Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Term Definition
ασκηση Kegel

[A. H. Kegel, σύγχρονος Αμερικανός ιατρός]. Άσκηση για την ενδυνάμωση του ηβοκοκκυγικού μυός και του ανελκτήρα μυός του πρωκτού. Ο ασθενής θα πρέπει επανειλημμένα και ταχύτατα να συσπά και να χαλαρώνει τους δύο μύες εναλλάξ επί 10 δευτερόλεπτα, να χαλαρώνει για 20 δευτερόλεπτα και στη συνέχεια να διατηρεί τη σύσπαση επί 10 έως 20 δευτερόλεπτα, κατόπιν θα πρέπει να χαλαρώνει για 10 δευτερόλεπτα και να επαναλαμβάνει τη διαδικασία μέχρι να κουραστεί. Ο αριθμός των επαναλήψεων θα πρέπει να αυξάνεται σταδιακά μέχρι τις 150 ανά ημέρα.

Aliases (separate with |): Άσκηση Kegel
άσκηση βίαιης εκπνοής

Άσκηση κατά την οποία ο ασθενής εκπνέει σε ένα σωλήνα με υψηλή τελοεκπνευστική πίεση, ώστε να διανοιχθούν περιοχές του πνεύμονα που έχουν συμπέσει και να προληφθεί η ατελεκτασία. Με την άσκηση αυτή ενθαρρύνεται η βαθιά αναπνοή, που τείνει να βοηθά στην έκπτυξη του πνεύμονα.

Aliases (separate with |): Άσκηση βίαιης εκπνοής
ασκίτης

Η παθολογική συσσώρευση υγρών μέσα στην περιτοναϊκή κοιλότητα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο ασκίτης μπορεί να προκληθεί λόγω μειωμένης φλεβικής επιστροφής όπως συμβαίνει στην συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια· παρακώλυση της ροής του αίματος στην κοίλη φλέβα ή στην πυλαία φλέβα· παρακώλυση της παροχέτευσης της λέμφου· διαταραχή της ηλεκτρολυτικής ισορροπίας όπως συμβαίνει σε περίπτωση κατακράτησης καλίου· μείωση των πρωτεϊνών του πλάσματος· κίρρωση του ήπατος· κακοήθειες· ή περιτονίτιδα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εκτιμώνται οι αναπνευστικές κινήσεις του ασθενούς, η όρεξη του και η πρόσληψη τροφής, η πρόσληψη και η αποβολή υγρών και το βάρος. Μετρώνται οι διαστάσεις της κοιλιάς του στο σημείο της μέγιστης διαμέτρου της και το σημείο αυτό σημειώνεται για να μπορεί να γίνει σύγκριση σε κατοπινές μετρήσεις. Εάν είναι απαραίτητο να γίνει παρακέντηση εξηγείται στον ασθενή το πώς θα γίνει και το ποιος είναι ο σκοπός της. Σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης παρέχεται στον ασθενή συναισθηματική και σωματική υποστήριξη. Επιδιώκεται η διευκόλυνση των αναπνευστικών κινήσεων, η βελτίωση της όρεξης, η βελτίωση της ευεξίας του ασθενούς και η ανεύρεση της αιτίας της συσσώρευσης των υγρών.

Aliases (separate with |): Ασκίτης
ασκορβικό οξύ

Πρόκειται για ένα παράγοντα απαραίτητο για το σχηματισμό κολλαγόνου στους συνδετικούς ιστούς και για τη διατήρηση της ακεραιότητας του ενδοκυττάριου σκελετού σε πολλούς ιστούς, ειδικά στο τριχοειδικό τοίχωμα. H ανεπάρκεια της βιταμίνης C προκαλεί το σκορβούτο.

ΣHΜΕΙΩΣΗ: Η επιτρεπόμενη ημερήσια δόση για τους ενήλικες είναι 60 mg. Υψηλές δόσεις βιταμίνης C συνιστώνται κατά καιρούς για την πρόληψη του κοινού κρυολογήματος. Αν και η αποτελεσματικότητα της βιταμίνης C για αυτό το σκοπό δεν έχει τεκμηριωθεί, υπάρχει η αίσθηση ότι το ασκορβικό οξύ μπορεί τουλάχιστον να μειώσει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων του κρυολογήματος. Υπερβολικές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να δημιουργήσουν πρόβλημα στην απορρόφηση της βιταμίνης Β12, να προκαλέσουν ουρικοζουρία και να οδηγήσουν στο σχηματισμό οξαλικών λίθων στο νεφρό.

ΠΗΓΕΣ: Ωμό λάχανο, καρότα, χυμός πορτοκαλιού, μαρούλι, σέλινο, κρεμμύδια, ντομάτες, ραπανάκια και πράσινες πιπεριές. Τα εσπεριδοειδή και τα γογγύλια είναι ιδιαιτέρως πλούσια σε αυτή τη βιταμίνη. Οι φράουλες περιέχουν την ίδια σχεδόν ποσότητα με τις ντομάτες. Τα μήλα, τα βερίκοκα, τα αχλάδια και τα ροδάκινα περιέχουν επίσης μεγάλη ποσότητα βιταμίνης C.

ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ: H βιταμίνη καταστρέφεται εύκολα με τη θέρμανση παρουσία οξυγόνου, όπως και κατά τη διάρκεια βρασμού σε ανοιχτό μαγειρικό σκεύος. Επηρεάζεται λιγότερο από τη θέρμανση μέσα σε όξινο μέσο· σε κάθε άλλη περίπτωση είναι σταθερή.

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ: H ανεπάρκεια βιταμίνης C προκαλεί σκορβούτο, ανεπαρκή σχηματισμό του εμβρυϊκού σκελετού, ελαττωματικά δόντια, πυόρροια, ανορεξία και αναιμία. Επιπλέον, προκαλεί βλάβη λόγω ανεπαρκούς θρέψης σε οστά, κύτταρα και αιμοφόρα αγγεία. vitamin D βιταμίνη D. Μία από τις πολλές βιταμίνες που δρουν κατά της ραχίτιδας. H ομάδα βιταμινών D, που είναι λιποδιαλυτή, περιλαμβάνει την D2 (καλσιφερόλη), την D3 (ακτινοβολημένη 7-δεϋδροχοληστερόλη), την D4 (ακτινοβολημένη 22-διυδρο εργοστερόλη) και την D5 (ακτινοβολημένη δεϋδροσιτοστερόλη). Είναι απαραίτητη στο μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου· επομένως, χρειάζεται στην ομαλή ανάπτυξη των οστών και των οδόντων. H συνιστώμενη μέγιστη ημερήσια πρόσληψη είναι M^g. H σταθερότητα της βιταμίνης δεν επηρεάζεται από την οξείδωση· τη θερμότητα, εκτός από θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 100οC ή το παρατεταμένο μαγείρεμα. H ανεπάρκεια της βιταμίνης D προκαλεί διαταραχή στο σχηματισμό των οστών, ραχίτιδα και οστεομαλακία.

ΠHΓΕΣ: Γάλα, μουρουνέλαιο, συκώτι σολομού και βακαλάου, λέκιθος αυγών και λίπος βουτύρου. H εργοστερόλη, που ενεργοποιείται από την επίδραση του ηλιακού φωτός ή της υπεριώδους ακτινοβολίας στο δέρμα, δρα όπως η βιταμίνη D.

ΔΡΑΣΗ/ΧΡΗΣΕΙΣ: H βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου της τροφής από το λεπτό έντερο. Ονομάζεται και βιταμίνη κατά της ραχίτιδας, γιατί η ανεπάρκεια της διαταράσσει την απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου, γεγονός που οδηγεί στην εκδήλωση ραχίτιδας. H έκθεση στο ηλιακό φως ή την υπεριώδη ακτινοβολία επάγει το σχηματισμό της στο σώμα. H παρουσία της είναι απαραίτητη για την αποτελεσματικότερη απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου. Χρησιμοποιείται για την πρόληψη και τη θεραπεία της βρεφικής ραχίτιδας, της σπασμοφιλίας (βρεφικός τέτανος) και της οστεομαλακίας. H βιταμίνη D είναι σημαντική για τη φυσιολογική αύξηση και την εναπόθεση αλάτων στο σκελετό και τους οδόντες. Παρατεταμένη χορήγηση υπερβολικών δόσεων βιταμίνης D (100.000 IU/ημέρα) προκαλεί υπερασβεστιαιμία με συνοδό ανορεξία, ναυτία, εμέτους, πολυουρία, πολυδιψία, αδυναμία, άγχος, κνησμό και διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.

Aliases (separate with |): vitamin C|Ασκορβικό|οξύ
ατελεκτασία
  1. Η κατάσταση κατά την οποία υπάρχει σύμπτωση των τοιχωμάτων των πνευμόνων ή απουσία αέρα στους πνεύμονες.
  2. Η κατάσταση κατά την οποία οι πνεύμονες ενός εμβρύου δεν εκπτύσσονται μερικώς ή και καθόλου κατά την γέννηση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Μπορεί να οφείλεται στην απόφραξη ενός ή περισσοτέρων αεραγωγών από βύσματα βλέννης· σε υποαερσμό λόγω πόνου (πχ. από κάταγμα κάποιων πλευρών) ή σε αερισμό με ανεπαρκείς όγκους αέρα· σε ανεπαρκή παραγωγή επιφανειοδραστικού παράγοντα· ή σε πίεση των πνευμόνων ή των βρόγχων από κάποιον όγκο, ανεύρυσμα ή διογκωμένους λεμφαδένες. Μερικές φορές είναι μια επιπλοκή χειρουργείου της κοιλιάς ή του θώρακα, που οφείλεται σε ακινησία των μυών οι οποίοι δεν κινούνται προκειμένου να αποφευχθεί ο πόνος. Η χρόνια ατελεκτασία ονομάζεται σύνδρομο μέσου λοβού και οφείλεται σε συμπίεση του βρόγχου του μέσου λοβού από τους λεμφαδένες της περιοχής.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μπορεί να μην υπάρχουν συμπτώματα εάν η ατελεκτασία είναι μικρής έκτασης και ο ασθενής είχε υγιείς πνεύμονες. Η δύσπνοια είναι συχνή στην σοβαρή ατελεκτασία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την αιτιολογία. Οι ασθενείς με ατελεκτασία που οφείλεται σε συνεχιζόμενο αερισμό με μικρούς όγκους αέρα υποβάλλονται σε θεραπεία διάτασης των πνευμόνων τους όπως για παράδειγμα σε αναπνευστικές ασκήσεις με μορφή σπειρομέτρησης. Οι ασθενείς με ατελεκτασία που οφείλεται σε βύσματα βλέννης χρειάζονται θεραπεία καθαρισμού των βρόγχων με σκοπό την απομάκρυνση της βλέννης. Ο τεχνητός επιφανειοδραστικός παράγοντας μπορεί να είναι χρήσιμος σε παιδιά με μη ώριμους πνεύμονες και με ατελεκτασία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς αυξημένου κινδύνου εκτιμώνται για τυχόν εμφάνιση δύσπνοιας, μειωμένης κινητικότητας των τοιχωμάτων του θώρακα, συμμετοχή των επικουρικών αναπνευστικών μυών, εφίδρωση, ταχύπνοια, και πλευριτικό πόνο. Γίνεται επίκρουση στο θωρακικό τοίχωμα πάνω από τους πνεύμονες για τυχόν μείωση της αντήχησης, και γίνεται και ακρόαση των πνευμόνων για μη φυσιολογικό αναπνευστικό ψιθύρισμα. Παρακολουθούνται ο κορεσμός του οξυγόνου με οξυμετρία και τα αέρια του αρτηριακού αίματος για ενδείξεις υποξαιμίας. Φυσιοθεραπείες για τον καθαρισμό των πνευμόνων είναι χρήσιμες στους ασθενείς με ατελεκτασία εξαιτίας της κατακράτησης των πνευμονικών εκκρίσεων. Η νοσηλεύτρια ή ο ειδικός θεραπευτής δίνουν οδηγίες και παρακολουθούν τον ασθενή σχετικά με τον τρόπο χρήσης των αναπνευστικών ασκήσεων για την πρόληψη ή την αποκατάσταση προϋπάρχουσας ατελεκτασίας. Η ατελεκτασία μπορεί να προληφθεί στους ασθενείς που βρίσκονται στην ομάδα αυξημένου κινδύνου παροτρύνοντάς τους να παίρνουν βαθιές ανάσες και να κάνουν ασκήσεις βήχα κάθε 1 ή 2 ώρες, με το να αλλάζουν συχνά τη θέση του σώματος τους και λαμβάνοντας τα ενδεικνυόμενα αναλγητικά. Επίσης, οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να λαμβάνουν την απαραίτητη ποσότητα υγρών, ο εισπνεόμενος αέρας εφυγραίνεται ανάλογα με τις ανάγκες και ο ασθενής βοηθάται ώστε να κινητοποιηθεί και να καθαρίσει από τις εκκρίσεις. Οι διασωληνωμένοι ή εξασθενημένοι ασθενείς υποβάλλονται σε αναρρόφηση όταν χρειάζεται. Εάν ο ασθενής βρίσκεται σε μηχανικό αερισμό, ο όγκος του εισπνεόμενου αέρα διατηρείται στα 10 έως 12 cc/kg ιδανικού βάρους σώματος ώστε να εξασφαλιστεί η επαρκής έκπτυξη των πνευμόνων όταν αυτή είναι αναγκαία.

