυγμό στην αριστερή κερκιδική και αναφερόμενη ζάλη από τον ασθενή. (Λανθασμένη τοποθέτηση του μπαλονιού ίσως να φράξει τη νεφρική αρτηρία, προκαλώντας λαγόνιο άλγος και αιφνίδια διακοπή της παροχής ούρων.) Επίσης η νοσηλεύτρια εκτιμά περιοδικά τις περιφερικές σφύξεις, και ελέγχει το χρώμα, την θερμοκρασία και την τριχοειδική πλήρωση των άκρων του ασθενούς. Εκτιμά την θερμότητα, το χρώμα και τις σφύξεις του καθετηριασμένου ποδιού και την ικανότητα του ασθενούς να κινήσει τα δάκτυλα του ποδιού ανά διαστήματα 30 λεπτών για τις πρώτες 4 ώρες μετά τον καθετηριασμό, και ανά ώρα στην διάρκεια της διαδικασίας. ( Συχνά, η αρτηριακή ροή του εμπλεκόμενου ποδιού ελαττώνεται στην διάρκεια της εισαγωγής, αλλά ο παλμός πρέπει να δυναμώνει όταν ξεκινήσει η αντλία).

Αν ο ασθενής λαμβάνει ηπαρίνη ή χαμηλού μοριακού βάρους δεξτράνη για αποτροπή θρόμβωσης, η νοσηλεύτρια πρέπει να γνωρίζει πως είναι ακόμη σε κίνδυνο για σχηματισμό θρόμβων και να παρατηρεί για τέτοιες ενδείξεις όπως αιφνίδια εξασθένηση των σφύξεων στα πόδια, άλγος και απώλεια κινητικότητας ή αισθητικότητας. Η νοσηλεύτρια διατηρεί επίσης την απαραίτητη ενυδάτωση για να βοηθήσει στην αποτροπή του σχηματισμού θρόμβου. Όπως περιγράφεται, η νοσηλεύτρια εφαρμόζει τις αντιεμβολικές κάλτσες (ή κάλτσες που πάλλονται με τον αέρα) Ενθαρρύνει τις ενεργές ασκήσεις κινήσεων ανά δύο ώρες των άνω άκρων, του μη καθετηριασμένου ποδιού και του αστραγάλου του καθετηριασμένου ποδιού.

Ένας συναγερμός στην κονσόλα μπορεί να ανιχνεύει διαρροές αερίου από κατεστραμμένο ή σχισμένο μπαλόνι. Αν ακουστεί ο συναγερμός ή αν η νοσηλεύτρια παρατηρήσει αίμα στον καθετήρα, πρέπει να κλείσει την κονσόλα της αντλίας και να τοποθετήσει άμεσα τον ασθενή σε θέση Trendelenbourg (ανάρροπη) για την αποτροπή της εμβολής αέρα στον εγκέφαλο, και μετά να ειδοποιήσει τον καρδιολόγο.

Όταν τα σημεία και τα συμπτώματα της αριστερής κοιλιακής ανεπάρκειας έχουν ελαττωθεί, και ο ασθενής χρειάζεται ελάχιστη μόνο φαρμακευτική υποστήριξη, πρέπει τότε σταδιακά να απογαλακτιστεί από το IABC. Για την διακοπή του IABC, ο καρδιολόγος ή κάποιος αρμόδιος θα ξεφουσκώσει το μπαλόνι, θα κόψει τα ράμματα και θα απομακρύνει τον καθετήρα αφήνοντας το σημείο να αιμορραγήσει για 5 δευτερόλεπτα ώστε να απομακρυνθούν οι θρόμβοι. Τότε η νοσηλεύτρια εφαρμόζει άμεση πίεση ανάλογα, και στην συνέχεια τοποθετείται πιεστικό ταμπονάρισμα. Η νοσηλεύτρια αξιολογεί το σημείο για αιμορραγία και για σχηματισμό αιματώματος ανά ώρα για τις επόμενες 4 ώρες.

Aliases (separate with |): intra-aortic balloon counterpulsation|Ενδοαορτικό μπαλόνι αντίθετου παλμού
ενδοθήλιο

Μορφή πλακώδους επιθηλίου που αποτελείται από επίπεδα κύτταρα και επαλείφει τον αυλό των αιμοφόρων αγγείων και λεμφαγγείων, την καρδιά και άλλες κοιλότητες του σώματος. Προέρχεται από το μέσο βλαστικό δέρμα. Τα ενδοθηλιακά κύτταρα είναι μεταβολικά ενεργά και παράγουν έναν αριθμό ουσιών που επηρεάζουν τον αγγειακό αυλό και τα αιμοπετάλια. Σε αυτές περιλαμβάνονται ο παραγόμενος από το ενδοθήλιο αγγειοδιασταλτικός παράγοντας (EDRF), η προστακυκλίνη, οι παραγόμενοι από το ενδοθήλιο αγγειοσυσπαστικοί παράγοντες 1 και 2 (EDCF1, EDCF2), ο παραγόμενος από το ενδοθήλιο υπερπολωτικός παράγοντας (EDHF) και η θρομβομοδουλίνη.

Aliases (separate with |): Ενδοθήλιο
ενδοκαρδίτιδα

Λοίμωξη ή φλεγμονή των καρδιακών βαλβίδων η του ενδοκαρδίου. Στην κλινική πράξη, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για τη λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα.

Aliases (separate with |): Ενδοκαρδίτιδα
ενδοκρανιακή υπέρταση

Αύξηση της πίεσης εντός του κρανίου από οποιοδήποτε αίτιο, όπως ένας όγκος, υδροκέφαλος, ενδοκρανιακή αιμορραγία, τραύμα, λοίμωξη ή παρεμβολή στη φλεβική κυκλοφορία του εγκεφάλου.

ΠΡΟΣΟΧΗ Οι ασθενείς με ενδοκρανιακή υπέρταση δεν πρέπει να υποστούν οσφυονωτιαία παρακέντηση ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, η οποία επιφέρει μείωση της πίεσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στο σπονδυλικό σωλήνα.

Aliases (separate with |): Ενδοκρανιακή υπέρταση
ενδοκρινής αδένας

Ένας ενδοκρινής αδένας που εκκρίνει μία ή περισσότερες ορμόνες απευθείας μέσα στα τριχοειδή. Στους ενδοκρινείς αδένες περιλαμβάνονται η υπόφυση (που παράγει την θυρεοειδοτρόπο, τη φλοιοεπινεφριδιοτρόπο, την ωχρινοτρόπο, τη θυλακιοτρόπο και την αυξητική ορμόνη, τις ενδορφίνες, και την προλακτίνη)· ο υποθάλαμος (που παράγει την εκλυτική ορμόνη της θυρεοτροπίνης, την εκλυτική ορμόνη της αυξητικής ορμόνης, τη σωματοστατίνη, τη ντοπαμίνη, την εκλυτική ορμόνη της γοναδοτροπίνης, την αντιδιουρητική ορμόνη και την ωκυτοκίνη)· ο θυρεοειδής αδένας· οι παραθυρεοειδείς αδένες· τα επινεφρίδια· τα νησίδια του παγκρέατος· και οι γονάδες (όρχεις και ωοθήκες). Κατά τη διάρκεια της κύησης, ο πλακούντας λειτουργεί ως ενδοκρινής αδένας, ο οποίος εκκρίνει οιστρογόνα και προγεστερόνη, ώστε να συντηρήσει την κύηση.

Οι ορμόνες που εκκρίνονται από τους ενδοκρινείς αδένες μπορεί να ασκούν ειδικές δράσεις σε έναν ή σε κάποιους ιστούς ή όργανα-στόχους ή σχεδόν σε όλους τους ιστούς του σώματος, όπως η θυροξίνη που αυξάνει το μεταβολικό ρυθμό. Άλλες διεργασίες που επηρεάζονται από ορμόνες περιλαμβάνουν την κυτταρική διαίρεση, την πρωτεϊνοσύνθεση, τη χρήση των μορίων τροφής για την παραγωγή ενέργειας, την εκκριτική λειτουργία άλλων ενδοκρινών αδένων, την ανάπτυξη και λειτουργία των αναπαραγωγικών οργάνων, των χαρακτηριστικών του φύλου και της σεξουαλικής ορμής, την ανάπτυξη της προσωπικότητας και ανώτερες λειτουργίες του νευρικού συστήματος, την ικανότητα του σώματος να αντιμετωπίζει στρεσογόνες καταστάσεις και την αντίσταση του οργανισμού σε διάφορες νόσους. Ενδοκρινική δυσλειτουργία μπορεί να προκύψει από υποέκκριση, στην οποία εκκρίνεται ανεπαρκής ποσότητα ορμόνης ή από υπερέκκριση, κατά την οποία παράγεται υπερβολικά μεγάλη ποσότητα της ορμόνης. Η έκκριση των ενδοκρινών αδένων ρυθμίζεται από το νευρικό σύστημα, από τα επίπεδα των θρεπτικών ουσιών και των αλάτων στο αίμα ή σε μερικές περιπτώσεις από άλλες ορμόνες.

Aliases (separate with |): Ενδοκρινής αδένας
ενδομήτριο

Ο βλεννογόνος που επενδύει το εσωτερικό της μήτρας. Αποτελείται από δύο στιβάδες έντονα αγγειοβριθούς χαλαρού συνδετικού ιστού. Τη βασική στιβάδα, που προσκολλάται στο μυομήτριο και τη λειτουργική στιβάδα προς την κοιλότητα της μήτρας. Απλό κυλινδρικό επιθήλιο σχηματίζει την επιφάνεια της λειτουργικής στιβάδας και των απλών σωληνοειδών αδένων της μήτρας. Ευθείες αρτηρίες παρέχουν αίμα στη βασική στιβάδα, ενώ στη λειτουργική στιβάδα μεταπίπτουν σε ελικοειδείς. Αμφότερα τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη διεγείρουν την ανάπτυξη των αγγείων του ενδομητρίου. Αρχίζοντας από την εμμηναρχή και μέχρι την εμμηνόπαυση, το ενδομήτριο υφίσταται κυκλικές μεταβολές που αποτελούν τον καταμήνιο κύκλο. Οι μεταβολές αυτές σχετίζονται με την ανάπτυξη και ωρίμανση του γρααφιανού ωοθηλακίου στην ωοθήκη, την ωορρηξία και τη επακόλουθη ανάπτυξη του ωχρού σωματίου. Εάν το ωάριο δε γονιμοποιηθεί ή δεν εμφυτευθεί το ζυγωτό στη μήτρα, η λειτουργική στιβάδα του ενδομητρίου αποπίπτει κατά την εμμηνορρυσία. Ο κύκλος τότε αρχίζει και πάλι με τη λειτουργική στιβάδα να αναγεννάται από τη βασική στιβάδα. Μετά την εμφύτευση του ζυγωτού, το ενδομήτριο μετατρέπεται στο μητρικό τμήμα του πλακούντα, συγχωνευόμενο με το χόριο του εμβρύου. Μετά τον τοκετό, το ενδομήτριο αποπίπτει.

Aliases (separate with |): Ενδομήτριο
ενδομητρίτιδα

Φλεγμονή του βλεννογόνου της μήτρας. Μικροοργανισμοί μπορεί να μεταναστεύσουν μέσω του κολπικού σωλήνα στις βλεννογονικές επιφάνειες, να μεταφερθούν με το σπέρμα ή να εισέλθουν με τα ταμπόν και τις ενδομήτριες συσκευές αντισύλληψης. Η φλεγμονή μπορεί να είναι οξεία, υποξεία ή χρόνια. Η νόσος είναι πιο συχνή μεταξύ των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Η γυναίκα διατρέχει το μεγαλύτερο κίνδυνο για ενδομητρίτιδα κατά την περίοδο αμέσως μετά τον τοκετό.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ενδομητρίτιδα είναι συνήθως αποτέλεσμα ανιούσας βακτηριακής λοίμωξης της κοιλότητας της μήτρας. Τα συχνότερα παθογόνα περιλαμβάνουν τον Staphylococcus aureus, ένα μικρόβιο που αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του δέρματος, το Κολοβακτηρίδιο (Escherichia coli), που αποτελεί μικρόβιο της εντερικής χλωρίδας, το Chlamydia trachomatis και τη Neisseria.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η πάσχουσα γυναίκα παρουσιάζεται συχνά με χαμηλό, κολικοειδές κοιλιακό άλγος, οσφυαλγία, δυσμηνόρροια, δυσπα-ρεύνεια και πυρετό. Ανάλογα με τον υπεύθυνο μικροοργανισμό, ένα πυώδες, βλεννοπυώδες ή οροαιματηρό τραχηλικό έκκριμα παρατηρείται κατά την κολπική εξέταση. Κατά την αμφίχειρη ψηλάφηση διαπιστώνεται μια ευαίσθητη, δυσκίνητη μήτρα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η καλλιέργεια των υπεύθυνων μικροοργανισμών καθορίζει τη διάγνωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η τριπλή αντιβιοτική αγωγή που χορηγείται συνήθως στην ενδομητρίτιδα περιλαμβάνει αμπικιλλίνη, γενταμυκίνη και κλινδαμυκίνη. Η θεραπεία αυτή καλύπτει τόσο τα αερόβια όσο και τα αναερόβια μικρόβια.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πρέπει να καταστεί σαφές στην ασθενή ότι η λοίμωξη μπορεί να επεκταθεί (ή έχει ήδη επεκταθεί) πέραν του ενδομητρίου στις σάλπιγγες, στις ωοθήκες, στο πυελικό περίνεο, στις πυελικές φλέβες ή στο συνδετικό ιστό της πυέλου. Η κατάσταση αυτή καλείται φλεγμονώδης νόσος της πυέλου (PID) και μπορεί να είναι οξεία ή υποξεία. Η ασθενής εξετάζεται για μεταβολές στο χρώμα, την ποσότητα, την οσμή και στη σύσταση του κολπικού εκκρίματος. Αξιολογείται επίσης και αντιμετωπίζεται το άλγος. Η ασθενής ενημερώνεται ακόμη για τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία, τις αναμενόμενες δράσεις τους και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε οξείες περιπτώσεις, η ασθενής μπορεί να παρουσιάζει πυρετό. Ο πυρετός αντιμετωπίζεται με αντιπυρετικά όταν είναι υψηλότερος των 38,5°C και χορηγούνται υγρά από το στόμα ή ενδοφλέβια σε περίπτωση αφυδάτωσης (γίνεται ακρόαση των εντερικών ήχων, και σε περίπτωση που απουσιάζουν η ασθενής δεν λαμβάνει τίποτα από το στόμα). Όταν το αποτέλεσμα της καλλιέργειας και του αντιβιογράμματος αποκαλύψει τον υπεύθυνο μικροοργανισμό, χορηγείται η κατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία, η οποία και πάλι συνοδεύεται από ενημέρωση για τις αναμενόμενες δράσεις και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η ασθενής μπορεί να χρειαστεί να παραμείνει κλινήρης με ελαφρά ανυψωμένο το πάνω μέρος του σώματος (semi-Fowlers position), προκειμένου να διευκολύνεται η παροχέτευση από τη βαρύτητα και να μη σχηματιστούν αποστήματα στην άνω κοιλία. Μπορεί ακόμη να εφαρμοσθεί θερμότητα στην κοιλία για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία. Εξηγούνται οι πιθανές επιπλοκές της ενδομητρίτιδας. Μπορεί να περιλαμβάνουν την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης για την ανακούφιση του χρόνιου άλγους ή για την αντιμετώπιση της οξείας λοίμωξης η οποία δεν ανταποκρίνεται στην αντιβιοτική θεραπεία, των συμφύσεων, της ουλο-ποίησης των σαλπίγγων και της στειρότητας. Η πιθανή ή πραγματική απώλεια της αναπαραγωγικής δυνατότητας μπορεί να αποβεί καταστρεπτική για την εικόνα που έχει η γυναίκα για τον εαυτό της. Όλοι οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να βοηθήσουν τη γυναίκα να προσαρμόσει την εικόνα για τον εαυτό της στη νέα πραγματικότητα και να αποδεχθεί τις οποιεσδήποτε αλλαγές με τρόπο που να προάγει τη μελλοντική της υγεία.

Aliases (separate with |): Ενδομητρίτιδα
ενδομητρίωμα

Όγκος που περιέχει έκτοπο ιστό ενδομητρίου. Ανευρίσκεται πιο συχνά στην ωοθήκη, στο ευθυμητρικό κόλπωμα, στο ορθοκολπικό διάφραγμα και στην επιφάνεια του περιτοναίου στο οπίσθιο τοίχωμα της μήτρας.

Aliases (separate with |): Ενδομητρίωμα
ενδομητρίωση

Η παρουσία έκτοπων αδένων και στρώματος του ενδομητρίου εκτός της κοιλότητας της μήτρας. Χαρακτηριστικά, ο ενδομητρικός ιστός εισβάλλει σε άλλους ιστούς και εξαπλώνεται με τοπική επέκταση, με ενδοπεριτοναϊκή διασπορά και αιματογενώς. Τα ενδομήτρια εμφυτεύματα μπορούν να εντοπιστούν σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος. Στις ΗΠΑ, η κατάσταση αυτή υπολογίζεται ότι εμφανίζεται στο 10- 15% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας μεταξύ 25 και 44 ετών. Yπολογίζεται ότι πάσχουν το 25- 50% των γυναικών με στειρότητα. Οι σάλπιγγες αποτελούν συνήθεις θέσεις ενδομητρίωσης. Τα έκτοπα ενδομήτρια κύτταρα ανταποκρίνονται στα ίδια ορμονικά ερεθίσματα όπως και το ενδομήτριο της μήτρας. Η κυκλική αιμορραγία και η τοπική φλεγμονή γύρω από τα ενδομήτρια εμφυτεύματα μπορεί να προκαλέσει ίνωση, συμφύσεις και απόφραξη των σαλπίγγων, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε στείρωση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Μολονότι η αιτία παραμένει άγνωστη, μια υπόθεση είναι ότι τα ενδομήτρια κύτταρα μεταναστεύουν κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης, ή τα κύτταρα διασκορπίζονται κατά τη διάρκεια της εμμηνορρυσίας μέσω των σαλπίγγων στην περιτοναϊκή κοιλότητα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Δεν υπάρχουν ειδικά συμπτώματα που να καθοδηγούν τη διάγνωση. Οι ασθενείς παραπονούνται συχνά για πυελικό άλγος, προεμμηνορροϊκή δυσπαρεύνεια, άλγος κατά το ιερό οστό κατά τη διάρκεια της εμμηνορρυσίας και στειρότητα. Η δυσουρία μπορεί να υποδηλώνει συμμετοχή της ουροδόχου κύστης.