Aliases (separate with |): atelectasis|Ατελεκτασία
ατοπική δερματίτιδα

Χρόνια δερματίτιδα αγνώστου αιτιολογίας, η οποία απαντάται σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργιών. Συνήθως η νόσος ξεκινά μετά τους 2 πρώτους μήνες της ζωής, ενώ τα προσβεβλημένα άτομα ενδέχεται καθ όλη τη διάρκεια της παιδικής και ενήλικης ζωής να εμφανίζουν παροξύνσεις και υφέσεις. Σε πολλές περιπτώσεις η οικογένεια έχει ιστορικό αλλεργιών ή ατοπίας· στην περίπτωση που πάσχουν και οι δύο γονείς από ατοπική δερματίτιδα, οι πιθανότητες να την εμφανίσουν καιτα παιδιάτους, είναι 80%. Oι βλάβες στο δέρμα αποτελούνται από δέρμα κόκκινο, διαρρηγμένο και παχυσμένο το οποίο από το ξύσιμο μπορεί να παρουσιάσει εξιδρώματα και εφελκίδες. Υπάρχει το ενδεχόμενο δημιουργίας ουλών ή δευτεροπαθούς λοίμωξης. Oι περισσότεροι ασθενείς εμφανίζουν στον ορό τους αυξημένα επίπεδα της ανοσοσφαιρίνης Ε.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: O ασθενής πρέπει να αποφεύγει τα σαπούνια και τις αλοιφές. Το λουτρό πρέπει να διατηρείται στο ελάχιστο δυνατό, όμως το λουτρό σε έλαια μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή της ξηρότητας του δέρματος. O ρουχισμός πρέπει να είναι μαλακής ύφανσης και να μην περιέχει μαλλί.

Τα νύχια των δακτύλων πρέπει να διατηρούνται κοντά ώστε να μειώνονται οι βλάβες από το ξύσιμο. Τα αντιισταμινικά μπορούν να βοηθήσουν στον περιορισμό του κνησμού κατά τη διάρκεια της νύκτας. Η βαριά άσκηση πρέπει να αποφεύγεται επειδή προκαλεί εφίδρωση. Μια μη λιπιδική μαλακτική λοσιόν μετά από κάποιο κορτικοστεροειδές σε βάση προπυλενογλυκόλης μπορεί αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις οξείες παροξύνσεις· όταν εμπλέκονται μεγάλες επιφάνειες του σώματος, ενδέχεται να απαιτείται η χορήγηση στεροειδών από το στόμα. Πρόσφατα, λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τα κορτικοστεροειδή, αναπτύχθηκαν τοπικά ανοσοκατασταλτικά όπως το tacrolimus, που μειώνουν την ενεργότητα των Τ κυττάρων. Ενδέχεται να χρειαστούν αντισταφυλοκοκκικά αντιβιοτικά για τον έλεγχο της δευτεροπαθούς λοίμωξης που παρουσιάζεται όταν το ξύσιμο προκαλεί μικροσχισμές στην επιδερμίδα.

Aliases (separate with |): atopic|dermatitis|Ατοπική|δερματίτιδα
ατροφία

Εκφυλισμός ή μείωση του μεγέθους ενός ιστού ή μέρους του σώματος. Είναι πιθανό να οφείλεται σε παρατεταμένη αχρηστία (λόγω ακινητοποίησης ή μακροχρόνιας παραμονής στο κρεβάτι) ή σε πίεση απόπαρακείμενο όγκο.

Aliases (separate with |): Ατροφία
ατροφική ρινίτιδα

Χρόνια φλεγμονή που χαρακτηρίζεται από ατροφία του βλεννογόνου και διαταραχή στην αίσθηση της όσφρησης. Συνήθως, συνοδευεται από όζαινα. Ο λαιμός είναι ξηρός και περιέχει εφελκίδες. Τραχυτητα και βράγχος φωνής είναι συνήθη.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Καταιονισμός της ρινός με τη χρήση θερμών αλκαλικών αλατουχων διαλυμάτων δυο φορές τη μέρα. Η χειρουργική επέμβαση σπανίως βοηθά.

Aliases (separate with |): Ατροφική ρινίτιδα
ατυπη κατάθλιψη

Μια μορφή κατάθλιψης στην οποία συνήθως παρατηρείται υπέρμετρη κατανάλωση τροφής και υπέρμετρος ύπνος, συχνά αν και όχι αποκλειστικά σε συνδυασμό με «μολύβδινη» παραλυσία, υπερβολική ευαισθησία στη διαπροσωπική απόρριψη και πολύ ευερέθιστη διάθεση. Τυπικά, η ηλικία έναρξης των συμπτωμάτων είναι πιο πρώιμη σε σχέση με την τυπική κατάθλιψη και επηρεάζει περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άνδρες, ενώ μοιράζεται κάποια κοινά χαρακτηριστικά με τη διπολική διαταραχή.

Aliases (separate with |): atypical|depression|Άτυπη|κατάθλιψη
άτυπη πνευμονία

Πνευμονία που προκαλείται από ιό ή από το Mycoplasma pneumoniae. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν χαμηλή πυρετική κίνηση, μη παραγωγικό βήχα, φαρυγγίτιδα, μυαλγίες και ελάχιστους παθολογικούς πνευμονικούς ήχους.

Aliases (separate with |): atypical|pneumonia|Άτυπη|πνευμονία
αυξητικοί αιμοποιητικοί παράγοντες

Ουσίες που διεγείρουν την παραγωγή αιματικών κυττάρων, όπως τα ερυθρά αιμοσφαίρια και τα λευκά αιμοσφαίρια.

Aliases (separate with |): Αυξητικοί αιμοποιητικοί παράγοντες
αϋπνία

Η υποκειμενική εμπειρία μη ικανοποιητικού ύπνου ή ύπνου που δεν αναζωογονεί.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η αϋπνία καλείται «πρωτοπαθής» όταν υφίσταται επί απουσίας υποκείμενων νόσων και καταστάσεων. Συχνότερα εμφανίζεται ως δευτεροπαθές πρόβλημα, π.χ. ως αποτέλεσμα εξάρτησης από αλκοόλ ή φαρμακευτικών ουσιών, διαταραχών της διάθεσης, συνδρόμου αεικίνητων ποδιών, άπνοια του ύπνου, ή σε ταξίδια διαφορετικών ζωνών ώρας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα άτομα που ταλαιπωρούνται από αϋπνία συχνά αναφέρουν δυσκολία στην έλευση του ύπνου, συχνές αφυπνίσεις τη νύχτα ή υπερβολικά νωρίς αφύπνιση το πρωί. Επίσης, συχνά εμφανίζουν καταβολή στην διάρκεια της ημέρας, με αδυναμία συγκέντρωσης, με έλλειψη ενεργητικότητας και παραγωγικότητας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Βιοανάδραση, θεραπεία γνωστικής συμπεριφοράς, περιορισμός του ύπνου, αποφυγή διεγερτικών ή αντικαταθλιπτικών, και θεραπείες υποκειμένων καταστάσεων συχνά βελτιώνουν αποτελεσματικά την διάρκεια και την ποιότητα του ύπνου. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν βεν-ζοδιαζεπίνες και άλλα ηρεμιστικά/υπναγωγά, αν και μπορεί να υπάρξουν επιπλοκές λόγω της εξάρτησης, ανοχής, εξάρτησης, ή παλίνδρομης διαταραχής ύπνου όταν τα φάρμακα σταματούν.

Aliases (separate with |): insomnia|Αϋπνία
αυτοάνοσο νόσημα

Ένα νόσημα το οποίο προκαλείται όταν η φυσιολογική ανοχή του οργανισμού στα αντιγόνα του (δηλαδή στα αυτοαντιγόνα ή στα ομόλογα αντιγόνα (.ΑΑ^) διαταράσσεται. Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες η απώλεια της ανοχής των αυτοαντιγόνων είναι αποτέλεσμα της βλαπτικής επίδρασης που έχουν ορισμένοι μικροοργανισμοί σε αυτά, της έντονης ομοιότητας που έχουν ως προς την εμφάνσή τους, τα αυτοαντιγόνα με τα ξένα αντιγόνα ή της σύνδεσης ξένων αντιγόνων με τα AAg. Τα αυτοαντισώματα (AAbs) παράγονται είτε από τα Β λεμφοκύτταρα είτε από τα αυτοαντιδρώντα Τ λεμφοκύτταρα τα οποία προσβάλουν φυσιολογικά κύτταρα με κάποιο αυτοαντιγόνο στην επιφάνειά τους, καταστρέφοντας με τον τρόπο αυτόν τον ιστό. Τόσο οι κληρονομικοί παράγοντες κινδύνου όσο και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες θεωρούνται σημαντικοί για την εμφάνιση των αυτοάνοσων νοσημάτων. Οι ερευνητές έχουν βρει σχέσεις ανάμεσα στην παραγωγή AAb και στην κληρονομικότητα ορισμένων αντιγόνων ιστοσυμβατότητας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η γενετική προδιάθεση είναι προφανώς ένα μόνο συστατικό των αυτοάνοσων νοσημάτων. Άλλοι άγνωστοι παράγοντες του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να εμποδίζουν τη διακοπή της παθολογικής φλεγμονώδους διαδικασίας εφ' όσον αυτή έχει ξεκινήσει. Πολλά νοσήματα προκαλούνται από τις αντιδράσεις AAb-AAg. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι αυτοάνοσα νοσήματα με συμμετοχή πολλών διαφορετικών ιστών. Ορισμένες αυτοάνοσες διαταραχές εκδηλώνονται κυρίως μόνο σε ένα ή δύο ιστούς (αν και επίσης είναι συστηματικά νοσήματα). Οι βλάβες των καρδιακών βαλβίδων στον ρευματικό πυρετό επίσης συμβαίνουν εξαιτίας του ότι τα AAgs των βαλβίδων έχουν παρόμοια δομή με τα αντιγόνα των β αιμολυτικών στρεπτόκοκκων της ομάδας Α. Ο ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης προκαλείται από την καταστροφή των νησιδίων του Langerhans από τα AAb, και η σκλήρυνση κατά πλάκας οφείλεται στην καταστροφή του ελύτρου της μυελίνης των νευρικών κυττάρων από τα AAb. Η αιμολυτική αναιμία, ορισμένες μορφές σπειραματονεφρίτιδας, η βαρεία μυασθένεια, η χρόνια θυρεοειδίτιδα, το σύνδρομο Reiter και η νόσος του Graves είναι κάποια ακόμα παραδείγματα αυτοάνοσων νοσημάτων.

Aliases (separate with |): autoimmune|disease|Αυτοάνοσο|νόσημα
αυτοεκτίμηση

Η προσωπική αξιολόγηση ή εκτίμηση του εαυτού, η οποία γενικώς θεωρείται ότι επηρεάζει αισθήματα και συμπεριφορές. Οι επιτυχίες και προσδοκίες ενός ατόμου καθώς και η εκτίμηση η οποία προκύπτει από τις γνώμες των άλλων για το άτομο θεωρείται ότι επηρεάζει αυτή την προσωπική εκτίμηση.

Aliases (separate with |): self-esteem|Αυτοεκτίμηση
αυτοεξέταση

Επιθεώρηση και ψηλάφηση τμήματος του σώματος από τον πάσχοντα με στόχο την εντόπιση πάθησης.

Aliases (separate with |): Αυτοεξέταση
αυτοεξέταση του όρχεως

Μια τεχνική που επιτρέπει στον άνδρα να ανιχνεύσει αλλαγές στο μέγεθος και το σχήμα των όρχεων του και να εκτιμήσει όποια ευαισθησία. Κάθε όρχις εξετάζεται ξεχωριστά και σε σύγκριση με τον άλλο. Η καλύτερη στιγμή για την πραγματοποίηση της εξέτασης είναι αμέσως μετά από ένα θερμό λουτρό ή ντους, όταν ο οσχεϊκός ιστός είναι περισσότερο χαλαρωμένος. Ο άνδρας τοποθετεί τους αντίχειρές του στην πρόσθια επιφάνεια του όρχεως, υποστηρίζοντάς τον με τους δείκτες και τα μεσαία δάκτυλα και των δύο χειρών. Κάθε όρχις περιστρέφεται ήπια ανάμεσα στα δάκτυλα και τους αντίχειρες και προσεκτικά ελέγχεται για εξογκώματα, σκληρότητα, ή πάχος, σε σύγκριση με τον άλλο όρχι. Η επιδιδυμίδα είναι ένα μαλακό, ελαφρώς τρυφερό, σωληνοειδές σώμα πίσω από τον όρχι. Ανώμαλα ευρήματα πρέπει να αναφέρονται αμέσως σε έναν επαγγελματία της περίθαλψης.

Aliases (separate with |): self-examination of testicle|Αυτοεξέταση του όρχεως
αυτοεξυπηρέτηση
  1. Έννοια στο Self-Care Framework της Dorothea Orem και της θεωρίας Theory of Self-Care, η οποία αναφέρεται σε πράξεις που τα ίδια τα άτομα εκκινούν και εκτελούν για τον εαυτό τους, με στόχο την επιβίωση, την υγεία και το ευ ζην.
  2. Στην αποκατάσταση, η υποκατηγορία των δραστηριοτήτων καθημερινής διαβίωσης, που περιλαμβάνουν τη λήψη τροφής, την ένδυση, την περιποίηση, το πλύσιμο και τη χρήση της τουαλέτας.
Aliases (separate with |): Αυτοεξυπηρέτηση
αυτοκτονία

Στις Η.Π.Α. περίπου 30.000 άνθρωποι διαπράττουν αυτοκτονία ετησίως. H αυτοκτονία είναι σήμερα η ένατη πιο κοινή αιτία θανάτων στις Η.Π.Α.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ: Ενώ οι απόπειρες αυτοκτονίας είναι συχνότερες μεταξύ νεαρών γυναικών απ ότι σε οποιαδήποτε άλλη ομάδα, η αυτοκτονία είναι πιο πιθανή σε μοναχικούς άντρες μεγαλύτερης ηλικίας. Οι άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν πραγματικά βίαια μέσα στις απόπειρες αυτοκτονίας τους, όπως αυτοπυροβολισμό, πτώση από μεγάλη ύψος ή απαγχονισμό. Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι η συγγένεια πρώτου βαθμού με άτομο με συναισθηματικές διαταραχές, επαναλαμβανόμενες σκέψεις ή συζητήσεις για αυτοκτονία (ιδιαίτερα εάν υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο αυτοκτονίας), η ύπαρξη των μέσων για τη διάπραξη της αυτοκτονίας, ιδιαίτερα η κατοχή όπλου, ο αλκοολισμός, η διάγνωση θανατηφόρου ασθένειας, η μοναξιά, ένα πρόσφατο διαζύγιο ή απόλυση, ή ανεξέλεγκτος πόνος εξαιτίας σωματικής ασθένειας. Πολλοί από αυτούς που αυτοκτονούν έχουν επισκεφθεί ιατρό μερικούς μήνες ή εβδομάδες πριν τον θάνατο τους, γεγονός που υποδηλώνει ότι συχνά χάνονται ευκαιρίες να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος αυτοκτονίας.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Οι επαγγελματίες παροχής ιατρικής μέριμνας πρέπει να είναι σε εγρήγορση για να εντοπίσουν τα προειδοποιητικά σημεία της αυτοκτονίας, όπως π.χ. σχόλια τα οποία υποδηλώνουν επιθυμία θανάτου ή πρόβλεψη αυτοκτονίας. Τα άτομα που σχεδιάζουν να αυτοκτονήσουν συχνά είναι θλιμμένα, φροντίζουν να τακτοποιήσουν τη ζωή τους, χαρίζουν την ιδιοκτησία τους, έχουν χαμηλούς βαθμούς ή άσχημη απόδοση στη δουλειά τους, υιοθετούν επικίνδυνη συμπεριφορά ή έχουν ιστορικό αλκοολισμού ή κατάχρησης ναρκωτικών.

Η αντιμετώπιση των ατόμων που σχεδιάζουν ή έχουν επιχειρήσει αυτοκτονία περιλαμβάνει την απομάκρυνση των επικίνδυνων αντικειμένων και την παροχή επαγγελματικής, κοινωνικής και οικογενειακής υποστήριξης. Εάν ο ασθενής αντιμετωπίζεται σε εξωτερική βάση, τότε πρέπει να προγραμματίζονται με ακρίβεια οι μελλοντικές του συνεδρίες και να του δοθεί ένας αριθμός τηλεφώνου στον οποίο θα υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια και αρωγή σε 24ωρη βάση. Κατά τη διάρκεια των κρίσεων ο ασθενής δεν πρέπει να αφεθεί μόνος ούτε για λίγα λεπτά. Για ιατρικούς και νομικούς λόγους, πρέπει να τηρούνται προσεκτικά και πλήρη ιατρικά αρχεία που αφορούν στη διαχείριση του ασθενούς.

Aliases (separate with |): Αυτοκτονία
αυτόλογη μεταμόσχευση

Αφαίρεση ιστού από τον ασθενή (ιδίως του μυελού των οστών) και επαναφορά του μετά την ολοκλήρωση της χημειοθεραπείας.

Aliases (separate with |): Αυτόλογη μεταμόσχευση
αυτόνομο νευρικό σύστημα

Το τμήμα εκείνο του νευρικού συστήματος το οποίο ελέγχει τις ακούσιες λειτουργίες του οργανισμού. Η ονομασία του είναι μάλλον άστοχη μιας και δεν είναι πραγματικά «αυτόνομο», αφού επηρεάζεται έντονα από τις αλλαγές της σωματικής δραστηριότητας. Το ANS αποτελείται από τα κινητικά νεύρα προς τους σπλαχνικούς υποδοχείς: λείους μύες, καρδιακό μυ, αδένες, όπως είναι οι σιελογόνοι, οι γαστρικοί και οι ιδρωτοποιοί και τα επινεφρίδια. Το ANS διακρίνεται στη συμπαθητική ή θωρακοοσφυϊκή του μοίρα και στην παρασυμπαθητική ή κρανιοϊερή του μοίρα. Η συμπαθητική μοίρα αποτελείται από ένα ζεύγος αλύσων γαγγλίων εκατέρωθεν της σπονδυλικής στήλης, τις συνδέσεις τους (rami communicantes) με τη θωρακική και την οσφυϊκή μοίρα του νωτιαίου μυελού, τα σπλαχνικά νεύρα, τα κοιλιακά και μεσεντέρια γάγγλια στην κοιλιακή χώρα και τους άξονές τους προς τους σπλαχνικούς υποδοχείς. Η παρασυμπαθητική μοίρα αποτελείται από ορισμένες ίνες των κρανιακών νεύρων 3, 7, 9 και 10· κάποιες ίνες ιερών νωτιαίων νεύρων και γαγγλίων· και από κάποιους βραχείς άξονες κοντά στους σπλαχνικούς υποδοχείς.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Οι ώσεις του συμπαθητικού έχουν τις παρακάτω δράσεις: αγγειοδιαστολή στους σκελετικούς μύες και αγγειοσύσπαση στο δέρμα και στα σπλάχνα· η συσταλτικότητα της καρδιάς και η καρδιακή συχνότητα αυξάνονται· τα βρογχιόλια διαστέλλονται· το ήπαρ μετατρέπει το γλυκογόνο σε γλυκόζη· αυξάνεται η δραστηριότητα των ιδρωτοποιών αδένων· ο περισταλτισμός και οι εκκρίσεις του γαστρεντερικού μειώνονται· οι κόρες διαστέλλονται· οι σιελογόνοι αδένες εκκρίνουν μικρές ποσότητες παχύρρευστης σιέλου· και οι τρίχες ανορθώνονται (ανατριχίλα). Η συμπαθητική διέγερση επικρατεί κατά τη διάρκεια στρεσσογόνων καταστάσεων όπως είναι ο θυμός ή ο φόβος και η απάντηση του σώματος συμβάλλει στην αντιμετώπιση ή στην απομάκρυνση από την πηγή του στρες, με τις μη σημαντικές λειτουργίες όπως είναι η πέψη να ελαττώνονται. Οι περισσότεροι νευρώνες απελευθερώνουν τον νευροδιαβιβαστή επινεφρίνη στους σπλαχνικούς υποδοχείς.

Η παρασυμπαθητική μοίρα επικρατεί κατά τις μη στρεσσογόνες καταστάσεις, και έχει τις ακόλουθες δράσεις: η καρδιά επιστρέφει στη φυσιολογική της λειτουργία· τα βρογχιόλια συστέλλονται και πάλι παίρνοντας το φυσιολογικό τους μέγεθος, ο περισταλτισμός και οι γαστρεντερικές εκκρίσεις αυξάνονται ώστε να επιτευχθεί μια φυσιολογική πέψη, οι κόρες έχουν το φυσιολογικό τους μέγεθος, οι εκκρίσεις σε λεπτόρρευστη σίελο αυξάνονται και η ουροδόχος κύστη συσπάται φυσιολογικά. Εάν η παρασυμπαθητική νεύρωση της ουροδόχου κύστης έχει κάποια βλάβη, τότε θα υπάρχει ατελής κένωση και κατακράτηση ούρων. Όλοι οι παρασυμπαθητικοί νευρώνες εκλύουν τον νευροδιαβιβαστή ακετυλοχολίνη στους σπλαχνικούς υποδοχείς.

ΕΞΕΤΑΣΗ: Οι παρακάτω δοκιμασίες είναι χρήσιμες για την εκτίμηση της κατάστασης τους αυτόνομου νευρικού συστήματος: Μπορούν να γίνουν επαναλαμβανόμενες μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης και της θερμοκρασίας του σώματος σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Η εφίδρωση μπορεί να ελεγχθεί με την επικάλυψη με ιώδιο και άμυλο κάποιας περιοχής τους δέρματος· οι περιοχές του δέρματος στις οποίες δεν παράγεται ιδρώτας δε θα γίνουν σκούρες. Η λειτουργία του παρασυμπαθητικού μπορεί να ελεγχθεί με την ενστάλαξη ενός διαλύματος 2% μεταχολίνης στον επιπεφυκότα, η οποία προκαλεί συστολή της κόρης σε ασθενείς με διαταραχή της λειτουργίας του παρασυμπαθητικού.

Aliases (separate with |): autonomic nervous system|Αυτόνομο νευρικό σύστημα
αυτοσωματικός

Μη φυλοσύνδετη κληρονομικότητα. Τα κληρονομούμενα χαρακτηριστικά δεν εξαρτώνται από γονίδια, που βρίσκονται στα χρωμοσώματα του φύλου (Χ, Υ).

Aliases (separate with |): Αυτοσωματικός
αφαλάτωση

Η μερική ή πλήρης απομάκρυνση των αλάτων από μια ουσία, όπως το θαλασσινό ή το υφάλμυρο νερό, έτσι ώστε να είναι κατάλληλο για γεωργική ή οικιακή χρήση αλλά όχι για πόση.

Aliases (separate with |): desalination|Αφαλάτωση
αφθώδης πυρετός

Μια ιογενής νόσος των βοοειδών και των αλόγων που μεταδίδεται σπάνια σε ανθρώπους.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Σε ανθρώπους, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, πονοκέφαλο, και αδιαθεσία με ξηρότητα και αίσθημα καύσους του στόματος. Αναπτύσσονται κύστεις στα χείλη, τη γλώσσα, το στόμα, τις παλάμες και τα πέλματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία είναι συμπτωματική. Η πλήρης ανάρρωση συμβαίνει σε 2 έως 3 εβδομάδες. Μία ποικιλία προληπτικών εμβολίων είναι διαθέσιμα.