Το κυκλικό πυελικό άλγος, συνήθως στο κατώτερο τμήμα της κοιλίας, στον κόλπο, στην οπίσθια πύελο και στην οσφύ αρχίζει 5 έως 7 ημέρες πριν από την εμμηνορρυσία, φθάνει μια μέγιστη ένταση και διαρκεί για 2- 3 ημέρες. Προ-εμμηνορροϊκός τεινεσμός και διάρροια μπορεί να υποδηλώνουν συμμετοχή του παχέος εντέρου. Δεν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην ένταση του άλγους και στην έκταση της ενδομητρίωσης. Πολλές ασθενείς είναι ασυμπτωματικές.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Μολονότι το ιστορικό και τα ευρήματα από την κλινική εξέταση υποδηλώνουν την ύπαρξη ενδομητρίωσης, η οριστική διάγνωση μπορεί να τεθεί μόνο με την άμεση απεικόνιση ή τη βιοψία των έκτοπων βλαβών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Μπορεί να χρησιμοποιηθούν τόσο φαρμακευτικές όσο και χειρουργικές προσεγγίσεις για τη διατήρηση της γονιμότητας και την αύξηση της πιθανότητας της γυναίκας για επίτευξη εγκυμοσύνης. Η φαρμακολογική προσέγγιση περιλαμβάνει τη χρήση ορμονικών παραγόντων που επάγουν την ατροφία του ενδομητρίου διατηρώντας μια χρόνια κατάσταση ανωορρηξίας.

Η μεδροξυπρογεστερόνη αναστέλλει την ωορρηξία και την εμμηνορρυσία προκαλώντας ψευδοκύηση. Η δαναζόλη αναστέλλει την υποφυσιακή έκκριση των γοναδοτροπινών. Η εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (GnRH), ο αγωνιστής leuprolide και η ναφαρελίνη δρουν μέσω της καταστολής της υποφυσιακής έκκρισης των γοναδοτροπινών. Η διεγερτική δράση της FSH και της LH στην ωοθήκη ελαττώνονται σημαντικά, οδηγώντας σε μείωση της ωοθηκικής λειτουργίας. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μια φαρμακοεπαγόμενη εμμηνόπαυση.

Η μεθυλτεστοστερόνη έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την πρόκληση ατροφίας του ενδομητρίου και ανακούφιση από το άλγος. Ωστόσο, δεν επηρεάζονται η ωορρηξία και η εμμηνορρυσία, με αποτέλεσμα να μπορεί να συμβεί εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Η χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει λαπαροτομή, λύση των συμφύσεων και αφαίρεση των έκτοπων ενδομητρικών κύστεων και εμφυτευμάτων ώστε να υποβοηθηθεί η γονιμότητα. Η οριστική θεραπεία της ενδομητρίωσης καθιστά τη γυναίκα ανίκανη για τεκνοποίηση, αφού απαιτεί την αφαίρεση της μήτρας, των σαλπίγγων και των ωοθηκών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Σημαντικό στοιχείο της φροντίδας είναι η παροχή συναισθηματικής υποστήριξης και όλων των απαραίτητων πληροφοριών στην πάσχουσα γυναίκα. Η ασθενής ενθαρρύνεται να εκφράσει τα συναισθήματά της και τις ανησυχίες της και να εκφράσει τις επιπτώσεις της νόσου στις διαπροσωπικές της σχέσεις. Συζητείται η ανάγκη ανοικτής επικοινωνίας για την ελαχιστοποίηση της δυσφορίας και της απογοήτευσης. Η ασθενής βοηθάται στο να αναγνωρίσει αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης και να αναζητήσει τις κατάλληλες πηγές καθοδήγησης και υποστήριξης.

Εξηγούνται στην ασθενή οι διαγνωστικές και θεραπευτικές επιλογές. Ξεκαθαρίζονται οι λανθασμένες αντιλήψεις και αξιολογείται η κατανόηση του θέματος και η ενημερωμένη συγκατάθεση. Η γυναίκα προετοιμάζεται σωματικά και ψυχολογικά για οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση. Οι επεμβάσεις περιλαμβάνουν τη διαγνωστική λαπαροσκόπηση και βιοψία, λαπαροσκόπηση με εξάχνωση με λέιζερ των εμφυτεύσεων, λαπαροτομή με αφαίρεση των ωοθηκικών μαζών ή ολική υστερεκτομή με αμφοτερόπλευρη σαλπιγγοωοθηκεκτομή. Χορηγούνται τα απαραίτητα φάρμακα και αναλγητικά και η ασθενής ενημερώνεται για τις αναμενόμενες δράσεις και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Τα έφηβα κορίτσια που εμφανίζουν στενό κόλπο ή στενό στόμιο του κόλπου συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν σερβιέτες αντί για ταμπόν προκειμένου να αποφεύγεται η παλίνδρομη ροή των εμμήνων. Επειδή η στείρωση είναι μια πιθανή επιπλοκή, η ασθενής που επιθυμεί να τεκνοποιήσει συμβουλεύεται να μην καθυστερήσει την εγκυμοσύνη. Συνιστάται ετήσια πυελική εξέταση και τεστ Παπανικολάου.

Aliases (separate with |): Ενδομητρίωση
ενδομυϊκά

Έγχυση φαρμάκου σε μία μυϊκή ομάδα, από όπου απορροφάται στην κυκλοφορία.

Aliases (separate with |): Ενδομυϊκά
ενδοπρόθεση

[Charles R. Stent, Βρεττανός οδοντίατρος, 1845-1901]. 1. Αρχικά, ουσία χρησιμοποιούμενη στην κατασκευή οδοντιατρικών καλουπιών. 2. Οποιοδήποτε υλικό ή εργαλείο χρησιμοποιείται για να διατηρήσει έναν ιστό στη θέση του, για να διατηρήσει ανοικτά τα αιμοφόρα αγγεία, ή για να παράσχει υποστήριξη σε ένα μόσχευμα ή αναστόμωση κατά τη διάρκεια της επούλωσης.

Aliases (separate with |): Ενδοπρόθεση
ενδορφίνη

Πολυπεπτίδιο που παράγεται στον εγκέφαλο και δρα ως οπιοειδές προκαλώντας αναλγησία με την πρόσδεση του στους υποδοχείς των οπιοειδών στα σημεία του εγκεφάλου που υπεισέρχονται στην αντίληψη του πόνου. Μέσω της δράση αυτης, αυξάνεται ο ουδός του πόνου. Το πιο δραστικό από αυτά τα συστατικά είναι η β-ενδορφίνη.

Aliases (separate with |): Ενδορφίνη
ενδοσκόπηση

Εξέταση της εσωτερικής επιφάνειας διάφορων οργάνων με την βοήθεια ενδοσκοπίου. Ο ιατρός, κατά την ενδοσκόπηση, μπορεί να πάρει εικόνες και να αφαιρέσει ένα μικρό δείγμα ιστού ή έναν μικρό όγκο.

Aliases (separate with |): Ενδοσκόπηση
ενδοτοξίνη

Ένας λιποπολυσακχαρίτης που αποτελεί μέρος του κυτταρικού τοιχώματος των Gram- αρνητικών βακτηρίων. Προσδένεται προς τους υποδοχείς CD14 των λευκοκυττάρων. Η πρόσδεση διεγείρει την απελευθέρωση ιντερλευκίνης-1, του παράγοντα νέκρωσης των όγκων και άλλων κυτοκινών, που επιδρούν στη φλεγμονή, στην ειδική ανοσιακή απάντηση, στον αγγειακό τόνο, στην αιμοποίηση και στην επούλωση του τραύματος. Όταν συγκεντρώνονται μεγάλες ποσότητες λιποπολυσακχαριτών, εκδηλώνεται η κλινική κατάσταση της σήψης ή το σύνδρομο της συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης. Οι ενδοτοξίνες παραμένουν δραστικές ακόμη και μετά την καταστροφή των βακτηρίων. Έτσι, κατά τη θεραπεία διαφόρων λοιμώξεων, τα θετικά αποτελέσματα των αντιβιοτικών μπορεί να καθυστερήσουν ή να απουσιάζουν.

Aliases (separate with |): Ενδοτοξίνη
ενδοφλέβια πυελογραφία

Ακτινογραφία νεφρών, που λαμβάνεται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικού (το οποίο συγκεντρώνεται και αποβάλλεται από τους νεφρούς).

Aliases (separate with |): Ενδοφλέβια πυελογραφία
ενεργητική εκπνοή

Η εκπνοή που πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα μυϊκής δράσης, όπως κατά την βίαιη εκπνοή. Οι μύες που δραστηριοποιούνται κατά την ενεργητική εκπνοή είναι οι μύες του κοιλιακού τοιχώματος (έξω και έσω πλάγιος, ορθός και εγκάρσιος κοιλιακός μυς) οι έσω μεσοπλεύριοι, ο οπίσθιος κάτω οδοντωτός μυς, το μυώδες πλάτυσμα και ο τετράγωνος οσφυϊκός μυς.

Aliases (separate with |): Ενεργητική εκπνοή
ένζυμο

Οργανικός καταλύτης που παράγεται από ζωντανά κύτταρα, ο οποίο όμως μπορεί να δρα και εκτός των κυττάρων ή ακόμη και in vitro. Τα ένζυμα είναι πρωτεΐνες που μεταβάλλουν το ρυθμό των χημικών αντιδράσεων χωρίς να απαιτούν μια εξωτερική πηγή ενέργειας ή να μεταβάλλονται τα ίδια. Ένα ένζυμο μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης σε μια αντίδραση πολλές φορές. Τα ένζυμα είναι ειδικά για κάθε αντίδραση, από την άποψη ότι επενεργούν μόνο σε συγκεκριμένες ουσίες (που καλούνται υπόστρωμα). Το ένζυμο και το υπόστρωμά του ή τα υποστρώματά του σχηματίζουν μια προσωρινή διάταξη, που καλείται σύμπλεγμα ενζύμου- υποστρώματος, που αφορά τόσο σε φυσικό σχήμα όσο και σε χημική σύνδεση. Το ένζυμο προάγει τη δημιουργία δεσμών μεταξύ των ξεχωριστών υποστρωμάτων, ή επάγει τη διάσπαση δεσμών σε ένα υπόστρωμα για την παραγωγή του προϊόντος ή των προϊόντων της αντίδρασης. Ο ανθρώπινος οργανισμός περιέχει χιλιάδες ένζυμα, καθένα από τα οποία καταλύει μία από τις πολυάριθμες αντιδράσεις που συμβαίνουν στα πλαίσια του μεταβολισμού.

Κάθε ένζυμο εμφανίζει μια βέλτιστη θερμοκρασία και pH στα οποία λειτουργεί πιο αποτελεσματικά. Για τα περισσότερα ανθρώπινα ένζυμα αυτές είναι η θερμοκρασία του σώματος και το pH των κυττάρων, του μεσοκυττάριου υγρού ή του αίματος. Η ενζυμική δραστηριότητα μπορεί να διαταραχθεί από μεγάλες μεταβολές στη θερμοκρασία ή στο pH, από την παρουσία βαρέων μετάλλων (μολύβδου ή υδραργύρου), από την αφυδάτωση ή την υπεριώδη ακτινοβολία. Μερικά ένζυμα χρειάζονται την παρουσία συνενζύμων (μη πρωτεϊνικά μόρια, όπως οι βιταμίνες) για να λειτουργήσουν φυσιολογικά, ενώ άλλα απαιτούν την παρουσία συγκεκριμένων μετάλλων (σίδηρος, χαλκός, ψευδάργυρος). Μερικά ένζυμα παράγονται σε μια ανενεργή μορφή (προένζυμο) και πρέπει να ενεργοποιηθούν (π.χ. το ανενεργό πεψινογόνο μετατρέπεται στην ενεργή πεψίνη από το υδροχλωρικό οξύ του γαστρικού υγρού).

ΔΡΑΣΗ: Από τα πολλά ανθρώπινα ένζυμα, τα πεπτικά ένζυμα είναι ίσως τα πιο γνωστά. Αυτά είναι υδρολυτικά ένζυμα που καταλύουν την προσθήκη μορίων νερού στις μεγαλομοριακές ενώσεις της τροφής προκειμένου να τις διασπάσουν σε πιο απλές ενώσεις. Συχνά το όνομα του ενζύμου προσδιορίζει το υπόστρωμα, με την προσθήκη της κατάληξης -άση. Η λιπάση διασπά τα λίπη σε λιπαρά οξέα και γλυκερόλη, η πεπτιδάση διασπά τα πεπτίδια σε αμινοξέα. Μερικά ένζυμα όπως η πεψίνη και η θρυψίνη δεν έχουν την κατάληξη -άση, επειδή έλαβαν την ονομασία τους πριν επικρατήσει αυτό το σύστημα ονοματολογίας.

Τα ένζυμα απαιτούνται επίσης και για τις αντιδράσεις σύνθεσης. Η σύνθεση των πρωτεϊνών, των νουκλεϊνικών οξέων, των φωσφολιπι-δίων της κυτταρικής μεμβράνης, των ορμονών, του γλυκογόνου, απαιτούν όλες την παρουσία ενός ή περισσοτέρων ενζύμων. Η DNA πολυμεράση, για παράδειγμα, είναι απαραίτητη για την αντιγραφή του DNA, που προηγείται της μίτωσης. Η παραγωγή ενέργειας επίσης προϋποθέτει την παρουσία πολλών ενζύμων. Το κάθε στάδιο της κυτταρικής αναπνοής (γλυκόλυση, κύκλος του Krebs, σύστημα μεταφοράς του κυτοχρώματος) απαιτεί ένα ειδικό ένζυμο. Οι απαμινάσες απομακρύνουν τις αμινικές ομάδες από πλεονάζοντα αμινοξέα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ενέργειας. Τα λιπαρά οξέα μακράς αλύσου διασπώνται από ένζυμα σε μικρότερα μόρια για να χρησιμοποιηθούν στην κυτταρική αναπνοή. Η πήξη του αίματος, ο σχηματισμός της αγγειοτασίνης για την αύξηση της αρτηριακής πίεσης, και η μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα, όλα απαιτούν την παρουσία ειδικών ενζύμων.

Aliases (separate with |): Ένζυμο
ενημέρωση ασθενούς

Πληροφόρηση και καθοδήγηση σχετικά με την υγεία, ώστε να ενημερωθούν οι ασθενείς σχετικά με ειδικά ή γενικά ιατρικά θέματα, όπως η αναγκαιότητα των υπηρεσιών πρόληψης, η υιοθέτηση υγιούς τρόπου ζωής, η σωστή χρήση των φαρμάκων ή η νοσηλεία παθήσεων και τραυματισμών στο σπίτι.

Aliases (separate with |): Ενημέρωση ασθενούς
ενθεσοπάθεια

Οποιαδήποτε νόσος επηρεάζει την πρόσφυση ενός συνδέσμου ή ενός τένοντα στο οστό. Οι ενθεσοπάθειες μπορεί να προκύψουν από φλεγμονή που σχετίζεται με καταστάσεις όπως το σύνδρομο Reiter, η ψωριασική αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και η ρευματοειδής αρθρίτιδα.

Aliases (separate with |): Ενθεσοπάθεια
ενούρηση

Η ακούσια αποβολή ούρων μετά την ηλικία κατά την οποία θα έπρεπε να είχε αποκτηθεί ο έλεγχος της κύστης. Στα παιδιά, ο εκούσιος έλεγχος της ούρησης έχει αποκτηθεί μέχρι την ηλικία των 5 ετών. Παρόλα αυτά, η νυχτερινή ενούρηση παρατηρείται στο 10% των κατά τα άλλα υγιών παιδιών ηλικίας 5 ετών και στο 1% των παιδιών ηλικίας 15 ετών. Η ενούρηση είναι ελαφρά συχνότερη στα αγόρια απ' ό,τι στα κορίτσια και εμφανίζεται πιο συχνά στα πρωτότοκα παιδιά. Η κατάσταση αυτή εμφανίζει μια σαφή οικογενή τάση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ιμιπραμίνη δε συνιστάται σε παιδιά μικρότερα των 6 ετών. Πρέπει να διενεργούνται εξετάσεις γενικής αίματος τουλάχιστον μία φορά το μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας για να διαπιστωθεί έγκαιρα πιθανή κοκκιοκυττάρωση.