Aliases (separate with |): foot and mouth disease|Αφθώδης πυρετός
αφυδάτωση
  1. Η αφαίρεση του νερού από μια ουσία.

  2. Οι κλινικές επιπτώσεις της αρνητικής ισορροπίας των υγρών (δηλαδή, η πρόσληψη υγρών αδυνατεί να εξισορροπήσει την απώλεια υγρών). Η αφυδάτωση χαρακτηρίζεται από δίψα, ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, αυξημένα επίπεδα νατρίου στο πλάσμα, υπερωσμωτικότητα, ενώ σε βαριά περιστατικά κυτταρική διάσπαση, νεφρική ανεπάρκεια ή θάνατος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Παγκοσμίως, η συνηθέστερη αιτία αφυδάτωσης είναι η διάρροια. Στα βιομηχανοποιημένα έθνη, η αφυδάτωση επέρχεται και από έμετο, πυρετό, ασθένειες που σχετίζονται με τη ζέστη, σακχαρώδη διαβήτη, χρήση διουρητικών, θυρεοτοξίκωση, υπασβεστιαιμία καθώς και άλλες ασθένειες. Στους ασθενείς που κινδυνεύουν από αφυδάτωση περιλαμβάνονται και εκείνοι με μειωμένο επίπεδο συνείδησης ή/και την αδυναμία πρόσληψης υγρών από το στόμα, ασθενείς που λαμβάνουν εντερικά τροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, ηλικιωμένα άτομα που δεν καταναλώνουν αρκετό νερό και ασθενείς (ιδιαίτερα βρέφη και παιδιά) με υδαρή διάρροια. Στις κλινικές καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν υπερτονικότητα και αφυδάτωση περιλαμβάνονται η ανεπάρκεια σύνθεσης ή απελευθέρωσης της αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH) από την οπίσθια υπόφυση (άποιος διαβήτης)· η μείωση της ανταπόκρισις των νεφρών στην ADH η ωσμωτική διούρηση (καταστάσεις υπεργλυκαιμίας, χορήγηση ωσμωτικών διουρητικών)· απώλεια περίσσειας ποσότητας πνευμονικού νερού σε καταστάσεις υψηλού πυρετού (ιδιαίτερα στα παιδιά)· καθώς και η υπερβολική εφίδρωση χωρίς την αναπλήρωση του νερού.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η αφυδάτωση δεν πρέπει να συγχέεται με το έλλειμμα ποσότητας υγρών. Στην τελευταία περίπτωση, η απώλεια του νερού και των ηλεκτρολυτών πραγματοποιείται στην ίδια αναλογία με την οποία υπάρχουν στα φυσιολογικά σωματικά υγρά· ως εκ τούτου, η αναλογία ηλεκτρολυτών προς νερό παραμένει αμετάβλητη. Στην αφυδάτωση, το κύριο έλλειμμα είναι στο νερό με αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων των ηλεκτρολυτών ή της υπερτονικότητας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η θεραπεία της αφυδάτωσης στοχεύει στον προσδιορισμό και την αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας. Ο ασθενής αξιολογείται για μειωμένη σπαργή του δέρματος· ξηρές και κολλώδεις βλεννώδεις μεμβράνες· αδρή και ξηρή γλώσσα· απώλεια βάρους· πυρετός· ανησυχία· αναστάτωση και αδυναμία. Στα καρδιαγγειακά ευρήματα περιλαμβάνονται η ορθοστατική υπόταση, η μειωμένη καρδιαγγειακή πίεση και ο ταχύς ασθενικός παλμός. Τα σκληρά κόπρανα προκύπτουν όταν το πρόβλημα του ασθενούς δεν είναι πρωτίστως η υδαρής διάρροια. Στα ουρολογικά ευρήματα περιλαμβάνεται η μείωση του όγκου των ούρων (ολιγουρία), ειδικό βάρος μεγαλύτερο από 1,030 και αύξηση στην ωσμωτικότητα των ούρων. Η μελέτη του ορού του αίματος αποκαλύπτει αύξηση του νατρίου, των πρωτεϊνών, του αιματοκρίτη και της οσμωτικστητα του ορού.

Παρεμποδίζεται η συνεχιζόμενη απώλεια νερού ενώ το νερό αναπληρώνεται σύμφωνα με τη συνταγή, ξεκινώντας συνήθως με ενδοφλέβια χορήγηση διαλύματος 5% δεξτρόζης σε νερό όταν ο ασθενής δεν μπορεί να καταναλώσει υγρά από το στόμα. Μόλις καταστεί επαρκής η νεφρική λειτουργία, μπορούν να προστεθούν στο έγχυμα ηλεκτρολύτες με βάση την περιοδική αξιολόγηση των επιπέδων των ηλεκτρολυτών στον ορό.

Aliases (separate with |): dehydration|Αφυδάτωση
β-κύτταρα

Τα λεμφοκύτταρα συσχετίζονται άμεσα με την ανοσολογική απάντηση. Βρίσκονται στο αίμα, τους λεμφαδένες και διάφορα άλλα όργανα. Υπάρχουν δύο τύποι λεμφοκυττάρων: τα Β-κύτταρα και τα Τ-κύτταρα. Είναι πολύ σημαντικό να γίνει αυτή η διάκριση στην περίπτωση των λεμφωμάτων, καθώς η θεραπεία και η πρόγνωση διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το εάν τα λεμφώματα προέρχονται από Β- ή Τ-κύτταρα.

Aliases (separate with |): Β-κύτταρα
ΒCG εμβόλιο

Υλικό που προέρχεται από νεκρά βακτηρίδια φυματίωσης πτηνών. Έχει χρησιμοποιηθεί ως θεραπεία αντιμετώπισης του καρκίνου, με στόχο την διέγερση του ανοσολογικού συστήματος.

βάδισμα

Τρόπος βάδισης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς με διαταραχές της βάδισης θα πρέπει να εκτιμώνται από μια επιστημονική ομάδα που περιλαμβάνει συνήθως νευρολόγο, ψυχίατρο, φυσιοθεραπευτή, εργοθεραπευτή και νοσηλεύτρια κατ' οίκον φροντίδας. Η κατοικία ή το περιβάλλον φροντίδας θα πρέπει να ελέγχονται για κινδύνους που πιθανώς αυξάνουν την πιθανότητα πτώσεων· πρέπει να τροποποιούνται, ώστε να ενισχύεται η ασφάλεια. Τα άτομα που ασχολούνται με τη φροντίδα του ασθενή θα πρέπει να εκπαιδεύονται, ώστε να βοηθούν με ασφάλεια ένα άτομο που έχει υποστεί πτώση, χωρίς να επιτείνουν τις κακώσεις που μπορεί να προκλήθηκαν. Θα πρέπει να παρέχεται προστασία από πτώσεις (ισχιακά επιθέματα, κιγκλιδώματα στις σκάλες και στο λουτρό, χαμηλή θέση της κλίνης, κατάλληλος τύπος καθισμάτων), ώστε να εξασφαλίζεται η αποφυγή κακώσεων και οι ασθενείς να ενθαρρύνονται ως προς την εξάσκηση και τη χρήση των τεχνικών που αφορούν ειδικά στις ικανότητες και τις αδυναμίες τους, ώστε να βελτιστοποιείται η κινητικότητά τους.

βαθμός κακοήθειας του όγκου

Τρόπος περιγραφής των όγκων, ανάλογα με την μικροσκοπική εμφάνιση. Οι όγκοι χαμηλής κακοήθειας αναπτύσσονται και διασπείρονται βραδέως, ενώ οι όγκοι υψηλής κακοήθειας αναπτύσσονται και διασπείρονται ταχέως.

Aliases (separate with |): Βαθμός κακοήθειας του όγκου
βακτηριακή λοίμωξη

Κάθε νόσος που οφείλεται σε βακτήρια. Τα βακτήρια υπάρχουν σε μία ποικιλία σχέσεων με το ανθρώπινο σώμα. Τα βακτήρια αποικίζουν τις επιφάνειες του σώματος προσφέροντας οφέλη (π.χ. περιορίζοντας την ανάπτυξη των παθογόνων και παράγοντας βιταμίνες απορρόφησης (συμβιωτική σχέση ). Τα βακτήρια μπορούν να συνυπάρξουν με τον ανθρώπινο οργανισμό χωρίς να έχουν βλαπτικές ή ωφέλιμες επιδράσεις (παρασιτική σχέση). Τα βακτήρια μπορεί επίσης να εισβάλλουν στους ιστούς, να καταστρέφουν κύτταρα, να ενεργοποιούν συστηματικές φλεγμονώδεις απαντήσεις, και να απελευθερώνουν τοξίνες (παθογόνος, λοιμώδης σχέση).

Aliases (separate with |): Βακτηριακή λοίμωξη
βακτήριο

Ένας μονοκύτταρος μικροοργανισμός χωρίς αληθή πυρήνα ή κυτταρικά οργανύλια, που ανήκει στο βασίλειο των Προκαρυωτικών (Μονήρεις Οργανισμοί). Το κυτταρόπλασμα περιβάλλεται από ένα άκαμπτο κυτταρικό τοίχωμα που αποτελείται από υδατάνθρακες και άλλες χημικές ενώσεις, στο οποίο βασίζεται η χρώση κατά Gram. Κάποια βακτήρια παράγουν μια πολυσακχαριδική ή πολυπεπτιδική κάψα, η οποία εμποδίζει τη φαγοκυττάρωση από τα λευκά αιμοσφαίρια. Τα βακτήρια συνθέτουν DNA, RNA και πρωτεΐνες και μπορούν να αναπαράγονται ανεξάρτητα, αλλά χρειάζονται έναν ξενιστή για να τους παρέχει τροφή και ένα ευνοϊκό περιβάλλον. Εκατομμύρια μη-παθογόνα βακτήρια ζουν στο ανθρώπινο δέρμα και στους βλεννογόνους. Αυτά αποτελούν τη φυσιολογική χλωρίδα. Τα βακτήρια που προκαλούν νόσους ονομάζονται παθογόνα. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Σχήμα: Υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι βακτηρίων. Τα σφαιρικά ή ωοειδή βακτήρια εμφανίζονται ως μονήρη κύτταρα (μικρόκοκκοι) ή σε ζευγάρια (διπλόκοκκοι), σε σωρούς (σταφυλόκοκκοι), σε αλυσίδες (στρεπτόκοκκοι) ή σε κυβικές ομάδες (σαρκίνες). Τα ραβδοειδή βακτήρια ονομάζονται βάκιλλοι, αυτά με πιο ωοειδές σχήμα ονομάζονται κοκκοβάκιλλοι και εκείνα που σχηματίζουν αλυσίδα στρεπτοβάκιλλοι. Τα σπειροειδή βακτήρια είναι άκαμπτα (σπειρύλλια), εύκαμπτα (σπειροχαίτες) ή καμπύλα (δονάκια). Μέγεθος: Κατά μέσο όρο, οι βάκιλλοι έχουν διάμετρο περίπου 1 μm και μήκος 4 m. Το μέγεθος τους κυμαίνεται από 0,5 μέχρι 1,0 μm σε διάμετρο και από 10 με 20 μm σε μήκος για κάποια σπειρύλλια.

Αναπαραγωγή: Η διάσπαση στα δύο είναι η πιο συνήθης μέθοδος αναπαραγωγής, αλλά κάποια βακτήρια ανταλλάσσουν γενετικό υλικό με μέλη του ίδιου είδους ή διαφορετικών ειδών. Ο ρυθμός αναπαραγωγής επηρεάζεται από μεταβολές της θερμοκρασίας, της θρέψης και του pH. Αν το περιβάλλον δεν είναι πλέον ευνοϊκό, κάποιοι βάκιλλοι σχηματίζουν σπόρους, στους οποίους περιέχεται το γενετικό τους υλικό σε συμπιεσμένη μορφή και περιβάλλονται από παχύ τοίχωμα. Οι σπόροι είναι πολύ ανθεκτικοί στην υψηλή θερμοκρασία, στην ξηρασία και στα απολυμαντικά. Όταν το περιβάλλον γίνει και πάλι ευνοϊκό, οι σπόροι βλασταίνουν.

Μετάλλαξη: Τα βακτήρια, όπως όλοι οι ζώντες οργανισμοί, υφίστανται μεταλλάξεις και το περιβάλλον καθορίζει ποιες μεταλλάξεις είναι ωφέλιμες και έχουν αξία για την επιβίωση. Σαφώς ευεργετικές για τα βακτήρια, αλλά όχι για τους ανθρώπους, είναι οι μεταλλάξεις που παρέχουν αντίσταση στις δυνητικά θανατηφόρες δράσεις των αντιβιοτικών.

Κινητικότητα: Κανένας από τους κόκκους δεν είναι ικανός να κινηθεί, αλλά οι περισσότεροι βάκιλλοι και οι σπειροειδείς μορφές μπορούν να κινούνται ανεξάρτητα. Η κίνηση εξαρτάται από την ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων μαστιγίων, λεπτών εξαρτημάτων δίκην μαστιγίου, που λειτουργούν σαν προπέλες.

Απαιτήσεις σε τροφή και οξυγόνο: Τα περισσότερα βακτήρια είναι ετερότροφα (απαιτούν οργανικό υλικό για να τραφούν). Αν τρέφονται από άλλους ζώντες μικροοργανισμούς, ονομάζονται παράσιτα. Αν τρέφονται από οργανικό υλικό που δεν είναι ζωντανό, ονομάζονται σαπρόφυτα. Τα βακτήρια που παίρνουν την ενέργειά τους από ανόργανες ουσίες, συμπεριλαμβανομένων πολλών βακτηρίων του εδάφους, ονομάζονται αυτότροφα. Τα βακτήρια που χρειάζονται οξυγόνο ονομάζονται αερόβια. Εκείνα που αναπτύσσονται μόνο απουσία οξυγόνου ονομάζονται αναερόβια. Τα βακτήρια που αναπτύσσονται με και χωρίς οξυγόνο καλούνται δυνητικά αναερόβια. Τα περισσότερα βακτήρια που βρίσκονται στο ανθρώπινο έντερο είναι αναερόβια.

Απαιτήσεις όσον αφορά στη θερμοκρασία: Αν και κάποια βακτήρια ζουν σε πολύ χαμηλές ή σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, η βέλτιστη θερμοκρασία για τα ανθρώπινα παθογόνα είναι 36° με 38o C.

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ:

Παραγωγή ενζύμων: Τα βακτήρια παράγουν ένζυμα που δρουν σε σύνθετα τροφικά μόρια, διασπώντας τα σε απλούστερες ουσίες. Είναι τα κύρια στοιχεία της αποσύνθεσης και της σήψης. Η αποσύνθεση, δηλαδή η αποδόμηση των αζωτούχων και άλλων οργανικών υλικών απουσία αέρα, παράγει μία άσχημη οσμή. Η σήψη είναι η σταδιακή αποδόμηση του οργανικού υλικού που εκτίθεται στον αέρα από βακτήρια και μύκητες.

Παραγωγή τοξινών: Μόρια του κυτταρικού τοιχώματος που ονομάζονται προσκολλητίνες, προσκολλούν τα βακτήρια στα κύτταρα του ξενιστή. Μόλις προσκολληθούν, τα βακτήρια μπορεί να παράγουν δηλητηριώδεις ουσίες που ονομάζονται τοξίνες. Υπάρχουν 2 τύποι τοξινών: οι εξωτοξίνες, ένζυμα που απελευθερώνονται από βακτήρια στον ξενιστή τους και οι ενδοτοξίνες, που αποτελούν μέρος του κυτταρικού τοιχώματος των Gram-αρνητικών βακτηρίων και είναι τοξικές, ακόμα και μετά το θάνατο του κυττάρου. Οι εξωτοξίνες περιλαμβάνουν τις αιμολυσίνες, τις λευκοκιδίνες, τις συγκολλητινάσες και τις ινω-δολυσίνες. Οι ενδοτοξίνες διεγείρουν την παραγωγή κυτοκινών που προκαλούν ευρεία αγγειοδιαστολή και καταπληξία.

Διάφορα: Κάποια βακτήρια παράγουν χρωστικές, κάποια παράγουν φως. Τα βακτήρια του εδάφους είναι απαραίτητα για τον κύκλο του αζώτου στις διαδικασίες σταθεροποίησης του αζώτου, νιτροποίησης και απονιτροποίησης.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ: Χρησιμοποιούνται πολλές μέθοδοι για την αναγνώριση των βακτηρίων στο εργαστήριο.

Καλλιέργεια: Τα βακτήρια αναπτύσσονται σε διάφορα μέσα καλλιέργειας. Μια ορατή αποικία περιέχει εκατομμύρια κυττάρων και μπορεί να είναι ορατή μέσα σε λίγες ώρες. Μια αποικία αποτελείται συνήθως από απογόνους ενός απλού κυττάρου. Κάθε είδος βακτηρίων αναπτύσσεται σε αποικίες με χαρακτηριστικό χρώμα, σχήμα, μέγεθος, υφή, τύπο ορίου ή χείλους και ιδιαίτερων χημικών χαρακτηριστικών. Οι ομάδες των κυττάρων μπορούν στη συνέχεια να εξεταστούν με τη βοήθεια μικροσκοπίου, συνήθως χρησιμοποιώντας τη χρώση κατά Gram. Επιπρόσθετα, οι αποικίες μπορούν να διαχωριστούν και να χορηγηθούν αντιβιοτικά για να εκτιμηθεί η ευαισθησία τους σε διαφορετικά φάρμακα.

Τεχνική σταγόνας: Μη βαμμένα βακτήρια σε μία σταγόνα ενός υγρού εξετάζονται υπό κανονικό φως ή υπό φωτισμό σκοτεινού πεδίου.

Χρώση κατά Gram: Τα Gram-θετικά βακτήρια προσλαμβάνουν τη χρωστική και γίνονται ιώδη. Τα Gram-αρνητικά βακτήρια μπορούν να αποχρωματιστούν από αλκοόλη και χρωματίζονται κόκκινα από μια δεύτερη χρωστική. Τα οξεάντοχα βακτήρια προσλαμβάνουν τη χρωστική, ακόμα και όταν τούς χορηγείται οξύ. Τα βακτήρια συχνά περιγράφονται από έναν συνδυασμό της απάντησής τους στη χρώση Gram και της εμφάνισής τους. Για παράδειγμα, «ο Gram-θετικός σταφυλόκοκκος» υποδηλώνει ένα σύμπλεγμα σφαιρών που βάφονται ιώδεις, ενώ «οι Gram-αρνητικοί βάκιλλοι» είναι ραβδοειδή και ροζ.

Ανοσοφθορισμός: Τα βακτήρια χρωματίζονται με φλουορεσκεΐνη και εξετάζοντάς τα υπό το μικροσκόπιο με φθορίζον φως φαίνονται κίτρινο-πράσινα.

Aliases (separate with |): Βακτήριο
βαλβίδα

Μια μεμβρανώδης δομή σε ένα κοίλο όργανο ή δίοδο που φράσσει προσωρινά, επιτρέποντας τη ροή υγρού προς μία μόνο κατεύθυνση.

Aliases (separate with |): Βαλβίδα
βαρεία μυασθένεια

Μια αυτοάνοση κινητική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μυϊκή κόπωση, η οποία αναπτύσσεται με επαναλαμβανόμενη μυϊκή χρήση και βελτιώνεται με την ανάπαυση. Προκαλείται από αντισώματα εναντίον του υποδοχέα της ακετυλοχολίνης στην νευρομυϊκή σύναψη και μείωση στις θέσεις των υποδοχέων για την ακετυλοχολίνη. Επειδή η μικρότερη συγκέντρωση υποδοχέων ακετυλοχολίνης στο σώμα βρίσκεται στα κρανιακά νεύρα, η αδυναμία και η κόπωση προσβάλλει πιο άμεσα τους μυς του οφθαλμού, της μάσησης και τους φαρυγγικούς μυς στους περισσότερους ασθενείς. Η νόσος είναι σπάνια, προσβάλλοντας 14 άτομα στις 100.000.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση γίνεται με βάση το ιστορικό του ασθενή, μια διεξοδική νευρολογική εξέταση, ηλεκτρομυογραφία (ΕΜΦ), επαναλαμβανόμενη νευρική διέγερση, μία δοκιμασία με Tensilon (χλωριούχο εδροφώνιο) ή κάποιον συνδυασμό αυτών των δοκιμασιών. Η ενδοφλέβια έγχυση εδροφωνίου βελτιώνει σημαντικά την μυϊκή αδυναμία εντός 60 δευτερολέπτων. Οι τίτλοι του αντισώματος εναντίον του υποδοχέα της ακετυλοχολινεστεράσης είναι αυξημένοι στο 50% με 70% περίπου των ασθενών με βαριά μυασθένεια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κλινικά σημεία περιλαμβάνουν πτώση του άνω βλεφάρου και διπλωπία λόγω κόπωσης και αδυναμίας των οφθαλμοκινητικών μυών και δυσκολία στην μάσηση και την κατάποση από τους προσβεβλημένους προσωπικούς και φαρυγγικούς μύες. Η κρίση βαριάς μυασθένειας είναι μια ξαφνική επιδείνωση των συμπτωμάτων με αναπνευστική ανεπάρκεια.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η πρωταρχική θεραπεία περιλαμβάνει αντιχολινεστεράσες (φάρμακα που αποτρέπουν την αποδόμηση της ακετυλοχολίνης στη νευρομυϊκή σύναψη) και ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες. Σε επιλεγμένους ασθενείς, πραγματοποιείται αφαίρεση του θύμου, πλασμαφαίρεση ή θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η διάγνωση, η παθοφυσιολογία της νόσου και η θεραπεία εξηγούνται στον ασθενή. Ο ασθενής διδάσκεται να αναζητά ιατρική περίθαλψη άμεσα μόλις εκείνος ή εκείνη αισθανθεί δυσκολία στην αναπνοή ή την κατάποση και να έχει το αντίδοτο, την ατροπίνη, άμεσα διαθέσιμο. Η δοκιμασία με εδροφώνιο, που χορηγείται μόνο σε νοσοκομείο, βοηθά στην διάκριση μεταξύ της μυασθενικής κρίσης, στην οποία η μυϊκή ισχύς βελτιώνεται μετά την χορήγηση εδροφωνίου και της χολινεργικής κρίσης, στην οποία η μυϊκή ισχύς επιδεινώνεται ή μένει σταθερή. Ο ασθενής σε κρίση θα πρέπει να βρίσκεται σε παρακολούθηση του αναπνευστικού και καρδιακού του ρυθμού, συνήθως σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Αναρρόφηση των αεραγωγών και αλλαγές της θέσης και παροχέτευση μπορούν να βοηθήσουν να διατηρηθεί επαρκής οξυγόνωση και αερισμός. Συνειδητοποιήστε τα συναισθήματα αδυναμίας του ασθενή και εκτιμήστε τα επίπεδα επικοινωνίας και άγχους. Χρησιμοποιήστε κλειστές ερωτήσεις και ζητήστε από τον ασθενή να επαναλάβει τις δηλώσεις που δεν καταλαβαίνετε, αν υπάρχει ασάφεια λόγου. Σε όλη την πορεία της ασθένειας, παρέχετε συναισθηματική υποστήριξη και διαβεβαίωση. Ενθαρρύνετε τον ασθενή να μιλήσει για τα προβλήματα της νόσου του και τις σχετιζόμενες απώλειες (τρόπος ζωής, ρόλος, ανεξαρτησία). Διδάξτε τον ασθενή να αποφεύγει φάρμακα, που αντενδείκνυται, γιατί αυξάνουν την μυϊκή αδυναμία και να ενημερώνει τους ιατρούς και τους φαρμακοποιούς για την κατάσταση, ώστε να αποφεύγονται τα φάρμακα που μπορεί να επιδεινώσουν την MG. Πληροφορίες για βοήθεια μέσω ομάδων υποστήριξης και πηγών βασισμένων στο διαδίκτυο.