Aliases (separate with |): Ενούρηση
εντερική απόφραξη

Μερική ή ολική απόφραξη του αυλού του παχέος ή του λεπτού εντέρου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς συνήθως εμφανίζουν κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο (αν η απόφραξη εντοπίζεται στο εγγύς λεπτό έντερο), ή αδυναμία να αεριστούν ή να αφοδεύσουν. Η ιατρική εξέταση μπορεί να δείξει αέρια στην κοιλιακή χώρα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν τυμπανισμό και είναι διάχυτα. Ενίοτε, ο εξεταστής μπορεί να συναντήσει κάποια ψηλαφητή μάζα ή κάποια κήλη.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στον ασθενή δε χορηγούνται σκευάσματα δια της στοματικής οδού και όταν παρατηρείται ναυτία ή έμετος, τότε εισάγεται ένας ρινογαστρικός ή εντερικός (Cantor, Miller-Abbott) σωλήνας, προκειμένου να αφαιρεθεί το ανώτερο εντερικό περιεχόμενο. Υγρά και ηλεκτρολύτες χορηγούνται ενδοφλέβια. Η απόφραξη του παχέος εντέρου, η οποία οφείλεται σε ενσφήνωση κοπράνων, μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλα σκευάσματα ή κλύσμα. Όταν η απόφραξη δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί με συντηρητικά μέτρα και την κατάλληλη υποστηρικτική αγωγή, η χειρουργική επέμβαση είναι πιθανή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Στη μερική απόφραξη, παρακολουθείται στενά η κατάσταση του ασθενούς και τα ζωτικά σημεία, ακροάζονται οι εντερικοί ήχοι και ελέγχεται η περιφέρεια της κοιλιακής χώρας, η οξεοβασική ισορροπία, ενώ καταγράφεται το ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών με κατάλληλα όργανα. Ο ασθενής εξετάζεται για πιθανή αφυδάτωση ενώ πραγματοποιούνται τακτικοί έλεγχοι για τη στοματική υγιεινή. Κατόπιν ιατρικής συνταγής, χορηγούνται παυσίπονα, αντιεμετικά και αντιβιοτικά. Πολλές φορές, η χορήγηση οπιοειδών αποφεύγεται ή πραγματοποιείται φειδωλά γιατί μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση της επανόδου της περίσταλσης. Μη επιθετικές τεχνικές αντιμετώπισης του πόνου, όπως τεχνικές χαλάρωσης, αλλαγή θέσης του ασθενούς, εντριβές καθώς και χρήση οπτικοακουστικών μέσων μπορούν να φανούν αποτελεσματικές σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ζητείται από τον ασθενή να έρθει σε επαφή με ειδικούς στην περίπτωση που ο πόνος μεταβληθεί από παροδικό σε συνεχή, εφόσον αυτό μπορεί να αποτελεί σημάδι διάτρησης. Καθ' όλη τη διάρκεια, ο ασθενής λαμβάνει κατάλληλη υποστηρικτική και ενθαρρυντική αγωγή. Η ισχαιμία αποτελεί την πιο σοβαρή συνέπεια της εντερικής απόφραξης, αφού οδηγεί σε περιτονίτιδα, διάτρηση, αιμορραγία και γάγγραινα. Η ισχαιμία μετατρέπει το έντερο σε πιο διαπερατό, επιτρέποντας τη φυσιολογική εντερική χλωρίδα, όπως τα Escherichia coli και Klebsiella, να διαπεράσει το εντερικό τοίχωμα και να εισέλθει στην περιτοναϊκή κοιλότητα, γεγονός που πιθανότατα οδηγεί σε περιτονίτιδα και/ή σε σηπτικό σοκ.

Αν αποτύχουν οι συντηρητικές μέθοδοι θεραπείας για τη μερική μηχανική απόφραξη ή αν διαγνωσθεί αγγειακή ή μηχανική και ολική απόφραξη ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και ψυχολογικά για ρινογαστρική αναρρόφηση, ενδοσκόπηση ή χειρουργείο. Κατά τη μετεγχειρητική αγωγή, αν ο ασθενής είναι σε θέση να καταλάβει, του υποδεικνύονται κατάλληλες ασκήσεις προκειμένου να μπορέσει να αεριστεί και να αποφευχθούν επιπλοκές λόγω της μειωμένης κινητικότητας του εντέρου. Παρέχεται όλη η απαραίτητη μετεγχειρητική φροντίδα, συμπεριλαμβανόμενης της φροντίδας της χειρουργικής τομής, της παρακολούθησης της κατάστασης αερισμού του ασθενούς και του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών, καθώς και η ανακούφιση από τον πόνο και τη δυσφορία. O ασθενής επίσης, ενημερώνεται για όλους τους απαραίτητους μετεγχειρητικούς περιορισμούς που αφορούν στις δραστηριότητές του. Πριν την έξοδο του ασθενούς, επισημαίνεται η ορθή χρήση της συνταγογραφημένης φαρμακευτικής αγωγής, τα επιθυμητά αποτελέσματα καθώς και οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Επίσης, δίνονται οδηγίες για τη φροντίδα της χειρουργικής τομής και για ενδεχόμενα σημεία λοίμωξης, για τους περιορισμούς στις δραστηριότητες του ασθενούς και για οποιαδήποτε συμπτώματα για τα οποία είναι απαραίτητο να ενημερωθεί ο επιβλέπων ιατρός. Παράλληλα, τονίζεται ο βοηθητικός ρόλος της κατάλληλης δίαιτας (ιδιαίτερα αν η αιτία της απόφραξης ήταν η περιττωματική ενσφήνωση). Στον ασθενή προτείνεται δίαιτα πλούσια σε φυτικές ίνες συνοδευόμενη από την κατάποση πολλών υγρών και καθημερινή άσκηση.

Aliases (separate with |): Εντερική απόφραξη
εντερικός σωλήνας, εντερικός αυλός

Ένας ελαστικός σωλήνας, αποτελούμενος από πλαστικό ή από λάστιχο, που τοποθετείται στον πεπτικό σωλήνα για την αναρρόφηση αερίου, υγρού ή στερεών από το έντερο, ή για την χορήγηση υγρών, ηλεκτρολυτών, ή θρεπτικών συστατικών στον ασθενή. Ο αυλός μπορεί να διέρχεται από την μύτη, το στόμα ή τον πρωκτό, ή μέσω ενός στομίου στο κοιλιακό τοίχωμα (δηλ. γαστροστομία, νηστιδοστομία).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Όταν τοποθετείται ένας αυλός παχέος εντέρου (δηλ. Cantor, Miller-Abbott), το προσωπικό πρέπει να βοηθά την προώθηση του μέσα στον γαστρεντερικό σωλήνα. Συνήθως ο ασθενής τοποθετείται στην δεξιά πλευρά για μισή ώρα, μετά στην αριστερή για μισή ώρα, και μετά στην πλάτη. Αυτές οι αλλαγές θέσης καθώς και η βάδιση θα διευκολύνουν την κίνηση του αυλού μέσα στον γαστρεντερικό σωλήνα. Οι χειρισμοί αυτοί μπορεί να πραγματοποιούνται κάτω από ακτινολογικό έλεγχο.

Απαιτείται συχνή στοματική υγιεινή για την πρόληψη ελκών του στόματος γιατί συνήθως ο ασθενής δεν λαμβάνει υγρά από το στόμα. Όταν ο σωλήνας είναι τοποθετημένος, ο ασθενείς πρέπει να διδαχθεί να μην αναπνέει από το στόμα ή να καταπίνει αέρα. Αυτό προάγει την εισαγωγή αέρα μέσα στον γαστρεντερικό σωλήνα και έτσι ενεργεί αντίθετα από την φιλοσοφία λειτουργίας των εντεοικών σωλήνων και παροχέτευσης.

Aliases (separate with |): Εντερικός σωλήνας, εντερικός αυλός
εντεροβάκιλλοι

Ένας ευρύς όρος για τους βάκιλλους του εντερικού αυλού. Σε αυτούς περιλαμβάνονται gram- αρνητικοί, μη σπορογόνοι δυνητικά αναερόβιοι βάκιλλοι, όπως η Escherichia, η Shigella, η Salmonella, η Klebsiella και η Yersinia. Μπορούν να ανευρίσκονται στο έντερο των σπονδυλωτών είτε ως φυσιολογική χλωρίδα είτε ως παθογόνα.

Aliases (separate with |): Εντεροβάκιλλοι
εντερόκλυση
  1. Έγχυση ενός θρεπτικού ή θεραπευτικού υγρού στο έντερο.

  2. Έκπλυση του παχέος εντέρου με μεγάλη ποσότητα υγρού, επαρκής ώστε να πληρωθεί όλο το παχύ έντερο και να ξεπλυθεί.

  3. Ακτινογραφία του λεπτού εντέρου. Ένας σωλήνας προωθείται μέχρι το δωδεκαδάκτυλο υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση και χορηγείται βάριο, ακολουθούμενο από εμφύσηση αέρα στο έντερο.

Aliases (separate with |): Εντερόκλυση
εντεροκολίτιδα

Φλεγμονη τσυ λεπτού και του παχέος εντέρου, συνήθως ως αποτέλεσμα λοιμώδους νόσου. Τα πιο συχνά υπεύθυνα παθογόνα περιλαμβάνουν τους ροταϊούς και άλλους εντερικούς ιούς, τη Salmonella, την Escherichia coli, τη Shigella, το Campylobacter και είδη Yersinia. Μια δυνητικά πολύ σοβαρή κλινική εκδήλωση της νόσου, η ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα, μπορεί να προκληθεί από παρατεταμένη χρήση αντιβιοτικών που επιτρέπουν την υπερανάπτυξη του Clostridium difficile.

Aliases (separate with |): Εντεροκολίτιδα
εντοπισμένο φαρμακευτικό εξάνθημα

Ένα εντοπισμένο ερυθρό εξάνθημα με οξύ χείλος, το οποίο ακολουθεί την έκθεση σε φάρμακο. Το εξάνθημα συνήθως προκαλεί καυστικό άλγος, εμφανίζεται στο πρόσωπο ή στα γεννητικά όργανα και, εφόσον το υπεύθυνο φάρμακο επαναχορηγηθεί, επανεμφανίζεται στα ίδια σημεία (είναι δηλαδή «σταθερό» στο χώρο).

Aliases (separate with |): Εντοπισμένο φαρμακευτικό εξάνθημα
εξαγγείωση

Έξοδος υγρών ή φαρμάκων (κυρίως χημειοθεραπευτικών φαρμάκων) σε παρακείμενους ιστούς κατά την έγχυση των ουσιών αυτών σε μία φλέβα. Μπορεί να επιφέρει την καταστροφή των παρακείμενων ιστών.

Aliases (separate with |): Εξαγγείωση
εξάνθημα

Οποιοδήποτε εξάνθημα ή αλλοίωση που εμφανίζεται στο δέρμα, σε αντίθεση με αυτό που εμφανίζεται στους βλεννογόνους (ενάνθημα). Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει μια παιδική ή λοιμώδη εξανθηματική νόσο (π.χ. ιλαρά ή οστρακιά) χρησιμοποιείται όμως και για τα άλλα είδη εξανθήματος.

Aliases (separate with |): Εξάνθημα
εξάνθημα του κολυμβητή

Κνησμώδεις ερυθρές βλατίδες που μπορεί να εμφανισθούν στο δέρμα εντός μερικών ωρών από την κολύμβηση σε νερό θαλάσσης. Το εξάνθημα προκαλείται από τα τσιμπήματα των νυμφών της τσούχτρας ή της θαλάσσιας ανεμώνης. Το εξάνθημα είναι πιο έκδηλο στο δέρμα κάτω από το μαγιό παρά στις εκτεθειμένες επιφάνειες, επειδή η πίεση στο δέρμα από το μαγιό απελευθερώνει τα αγκάθια των νυμφών. Το μαγιό πρέπει να πλυθεί πριν ξαναφορεθεί. Η θεραπεία είναι συμπτωματική με από του στόματος αντιϊσταμινικά και τοπικά κορτικοστεροειδή.

Aliases (separate with |): Εξάνθημα του κολυμβητή
εξάρθρημα της γνάθου

Μετατόπιση της κάτω γνάθου, αυτόματη ή μετά από τραυματισμό. Τα εξαρθρήματα της γνάθου είναι δυσάρεστα και προκαλούν ψυχολογική καταπόνηση. Μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές, ενώ στην πλευρά που συμβαίνει το άκρο της γνάθου απομακρύνεται από το σημείο του εξαρθρήματος. Στην υγιή πλευρά, ακριβώς μπροστά από το αυτί, ίσως υπάρχει μία μικρή κοιλότητα η οποία συχνά είναι ευαίσθητη. Εάν υπάρχει εξάρθρημα και στις δύο πλευρές, η γνάθος πιέζεται προς τα κάτω και πίσω. Σε κάθε περίπτωση, το εξάρθρημα της γνάθου συνοδεύεται από άλγος και δυσχέρεια στην ομιλία και συχνά συνοδεύεται από καταπληξία. Το οπίσθιο εξάρθρημα της γνάθου είναι σπάνιο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το εξάρθρημα της γνάθου συνήθως προκαλείται από χτύπημα στο πρόσωπο ή από διατήρηση ανοιχτού του στόματος για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως κατά τη διάρκεια οδοντιατρικής θεραπείας. Ενίοτε μπορεί να προκύψει από τη μάσηση μεγάλων βλωμών τροφής, από χάσμημα ή από έντονο γέλιο. Μία πτώση ή ένα χτύπημα στην παρειά μπορεί να προκαλέσει εξάρθρημα, οπίσθιο όμως εξάρθρημα σπάνια συμβαίνει απουσία κατάγματος ή σοβαρού τραυματισμού.

ΑΝΑΤΑΞΗ: Τα εξαρθρήματα της κάτω γνάθου ανατάσσονται τοποθετώντας τους αντίχειρες, οι οποίοι είναι καλυμμένοι με επιδέσμους, μέσα στο στόμα του ασθενούς στους κάτω γομφίους, ενώ τα υπόλοιπα δάκτυλα τοποθετούνται εξωτερικά κατά μήκος της γνάθου, παίζοντας τον ρόλο μοχλού. Οι αντίχειρες πρέπει να πιέσουν τη γνάθο προς τα κάτω και πίσω. Η γνάθος θα ολισθήσει προς τα πίσω επάνω στην οστέινη ακρολοφία (αρθρικό έπαρμα), γεγονός που γίνεται αντιληπτό, και με αυτό τον τρόπο η γνάθος επανέρχεται στην θέση της. Όταν γίνει αντιληπτή αυτή η κίνηση, οι αντίχειρες πρέπει να κινηθούν πλαγίως προς τις παρειές για να αποφευχθεί η σύνθλιψή τους μεταξύ των γομφίων. Αυτή η επαναφορά στη σωστή θέση οφείλεται σε έναν ακούσιο μυϊκό σπασμό, ο οποίος έλκει τη γνάθο σαν να είχε εφαρμοστεί σε αυτή ένας υπερδιατεταμένος ελαστικός επίδεσμος. Μετά την ανάταξη, πρέπει να τοποθετηθεί στην γνάθο ένας επίδεσμος ακινητοποίησης ή ένα διπλό μαντίλι λαιμού.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Είναι σημαντικό κατά τη διάρκεια της ανάταξης να προστατεύονται τα χέρια με ισχυρά γάντια προκειμένου να αποφευχθεί τραυματισμός από τα δόντια.

Aliases (separate with |): Εξάρθρημα της γνάθου
εξάρθρωση δακτύλου

Εκτόπιση ενός οστού του δακτύλου. Αυτό συμβαίνει μόνο σε μία άρθρωση. Ένα συμβεί βλάβη σύνθλιψης πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κάταγμα μέχρι να πραγματοποιηθεί ακτινογραφία. Η διάγνωση της εξάρθρωσης ενός δακτύλου είναι εύκολη και περιορίζεται. Μπορεί να προκληθεί από χτυπήματα, πτώσεις και παρόμοια ατυχήματα. Αρχικά, είναι σημαντικό να εξακριβωθεί ότι δεν υπάρχει κάταγμα. Ύστερα ζητείται από τον ασθενή να σταθεροποιήσει και να υποστηρίξει τον καρπό (ή κάποιος άλλος να τον βοηθήσει σε αυτό) για ανθέλκυση. Το δάκτυλο συγκρατείται εκτός των εξαρθρωμένων μυών και τενόντων και, με το ελεύθερο χέρι, το μετατοπισμένο οστό ολισθαίνει στην θέση του. Εφαρμόζεται ένας νάρθηκας από την άκρη του δακτύλου εντός της παλάμης του χειρός. Ο νάρθηκας μπορεί να είναι φτιαγμένος από πλαστικό, γλωσσοπίεστρο, ή προσωρινά από σκληρό χαρτόνι.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Καμία προσπάθεια δεν πρέπει να πραγματοποιείται για την ανάταξη εξάρθρωσης οποιασδήποτε άρθρωσης δακτύλου έως ότου η ακτινογραφία να αποκλείσει την πιθανότητα κατάγματος.

Aliases (separate with |): Εξάρθρωση δακτύλου
εξάρτηση

Ψυχική (και ορισμένες φορές σωματική) εξάρτηση, ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ενός ζωντανού οργανισμού και ενός φαρμάκου. Στις χαρακτηριστικές συμπεριφορικές και άλλες αποκρίσεις περιλαμβάνεται ο εθισμός λήψης του φαρμάκου σε συνεχή ή περιοδική βάση, ώστε να νιώσει τις ψυχικές του επιδράσεις ή να αποφύγει τη δυσφορία λόγω της ελλείψεώς του. Μπορεί να υπάρχει ανοχή. Το άτομο μπορεί να είναι εξαρτημένο σε περισσότερα του ενός φάρμακα.

Aliases (separate with |): Εξάρτηση
εξάρτηση από ουσίες

Σύνολο γνωστικών, συμπεριφορικών και φυσιολογικών συμπτωμάτων τα οποία υποδηλώνουν ότι ένα άτομο συνεχίζει τη χρήση μιας ουσίας παρά τα σημαντικά προβλήματα που σχετίζονται με την ουσία αυτή. Οι ασθενείς αναπτύσσουν ανοχή στην ουσία και απαιτούν προοδευτικά μεγαλύτερες ποσότητες προκειμένου να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Επιπρόσθετα, οι ασθενείς βιώνουν σωματικά και ψυχολογικά σημεία στέρησης εάν δεν λάβουν την ουσία.