Aliases (separate with |): myasthenia gravis|Βαρεία μυασθένεια
βαριάς μορφής συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια

Οποιαδήποτε νόσος μίας ομάδας κληρονομούμενων διαταραχών αυτοσωμικών ή φυλοσύνδετων υπολειπομένων γονιδίων, στις οποίες υπάρχει μερική ή πλήρης δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι βλάβες εμφανίζονται τόσο στην Β- όσο και στην Τ- μεσολαβούμενη ανοσολογική απάντηση και συχνά περιλαμβάνει ελαττωματική λειτουργία των κυτταροκινών. Μέσα σε 6 μήνες από την γέννηση το νεογνό εμφανίζει λοιμώξεις από βακτήρια, ιούς, μύκητες ή πρωτόζωα. Χορηγείται ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG) για τον εφοδιασμό με αντισώματα, αλλά για την αποφυγή του θανάτου απαιτείται μία επιτυχής μεταμόσχευση μυελού των οστών. Η αποτελεσματικότητα της γονιδιακής θεραπείας βρίσκεται υπό διερεύνηση.

Aliases (separate with |): immunodeficiency disease, severe combined|Βαριάς μορφής συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια
βαριούχο γεύμα

Ακτινολογική μελέτη του πεπτικού σωλήνα κατά την οποία ο ασθενής καταπίνει βαριούχο ουσία, ενώ ο ακτινολόγος αναζητεί σημεία στένωσης, μορφολογικής ανωμαλίας ή απόφραξης. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία, πλην της νηστείας.

Aliases (separate with |): Βαριούχο γεύμα
βαριούχος υποκλυσμός

Η χρήση διαλύματος θειικού βαρίου ως παράγοντα αντίθεσης για τη διευκόλυνση της ακτινολογικής και ακτινοσκοπικής παρατήρησης του παχέος εντέρου. Η εξέταση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσυμπτωματικό έλεγχο των ασθενών για καρκίνο του παχέος εντέρου η άλλων βλαβών, όπως τα εκκολπώματα η μεταβολές που σχετίζονται με τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Εξαιτίας του μεγάλου μηκους του σιγμοειδούς, ο βαριούχος υποκλυσμός χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μια άλλη εξέταση, όπως η εύκαμπτη σιγμοειδοσκόπηση, για την αύξηση της ευαισθησίας του. Η προσεκτική προετοιμασία του εντέρου με καθαρτικά και υποκλυσμούς είναι πολύ σημαντική για την απομάκρυνση των κοπράνων και την καλύτερη απεικόνιση του αυλού του εντέρου.

Aliases (separate with |): Βαριούχος υποκλυσμός
βάρος γέννησης

Το βάρος του νεογνού. Το φυσιολογικό βάρος ενός νεογνού είναι μεταξύ 2,5 kg και 4,5 kg. To βάρος γέννησης είναι σημαντικός δείκτης της ωριμότητας και της πιθανότητας επιβίωσης. Βάρος μικρότερο από 2,5 kg συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα θανάτου στην περιγεννητική περίοδο. Η πρόοδος που έχει συντελεστεί στην ιατρική έχει αυξήσει την πιθανότητα επιβίωσης των νεογνών με βάρος 2,0 kg ή μεγαλύτερο.

Aliases (separate with |): Βάρος γέννησης
βάρος σώματος

Η δύναμη της βαρύτητας που ασκείται σε ένα αντικείμενο, συνήθως από τη Γη. Η μονάδα βάρους είναι το newton. Ένα newton ισοδυναμεί με 0,102 kg. Η διαφορά ανάμεσα στο βάρος και στη μάζα είναι ότι το βάρος ενός αντικειμένου ποικίλλει ανάλογα με τη δύναμη της βαρύτητας, ενώ η μάζα του παραμένει σταθερή. Για παράδειγμα, ένα αντικείμενο έχει μικρότερο βάρος στη Σελήνη απ' ότι στη Γη, γιατί η δύναμη της βαρύτητας είναι μικρότερη στη Σελήνη, αλλά το αντικείμενο αυτό έχει την ίδια μάζα και στα δύο μέρη.

Πολλές νόσοι προκαλούν μεταβολές στο βάρος του σώματος (ΒΣ): για παράδειγμα, το

ΒΣ μειώνεται στη νόσο του Addison, στο AIDS, στον καρκίνο, στη χρόνια διάρροια, στις χρόνιες λοιμώξεις, στον μη αντιμετωπιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι, στην ανορεξία, στην παρατεταμένη γαλουχία, στον μαρασμό, στην απόφραξη του πυλωρού ή του θωρακικού πόρου, στον λιμό, στη φυματίωση και στο πεπτικό έλκος.

Το φυσιολογικό βάρος εξαρτάται από το σκελετό του ατόμου.

Aliases (separate with |): weight|βάρος σώματος
βαρύ ύδωρ

ΣΥΜΒ.: D2O. Ισοτοπική μορφή νερού, ειδικότερα το οξείδιο του δευτε-ρίου στο οποίο το υδρογόνο έχει αντικατασταθεί από το ισότοπο του, το δευτέριο. Οι ιδιότητές του διαφέρουν από αυτές του φυσιολογικού ύδατος στο ότι το βαρύ ύδωρ έχει υψηλότερο σημείο πήξης και βρασμού και στο ότι δεν μπορεί να υποστηρίξει τη ζωή.

Aliases (separate with |): Βαρύ ύδωρ
βασικοκυτταρικό καρκίνωμα

Μορφή καρκίνου του δέρματος, που αναπτύσσεται αργά και είναι ιάσιμη σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις με χειρουργική ή άλλη τοπική θεραπεία.

Aliases (separate with |): Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
βασικός μεταβολισμός

Η ενέργεια που απαιτείται για τη διατήρηση των βασικών λειτουργιών από ένα άτομο το οποίο βρίσκεται σε ηρεμία αλλά δεν κοιμάται. Η BEE (εκφραζόμενη σε θερμίδες) μπορεί να υπολογιστεί με βάση τις εξισώσεις των Harris- Benedict. Οι εξισώσεις αυτές συνυπολογίζουν το φύλο, την ηλικία, το ύψος και το βάρος. Εάν το άτομο είναι καθιστό, εκτελεί μέτρια δραστηριότητα ή πολύ έντονη δραστηριότητα, η BEE επαυξάνεται κατά 30%, 40% ή 50% αντίστοιχα.

Η εξίσωση Harris-Benedict συνυπολογίζει το B (βάρος σε Kg), το Y (ύψος σε cm) και την H (ηλικία σε έτη). Διαμορφώνεται ως εξής:

Για τις γυναίκες: BEE = 6,55 + (9,6 Χ B) + (1,8 X Y) - (4,7 X H)

Για τους άνδρες: BEE = 6,6 + (13,7 Χ Β) + (5 Χ Υ) - (6,8 Χ Η).

Οι νοσηλευόμενοι ασθενείς που δεν υπόκεινται σε στρες απαιτούν 20% περισσότερες θερμίδες από τις βασικές τους ανάγκες.

Η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται κατά 13% πάνω από το βασικό μεταβολισμό για κάθε βαθμό αύξησης της θερμοκρασίας του σώματος. Οι ασθενείς με εγκαύματα ή τραύματα απαιτούν 40-100% περισσότερες θερμίδες απ ό,τι ο βασικός τους μεταβολισμός.

Aliases (separate with |): energy expenditure, basal|Βασικός μεταβολισμός
βηματοδότης
  1. Οτιδήποτε επηρεάζει τη συχνότητα ή το ρυθμό πραγματοποίησης κάποιας δραστηριότητας ή διαδικασίας.

  2. Στην καρδιολογία, ένα εξειδικευμένο κύτταρο ή ομάδα κυττάρων που παράγουν αυτόματα ερεθίσματα, τα οποία διαδίδονται σε άλλες περιοχές της καρδιάς. Ο φυσικός βηματοδότης της καρδιάς είναι ο φλεβοκολπικός κόμβος ή φλεβόκομβος, μια ομάδα κυττάρων στο δεξιό καρδιακό κόλπο, κοντά στην είσοδο της άνω κοίλης φλέβας.

  3. Γενικά αποδεκτή ονομασία για τον τεχνητό καρδιακό βηματοδότη.

Aliases (separate with |): pacemaker|Βηματοδότης
βηματοδοτικός κωδικός

Κωδικός από 3 μέχρι 5 γράμματα που χρησιμοποιείται για την περιγραφή του τύπου και της λειτουργίας του βηματοδότη. Το πρώτο γράμμα αναφέρεται στο θάλαμο ή τους θαλάμους που ρυθμίζονται: V (ventricle) για την κοιλία, A (atrium) για τον κόλπο, ή D (dual) για ρύθμιση και των δύο θαλάμων. Το δεύτερο γράμμα, που μπορεί επίσης να είναι V, A ή D, αναφέρεται στο θάλαμο από τον οποίο ανιχνεύεται η εγγενής ηλεκτρική δραστηριότητα. Το τρίτο γράμμα υποδεικνύει τον τύπο της ανταπόκρισης στην ανιχνευόμενη ηλεκτρική δραστηριότητα. Το Ο σημαίνει καμία ανταπόκριση στην ανιχνευόμενη ηλεκτρική δραστηριότητα· το I, αναστολή της βηματοδοτικής δραστηριότητας· το Τ, επαγωγή της λειτουργίας του βηματοδότη· και το D, ότι μια διπλή ανταπόκριση στην αυτόματη κολπική και κοιλιακή δραστηριότητα αναστέλλει την κοιλιακή και κολπική βηματοδότηση. Το τέταρτο γράμμα, χρησιμοποιούμενο προγενέστερα για την περιγραφή προγραμματιζόμενων λειτουργιών, σήμερα υποδεικνύειτη διακύμανση της συχνότητας της βηματοδότησης σύμφωνα με τις μεταβολικές ανάγκες. Ένα πέμπτο γράμμα μπορεί να υποδηλώνει τη δυνατότητα αντιταχυκαρδιακής βηματοδότησης, αλλά αυτή συχνότερα είναι ενσωματωμένη στους αυτόματους εμφυτεύσιμους απινιδιστές.

Aliases (separate with |): Βηματοδοτικός κωδικός
βήτα καροτίνη

Μια κίτρινο-πορτοκαλί χρωστική που ανευρίσκεται στα φρούτα και τα λαχανικά. Είναι η πιο συνήθης πρόδρομη ουσία της βιταμίνης Α. Η καθημερινή ανάγκη σε βιταμίνη Α μπορεί να καλυφθεί με τη λήψη βήτα-καροτίνης.

ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ: Η λήψη μεγάλων δόσεων βιταμίνης Α, είτε οξέως, είτε χρονίως, προκαλεί μεταξύ άλλων δερματική και ηπατική βλάβη. Τα συμπληρώματα β καροτίνης αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου μεταξύ των καπνιστών και δεν έχουν γνωστές ωφέλιμες επιδράσεις στους μη καπνιστές.

ΩΦΕΛΗ: Η πλούσια διατροφή σε βήτα καροτίνη σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο συγκεκριμένων καρκίνων.

ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ: η δραστικότητα της βιταμίνης Α στα τρόφιμα εκφράζεται ως ισοδύναμα ρετινόλης (RE). Έξι mg βήτα καροτίνης ισούνται με 1 μg ρετινόλης ή 1 RE.

Aliases (separate with |): Βήτα καροτίνη
βιοανάδραση

Πρόγραμμα εκπαίδευσης, το οποίο σχεδιάστηκε για να αναπτύξει την ικανότητα ενός ατόμου να ελέγχει το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Μετά από την εκμάθηση της τεχνικής, ο ασθενής δύναται να ελέγχει την καρδιακή συχνότητα, την αρτηριακή πίεση και τη θερμοκρασία του δέρματος ή να χαλαρώνει συγκεκριμένους μυς. Ο ασθενής εκπαιδεύεται με τη χρήση συσκευών παρακολούθησης, οι οποίες παράγουν έναν ήχο, όταν λαμβάνουν χώρα αλλαγές στον παλμό, στην αρτηριακή πίεση, στα εγκεφαλικά κύματα και στις μυϊκές συσπάσεις. Στη συνέχεια, ο ασθενής προσπαθεί να αναπαράγει τις καταστάσεις που προκάλεσαν τις επιθυμητές αλλαγές.

Aliases (separate with |): Βιοανάδραση
βιοχημικός έλεγχος αίματος

Περιλαμβάνει μετρήσεις ηλεκτρολυτών και πρωτεϊνών και έλεγχο της ηπατικής, νεφρικής και θυρεοειδικής λειτουργίας. Τα αποτελέσματα βγαίνουν την ίδια ημέρα ή την επόμενη.

Aliases (separate with |): Βιοχημικός έλεγχος αίματος
βιοψία

Η λήψη αντιπροσωπευτικού ιστικού δείγματος για μικροσκοπική εξέταση, συνήθως για την επιβεβαίωση μιας διάγνωσης. Ο ιστός μπορεί να ληφθεί χειρουργικά ή με τη χρήση μιας σύριγγας και μιας βελόνας. Η όλη διαδικασία μπορεί να εκτελεστεί με τη βοήθεια αξονικής τομογραφίας, υπερηχογραφίας, μαγνητικής τομογραφίας ή ακτινογραφίας ή μπορεί να εκτελεστεί χωρίς απεικονιστική μέθοδο (δηλ. "τυφλά").

Aliases (separate with |): Βιοψία
βισμούθιο

Σύμβολο: Bi.

Αργυρόχρουν μεταλλικό στοιχείο, με ατομικό βάρος 208.980 και ατομικό αριθμό 83. Οι χημικές του ενώσεις χρησιμοποιούνται ως προστατευτικό μέσο για τις φλεγμαίνουσες επιφάνειες. Τα άλατα του χρησιμοποιούνται ως στυπτικό μέσο και ως θεραπεία για τη διάρροια.

Aliases (separate with |): Βισμούθιο
βιταμίνη

Συμπληρωματική, αλλά ζωτικής σημασίας θρεπτική ουσία που δρα ως συνένζυμο ή συμπαράγοντας σε μια απαραίτητη μεταβολική αντίδραση. Μικρές ποσότητες της ουσίας συμβάλλουν σε βιολογικές αντιδράσεις, όπως οι οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις, η σύνθεση νουκλεϊκών οξέων, αιμοσφαιρίνης, παραγόντων πήξης ή κολλαγόνου. Η ανεπάρκεια βιταμινών μπορεί να προκαλέσει αναγνωρισμένα σύνδρομα (πχ., σκορβούτο [ανεπάρκεια βιταμίνης C], ή Beri-beri [ανεπάρκεια θειαμίνης]). Σε αντίθεση με τις πρωτεΐνες, τους υδατάνθρακες, τα λίπη και τα οργανικά άλατα, οι βιταμίνες δεν αποτελούν πηγή ενέργειας ή στοιχεία των σωματικών δομών. Αντίθετα, επιταχύνουν ή διευκολύνουν τις βιοχημικές αντιδράσεις που αφορούν αυτά τα μόρια.

Μόνο οι βιταμίνες A, D και Κ συντίθενται στο σώμα. Οι υπόλοιπες πρέπει να προσλαμβάνονται με τη διατροφή. Η βιταμίνη Α σχηματίζεται από την πρόδρομη ουσία της, την καρωτίνη· η βιταμίνη D σχηματίζεται από την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας στο δέρμα· και η βιταμίνη Κ σχηματίζεται από τη συμβιωτική δράση βακτηρίων στο έντερο. Ένα σύνηθες σύστημα ταξινόμησης διακρίνει τις λιποδιαλυτές βιταμίνες (Α, D, E, K) από τις υδατοδιαλυτές (Β και C). Οι λιποδιαλυτές βιταμίνες απορροφώνται ανεπαρκώς στην περίπτωση που το άτομο πάσχει από κάποια νόσο που παρεμβαίνει στην πέψη των λιπών, όπως είναι η στεατόρροια., αλλά συσσωρεύονται σε όργανα, όπως το ήπαρ, στην περίπτωση υπέρμετρης πρόσληψής τους. Οι υδατοδιαλυτές βιταμίνες χάνονται εύκολα από το σώμα με τα ούρα και τον ιδρώτα και είναι πιθανότερο να παρουσιάσουν έλλειψη παρά υπερεπάρκεια.

Οι ανάγκες κάποιου σε βιταμίνες αυξάνουν σε καταστάσεις, στις οποίες εξαντλούνται τα αποθέματά τους στον οργανισμό, όπως στην κύηση και στο θηλασμό, στον αλκοολισμό και σε εμπύρετες νόσους. Ορισμένα φάρμακα εμποδίζουν τη δράση συγκεκριμένων βιταμινών ή δημιουργούν νόσους που μπορούν να προληφθούν με τη συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ισονιαζίδη για τη φυματίωση, για παράδειγμα, η συμπληρωματική χορήγηση πυριδοξίνης είναι απαραίτητη για την πρόληψη περιφερικής νευροπάθειας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Παράρτημα Βιταμινών για σημεία και συμπτώματα ανεπάρκειας βιταμινών.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη
βιταμίνη Α

Μια λιποδιαλυτή βιταμίνη που σχηματίζεται στο σώμα από την α, β και γ καρωτίνη, τις κίτρινες χρωστικές των φυτών. Είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική αύξηση και ανάπτυξη, τη φυσιολογική λειτουργία και ακεραιότητα των επιθηλιακών ιστών, το σχηματισμό χρωστικής της όρασης και τη φυσιολογική ανάπτυξη των οστών και των οδόντων. Αποθηκεύεται στο ήπαρ. H συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη για τους ενήλικες είναι 1000mg. H ρετινόλη είναι η μορφή της βιταμίνης Α που ανευρίσκεται στα θηλαστικά. Ένα ισοδύναμο ρετινόλης αντιστοιχεί με 6 mg β-καρωτίνης. H υπερβολική λήψη βιταμίνης Α μπορεί να προκαλέσει οξεία ή χρόνια προβλήματα και να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου στους καπνιστές.

ΠHΓΕΣ: Το βούτυρο, το φυσικό λίπος γάλακτος, ο κρόκος αυγού και το μουρουνέλαιο αποτελούν πλούσιες πηγές. H βιταμίνη βρίσκεται επίσης στο συκώτι, στα πράσινα και κίτρινα φυλλώδη λαχανικά, στα δαμάσκηνα, στον ανανά, στα λεμόνια και στα πεπόνια.

ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ: Αυτή η βιταμίνη ανθίσταται στο βρασμό για μικρό χρονικό διάστημα, αν δεν εκτεθεί σε οξείδωση. Είναι αρκετά σταθερή σε σύντομη έκθεση στη θερμότητα, αλλά όχι σε συνεχείς υψηλές θερμοκρασίες (άνω των 100 °C).

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ: H ανεπάρκεια βιταμίνης Α προκαλεί διαταραχή στην ανάπτυξη, αυξημένη ευαισθησία στις λοιμώξεις και διαταραχή της θρέψης του κερατοειδή, του επιπεφυκότα, της τραχείας, των θυλάκων των τριχών και της νεφρικής πυέλου. Ως εκ τούτου, αυτοί οι ιστοί παρουσιάζουν αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις. H ανεπάρκεια βιταμίνης Α προκαλεί επιπλέον δυσκολία στην προσαρμογή των οφθαλμών στο σκοτάδι (νυκταλωπία) και έκπτωση της οπτικής οξύτητας. Τα παιδιά που πάσχουν από ανεπάρκεια βιταμίνης Α εμφανίζουν μειωμένη αύξηση και ανάπτυξη.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη Α
βιταμίνη Β12 ή κυανοκοβαλαμίνη

Πρόκειται για κόκκινη κρυσταλλική ουσία, ένα κοβαμίδιο, που προέρχεται από το ήπαρ και είναι απαραίτητη για το σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων. H ανεπάρκειά της προκαλεί κακοήθη αναιμία. Χρησιμοποιείται για την πρόληψη και θεραπεία της κακοήθους αναιμίας και άλλων ασθενειών που οφείλονται σε διαταραχή του σχηματισμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων. H συνιστώμενη ημερήσια δόση για τους ενήλικες είναι 2 μg. Οι όροι βιταμίνη Β12 και κυανοκοβαλαμίνη χρησιμοποιούνται εναλλάξ ως γενικοί όροι όλων των κοβαμιδίων που είναι ενεργά στους ανθρώπους.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη Β12 ή κυανοκοβαλαμίνη
βιταμίνη Ε

Βιταμίνη που αποτελείται από 8 συστατικά: 4 τοκοφερόλες (από τις οποίες η ατοκοφερόλη είναι η πιο κοινή) και 4 τοκοτριενόλες. H βιταμίνη Ε αποτελεί αντιοξειδωτική ουσία, που βρίσκεται σε πολλά είδη διατροφής. H ανεπάρκειά της στο γενικό πληθυσμό είναι σπάνια. Υπερβολικές δόσεις (100mg/kg/ημέρα) σε νεογνά χαμηλού βάρους έχουν συσχετιστεί με ανάπτυξη νεκρωτικής εντεροκολίτιδας και σήψης. H μέγιστη ημερήσια συνιστώμενη πρόσληψη είναι 10 mg για τους άνδρες και 8 mg για τις γυναίκες.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη Ε
βιταμίνη Κ

Αντιαιμορραγικός παράγοντας που έχει παρόμοια δράση με ουσίες που προέρχονται από τη ναφθοκινόνη. H βιταμίνη K, που είναι λιποδιαλυτή, ανευρίσκεται στο τριφύλλι, στα λίπη, στη βρώμη, στα σιτηρά και στη σίκαλη. H βιταμίνη Κ2 βρίσκεται στα ψάρια. H βιταμίνη Κ συντίθεται ως δισουλφιδικό νάτριο της μεναδιόνης. H βιταμίνη Κ είναι απαραίτητη για τη σύνθεση των παραγόντων πήξης VII, IX, X και της προθρομβίνης από το ήπαρ. H ανεπάρκεια της προκαλεί παρατεταμένο χρόνο πήξης και αιμορραγία. Ο ρόλος της στο μεταβολισμό των οστών συνίσταται στη μετατροπή της οστεοκαλσίνης στην ενεργή μορφή της και στη συμμετοχή της στην δράση της επιθηλιακής GIa-πρωτεΐνης (MGP) στα οστά, τα δόντια και τους χόνδρους. Στο νεφρό εμποδίζει το σχηματισμό λίθων οξαλικού ασβεστίου. Φαίνεται ότι ασκεί κάποιο ρόλο στη λήψη οπτικών σημάτων από τον αμφιβληστροειδή. Στα νεογέννητα, το γαστρεντερικό σύστημα είναι στείρο μέχρι τη λήψη τροφής και την αποίκησή του από μικρόβια. Επειδή αυτή η βακτηριακή πηγή της βιταμίνης Κ δεν είναι άμεσα διαθέσιμη, συνιστάται η ενδομυϊκή χορήγηση 1mg υδατοδιαλυτής βιταμίνης Κι (φυτοναδιόνη) σε όλα τα νεογνά. Μεγάλες δόσεις βιταμίνης Κ μπορεί να προκαλέσουν αιμόλυση σε άτομα με έλλειψη G6PD, αλλά και σε μερικά υγιή άτομα. Μεγάλες δόσεις σε νεογέννητα προκαλούν αναιμία και πυρηνικό ίκτερο. Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη είναι 65 μg για τις γυναίκες και 80μ§ για τους άνδρες.

ΔΡΑΣΗ/ΧΡΗΣΕΙΣ: Η βιταμίνη Κ βοηθά στην εξάλειψη της παρατεταμένης αιμορραγίας σε χειρουργικές επεμβάσεις και στο χοληφόρο σύστημα ασθενών με ίκτερο. Η έκκριση χολικών αλάτων είναι απαραίτητη για την απορρόφησή της.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη Κ
βλάβη
  1. Μια αφορισμένη περιοχή παθολογικά τροποποιημένου ιστού.
  2. Ένα τραύμα ή πληγή.
  3. Μια λοιμώδης κηλίδα σε μια δερματική νόσο. Οι πρωτοπαθείς ή αρχικές βλάβες περιλαμβάνουν σπίλους, κυστίδια, κύστεις ή πομφόλυγες, σκληρά έλκη, φλύκταινες, βλατίδες, φυμάτια, πομφούς και όγκους. Οι δευτεροπαθείς βλάβες αποτελούν το αποτέλεσμα των πρωτοπαθών. Μπορεί να είναι εφελκίδες, εκδορές, ραγάδες, μελαγχρωματώσεις, φολίδες, ουλές και εξελκώσεις.
Aliases (separate with |): lesion|Βλάβη
βλαστοκύστη

Στην ανάπτυξη των εμβρύων των θηλαστικών, το στάδιο που ακολουθεί το μορίδιο. Αποτελείται από μια εξωτερική στοιβάδα, την τροφοβλάστη, και μια εσωτερική κυτταρική μάζα, από την οποία αναπτύσσεται το έμβρυο. Η εσωκλειόμενη κοιλότητα αποτελεί τη βλαστική κοιλότητα. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνει χώρα η εμφύτευση στο ενδομήτριο.