Aliases (separate with |): εξάρτηση από ουσίες
εξέταση κοπράνων (Mayer Guaiac)

Εξέταση για την παρουσία αίματος στα κόπρανα. Παθολογικό αποτέλεσμα είναι ύποπτο για την ύπαρξη καρκίνου, αλλά υπάρχουν και πολλές άλλες καλοήθεις καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν αιμορραγία.

Aliases (separate with |): Εξέταση κοπράνων (Mayer Guaiac)
εξέταση μυελού των οστών

Διαδικασία αφαίρεσης τμήματος του μυελού των οστών με βελόνη, για παθολογοανατομική εξέταση. Η αφαίρεση γίνεται συνήθως από το στέρνο ή το λαγόνιο οστό. Πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία και διαρκεί περίπου 10 λεπτά.

Aliases (separate with |): Εξέταση μυελού των οστών
εξίδρωμα

Οποιοδήποτε υγρό απελευθερώνεται από το σώμα, το οποίο περιέχει μεγάλη συγκέντρωση πρωτεϊνών, κυττάρων ή στερεών συντριμμάτων.

Τα εξιδρώματα μπορεί να ταξινομηθούν ως καταρροϊκά, ινώδη, αιμορραγικά, διφθεριτικά, πυώδη και ορώδη. Ένα ινώδες εξίδρωμα μπορεί να σχηματίσει ιστούς γύρω από μια κοιλότητα, οδηγώντας π.χ. στο σχηματισμό συμφύσεων μετά από χειρουργική επέμβαση ή σε περιοριστική πνευμονοπάθεια μετά από ένα εμπύημα.

Aliases (separate with |): exudate|Εξίδρωμα
εξωπυραμιδική νόσος

Μια από τις διάφορες εκφυλιστικές νόσους του νευρικού συστήματος που προσβάλλουν το εξωπυραμιδικό σύστημα και τα βασικά γάγγλια του εγκεφάλου. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν τρόμο, χορεία, αθέτωση και δυστονία. Η νόσος του Parkinson είναι μια χαρακτηριστική εξωπυραμιδική νόσος.

Aliases (separate with |): Εξωπυραμιδική νόσος
εξωπυραμιδικό κινητικό σύστημα

Το λειτουργικό σύστημα που περιλαμβάνει όλες τις κατιούσες ίνες που προέρχονται από τα φλοιϊκά και υποφλοιώδη κινητικά κέντρα και καταλήγουν στον προμήκη και στο νωτιαίο μυελό με οδούς άλλες από τις αναγνωρισμένες ως φλοιονωτιαίες οδούς. Το σύστημα αυτό είναι σημαντικό για τη διατήρηση της ισορροπίας και του μυϊκού τόνου.

Aliases (separate with |): Εξωπυραμιδικό κινητικό σύστημα
εξωπυραμιδικό σύνδρομο

Μία από τις διάφορες εκφυλιστικές νόσους του νευρικού συστήματος που προσβάλλουν το εξωπυραμιδικό σύστημα και τα βασικά γάγγλια του εγκεφάλου. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν τρόμους, χορεία, αθέτωση και δυστονία. Η νόσος του Parkinson είναι ένα χαρακτηριστικό εξωπυραμιδικό σύνδρομο.

Aliases (separate with |): Εξωπυραμιδικό σύνδρομο
εξωσωματική λιθοτριψία με ωστικό κύμα

Ο κατακερματισμός των λίθων των νεφρών με μια συσκευή εξωσωματικής λιθοτριψίας ωστικού κύματος. Εκτός από το θρυμματισμό των λίθων των νεφρών και της χοληδόχου κύστης, η εξωσωματική λιθοτριψία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μερικές ορθοπαιδικές εφαρμογές (ορθοτριψία), π.χ. στη θεραπεία της μη συνένωσης των καταγμάτων και των οστικών προεξοχών.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ESWL για τους νεφρόλιθους και χολόλιθους αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Aliases (separate with |): Εξωσωματική λιθοτριψία με ωστικό κύμα
εξωσωματική μεμβράνη οξυγόνωσης

Εξωτερική συσκευή που οξυγονώνει το αίμα που μεταφέρεται σε αυτήν από το σώμα και στη συνέχεια το επιστρέφει στον ασθενή. Έχει χρησιμοποιηθεί πειραματικά σε ασθενείς με οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια. Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία νεογνών με σύνδρομο εισρόφησης μηκωνίου, πνευμονία και εμμένουσα πνευμονική υπέρταση, που δεν έχουν ανταποκριθεί στις συνήθεις θεραπείες.

Aliases (separate with |): Εξωσωματική μεμβράνη οξυγόνωσης
εξωτοξίνη

Τοξική ουσία που προέρχεται από τα βακτήρια, όπως οι σταφυλόκοκκοι και οι στρεπτόκοκκοι, το Δονάκιο της χολέρας (Vibrio cholerae), είδη Ψευδομονάδας και το E.coli. Οι δράσεις των εκάστοτε εξωτοξινών ποικίλλουν ανάλογα με τον οργανισμό από τον οποίο προέρχονται. Οι σταφυλοκοκκικές εξωτοξίνες διεγείρουν την απελευθέρωση IFN-γ και μπορεί να προκαλέσουν σύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης. Οι απενεργοποιημένες εξωτοξίνες χρησιμοποιούνται για το εμβόλιο κατά της διφθερίτιδας και του τετάνου.

Aliases (separate with |): Εξωτοξίνη
επαγωγή
  1. Η διαδικασία πρόκλησης ή παραγωγής, όπως της πρόκλησης τοκετού με ωκυτοκίνη σε περιπτώσεις δυσλειτουργίας της μήτρας.

  2. Η παραγωγή ενός ηλεκτρικού ρεύματος σε ένα αγωγό από ηλεκτρισμό ενός άλλου κοντινού αγωγού.

  3. Στην εμβρυολογία, η παραγωγή ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος από μία χημική ουσία από ένα τμήμα του εμβρύου σε ένα άλλο.

  4. Στην αναισθησιολογία, ο χρόνος από την πρώτη εισπνοή ή έγχυση ενός αναισθητικού αερίου ή φαρμάκου, μέχρι να αποκτηθεί το κατάλληλο επίπεδο αναισθησίας.

  5. Συλλογισμός από το ειδικό στο γενικό.

Aliases (separate with |): Επαγωγή
επείγουσα καρδιολογική φροντίδα

Η βασική και προχωρημένη εκτίμηση και αντιμετώπιση για την υποστήριξη της ζωής που είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των αιφνίδιων και συχνά απειλητικών για τη ζωή καταστάσεων που αφορούν στο καρδιαγγειακό και αναπνευστικό σύστημα. Η ECC περιλαμβάνει την αναγνώριση της φύσης του προβλήματος, τη στενή παρακολούθηση του ασθενούς, την παροχή βασικής και προχωρημένης υποστήριξης της ζωής το ταχύτερο δυνατό, την αποφυγή των επιπλοκών, τον καθησυχασμό του ασθενούς και την ταχεία μεταφορά του στον κατάλληλο χώρο παροχής φροντίδας για την οριστική αντιμετώπιση των καρδιολογικών προβλημάτων του.

Aliases (separate with |): Επείγουσα καρδιολογική φροντίδα
επείγουσα κατάσταση
  1. Μια επείγουσα κατάσταση που εκλαμβάνεται από τον ασθενη ότι απαιτεί άμεση ιατρικη η χειρουργικη εκτίμηση η θεραπεία.

  2. Μια μη αναμενόμενη σοβαρη κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει ένα μεγάλο αριθμό κακώσεων, οι οποίες συνηθως απαιτούν άμεση αντιμετώπιση.

Aliases (separate with |): Επείγουσα κατάσταση
επέμβαση πατά Emmet

[Thomas Α. Emmet, Αμερικανός γυναικολόγος, 1828-1919].

  1. Συρραφή του τραχήλου της μήτρας (συρραφή δηλαδή ενός ρηχθέντος τραχήλου).

  2. Συρραφή ρηχθέντος περινέου.

  3. Η μετατροπή ενός άμισχου υποβλεννογόνιου όγκου της μήτρας σε έμμισχο. Άλλες επεμβάσεις που έχουν αποδοθεί στον Emmet, όπως η αποκατάσταση της προοπίπτοισας μήτρας και η δημιουργία κυστεοκολπικής αναστόμωσης έχουν ξεπεραστεί από άλλες πιο σύγχρονες.

Aliases (separate with |): Επέμβαση πατά Emmet
επιγλωττίτιδα

Φλεγμονή της επιγλωττίδας, ως αποτέλεσμα λοίμωξης. Το σοβαρό οίδημα πάνω από την επιγλωττίδα μπορεί να εμποδίσει τη ροή του αέρα και να προκαλέσει το θάνατο. Η επιγλωττίτιδα αποτελεί μια επείγουσα κατάσταση και πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα.

ΑΙΤΊΟΛΟΠΑ: Εμφανίζεται συνήθως σε παιδιά, ιδίως ηλικίας 2-5 ετών, ως αποτέλεσμα λοίμωξης με βακτήρια, όπως ο Haemophilus influenzae, οι στρεπτόκοκκοι και οι σταφυλόκοκκοι. Μπορεί επίσης να προσβάλει ενήλικες, συνήθως ως αποτέλεσμα λοίμωξης με στρεπτόκοκκο ομάδας Α.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα παιδιά εμφανίζουν αιφνίδια πονόλαιμο, δυσφαγία και υψηλό πυρετό, συνήθως τη νύχτα. Είναι ταραγμένα και φοβισμένα και θέλουν να καθίσουν σε θέση τριπόδου (ανασηκωμένα, με κλίση προς τα εμπρός και το στόμα ανοικτό). Παρατηρείται συνήθως σιελόρροια, δύσπνοια με υποστερνική και υπερστερνική συνολκή και συριγμός. Σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια και κυάνωση μπορεί να εμφανισθούν αιφνίδια. Σε αντίθεση με τα παιδιά με croup (ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα), τα παιδιά με επιγλωττίτιδα δεν έχουν βήχα ή βραχνάδα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η επιγλωττίτιδα αντιμετωπίζεται με την ενδοφλέβια χορήγηση δεύτερης ή τρίτης γενιάς κεφαλοσπορινών ή συνδυασμό αμπικιλλίνης με σουλμπακτάμη. Ένας ειδικός στην ωτορινολαρυγγολογία ή στην επείγουσα ιατρική μπορεί να χρειαστεί να εισάγει έναν τεχνητό αεραγωγό. Η στενή παρακολούθηση είναι απαραίτητη ακόμη και μετά την έναρξη της αντιβιοτικής αγωγής.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ένα σετ τραχειοστομίας πρέπει να είναι διαθέσιμο για 24 έως 48 ώρες, για την περίπτωση πλήρους απόφραξης του αεραγωγού.

Aliases (separate with |): Επιγλωττίτιδα
επίδεσμος
  1. Ένα κομμάτι μαλακής, συνήθως απορροφητικής γάζας ή άλλου υλικού που εφαρμόζεται σε ένα άκρο ή σε άλλο σημείο του σώματος ως επίθεμα.

  2. Η κάλυψη μέσω περιτύλιξης με ένα κομμάτι γάζας ή άλλου υλικού. Οι επίδεσμοι χρησιμοποιούνται για να διατηρηθούν τα επιθέματα στη θέση τους, για να ασκηθεί πίεση σε ένα σημείο, για να ακινητοποιηθεί ένα σημείο, για να εξαλειφθούν οι κοιλότητες, για να υποστηριχτεί μία τραυματισμένη περιοχή και να ελεγχθεί η αιμορραγία. Οι τύποι επιδέσμων περιλαμβάνουν τους εξής: κυλινδρικός, τριγωνικός, με τέσσερα άκρα, με πολλά άκρα (Scultetus), τετράγωνος, ελαστικός (ελαστικός πλεκτός, λαστιχένιος, συνθετικός ή συνδυασμός αυτών), αυτοκόλλητος, ελαστικός αυτοκόλλητος, νεότεροι συγκολλητικοί επίδεσμοι με διάφορα ονόματα, εμποτισμένοι επίδεσμοι (γύψος, υδρύαλος [διοξείδιο του πυριτίου], άμυλο) και μαλακός επίδεσμος. Η χρήση ενός αυτοκόλλητου, κυλινδρικού επιδέσμου με προσαρμοζόμενο σχήμα διευκολύνει την επίδεση ελαχιστοποιώντας τις ειδικές τεχνικές που απαιτούνται όταν χρησιμοποιείται κανονικός κυλινδρικός επίδεσμος από γάζα.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η επαφή με το δέρμα, αν είναι συνεχής, θα προκαλέσει εξέλκωση ή φλεγμονή.

Aliases (separate with |): Επίδεσμος
επιδημιολογία

Η μελέτη της κατανομής και των παραγόντων που καθορίζουν τις σχετικές με την υγεία καταστάσεις και φαινόμενα στον πληθυσμό, και την εφαρμογή της μελέτης αυτής στον έλεγχο των προβλημάτων υγείας. Η επιδημιολογία ασχολείται με την παραδοσιακή μελέτη των επιδημικών νόσων που προκαλούνται από λοιμώδεις παράγοντες, καθώς και με σχετικά με την υγεία φαινόμενα, όπως τα ατυχήματα, οι αυτοκτονίες, το κλίμα, τοξικοί παράγοντες όπως ο μόλυβδος, τη μόλυνση του αέρα και καταστροφές οφειλόμενες στην ιοντίζουσα ακτινοβολία.

Aliases (separate with |): Επιδημιολογία
επιδιδυμίδα

Ένα μικρό επίμηκες όργανο που βρίσκεται πάνω και δίπλα από την οπίσθια επιφάνεια του όρχεως, αποτελούμενο από έναν εσπειραμένο σωλήνα μήκους 3,97- 6,1 m, που περιέχεται στον ίδιο ελυτροειδή χιτώνα του όρχεως και καταλήγει στο σπερματικό πόρο. Αποτελείται από την κεφαλή, που περιέχει 12- 14 εκφορητικά σωληνάρια του όρχεως, το σώμα και την ουρά. Αποτελεί το αρχικό τμήματης εκφορητικής μοίρας του κάθε όρχεως. Η επιδιδυμίδα αιματώνεται από την έσω σπερματική, την εκφορητική και την έξω σπερματική αρτηρία. Παροχετεύεται από φλέβες που είναι αντίστοιχες των αρτηριών.

Aliases (separate with |): Επιδιδυμίδα
επιδιδυμίτιδα

Φλεγμονη της επιδιδυμίδας, συνήθως ως αποτέλεσμα λοίμωξης και σπάνια ως αποτέλεσμα τραυματισμού και παλινδρόμησης ούρων από την ουρήθρα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα αίτια της επιδιδυμίτιδας εξαρτώνται από την ηλικία και τη δραστηριότητα. Τα παιδιά μπορεί να εμφανίζουν λοίμωξη της επιδιδυμίδας ως αποτέλεσμα συγγενών διαμαρτιών του ουρογεννητικού σωλήνα. Σε σεξουαλικά δραστήριους νέους άνδρες, τα χλαμύδια και η γονόρ-ροια είναι τα συνηθέστερα αίτια. Σε μεσήλικες και μεγαλύτερης ηλικίας άνδρες οι λοιμώξεις οφείλονται συνήθως σε gram- αρνητικά παθογόνα του ουροποιητικού, όπως η E. coli και άλλα εντερικά βακτήρια. Η σύφιλις, η φυματίωση, η παρωτίτιδα και άλλοι μικροοργανισμοί ευθύνονται μερικές φορές για λοιμώξεις στις επιδιδυμίδες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Το κυρίαρχο σύμπτωμα στους ενήλικες είναι το άλγος και το οίδημα στο όσχεο, που εντοπίζεται συνήθως στον άνω πόλο ενός εκ των όρχεων. Το ουρηθρικό έκκριμα, ο πυρετός και τα ρίγη είναι επίσης συνήθη συμπτώματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αντιβιοτικά (όπως η τετρακυκλίνη σε σεξουαλικά δραστήριους άνδρες) και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (για το άλγος και τον πυρετό) είναι συνήθως αποτελεσματικά. Η θεραπεία αρχίζει συνήθως να ανακουφίζει τα συμπτώματα εντός 2 ή 3 ημερών και εκριζώνει τη λοίμωξη εντός μιας εβδομάδας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής ενθαρρύνεται να παραμείνει κλινήρης με τα κάτω άκρα σε ελαφρά απαγωγή και με τους όρχεις υπερυψωμένους πάνω σε μια τυλιγμένη πετσέτα προκειμένου να διευκολυνθεί η φλεβική επιστροφή, να μειωθεί το οίδημα και να ανακουφιστεί το άλγος. Θερμά επιθέματα ή χλιαρό μπάνιο για 15 λεπτά κάθε 3 ώρες μπορεί επίσης να βοηθήσουν στη μείωση του οιδήματος και του άλγους. Ο ασθενής πρέπει να φορά χαλαρά, ελαφρά ρούχα έως ότου υποχωρήσει το οίδημα. Η καταβολή προσπάθειας κατά την αφόδευση ελαχιστοποιείται με τη χρήση μαλακτικών των κοπράνων. Ο ασθενής πρέπει να φέρει οσχεοαναρτήρα όταν κάθεται, στέκεται όρθιος ή περπατά. Πρέπει να αποφεύγεται η άρση αντικειμένων βαρύτερων των 10 κιλών. Ο ασθενής παρακολουθείται για σημεία από τη δημιουργία αποστήματος (εντοπισμένη ερυθρά, θερμή, επώδυνη περιοχή) ή επέκτασης της λοίμωξης στους όρχεις. Δίνεται έμφαση στην ανάγκη για πιστή συμμόρφωση στην αντιβιοτική αγωγή για όλο το απαραίτητο χρονικό διάστημα.