Aliases (separate with |): Βλαστοκύστη
βλέννη

Ένα παχύρρευστο υγρό που εκκρίνεται από τους βλεννογόνους και τους αδένες και αποτελείται από βλεννίνη, λευκοκύτταρα, ανόργανα άλατα, νερό και επιθηλιακά κύτταρα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σχεδόν κολλώδες έκκριμα των υπογλώσσιων και υπογνάθιων αδένων.

Aliases (separate with |): Βλέννη
βλεννογόνος υμένας

Μια βλεννογόνος μεμβράνη ή υγρή στιβάδα ιστού, η οποία επενδύει τα κοίλα όργανα και τις κοιλότητες του σώματος που επικοινωνούν με το περιβάλλον. Αποτελείται από μια επιθηλιακή στιβάδα σε μία βασική μεμβράνη και μια στιβάδα συνδετικού ιστού. Ο ιστός που επενδύει τον πεπτικό σωλήνα περιέχει επίσης ένα στρώμα λείων μυών που λέγεται μυϊκή στοιβάδα του βλεννογόνου. Ο τύπος του επιθηλίου, το πάχος και η παρουσία ή η απουσία αδένων ποικίλλουν ανάλογα με τη λειτουργία και την εντόπιση του βλεννογόνου.

Aliases (separate with |): mucosa|Βλεννογόνος υμένας
βλεννολυτικό ένζυμο

Ένζυμο αποπολυμερισμού της βλέννης, που προκαλεί διάσπαση των βλεννοπρωτεϊνών. Παραδείγματα τέτοιου ενζύμου είναι η λυσοζύμη και η υαλουρονιδάση.

Aliases (separate with |): Βλεννολυτικό ένζυμο
βλεννοπολυσακχαρίδωση

Μια ομάδα κληρονομούμενων διαταραχών που χαρακτηρίζονται από ανεπάρκεια ενζύμων, τα οποία είναι απαραίτητα για την αποδόμηση των πολυσακχαριτών θειική ηπαράνη, θειική δερματάνη και θειική κερατάνη. Αυτές οι ουσίες εκκρίνονται σε υπερβολικές ποσότητες στα ούρα και συσσωρεύονται συνήθως στα μακροφάγα, στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στα ενδοθηλιακά κύτταρα, στα λεία μυϊκά κύτταρα του έσω αγγειακού χιτώνα και στους ινοβλάστες σε όλο το σώμα. Κλινικές αλλοιώσεις συνήθως δεν είναι εμφανείς στη γέννηση, αλλά η κληρονομούμενη ανεπάρκεια μπορεί να διαγνωσθεί πριν από τη γέννηση, καλλιεργώντας κύτταρα αμνιακού υγρού και εξετάζοντάς τα για συγκεκριμένη ενζυμική δραστηριότητα. Μετά τη γέννηση οι καταστάσεις αυτές μπορούν να διαγνωσθούν με εξέταση καλλιεργημένων ινοβλαστών του δέρματος για συγκεκριμένα ένζυμα. Κάποιες MPS μπορεί να αντιμετωπιστούν με μεταμόσχευση μυελού των οστών.

Aliases (separate with |): mucopolysaccharidosis|Βλεννοπολυσακχαρίδωση
βλεφαρίτιδα

Ελκωτική ή μη ελκωτική φλεγμονή των θυλακίων των βλεφαρίδων και των αδένων κατά μήκος των βλεφάρων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα βλέφαρα είναι ερυθρά, ευαίσθητα και ερεθισμένα, με κολλώδες έκκριμα και απολέπιση στις άκρες. Μπορεί να λάβει χώρα αναστροφή των βλεφάρων, δακρύρροια και απώλεια των βλεφαρίδων. Οι κύστες των μεϊβομιανών αδένων σχετίζονται με βλεφαρίτιδα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ελκωτική μορφή προκαλείται συνήθως από λοίμωξη με σταφυλόκοκκους. Η αιτία της μη ελκωτικής μορφής είναι συχνά άγνωστη. Μπορεί να οφείλεται σε αλλεργία ή στην έκθεση στη σκόνη, στον καπνό ή σε ερεθιστικές χημικές ουσίες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς διδάσκονται με ποιο τρόπο να κρατούν το κεφάλι τους, τα φρύδια τους και τα βλέφαρά τους καθαρά και να αποφεύγουν το τρίψιμο των ματιών με τα χέρια τους. Δίνεται έμφαση στο πλύσιμο των χεριών πριν την περιποίηση των βλεφάρων, καθώς και στο επαναληπτικό πλύσιμο τους μετά από αυτήν, ώστε να αποτραπεί η εξάπλωση της λοίμωξης. Πριν αφαιρεθούν οι κρούστες με ένα μαλακό, υγρό πανί, μπορούν να μαλακώσουν με μια ζεστή γάζα, εμποτισμένη σε φυσιολογικό ορό. Οι αντιβιοτικές αλοιφές εφαρμόζονται στην άκρη του βλεφάρου ως μια στενή λωρίδα, ξεκινώντας από τον έσω κανθό του οφθαλμού και συνεχίζοντας προς τον έξω. Το σωληνάριο της αλοιφής δεν θα πρέπει να έρθει σε επαφή με το βλέφαρο ή την επιφάνεια του ματιού.

Aliases (separate with |): Βλεφαρίτιδα
βουβωνοκήλη

Η προεκβολή του σάκου μιας κήλης που περιέχει ενδοπεριτοναϊκά περιεχόμενα (π.χ., έντερο, επίπλουν, ωοθήκη, κλπ.) στον επιφανειακό βουβωνικό δακτύλιο. Σε μία λοξή βουβωνοκήλη, ο σάκος προβάλλει διαμέσου του έσω βουβωνικού δακτυλίου στον βουβωνικό πόρο και συχνά κατέρχεται στο όσχεο. Σε μία ευθεία βουβωνοκήλη, ο σάκος προβάλλει διαμέσου του κοιλιακού τοιχώματος στο τρίγωνο Hesselbach, μία περιοχή που αφορίζεται από τον ορθό κοιλιακό μυ, το βουβωνικό σύνδεσμο και τα κάτω επιγάστρια αγγεία. Μία παραλλαγή της λοξής βουβωνοκήλης είναι η κατ' επολίσθηση κήλη, στην οποία ένα τμήμα του τοιχώματος του προβάλλοντος τυφλού ή σιγμοειδούς κόλου είναι μέρος του σάκου, ενώ ο υπόλοιπος αποτελείται από τοιχωματικό περιτόναιο. Οι ευθείες και λοξές βουβωνοκήλες και οι μηροκήλες αναφέρονται συλλογικά ως κήλες της βουβωνικής χώρας. Οι βουβωνοκήλες αντιπροσωπεύουν περίπου το 80% όλων των κήλων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά: Η χειρουργική επέμβαση και η αναμενόμενη μετεγχειρητική πορεία εξηγούνται στον ασθενή· αυτή η συζήτηση πρέπει να προσαρμοστεί στην ηλικία του ασθενή, στο επίπεδο κατανόησης, τη μορφή της κήλης και στην προγραμματισμένη αποκατάσταση. Πρέπει να λαμβάνεται μία υπογεγραμμένη φόρμα συναίνεσης. Ο ασθενής πρέπει να κατανοήσει ότι η εγχείρηση θα αποκαταστήσει την ανωμαλία που προκλήθηκε από την κήλη, αλλά μπορούν να συμβούν και χειρουργικές αποτυχίες. Εάν ο ασθενής υφίσταται προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση, η ανάρρωση είναι συνήθως ταχεία· εάν δεν παρουσιαστούν επιπλοκές, ο ασθενής πιθανόν να επιστρέψει στο σπίτι την ίδια μέρα με την εγχείρηση και συνήθως μπορεί να ξαναρχίσει την φυσιολογική δραστηριότητα εντός 4 έως 6 εβδομάδων. Ασθενείς που υφίστανται έκτακτη εγχείρηση για μία περισφιγμένη κήλη μπορεί να συνεχίσουν να νοσηλεύονται ανάλογα με τον βαθμό εντερικής προσβολής. Ο ασθενής προετοιμάζεται για την εγχείρηση.

Μετεγχειρητικά: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία. Ο ασθενής καθοδηγείται όσον αφορά στην αλλαγή θέσης για την αποφυγή άσκησης περιττής τάσης στην περιοχή του τραύματος. Μπορεί να χορηγηθούν μαλακτικά κοπράνων για την αποτροπή της έντασης κατά τη διάρκεια της αφόδευσης και ο ασθενής πληροφορείται σχετικά με τη χρήση τους. Ενθαρρύνεται η πρώιμη βάδιση, αλλά άλλες σωματικές δραστηριότητες τροποποιούνται σύμφωνα με της οδηγίες του χειρουργού. Παρέχονται σε καθημερινή βάση παρακολούθηση της λειτουργίας της κύστης, φροντίδα των τραυμάτων και χορήγηση αναλγητικών. Δίνονται οδηγίες για το σπίτι σύμφωνα με τις εντολές του χειρουργού.

Aliases (separate with |): hernia|inguinal|Βουβωνοκήλη
βραχυθεραπεία

Τύπος ακτινοθεραπείας με χρήση ραδιενεργούς πηγής, που εμφυτεύεται στον όγκο. Με τον τρόπο αυτό, χορηγείται υψηλή (αλλά αυστηρά εντοπισμένη) δόση ακτινοβολίας στον όγκο και διαφυλάσσονται οι παρακείμενοι υγιείς ιστοί από την σοβαρή έκθεση στην ακτινοβολία.

Aliases (separate with |): Βραχυθεραπεία
βρογχιεκτασία

Χρόνια διάταση του βρόγχου ή των βρόγχων, συνήθως στα κατώτερα τμήματα των πνευμόνων, η οποία προκαλείται από τα καταστροφικά αποτελέσματα μακροχρόνιας φλεγμονής.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο χρόνιος βήχας, η παραγωγή πτυέλων, η δύσπνοια και ο συριγμός είναι συχνά συμπτώματα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος μπορεί να είναι επίκτητη ή συγγενής και μπορεί να προσβάλλει τον έναν ή και τους δύο πνεύμονες. Η επίκτητη βρογχεκτασία λαμβάνει συνήθως χώρα δευτεροπαθώς σε περίπτωση απόφραξης ή λοίμωξης, όπως η βρογχοπνευμονία, η χρόνια βρογχίτιδα, η φυματίωση, η κυστική ίνωση ή ο κοκκύτης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση αντιβιοτικών, στην προφύλαξη και στην παροχέτευση θέσεως. Σε επιλεγμένους ασθενείς, ενδέχεται να γίνει εκτομή των προσβεβλημένων περιοχών. Αν υπάρχει βρογχόσπασμος, τα βρογχοδιασταλτικά μπορούν να φανούν χρήσιμα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής αξιολογείται για την ύπαρξη ή την επιδείνωση της αναπνευστικής δυσχέρειας. Ελέγχεται η αναπνευστική συχνότητα, ο τύπος αναπνοής και η προσπάθεια που καταβάλλεται για αυτήν, γίνεται ακρόαση των πνευμόνων και επισκοπούνται τα πτύελα για αλλαγές της ποσότητάς τους, του χρώματος ή της γλοιότητάς τους. Ο πνευμονολόγος αξιολογεί την ανταλλαγή των αερίων με τον έλεγχο των αερίων αίματος και χορηγεί οξυγόνο ανάλογα με το πρωτόκολλο ή με τις ανάγκες του ασθενούς. Ο ασθενής ελέγχεται για επιπλοκές, όπως η πνευμονική καρδία. Ο ασθενής θα πρέπει να αυξήσει τη λήψη υγρών από το στόμα και θα πρέπει να του επιδειχθεί πώς να χρησιμοποιεί τη συσκευή ύγρανσης ή τον νεφελοποιητή, για τη ρευστοποίηση των πυκνών εκκρίσεων. Ο ασθενής εκπαιδεύεται επίσης να αναπνέει βαθιά και να βήχει αποτελεσματικά. Η