Εάν ο ασθενής αντιμετωπίζει την πιθανότητα στείρωσης, συνιστάται περαιτέρω συμβουλευτική και ρυθμίζεται ανάλογα. Εάν η επιδιδυμίτιδα είναι δευτεροπαθής ενός σεξουαλικά μεταδιδόμενου νοσήματος, ο ασθενής ενθαρρύνεται να φορά προφυλακτικό κατά τη συνουσία και να ενημερώσει τους σεξουαλικούς συντρόφους προκειμένου να λάβουν την κατάλληλη θεραπεία.

Aliases (separate with |): Επιδιδυμίτιδα
επιθήλιο

Η στιβάδα των κυττάρων που σχηματίζουν την επιδερμίδα του δέρματος και την επιπολής στιβάδα των βλεννογόνων και ορογόνων υμένων. Τα κύτταρα επικάθονται σε μια βασική μεμβράνη και είναι τοποθετημένα πλησίον το ένα του άλλου με ελάχιστη μεσοκυττάρια ουσία ανάμεσά τους. Δεν έχουν αιμοφόρα αγγεία. Το επιθήλιο μπορεί να είναι απλό, αποτελούμενο από μία στιβάδα κυττάρων, ή πολύστιβο, αποτελούμενο από περισσότερες στιβάδες. Τα κύτταρα που αποτελούν το επιθήλιο μπορεί να είναι επίπεδα (πλακώδες), κυβοειδή (κυβικό) ή κυλινδρικά (κυλινδρικό). Παραλλαγές του επιθηλίου είναι το κροσσωτό επιθήλιο, το ψευδοπολύστιβο, το αδενικό και το νευροεπιθήλιο. Το επιθήλιο μπορεί να περιλαμβάνει καλυκοειδή κύτταρα, τα οποία παράγουν βλέννη. Το πολύστιβο πλακώδες επιθήλιο μπορεί να είναι κερατινοποιημένο για λόγους προστασίας ή παθολογικά κερατινοποιημένο ως απάντηση σε παθολογικές καταστάσεις. Το πλακώδες επιθήλιο διακρίνεται στο ενδοθήλιο, που επενδύει τον αυλό των αγγείων και την καρδιά και σε μεσοθήλιο, που επενδύει τις ορογόνες κοιλότητες. Το επιθήλιο καλύπτει τις γενικές λειτουργίες της προστασίας, της απορρόφησης και της έκκρισης, καθώς και εξειδικευμένες λειτουργίες, όπως η μετακίνηση ουσιών κατά μήκος πόρων, η παραγωγή γεννητικών κυττάρων και η πρόσληψη ερεθισμάτων. Έχει άριστη δυνατότητα αναγέννησης. Μπορεί να αντικαθίσταται ακόμη και κάθε 24 ώρες.

Aliases (separate with |): Επιθήλιο
επιληψία

Νόσος που χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζοντες σπασμούς, δηλαδή από επαναλαβανόμενες ανώμαλες ηλεκτρικές εκφορτίσεις στον εγκέφαλο. Η επιληψία είναι διαδεδομένη νόσος, εντοπίζεται στο 2- 3% του πληθυσμού. Η επίπτωσή της είναι υψηλότερη στα παιδιά (ηλικίας δηλαδή κάτω των 10 ετών) και στα ηλικιωμένα άτομα (δηλαδή άνω των 70 ετών), ενώ η οι έφηβοι και οι ενήλικες προσβάλλονται σπανιότερα.

Η Διεθνής Ομοσπονδία κατά της Επιληψίας ταξινομεί τις επιληψίες ως μερικές (εστιακές), γενικευμένες ή αταξινόμητες. Οι γενικευμένοι σπασμοί προκαλούνται από ηλεκτρικές εκφορτίσεις που αφορούν και τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου. Οι τονικοκλονικοί σπασμοί (κατά τους οποίους υπάρχει απώλεια συνείδησης με βίαιες κινήσεις των άκρων) και οι αφαιρέσεις (κατά τις οποίες υπάρχει σύντομη διακοπή της συνείδησης και της δραστηριότητας) αποτελούν δύο παραδείγματα γενικευμένων σπασμών. Οι διαταραχές εστιακών σπασμών αρχίζουν συνήθως με εστιακές ή τοπικές εκφορτίσεις σε ένα σημείο του εγκεφάλου (και του σώματος), ενώ σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να γενικευθούν. Όταν ο ασθενής παραμένει σε εγρήγορση κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου σπασμών, η κρίση θεωρείται απλή και εστιακή. Όταν εμφανίζεται απώλεια συνείδησης μετά από μια εστιακή κρίση, το σύνδρομο θεωρείται εστιακό και σύνθετο.

Ασθενείς που πάσχουν από υποτροπιάζοντα επεισόδια συμπτωμάτων απόσυρσης από το αλκοόλ ή από συχνά επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας, υπερασβεστιαιμίας ή άλλες παρόμοιες μεταβολικές διαταραχές, μπορεί να εκδηλώσουν επαναλαμβανόμενους σπασμούς, δεν θεωρείται όμως ότι έχουν επιληψία, εάν οι σπασμοί σταματήσουν μετά τη θεραπεία της υποκείμενης διαταραχής.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΊΑ Η επιληψία μπορεί να προκύψει από συγγενή ή επίκτητη εγκεφαλική νόσο. Νεογνά που γεννώνται με λιποαποθηκευτικές νόσους, οζώδη σκλήρυνση ή φλοϊκή δυσπλασία, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν υποτροπιάζοντες σπασμούς, όπως και τα παιδιά που γεννήθηκαν με ενδοκρανιακή αιμορραγία ή ανοξική βλάβη του εγκεφάλου. Οι ενήλικες μπορεί να εκδηλώσουν επιληψία ως αποτέλεσμα εγκεφαλικού επεισοδίου, όγκων, αποστημάτων, τραύματος του εγκεφάλου, εγκεφαλίτιδας ή μηνιγγίτιδας, ουραιμίας ή πολλών άλλων παθήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, η υποκείμενη διαταραχή δεν μπορεί να καθοριστεί.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα μπορεί να ποικίλουν από τη σχεδόν αδιόρατη μεταβολή του επιπέδου συνείδησης, όπως συμβαίνει στις αφαιρέσεις, μέχρι την πλήρη απώλεια συνείδησης, την κραυγή, την πτώση, τους τονι-κοκλονικούς σπασμούς όλων των άκρων και την αμνησία για το συμβάν. Σε μερικά επεισόδια προηγείται μια αύρα, ενώ άλλα δεν έχουν κανένα προειδοποιητικό σημείο. Άλλες μορφές επιληψίας περιορίζονται σε μυϊκές συσπάσεις μιας εντοπισμένης περιοχής ή σε μια μόνο πλευρά του σώματος.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση της επιληψίας τίθεται μετά από προσεκτική εκτίμηση του ιστορικού του ασθενούς, υποβοηθούμενη από διαγνωστικές εξετάσεις. Τυπικά, αυτές περιλαμβάνουν εξετάσεις αίματος για διαπίστωση μεταβολικών διαταραχών, απεικονιστικές εξετάσεις εγκεφάλου με MRI ή CT και ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. Η διαφορική διάγνωση της επιληψίας περιλαμβάνει πολλές άλλες νόσους που χαρακτηρίζονται από απώλεια συνείδησης, όπως οι ψευδοκρίσεις, η συγκοπή, τα παροδικά ισχαιμικά εγκεφαλικά επεισόδια, η ορθοστατι-κή υπόταση και η ναρκοληψία, μεταξύ άλλων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η διαθέσιμη φαρμακευτική θεραπεία χρησιμοποιείται είτε για την πρόληψη είτε για τον έλεγχο των υποτροπιαζόντων σπασμών. Τα συνηθέστερα αντιεπιληπτικά φάρμακα περιλαμβάνουν τη φανυτοίνη ή την καρβαμαζεπί-νη για τους εστιακούς σπασμούς, το βαλπροϊκό οξύ για τις αφαιρέσεις, και οποιοδήποτε από τα ανωτέρω φάρμακα ή τη φαινοβαρβιτάλη, μαζί ή χωρίς νεότερα φάρμακα, όπως η γκαμπαπεντίνη ή η λαμοτριγίνη, για τους γενικευμένους σπασμούς. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορεί να έχουν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες και πολλοί από αυτούς έχουν ένα ευρύ φάσμα αλληλεπιδράσεων.

Η χειρουργική θεραπεία για την αφαίρεση μια επιληπτογόνου εστίας χρησιμοποιείται μερικές φορές για την αντιμετώπιση σπασμών που δεν μπορούν να ελεγχθούν με τη φαρμακευτική αγωγή. Σε εξειδικευμένα νευροχει-ρουργικά κέντρα, η διαδικασία αυτή μπορεί να θεραπεύσει ή να μειώσει την επίπτωση της επιληψίας στο 75% των ασθενών.

Aliases (separate with |): Επιληψία
επιλόχεια ενδομητρίτιδα

Οξεία ενδομητρίτιδα που ακολουθεί τον τοκετό. Οι παράγοντες κινδύνου για την εκδήλωση αυτής της κατάστασης περιλαμβάνουν την πρόωρη ή παρατεταμένη ρήξη των υμένων, τη δυστοκία με πολλαπλές κολπικές εξετάσεις, τη μη άσηπτη τεχνική, τραύμα σχετιζόμενο με χειρισμούς στη μήτρα και τη μη καλή φροντίδα του περινέου. Οι σωματικοί παράγοντες που προδιαθέτουν την επίτοκο γυναίκα στην ανάπτυξη ενδομητρίωσης είναι η αναιμία, η κακή θρέψη και η αιμορραγία. Οι πύλες εισόδου των βακτηρίων περιλαμβάνουν το σημείο της προηγούμενης πρόσφυσης του πλακούντα, την περινεοτομή, τις ρήξεις και τις αποξέσεις.

ΑιΤΙΟΛΟΓΙΑ Αερόβια μικρόβια που μπορεί να προκαλέσουν επιλόχεια ενδομητρίτιδα περιλαμβάνουν τους στρεπτόκοκκους, τη Gardnerella vaginalis, το Escherichia coli, τον Staphylococcus aureus και τους β- αιμολυτικούς στρεπτόκοκκους της ομάδας Α. Η ενδομητρίτιδα που εμφανίζεται όψιμα κατά την επιλόχεια περίοδο οφείλεται συνήθως σε χλαμύδια του τραχώματος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η κοιλιακή ευαισθησία είναι συχνό εύρημα. Η σοβαρή ενδομητρίτιδα μπορεί να συνοδεύεται από πυρετό, ρίγη, ταχυκαρδία, έντονη ευαισθησία κατά τη μήτρα και ατελή υποστροφή της μήτρας μετά τον τοκετό. Μολονότι παρατηρείται συνήθως ένα μέτριο έως άφθονο, δύσοσμο κολπικό έκκριμα, τα λόχια των γυναικών που μολύνονται με τους β-αιμολυτικούς στρεπτόκοκκους είναι ελάχιστα, άοσμα και οροαιματηρά προς ορώδη.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Χορηγούνται αντιβιοτικά που καλύπτουν τα αερόβια και αναερόβια βακτήρια, συνήθως για 4- 5 ημέρες. Η υποστηρικτική θεραπεία περιλαμβάνει ανάπαυση στο κρεβάτι, αναλγητικά και από του στόματος ή ενδοφλέβια υγρά.

Aliases (separate with |): Επιλόχεια ενδομητρίτιδα
επινεφρίδιο

Ένας τριγωνικός αδένας που καλύπτει την ανώτερη επιφάνεια του κάθε νεφρού.

ΕΜΒΡΥΟΛΟΓΙΑ: Ο επινεφριδικός αδένας είναι ουσιαστικά ένα διπλό όργανο το οποίο συντίθεται από έναν εξωτερικό φλοιό και έναν εσωτερικό μυελό. Ο φλοιός προέρχεται από μια περιοχή του εμβρυϊκού μεσοδέρματος, από την οποία προέρχονται επίσης οι γονάδες ή τα γεννητικά όργανα. Ο μυελός προέρχεται από το εξώδερμα, από το οποίο προέρχεται επίσης το συμπαθητικό νευρικό σύστημα.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Ο αδένας περιβάλλεται από έναν άκαμπτο θύλακο συνδετικού ιστού, από τον οποίο δοκίδες κυττάρων εκτείνονται εντός του φλοιού. Ο φλοιός αποτελείται από κύτταρα που είναι τοποθετημένα σε τρεις ζώνες: την εξωτερική σπειροειδή, τη μέση στηλιδωτή και την εσωτερική δικτυωτή ζώνη. Τα κύτταρα διατάσσονται σε μορφή δοκίδων. Ο μυελός αποτελείται από χρωμιόφιλα κύτταρα, τα οποία διευθετούνται σε ομάδες ή σε αναστομωτικές στήλες. Τα δύο επινεφρίδια βρίσκονται οπισθοπεριτοναϊκά, το καθένα από αυτά περιβάλλεται από περινεφρικό λίπος, πάνω από τον αντίστοιχο νεφρό. Στον ενήλικα, το μέσο βάρος του επινεφριδικού αδένα είναι 5 g, με εύρος από 4 ως 14 g. Είναι συνήθως βαρύτερος στους άνδρες από ότι στις γυναίκες.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ: Ο μυελός των επινεφριδίων συνθέτει και αποθηκεύει τρεις κατεχολαμίνες: τη ντοπαμίνη, τη νορεπινεφρίνη και την επινεφρίνη. Οι κυριότερες δράσεις της ντοπαμίνης περιλαμβάνουν τη διαστολή των αρτηριών, την αύξηση της καρδιακής παροχής και την αύξηση της ροής του αίματος στους νεφρούς. Η πρωταρχική δράση της νορεπιινεφρίνης είναι η συστολή των αρτηριδίων και φλεβιδίων που προκαλεί αύξηση των αντιστάσεων στη ροή του αίματος, η αύξηση της αρτηριακής πίεσης και η επιβράδυνση της καρδιακής λειτουργίας. Η επινεφρίνη συστέλλει τα αγγεία του δέρματος και των σπλάγχνων, διαστέλλει τα αγγεία των σκελετικών μυών, αυξάνει την καρδιακή συχνότητα, διαστέλλει τους βρόγχους μέσω χάλασης των λείων μυών των βρόγχων, αυξάνει τη μετατροπή του γλυκογόνου σε γλυκόζη στο ήπαρ, ώστε να αυξηθούν τα επίπεδα γλυκόζης του αίματος και ελαττώνει τη δραστηριότητα του γαστρεντερικού συστήματος. Οι τρεις κατεχολαμίνες παράγονται επίσης σε άλλα μέρη του σώματος. Η λειτουργία του μυελού των επινεφριδίων ελέγχεται από τη λειτουργία του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Είναι στενά συνδεδεμένος με τις προσαρμογές του σώματος σε απάντηση στο στρες και στις συναισθηματικές διαταραχές. Οι προβλεπόμενες καταστάσεις προκαλούν απελευθέρωση νορεπινεφρίνης. Οι πιο έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, ειδ. αυτές που εκδηλώνονται σε απάντηση στο ακραίο στρες, αυξάνουν την έκκριση τόσο της νορεπινεφρίνης όσο και της επινεφρίνης· η επινεφρίνη είναι σημαντική για την ενεργοποίηση των φυσιολογικών αλλαγών που συμβαίνουν στην απάντηση «αντιμετώπισης ή φυγής» σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Ο φλοιός συνθέτει τρεις ομάδες στεροειδών ορμονών από τη χοληστερόλη. Αυτές είναι 1) τα γλυκοκορτικοειδή (κορτιζόλη, κορτικοστερόνη), τα οποία ρυθμίζουν το μεταβολισμό των οργανικών θρεπτικών ουσιών και έχουν μια αντιφλεγμονώδη δράση· 2) τα αλατοκορτικοειδή (αλδοστερόνη, δεϋδροεπιανδροστερόνη) που δρουν στον μεταβολισμό των ηλεκτρολυτών νατρίου και καλίου· και 3) τα ανδρογόνα και οιστρογόνα (οιστραδιόλη), τα οποία συμβάλλουν στις μεταβολές του σώματος κατά την εφηβεία.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ: Η υπερβολική έκκριση επινεφριδιακών φλοιωδών ορμονών προκαλεί το σύνδρομο Cushing· η υπερβολική έκκριση αλδοστερόνης προκαλεί μια χειρουργικώς ανατάξιμη μορφή υπέρτασης που καλείται αλδοστερονισμός. Η επινεφριδιακή ανεπάρκεια μπορεί να είναι οξεία ή χρονία· η οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδιακών ορμονών προκαλεί κυκλοφορική καταπληξία, ενώ η χρόνια ανεπάρκεια προκαλεί τη νόσο Addisson.

Aliases (separate with |): Επινεφρίδιο
επινεφρίνη

Μια κατεχολαμίνη που παράγεται από τα επινεφρίδια και εκκρίνεται όταν διεγείρεται το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Κατά τη φυσιολογική απάντηση στο στρες, είναι υπεύθυνη για τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής παροχής, τη διατήρηση των αεραγωγών σε πλήρη έκπτυξη και την αύξηση των επιπέδων γλυκόζης αίματος. Όλες αυτές οι δράσεις είναι χρήσιμες για την αντιμετώπιση του φόβου ή του τραύματος σε ανθρώπους και ζώα. Οι θεραπευτικές χρήσεις της επινεφρίνης ποικίλουν. Ως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που χρησιμοποιούνται στην προχωρημένη υποστήριξη της καρδιακής λειτουργίας είναι χρήσιμη για την αντιμετώπιση της ασυστολίας, των κοιλιακών αρρυθμιών και άλλων μορφών καρδιακής ανακοπής. Αντιρροπεί τις επιπτώσεις των συστηματικών αλλεργικών αντιδράσεων και είναι ένα αποτελεσματικό βρογχοδιασταλτικό. Βοηθά στον έλεγχο της τοπικής αιμορραγίας μέσω της σύσπασης των αγγείων. Εξαιτίας αυτής της δράσης, επιμηκύνει τη δράση της τοπικής αναισθησίας.

ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ: Η επινεφρίνη είναι ασύμβατη με το φως, τη θερμότητα, τον αέρα, τα άλατα σιδήρου και τα αλκάλεα.

Aliases (separate with |): Επινεφρίνη
επίσταξη

Αιμορραγία από τη μύτη, ρινορραγία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η επίσταξη μπορεί να συμβεί αυτόματα ή δευτεροπαθώς σε τοπικές λοιμώξεις (φλεγμονή του προδόμου της ρινός, ρινίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα),συστηματικές λοιμώξεις (οστρακιά, τυφοειδής πυρετός), σε ξηρότητα του ρινικού βλεννογόνου, τραυματισμούς (περιλαμβανομένου και του σκαλίσματος της μύτης), όγκους των παραρρινίων κόλπων ή του ρινοφάρυγγα, διάτρηση του διαφράγματος, υπέρταση και αιμορραγικές διαθέσεις σχετιζόμενες με αναιμία, λευχαιμία, αιμοφιλία ή ηπατική νόσο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η σταθερή, συνεχής πίεση που εφαρμόζεται συμπιέζοντας τα ρουθούνια προς το διάφραγμα μπορεί να ελέγξει την αιμορραγία προσωρινά. Αν αυτό δεν είναι αποτελεσματικό, καθορίζεται το σημείο της αιμορραγίας και ασκείται πίεση με ένα καθαρό ύφασμα ή ταμπόν, εμποτισμένο με ένα αγγειοσυσπαστικό παράγοντα, όπως η φαινυλεφρίνη 0.25%. Ο ασθενής αναπνέει από το στόμα εν όσω ασκείται η πίεση για 5 περίπου λεπτά. Αν και αυτό αποτύχει, η όλη διαδικασία επαναλαμβάνεται για άλλα 5 λεπτά. Ο ασθενής πρέπει να παραμείνει ακίνητος στο κρεβάτι με την κεφαλή ανασηκωμένη.

Εάν η αιμορραγία είναι στην οπίσθια ρινική κοιλότητα, η περιοχή αναισθητοποιείται με λιδοκαΐνη 2% εφαρμοζόμενη τοπικά και στη συνέχεια καυτηριάζεται με ηλεκτροκαυτηριασμό ή εφαρμογή 75% νιτρικού αργύρου.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο καυτηριασμός δεν πρέπει να διενεργείται εάν η επίσταξη οφείλεται σε αιμορραγική διάθεση. Εφαρμόζεται πίεση με γάζα εμποτισμένη με βαζελίνη, ώστε να αποφευχθεί ο τραυματισμός της πέριξ περιοχής. Μπορεί να απαιτηθεί οπίσθιος επιπωματισμός της ρινικής κοιλότητας ή επιπωματισμός με μπαλόνι. Το τελευταίο γίνεται με την εισαγωγή ενός καθετήρα τύπου Foley στη μύτη και με φούσκωμα του αεροθαλάμου όταν έχει τοποθετηθεί στην οπίσθια ρινική κοιλότητα. Στη συνέχεια, ασκείται έλξη στον καθετήρα ώστε να συμπιεστούν τα αγγεία της περιοχής.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Καθορίζεται η βατότητα (κάθαρση) του αεραγωγού, το επίπεδο δυσφορίας και άγχους καθώς και το αν υπάρχει προηγούμενο ιστορικό ρινορραγιών. Ο ασθενής πρέπει να κάθεται όρθιος με κλίση προς τα εμπρός για να προληφθεί η εισρόφηση και πρέπει να πτύει το αίμα για να περιοριστεί η ναυτία και ο έμετος από την κατάποση του αίματος. Συνήθως η αιμορραγία ελέγχεται με την πίεση των ρουθουνιών πάνω στο διάφραγμα για περίπου 5 με 10 λεπτά, ενώ ο ασθενής αναπνέει από το στόμα. Εφαρμόζεται πίεση κατά μήκος ή κάτω από το άνω χείλος και τοποθετούνται κρύα επιθέματα στη μύτη ή στο πίσω μέρος του αυχένα για να σταματήσει η αιμορραγία. Εάν χρειαστεί να γίνει οπίσθιος επιπωματισμός, εξηγείται στον ασθενή η διαδικασία και χορηγείται η κατάλληλη προνάρκωση. Εκτιμάται ο βαθμός υποξαιμίας και χορηγείται κατάλληλα οξυγόνο με μάσκα προσώπου. Τα ρουθούνια εξετάζονται για νέκρωση από την πίεση. Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν το φύσημα ή το σκάλισμα της μύτης, ενώ η αυξημένη υγρασία μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της υποτροπής της επίσταξης εφόσον η ξηρότητα του ρινικού βλεννογόνου ήταν η αιτία της. Απλά μέτρα, όπως η άσκηση πίεσης με τα δάκτυλα, εξηγούνται στον ασθενή ώστε να μπορεί να σταματήσει μια επίσταξη στο σπίτι.

Aliases (separate with |): Επίσταξη
επίσχεση ούρων

Κατάσταση καιά την οποία το άτομο δεν κενώνει επαρκώς την κύστη του. Η υψηλή πίεση της ουρήθρας εμποδίζει την κένωση της κύστης ή επιτρέπει την ακούσια κένωση μικρής ποσότητας ούρων, όταν η κοιλιακή πίεση την υπερνικήσει.

Aliases (separate with |): Επίσχεση ούρων
επίσχεση, κατακράτηση
  1. Η ενέργεια ή διαδικασία του να κρατά κάποιος κάτι στην κατοχή του ή να το συγκρατεί στη θέση του.
  2. Η κατακράτηση υλικών εντός του οργανισμού, τα οποία φυσιολογικώς απεκκρίνονται όπως τα ούρα, τα κόπρανα ή ο ιδρώτας.
  3. Στην οδοντιατρική, οποιαδήποτε από τις αρκετές μεθόδους ή τα υλικά που χρησιμοποιούνται για τη συγκράτηση ενός οδοντιατρικού μηχανήματος ή της οδοντοστοιχίας στη θέση τους.
  4. Μνήμη ή ανάκληση.
  5. Ισχυρά ράμματα που χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση της σύγκλησης ενός τραύματος.
Aliases (separate with |): Επίσχεση, κατακράτηση
επίφυση
  1. Επίφυση οστού. Στο αναπτυσσόμενο βρέφος και παιδί, ένα δευτερογενές κέντρο οστεοποίησης που χωρίζεται από το μητρικό οστό με χόνδρο. Καθώς συνεχίζεται η αύξηση (και σε διαφορετικό χρόνο για κάθε επίφυση), η επίφυση ενώνεται με το μεγαλύτερο, μητρικό οστό. Είναι δυνατή η εκτίμηση της βιολογικής ηλικίας ενός παιδιού από την ακτινογραφική εικόνα των εστιών αυτών οστεοποίησης.

  2. Κέντρο οστεοποίησης σε κάθε άκρο ενός μακρού οστού.

  3. Το άκρο ενός μακρού οστού.

Aliases (separate with |): Επίφυση
επούλωση

Η αποκατάσταση σε μία φυσιολογική ψυχική ή σωματική κατάσταση, ειδ. η επούλωση μια φλεγμονής ή ενός τραύματος. Η επούλωση των ιστών συνήθως λαμβάνει χώρα σε καθορισμένα στάδια:

Σχηματισμός θρόμβου αίματος στο τραύμα

Φλεγμονώδης φάση (στη διάρκεια της οποίας οι πρωτεΐνες του πλάσματος εισέρχονται στο τραυματισμένο τμήμα)

Κυτταρική επιδιόρθωση (με εισροή ινοβλαστών και μεσεγχυματικών κυττάρων)

Ανάπτυξη νέων αιμοφόρων αγγείων (αγγειογένεση)

Σύνθεση και επισκευή των ινών του κολλαγόνου (δημιουργία ουλής)

Στις δερματικές βλάβες, πραγματοποιείται επίσης ανάπτυξη νέου επιθηλιακού ιστού. Οι πολλές διαδικασίες που εμπλέκονται στην επούλωση ενός τραύματος χρειάζονται 3 εβδομάδες ή περισσότερο για να ολοκληρωθούν. Πολλοί παράγοντες μπορεί να καθυστερήσουν την επούλωση των ιστών, συμπεριλαμβανομένων του υποσιτισμού, της λοίμωξης του τραύματος και συνυπαρχόντων καταστάσεων (π.χ., σακχαρώδης διαβήτης, προχωρημένη ηλικία, κατάχρηση καπνού, καρκίνος), καθώς και της χρήσης πολλών φαρμάκων, όπως τα κορτικοστεροειδή.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Αυτές μπορεί να οφείλονται στο σχηματισμό ουλής που επηρεάζει τη λειτουργία ενός τμήματος και σε πιθανή παραμόρφωση· ο σχηματισμός χηλοειδούς, που είναι το αποτέλεσμα της υπερανάπτυξης συνδετικού ιστού, σχηματίζοντας έναν όγκο στην επιφάνεια της ουλής· η νέκρωση του δέρματος και των βλεννογόνων που δημιουργεί μία «ανοικτή» επιφάνεια, η οποία καταλήγει σε έλκος· ένας κόλπος ή ένα συρίγγιο, που μπορεί να οφείλονται σε βακτήρια ή κάποια ξένη ουσία που παραμένει στο τραύμα· ένα κοκκίωμα τραύματος που υποδηλώνει υπερβολική ανάπτυξη κοκκιώδους ιστού.

Aliases (separate with |): Επούλωση
επώδυνη μυϊκή σύσπαση, κράμπα

Επώδυνες ακούσιες συσπάσεις των μυών. Μπορεί να οφείλονται σε ισχαιμία του μυ/των μυών, αφυδάτωση ή ηλεκτρολυτική διαταραχή.

Οι επώδυνες μυϊκές συσπάσεις που σχετίζονται με την άσκηση μπορεί να ανακουφίζονται, αν όχι να εξαλείφονται με κάμψη (τέντωμα) της προσβαλλόμενης ομάδας μυών. Την ίδια στιγμή, θα βοηθήσουν απαλές μαλάξεις στην περιοχή.

Οι ενεργές μυϊκές συσπάσεις, μια ανεπιθύμητη τονική συστολή που συνοδεύει την σύσπαση ενός γραμμωτού μυός, συμβαίνουν όταν ο μυς είναι ήδη στην πιο βραχεία του θέση.

Aliases (separate with |): Επώδυνη μυϊκή σύσπαση, κράμπα
ερπης ζωστήρας

Επανενεργοποίηση ιού της ανεμευλογιάς ύστερα από την αρχική λοίμωξη με ανεμευλογιά. Χαρακτηρίζεται από φλεγμονή των γαγγλίων των οπίσθιων ριζών μόνο λίγων τμημάτων των νωτιαίων ή κρανιακών περιφερικών νεύρων. Ένα επώδυνο φυσαλλιδώδες εξάνθημα παρατηρείται κατά μήκος της πορείας του νεύρου και σχεδόν πάντα είναι μονόπλευρο. Ο κορμός είναι η πιο συχνά προσβεβλημένη περιοχή, αλλά το πρόσωπο μπορεί να προσβληθεί επίσης. Ο ιός μπορεί να προκαλέσει μηνιγγίτιδα ή να επηρεάσει το οπτικό νεύρο ή την ακοή. Ο ιός της ανεμευλογιάς ενσωματώνεται σε νευρικά κύτταρα και παραμένει εκεί σε λανθάνουσα κατάσταση ύστερα από την ανάρρωση των ασθενών από την αρχική λοίμωξη. Φυσιολογικά, η ανοσία επάγεται με έκθεση σε προσβεβλημένα παιδιά· εφόσον περισσότερα παιδιά εμβολιάζονται έναντι της ανεμευλογιάς, μειώνεται η ανοσία έναντι του HZV στην ενήλικο ζωή.

Η περίοδος επώασης είναι από 7 έως 21 ημέρες. Η συνολική διάρκεια της νόσου από την έναρξη έως την πλήρη ανάρρωση ποικίλει από 10 ημέρες ως 5 εβδομάδες. Εάν όλες οι φυσαλλίδες εμφανιστούν εντός 24ώρου, η συνολική διάρκεια είναι συνήθως σύντομη. Γενικά, η νόσος διαρκεί περισσότερο σε ενήλικες από ότι σε παιδιά. Εκτιμάται ότι περίπου 50% ατόμων που ζουν στην ηλικία των 80 θα έχουν υποστεί μία προσβολή από έρπητα ζωστήρα. Αυτή η λοίμωξη είναι συχνότερη σε άτομα με επηρεασμένο ανοσολογικό σύστημα: ηλικιωμένοι ενήλικες, αυτοί με AIDS ή ασθένειες όπως η νόσος Hodgkin και ο διαβήτης, αυτοί που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή ή αυτοί που υφίστανται χημειοθεραπεία καρκίνου.

Ο πόνος συχνά αναπτύσσεται κατά μήκος του προσβεβλημένου δέρματος και παραμένει για μήνες ύστερα από την εξαφάνιση του εξανθήματος. Αυτή η ενόχληση, που μπορεί να είναι σημαντική σε ασθενείς μεγαλύτερους των 50, είναι γνωστή ως μεθερπητική νευραλγία. Μπορεί να ενταθεί την νύχτα ή να επιδεινωθεί όταν τα ρούχα τρίβονται στο δέρμα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Σε υγιείς ενήλικες, η ακυκλοβίρη, η φαμσικλοβίρη και η βαλασικλοβίρη είναι αποτελεσματικές στην μείωση της ιικής εξάπλωσης και του νευρικού πόνου, εάν χορηγηθούν εντός 3 ημερών από την έναρξη του εξανθήματος. Κορτικοστεροειδή, γκαμπαπεντίνη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και ναρκωτικά μπορεί να μειώσουν τον πόνο της μεθερπητικής νευραλγίας. Ο κνησμός μπορεί να μειωθεί με κολλοειδές αλεύρι βρώμης ή άλλες τοπικές θεραπείες. Κρέμα καψαϊκίνης (ένα εκχύλισμα καυτερών πιπεριών) μπορεί να εφαρμοστεί τοπικά για την ανακούφιση του πόνου, αλλά πρέπει να γίνει μόνο αφού έχουν υποχωρήσει οι ενεργείς αλλοιώσεις.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο καθοριζόμενος αντιιικός παράγοντας χορηγείται και εξηγείται στον ασθενή, μαζί με πληροφορίες σχετικά με επιθυμητές και ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι δερματικές αλλοιώσεις εξετάζονται καθημερινώς για σημεία ίασης ή δευτεροπαθούς λοίμωξης· η ανταπόκριση του ασθενή στη θεραπεία εκτιμάται τακτικά και παρακολουθείται για σχετιζόμενες επιπλοκές. Αναλγητικά χορηγούνται σύμφωνα με πρόγραμμα για την ελαχιστοποίηση του νευραλγικού πόνου. Οι ασθενείς που εμφανίζουν νευραλγία ύστερα από το οξύ στάδιο της νόσου πρέπει να αναφέρονται για αυξανόμενη θεραπεία. Ο ασθενής διαβεβαιώνεται ότι ο πόνος λόγω του HSV θα υποχωρήσει τελικά, ότι η πρόγνωση για πλήρη ανάρρωση είναι καλή και ότι η λοίμωξη σπανίως υποτροπιάζει.

Aliases (separate with |): Έρπης ζωστήρας
ερπης των γεννητικών οργάνων

Ένα επίμονο, υποτροπιάζων εξάνθημα του γεννητικού ή ορθοπρωκτικού δέρματος ή των βλεννογόνων, που προκαλείται από τον ιό του απλού έρπητα (συνήθως τον ιό του απλού έρπητα τύπου 2). Συνήθως εξαπλώνεται με άμεση επαφή και ταξινομείται στα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα. Παγκοσμίως προσβάλλονται περίπου 85 έως 90 εκατομμύρια άνθρωποι.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς συχνά βιώνουν τοπικό πόνο, κνησμό, κάψιμο, δυσουρία ή άλλες ενοχλητικές αισθήσεις που μερικές φορές αρχίζουν πριν εμφανιστεί ένα εξάνθημα στο δέρμα. Το εξάνθημα αποτελείται από μία ερυθρή κηλίδα, στιγματισμένη με μικρές φυσαλλίδες (κυστίδια) ή φλύκταινες. Τυπικά χρειάζεται περίπου 10 ημέρες για να θεραπευθεί. Τα συστηματικά συμπτώματα (όπως πυρετός και κακουχία) μερικές φορές συνοδεύουν την αρχική εμφάνιση ή τις υποτροπές. Ωστόσο, η ασυμπτωματική εξάπλωση του ιού είναι συχνή, και μπορεί να αντιπροσωπεύει τον πιο συχνό τρόπο με τον οποίο ο ιός μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο.

ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Ο έρπης των γεννητικών οργάνων μπορεί να μεταδοθεί στα βρέφη κατά τη διάρκεια του τοκετού και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, συμπεριλαμβανομένων αναπνευστικών ασθενειών, αμφιβληστροειδικής λοίμωξης ή εγκεφαλίτιδας. Ο τοκετός με καισαρική τομή ή η μητρική καταστολή του ιού με ακυκλοβίρη είναι δύο μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την αποτροπή της νεογνικής λοίμωξης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η από του στόματος ακυκλοβίρη ή τα παράγωγά της μπορούν να θεραπεύσουν τις αρχικές εκδηλώσεις και τις επακόλουθες υποτροπές, καθώς και να μειώσουν την ασυμπτωματική ιική εξάπλωση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι αλλοιώσεις είναι πολύ μολυσματικές και άτομα που φροντίζουν τον ασθενή πρέπει να αποφεύγουν την επαφή με τις εκκρίσεις.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ασθενείς με έρπητα των γεννητικών οργάνων συχνά βιώνουν θυμό, αυτοαμφισβήτηση, φόβο ή ενοχή, ειδ. την στιγμή της αρχικής διάγνωσης ή κατά τη διάρκεια των υποτροπών. Συμβουλή και υποστήριξη μπορεί να βοηθήσουν τον ασθενή να επιληφθεί αυτών των θεμάτων. Η εκπαίδευση των ασθενών βελτιώνει την κατανόηση της επικράτησης της νόσου στον γενικό πληθυσμό, της υποτροπιάζουσας φύσης του εξανθήματος, των ασφαλών σεξουαλικών επαφών, καθώς και των ψυχοκοινωνικών θεμάτων και των θεμάτων που αφορούν τις σχέσεις.

Aliases (separate with |): Έρπης των γεννητικών οργάνων
ερπητικη εγκεφαλίτιδα

Εγκεφαλίτιδα που προκαλείται από λοίμωξη του εγκεφάλου με τον ιό του απλού έρπητα τΰπου 1 (η σπανιότερα με τον ιό του έρπητα τύπου 2). Η σχετικά συχνη αυτη μορφη εγκεφαλίτιδας προσβάλλει συνηθως τις κατώτερες επιφάνειες των κροταφικών λοβών και μπορεί να προκαλέσει αιμορραγικη νέκρωση του εγκεφαλικού ιστού. Είναι θανατηφόρα στο ένα τρίτο τουλάχιστον των περιπτώσεων. Η ακυκλοβίρη (η κάποιο από τα ανάλογά της) χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της λοίμωξης αυτης.

Aliases (separate with |): Ερπητικη εγκεφαλίτιδα
ερύθημα

Ερυθρότητα του δέρματος. Το ερύθημα είναι ένα κοινό αλλά όχι ειδικό σημείο ερεθισμού, βλάβης ή φλεγμονής του δέρματος,

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Προκαλείται από τη διαστολή των επιπολής αγγείων του δέρματος.

Aliases (separate with |): Ερύθημα
ερυθηματώδες έκζεμα

Ξηρές, ροδόχροες, ακανόνιστου σχήματος πλάκες του δέρματος με καύσο και κνησμό, ήπιο οίδημα με τάση να επεκτείνονται και να συνενώνονται, με λέπια, τραχύτητα και ξηρότητα του δέρματος. Ο τύπος αυτός μπορεί να γενικευθεί.

Aliases (separate with |): Ερυθηματώδες έκζεμα
ερυθρά

Ήπια, εμπύρετος, ιδιαίτερα μολυσματική ιογενής νόσος, παλιότερα συχνή στην παιδική ηλικία, πριν την παρασκευή ενός αποτελεσματικού εμβολίου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μια ποικίλη, 1 έως 5 ημερών πρόδρομη περίοδος νωθρότητας, ήπια αύξηση θερμοκρασίας, ήπια κυνάγχη, κηλίδες Forschheimer (διακριτές ερυθρές περιοχές στην μαλθακή υπερώα) και οπισθοωτιαία, οπισθοτραχηλική και οπισθοϊ-νιακή λεμφαδενοπάθεια προηγούνται συνήθως της εμφάνισης του εξανθήματος. Το εξάνθημα ομοιάζει με εκείνο της ιλαράς ή της οστρακιάς, εμφανίζεται αρχικά στο μέτωπο και το πρόσωπο, επεκτείνεται προς τα κάτω στον κορμό και τα άκρα και διαρκεί περίπου 3 ημέρες. Το εξάνθημα παρατηρείται μόνο στο 50% των λοιμώξεων.

ΕΠΩΑΣΗ: Η λοίμωξη εκδηλώνεται περίπου 14 έως 23 ημέρες πριν την έλευση των συμπτωμάτων.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Οι επιπλοκές περιλαμβάνουν γενικευμένη λεμφαδενοπάθεια και σπληνομεγαλία. Παροδική πολυαρθρίτιδα (φλεγμονή των αρθρώσεων του καρπού, των δακτύλων των χεριών, του γόνατος, των δακτύλων των ποδιών και του αστραγάλου) μπορεί να εκδηλωθεί μέσα σε 5 ημέρες από την εμφάνιση του εξανθήματος, αλλά συνήθως διαρκεί λιγότερο από 2 εβδομάδες. Η εγκεφαλομυελίτιδα είναι σπάνια και συνήθως αυτοπεριοριζόμενη. Η νόσος είναι ιδιαίτερα σημαντική, λόγω της δυνατότητας να επιφέρει ανωμαλίες στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Λοίμωξη από τον ιό της ερυθράς κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης χρήζει προβληματισμού· διαπλακουντική μετάδοση στο έμβρυο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αρκετές συγγενείς ανωμαλίες.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Η προφύλαξη περιλαμβάνει εμβολιασμό στην παιδική ηλικία με συνδυασμένο εμβόλιο ιλαράς, παρωτίτιδας, ερυθράς (MMR).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Χορήγηση εμβολίου με ζώντες ιούς αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Σημείο ενοφθαλμισμού: Επί 30 λεπτά μετά τη λήψη του εμβολίου, ο ασθενής παρακολουθείται για ενδείξεις αναφυλαξίας και βρίσκεται σε ετοιμότητα επινεφρίνη 1:10.000. Θερμότητα πρέπει να εφαρμοσθεί στο σημείο ενοφθαλμισμού επί 24 ώρες μετά τον εμβολιασμό, ώστε να ενισχυθεί η απορρόφηση. Αν το οίδημα επιμένει πέραν του πρώτου 24ώρου, θα πρέπει να εφαρμοσθεί ψυχρό επίθεμα, ώστε να προαχθεί αγγειοσύσπαση και να αποτραπεί ο σχηματισμός αντιγονικών κυστών. Ακεταμινοφαίνη (για παιδιά) και ασπιρίνη (για ενήλικες) μπορεί να ληφθεί προς ανακούφιση του πυρετού. Επιβεβαιωμένες περιπτώσεις ερυθράς θα πρέπει να αναφέρονται στους τοπικούς υπαλλήλους δημόσιας υγείας. Οι γονείς χρειάζεται να μάθουν για την αναπνευστική απομόνωση και γιατί αυτή είναι απαραίτητη, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη να αποτραπεί η έκθεση των εγκύων σε αυτή την ασθένεια.

Τα παιδιά που πάσχουν από ερυθρά θα πρέπει να είναι σε όσο πιο άνετο περιβάλλον είναι δυνατό, επιτρέποντας την ενασχόληση με κατάλληλα για την ηλικία τους βιβλία, παιχνίδια και τηλεοπτικά προγράμματα. Έφηβοι ή ενήλικες ασθενείς μπορεί να εκδηλώσουν πυρετό και αρθραλγία. Αν είναι απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, οι ενήλικες μπορεί να χρησιμοποιήσουν ασπιρίνη, αλλά τα παιδιά και οι έφηβοι θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν ακεταμινοφαίνη.

Αν μια έγκυος, η οποία δεν έχει εμβολιασθεί, εκδηλώσει ερυθρά στο πρώτο τρίμηνο της κύησης, θα πρέπει να ενημερωθεί για το ενδεχόμενο λοίμωξης του εμβρύου και τις σοβαρές επιπτώσεις της. Κατάλληλες εργαστηριακές μελέτες ανοσοσφαιρινών καθορίζουν την παρουσία εμβρυϊκής λοίμωξης. Προσφέρονται συμβουλές αναφορικά με την επιλογή της γυναίκας να διακόψει την κύηση και η ασθενής στηρίζεται στην απόφασή της.

Βρέφη που γεννιούνται με συγγενή ερυθρά απαιτούν απομόνωση μέχρι να σταματήσουν να απεκκρίνουν τον ιό. Η διάρκεια της απέκκρισης του ιού ποικίλλει. Οι γονείς μαθαίνουν ότι η συγγενής ερυθρά είναι μια νόσος ολόκληρης της ζωής, ότι πολλές σχετιζόμενες διαταραχές μπορεί να εμφανισθούν αργότερα στη ζωή του παιδιού και ότι μπορεί να χρειασθεί χειρουργική επέμβαση για καταρράκτη και καρδιολογικά προβλήματα. Ψυχολογική υποστήριξη προσφέρεται σε γονείς με ένα προσβεβλημένο παιδί. Η παραπομπή σε κοινωνικές υπηρεσίες βοηθά τους γονείς να βρουν υποστήριξη από κατάλληλες κοινοτικά ιδρύμα-τα και οργανισμούς. Η αναφορά στην ψυχική υγεία μπορεί να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν τη θλίψη, την απογοήτευση και το φόβο.

Aliases (separate with |): Ερυθρά
ερυθροβλασταιμία

Οποιαδήποτε μορφη εμπύρηνου ερυθρού αιμοσφαιρίου. Τα πρωιμότερα στάδια στην ανάπτυξη της ερυθροβλάστης είναι η προνορμοβλάστη, η βασεόφιλη νορμοβλάστη και η πολυχρωματόφιλη νορμοβλάστη. Τα εμπύρηνα ερυθρά αιμοσφαίρια δεν ανευρίσκονται φυσιολογικά στο περιφερικό αίμα. Οι ερυθροβλάστες περιέχουν αιμοσφαιρίνη. Στο έμβρυο εντοπίζονται σε αιμοποιητικά νησίδια του λεκιθικού ασκού, στο σωματικό μεσέγχυμα, στο ήπαρ, στο σπλήνα και στους λεμφαδένες. Μετά τον τρίτο μήνα, περιορίζονται στο μυελό των οστών

Η παρουσία μεγάλου αριθμού ερυθροβλαστών στο αίμα.

Aliases (separate with |): Ερυθροβλασταιμία
ερυθροβλάστωση των νεογνών

Αιμολυτική νόσος των νεογνών που χαρακτηρίζεται από αναιμία, ίκτερο, διόγκωση του ήπατος και του σπλήνα και γενικευμένο οίδημα (νεογνικός ύδρωπας).

Aliases (separate with |): Ερυθροβλάστωση των νεογνών
ερυθροκύτταρο

Το ώριμο ερυθρό αιμοσφαίριο (RBC). Κάθε ερυθροκύτταρο είναι ένας απύρηνος, αμφίκοιλος δίσκος με μέση διάμετρο 7.7 μm. Το ερυθροκύτταρο έχει μια τυπική κυτταρική μεμβράνη και ένα δίκτυο από λιπίδια και πρωτεΐνες, στις οποίες είναι προσκολλημένα περισσότερα από 200 εκατομμύρια μόρια αιμοσφαιρίνης. Η αιμοσφαιρίνη είναι μια συζευγμένη πρωτεΐνη αποτελούμενη από ένα τμήμα χρωστικής που περιέχει σίδηρο (αιματίνη) και από μια απλή πρωτεΐνη (σφαιρίνη). Συνδέεται εύκολα με το οξυγόνο για να σχηματίσει ένα ασταθές μόριο (οξυαιμοσφαιρίνη). Η συνολική επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων ενός μέσου ενήλικα είναι 3820 m2, ή περίπου 2000 φορές το εμβαδόν της εξωτερικής επιφάνειας του σώματος.

ΑΡΙΘΜΟΣ: Σε ένα φυσιολογικό άτομο ο αριθμός των ερυθροκυττάρων είναι κατά μέσο όρο 5.000.000 ανά μ! (5.500.000 στους άνδρες και 4.500.000 στις γυναίκες). Ο συνολικός αριθμός σε ένα μέσου μεγέθους άτομο είναι περίπου 35 τρισεκατομμύρια. Ο αριθμός τους ανά μl ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία (είναι υψηλότερος στα βρέφη), την ώρα της ημέρας (είναι χαμηλότερος κατά τη διάρκεια του ύπνου), τη δραστηριότητα και τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος (αυξάνεται και στις δύο περιπτώσεις) και το υψόμετρο. Άτομα που ζουν σε υψόμετρα 3000 μέτρων και άνω μπορεί να έχουν αριθμό ερυθροκυττάρων 8.000.000 ανά μl ή και περισσότερο.

Εάν ένα άτομο έχει ένα φυσιολογικό όγκο αίματος 5 L (70 ml ανά Kg σωματικού βάρους) και 5.000.000 ερυθροκύτταρα ανά μl αίματος και τα ερυθροκύτταρα ζουν 120 ημέρες, ο ερυθρός μυελός των οστών πρέπει να παράγει 2.400.000 ερυθρά αιμοσφαίρια το δευτερόλεπτο για να διατηρήσει σταθερό τον αριθμό τους.

ΦYΣΙΟΛΟΓΙΑ: Η κύρια λειτουργία των ερυθροκυττάρων είναι η μεταφορά του οξυγόνου. Η αιμοσφαιρίνη συμβάλλει επίσης στην οξεοβασική ισορροπία του αίματος δρώντας ως ρυθμιστικό διάλυμα για τη μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα με τη μορφή διττανθρακικών ιόντων.

ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Ο σχηματισμός των ερυθροκυττάρων (ερυθροποίηση) στους ενήλικες πραγματοποιείται στο μυελό των οστών, κυρίως των σπονδύλων, των πλευρών, του στέρνου, των οστών της πυέλου, της διπλόης των οστών του κρανίου και των εγγύς άκρων του βραχιονίου και του μηριαίου οστού. Τα ερυθροκύτταρα προέρχονται από μεγάλα εμπύρηνα άωρα πολυδύναμα αιμοποιητικά κύτταρα (προμεγαλοβλάστες) από τα οποία προκύπτουν οι προνορμοβλάστες, στις οποίες εμφανίζεται η αιμοσφαιρίνη. Αυτές μετατρέπονται σε νορμοβλάστες, από τις οποίες εξαφανίζεται ο πυρήνας. Τα ερυθροκύτταρα στο στάδιο αυτό διαθέτουν ένα λεπτό ενδοπλασματικό δίκτυο και είναι γνωστά ως δικτυοερυθροκύτταρα. Το δίκτυο αυτό εξαφανίζεται συνήθως πριν τα κύτταρα εισέλθουν στην κυκλοφορία ως ώριμα ερυθροκύτταρα. Ο φυσιολογικός σχηματισμός των ερυθροκυττάρων εξαρτάται κυρίως από τη θρέψη, με τις πρωτεΐνες, το σίδηρο και το χαλκό να είναι απαραίτητα για το σχηματισμό της αιμοσφαιρίνης και τη βιταμίνη Β12 και το φυλλικό οξύ για τη σύνθεση του DNA στα πολυδύναμα αιμοποιητικά κύτταρα του μυελού των οστών.

Η μέση διάρκεια ζωής ενός ερυθροκυττάρου είναι περίπου 120 ημέρες. Καθώς τα ερυθροκύτταρα γηράσκουν και καθίστανται εύθραυστα απομακρύνονται από την κυκλοφορία από τα μακροφάγα του ήπατος, του σπλήνα και του μυελού των οστών. Η πρωτεΐνη και ο σίδηρος της αιμοσφαιρίνης επαναχρησιμοποιούνται. Ο σίδηρος μπορεί να αποθηκευθεί στο ήπαρ μέχρι να χρειαστεί για την παραγωγή νέων ερυθροκυττάρων από το μυελό των οστών. Η αίμη της αιμοσφαιρίνης μετατρέπεται σε χολερυθρίνη, η οποία αποβάλλεται στη χολή ως μια από τις χολοχρωστικές.

ΜΟΡΦΕΣ ΕΡΥΘΡΟΚΥΤΤΑΡΩΝ: Κατά τη μικροσκοπική εξέταση τα ερυθροκύτταρα μπορεί να εμφανίσουν παραλλαγές όσον αφορά στις ακόλουθες παραμέτρους: μέγεθος (ανισοκυττάρωση), σχήμα (ποικιλοκυττάρωση), την αντίδραση στη χρώση (αχρωμία, υποχρωμία, υπερχρωμία, πολυχρωματοφιλία), τη δομή (ύπαρξη σωματιδίων όπως οι δακτύλιοι του Cabot, τα σωμάτια Howell-Jolly, τα σωμάτια του Heinz, παράσιτα όπως της ελονοσίας, ενδοπλασματικό δίκτυο ή πυρήνες) και τον αριθμό (αναιμία, πολυκυτταραιμία).

Aliases (separate with |): Ερυθροκύτταρο
ερυθρολευχαιμία

Μια παραλλαγή της οξείας μυελογενούς λευχαιμίας με αναιμία, ιδιαίτερη μορφολογία των ερυθρών αιμοσφαιρίων, ερυθροειδή υπερπλασία του μυελού των οστών και μερικές φορές ηπατοσπληνομεγαλία. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μπορεί να είναι εξαιρετικά υψηλός ή χαμηλός.

Aliases (separate with |): Ερυθρολευχαιμία
ερυθρομελαλγία ή ακρομελαλγία

Επεισοδιακό αίσθημα καύσου, σφυγμού και ερυθρότητας των άκρων, που προκαλούνται από τοπική διάταση των αγγείων. Οι προσβεβλημένες περιοχές (συνήθως τα πόδια ή το κατώτερο τμήμα των κνημών) καθίστανται ερυθρές και θερμές. Η κατάσταση αυτή αποτελεί σύμπτωμα μυελοϋπερπλαστικών νόσων, όπως αληθούς πολυκυτταραιμίας, και νευρίτιδας, πολλαπλής σκλήρυνσης και συστηματικού ερυθηματώδους λύκου. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα φαρμακευτικής αντίδρασης.

Aliases (separate with |): Ερυθρομελαλγία ή ακρομελαλγία
ερυθρομυκίνη

Αντιβιοτικό που προέρχεται από το μύκητα Streptomyces erythraeus, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για την αντιμετώπιση gram- θετικών και άτυπων μικροοργανισμών, όπως οι στρεπτόκοκκοι, το μυκόπλασμα και η λεγιονέλλα. Οι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειές της είναι η ναυτία, ο έμετος, το κοιλιακό άλγος, ο μετεωρισμός και η διάρροια.

Aliases (separate with |): Ερυθρομυκίνη
ερυθροποιητίνη

Μια κυτοκίνη που παράγεται από τους νεφρούς και διεγείρει τον πολλαπλασιασμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η συνθετική ερυθροποιητίνη (εποετίνη άλφα) χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της αναιμίας, ιδίως σε ασθενείς με νεφρική ή μυελική ανεπάρκεια. Η υπέρταση είναι μια συνήθης ανεπιθύμητη ενέργεια από τη χορήγησή της.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι αθλητές έχουν χρησιμοποιήσει την ερυθροποιητίνη για να βελτιώσουν την απόδοσή τους. Όταν η ορμόνη χρησιμοποιείται χωρίς ιατρική επίβλεψη και σε μεγάλες δόσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια παθολογική αύξηση της μάζας των ερυθρών αιμοσφαιρίων και να οδηγήσει στο θάνατο.

Aliases (separate with |): Ερυθροποιητίνη
ερυσίπελας

Λοίμωξη του δέρματος (προκαλούμενη συνήθως από αιμολυτικούς στρεπτόκοκκους της ομάδας Α) που χαρακτηρίζεται από ένα έντονα ερυθρό, σαφώς αφοριζόμενο εξάνθημα του προσώπου και των κάτω άκρων. Μπορεί να εμφανισθούν συστηματικά συμπτώματα όπως πυρετός, ρίγη, εφίδρωση και έμετοι. Το τοπικό ιστικό οίδημα και η ευαισθησία είναι συνήθη ευρήματα. Μια τοξίνη που απελευθερώνεται στο δέρμα από τον πυογόνο στρεπτόκοκκο είναι υπεύθυνη για πολλά από τα σημεία και συμπτώματα της πάθησης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι πενικιλλίνες, η ερυθρομυκίνη, οι κεφαλοσπορίνες πρώτης γενιάς, η βαν-κομυκίνη και η κλινδαμυκίνη μπορεί να εκριζώσουν αποτελεσματικά τα υπεύθυνα βακτήρια. Αναλγητικά και αντιπυρετικά φάρμακα, όπως η ακεταμινοφαίνη και η ιβουπροφαίνη, προσφέρουν συμπτωματική ανακούφιση.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η πρόγνωση μετά από θεραπεία είναι εξαιρετική. Χωρίς θεραπεία μπορεί να εκδηλωθούν νεφρίτιδα, αποστήματα και σηψαιμία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς και τα μέλη της οικογένειας εκπαιδεύονται στο να πλένουν προσεκτικά τα χέρια τους πριν και μετά την επαφή με την προσβεβλημένη περιοχή, προκειμένου να προληφθεί η εξάπλωση της λοίμωξης. Η εφαρμογή κρύων επιθεμάτων και η ανύψωση των προσβεβλημένων μελών μπορεί να ελαττώσειτη δυσφορία.

Aliases (separate with |): Ερυσίπελας
ερωτηματολόγιο Πόνου McGill

Ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ποσοτικοποίηση της αντιλαμβανόμενης εντόπισης, του τύπου και του μεγέθους του πόνου. Ένα τυπικό MPQ αποτελείται από τρία μέρη: την εντόπιση της πηγής του πόνου, όπως απεικονίζεται σχεδιάζοντας ένα ή περισσότερα Χ σε ένα διάγραμμα· την ένταση του πόνου, όπως υποδεικνύεται από μία κλίμακα οπτικών αναλόγων και το μέγεθος του πόνου, επιλέγοντας λέξεις από ένα ευρετήριο κατάταξης του πόνου.

Aliases (separate with |): Ερωτηματολόγιο Πόνου McGill
εστιασμένη κλινική εξέταση και ιστορικό

Ο συνδυασμός των κατάλληλων ερωτήσεων (δηλαδή SAMPLE, Ιστορικό και OPQRST) και της κλινικής εξέτασης που εστιάζουν σε ένα συγκεκριμένο οργανικό σύστημα (π.χ. καρδιοαναπνευστικό, νευρικό, μυοσκελετικό) το οποίο ο φορέας πρώτων βοηθειών υποψιάζεται ότι ευθύνεται για το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ασθενής. Η εκτίμηση αυτή διενεργείται αφού έχει ολοκληρωθεί η αρχική εκτίμηση και διαφέρει για τους παθολογικούς ασθενείς και τους ασθενείς με τραύμα.

Aliases (separate with |): Εστιασμένη κλινική εξέταση και ιστορικό
εσχάρα

Νεκρωτικό υλικό που αποβάλλεται από την επιφάνεια του δέρματος, ιδίως μετά από έγκαυμα. Το υλικό έχει συχνά κρούστα ή είναι εφελκιδοποιημένο.

Aliases (separate with |): Εσχάρα
εσχαροτομή
  1. Η αφαίρεση μιας εσχάρας που σχηματίζεται στο δέρμα και των υποκείμενων ιστών περιοχών με βαρύ έγκαυμα. Η επέμβαση αυτή μπορεί να είναι σωτήρια σταν χρησιμοποιείται για να επιτρέψει την έκπτυξη του θώρακα και διενεργείται ακόμη για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας στα άκρα ασθενών, στα οποία η εσχάρα έχει σχηματίσει ένα σφικτό, οιδηματώδη δακτύλιο γύρω από την περίμετρο του άκρου.

  2. Η εκτομή πυκνού νεκρωτικού δέρματος γύρω από ένα έλκος κατάκλισης ή ισχαιμικό έλκος.

Aliases (separate with |): Εσχαροτομή
έσω ους

Το τμήμα του αυτιού, που αποτελείται από τον κοχλία, ο οποίος περιέχει τους υποδοχείς για την ακοή στο όργανο του Οστίί και την αίθουσα και τους ημικύκλιους σωλήνες, που περιέχουν τους υποδοχείς της στατικής και δυναμικής ισορροπίας. Οι υποδοχείς νευρώνονται από το αιθουσαιοκοχλιακό (8ο κρανιακό) νεύρο.

Aliases (separate with |): Έσω ους
εσωτερική αναπνοή

Η ανταλλαγή αερίων στους ιστούς, οξυγόνο διαχέεται από το αίμα προς τα κύτταρα και διοξείδιο του άνθρακα αποβάλλεται από τα κύτταρα προς το αίμα. Το οξυγόνο μεταφέρεται συνδεδεμένο με την αιμοσφαιρίνη. Η οξυαιμοσφαιρίνη προσδίδει στο αρτηριακό αίμα το ερυθρό του χρώμα μειωμένη αιμοσφαιρίνη προσδίδει στο φλεβικό αίμα βαθύ κόκκινο χρώμα. Η μεγαλύτερη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα μεταφέρεται στο αίμα με τη μορφή διττανθρακικών ιόντων. Μικρό ποσοστό συνδέεται με την αιμοσφαιρίνη. Φυσιολογικά, η μερική πίεση του οξυγόνου στο αίμα κυμαίνεται από 75-100 mmHg, αναλόγως με την ηλικία· για το διοξείδιο του άνθρακα από 35-45 mmHg.

Aliases (separate with |): Εσωτερική αναπνοή
εσωτερικό τραύμα

Κάθε τραύμα που γίνεται σε όργανα της θωρακικής, της κοιλιακής ή της κρανιακής κοιλότητας.

ΣΥΜΠΤΏΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα ποικίλουν ανάλογα με τα όργανα που εμπλέκονται. Συχνά υπάρχει καταπληξία. Πιθανών ο ασθενής να είναι ωχρός, παγωμένος, να ιδρώνει και να υπάρχει μεταβολή του επιπέδου συνείδησης. Το άλγος είναι συνήθως έντονο στην αρχή, και μπορεί να συνεχίζει ή να ελαττώνεται σταδιακά καθώς ο ασθενής επιδεινώνεται. Σε ορισμένους τραυματισμούς μπορεί να μην υφίσταται άλγος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα ζωτικά σημεία του ασθενούς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και συχνά για στοιχεία καταπληξίας και μεταβολής της εγκεφαλικής λειτουργίας. Αν ο ασθενής βρίσκεται σε καταπληξία, οι ώμοι θα πρέπει να χαμηλώνουν και τα κάτω άκρα να ανυψώνονται τουλάχιστον κατά 45 μοίρες. Ενδοφλέβιες εγχύσεις, οξυγόνο, χειρισμός των αεραγωγών, παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας, έλεγχος της αιμορραγίας και σταθεροποίηση των οστών πρέπει να ξεκινούν γρήγορα σε αναμονή χειρουργικής αντιμετώπισης.

Aliases (separate with |): Εσωτερικό τραύμα
ευθανασία
  1. Ένας εύκολος, ήρεμος και ανώδυνος θάνατος.

  2. Ο σκόπιμος τερματισμός της ζωής ανθρώπων (ή στην κτηνιατρική, ζώων) με ανίατες ή θανατηφόρες νόσους ή αφόρητο πόνο και ταλαιπωρία. Οι ηθικές συνιστώσες του ζητήματος συνεχίζουν να απασχολούν τον ιατρικό κόσμο και παραμένουν άλυτες. Θα πρέπει οι ασθενείς να έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν το θάνατο, όταν επίκειται ο θάνατος ή ο πόνος είναι αφόρητος. Η συμμετοχή ενός επαγγελματία υγείας (π.χ. του ιατρού, του νοσηλευτή ή του φαρμακοποιού) παραβιάζει την ατομική, επαγγελματική, θρησκευτική ή κοινωνική ηθική.

Aliases (separate with |): Ευθανασία
ευκαιριακές λοιμώξεις

Συνήθη βακτήρια, μύκητες και παράσιτα δεν προκαλούν λοίμωξη σε υγιή άτομα. Όμως, μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές λοιμώξεις σε καρκινοπαθείς, εξαιτίας της ελαττωμένης ανοσολογικής απάντησης των ασθενών αυτών. Η διαταραχή της ανοσολογικής απάντησης είναι συνέπεια της νόσου ή της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Ευκαιριακές λοιμώξεις
ευλογιά

Οξεία, ιδιαιτέρως μολυσματική και συχνά θανατηφόρος ιογενής νόσος, η οποία προκαλείται από τον ιό τις ευλογιάς.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Συμπτώματα όμοια με αυτά τις γρίπης, ιδίως οι πυρετοί, η κεφαλαλγία, ο πόνος στην πλάτη, και η κατάπτωση αποτελούν συνήθως τα πρώτα σημεία τις λοίμωξης. Αυτά τα συμπτώματα συνιστούν το προεξανθηματικό στάδιο τις ευλογιάς, δηλαδή το στάδιο το οποίο προηγείται τις εμφάνισης εξανθημάτων. Το προ-εξανθηματικό στάδιο διαρκεί περίπου 72 ώρες και ακολουθείται από την εμφάνιση κηλιδοβλατιδωδών εξανθημάτων, τα οποία μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο εβδομάδων σε βλατίδες, μικρές φλύκταινες, φουσκάλες, και εν συνεχεία σε εσχάρες. Αυτή η εξανθηματική φάση τις ασθένειας συνήθως εκδηλώνεται αρχικά στο στόμα, το πρόσωπο και τις βραχίονες και στη συνέχεια εξαπλώνεται και στα υπόλοιπα μέρη του σώματος τις η πλάτη και το στήθος.

ΕΠΩΑΣH: H ασθένεια συνήθως εκδηλώνεται 12 ως 14 ημέρες μετά την έκθεση στον ιό.

ΠΕΡΙΘΑΛΨH ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς τις οποίους έχει διαγνωσθεί ευλογιά χρειάζονται μέτρα προστασίας τις αναπνοής με ειδικό μηχανικό εξοπλισμό αερισμού. Ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε παρακολουθούμενο χώρο αρνητικής πίεσης ο οποίος επιτρέπει 6 ως 12 αλλαγές του αέρα ανά ώρα. Η πόρτα του δωματίου πρέπει να παραμένει κλειστή εκτός κατά την είσοδο και έξοδο. Οποιοσδήποτε εισέρχεται πρέπει να φορά επαρκή αναπνευστική προστασία. Οι προφυλάξεις επαφής περιλαμβάνουν την τοποθέτηση καθαρών γαντιών και ποδιάς καθ όλη τη διάρκεια τις επαφής με τον ασθενή. Αυτά τα προστατευτικά πρέπει να αφαιρούνται πριν την έξοδο από το χώρο. Όλα τα μολυσμένα εξαρτήματα, επιφάνειες, απεκκρίσεις, υγρά ή άλλα υλικά, πρέπει να απολυμαίνονται με χημικά, θέρμανση ή αποτέφρωση. Ο ρουχισμός και τα κλινοσκεπάσματα πρέπει να πλυθούν με καυτό νερό και χλωρίνη ή μπορούν να αποτεφρωθούν. Εάν ο ασθενής καταλήξει, πρέπει να ληφθούν προφυλάξεις επαφής και αναπνοής καθ όλη τη διάρκεια τις μεταθανάτιας φροντίδας, απολυμαίνοντας το σάκο πτωμάτων με χλωρίνη. Η βρώση και η πόση ενδέχεται να είναι δυσχερείς εξαιτίας οδυνηρών εκδορών του στόματος και του στοματοφάρυγγα. Η ανακούφιση τις τις ενόχλησης μπορεί να γίνει με τακτική ήπια αλλά σχολαστική στοματική υγιεινή και ένα στοματικό διάλυμα. Χορηγούνται ενδοφλεβίως υγρά, τις απαιτείται για την πρόληψη τις αφυδάτωσης καθώς και αντιπυρετικά φάρμακα για τον έλεγχο του υψηλού πυρετού. Διατηρείστε τις εξωτερικές πληγές καθαρές και στεγνές με απαλή φροντίδα. Οι δευτεροπαθώς επιμολυσμένες πληγές ενδέχεται να χρειαστούν αντιβιοτική θεραπεία. Βοηθείστε τον ασθενή, την οικογένεια και άλλα κοντινά πρόσωπα να αντιμετωπίσουν τις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις τις ευλογιάς, περιλαμβανομένου τις παραμόρφωσης, του φόβου μετάδοσης, του θανάτου και του πένθους. Οποτεδήποτε είναι δυνατό, τα θύματα τις ευλογιάς θα πρέπει να αποτεφρώνονται.

Aliases (separate with |): Ευλογιά
εφεδρίνη

Ένα συνθετικό συμπαθητικομιμητικό αλκαλοειδές που προερχόταν αρχικά από είδη της Εφέδρας. Απομονώθηκε για πρώτη φορά το 1887. Στην αρχαία Κινεζική ιατρική χρησιμοποιείτο ως εφιδρωτικό και αντιπυρετικό. Η δράση του είναι παρόμοια με αυτή της επινεφρίνης. Οι επιδράσεις του, αν και λιγότερο ισχυρές, είναι πιο παρατεταμένες, και είναι δραστικό όταν χορηγείται από το στόμα, σε αντίθεση με την επινεφρίνη που δρα μόνο όταν χορηγηθεί με ένεση. Η εφεδρίνη προκαλεί χάλαση των βρογχικών μυών, σύσπαση του ρινικού βλεννογόνου και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Χρησιμοποιείται κυρίως για τη βρογχοδιασταλτική της δράση στο άσθμα και για την αγγειοσυσπαστική δράση της στο ρινικό βλεννογόνο στην αλλεργική ρινίτιδα.

ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ: Το χλωριούχο ασβέστιο, το ιώδιο και το ταννικό οξύ είναι ασύμβατα με την εφεδρίνη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η εφεδρίνη και η εφέδρα μπορεί να προκαλέσουν υπερτασικές κρίσεις, μυοκαρδιακή ισχαιμία και διαταραχές του καρδιακού ρυθμού.

Aliases (separate with |): Εφεδρίνη
ζάλη
  1. Αδιαθεσία, αστάθεια, απώλεια προσανατολισμού στο χώρο ή απώλεια ισορροπίας.

  2. Γενικευμένη αδυναμία, εξασθένηση ή προσυγκοπή.

  3. Διανοητική αβεβαιότητα· δυσκολία στη συγκέντρωση· αίσθημα αποκοπής από την φυσιολογική αίσθηση της διαύγειας ή της επικέντρωσης.

Aliases (separate with |): Ζάλη
ζάχαρη, σάκχαρο

Υδατάνθρακας μικρού μοριακού βάρους με γλυκιά γεύση, της ομάδας των μονο- ή δισακχαριτών. Μερικά κοινά σάκχαρα είναι η φρουκτόζη, η γλυκόζη, η λακτόζη, η μαλτόζη, η σακχαρόζη και η ξυλόζη. H από του στόματος ή παρεντερική χορήγηση σακχάρων μπορεί να προλάβει την υπογλυκαιμία που προκαλείται από την ινσουλίνη ή από του στόματος χορηγούμενους υπογλυκαιμικούς παράγοντες.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ: Τα σάκχαρα ταξινομούνται με δύο τρόπους: τον αριθμό των ατόμων απλών σακχάρων που λαμβάνονται με υδρόλυση ενός μορίου του δοθέντος σακχάρου και τον αριθμό των ατόμων άνθρακα στα μόρια των σακχάρων που λαμβάνονται. Επομένως η γλυκόζη είναι μονοσακχαρίτης επειδή δεν μπορεί να υδρολυθεί σε απλούστερο σάκχαρο, και εξόζη επειδή περιέχει έξι άτομα άνθρακα ανά μόριο. H σακχαρόζη είναι δισακχαρίτης διότι με η υδρόλυσή της παράγει δύο μόρια, ένα γλυκόζης και ένα φρουκτόζης.

Aliases (separate with |): Ζάχαρη, σάκχαρο
ζυγωματική απόφυση
  1. Λεπτή προεκβολή του κροταφικού οστού. Σχηματίζει το οπίσθιο τμήμα του ζυγωματικού τόξου.

  2. Η οπίσθια προεκβολή του ζυγωματικού οστού. Σχηματίζει το πρόσθιο τμήμα του ζυγωματικού τόξου.

Aliases (separate with |): Ζυγωματική απόφυση
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL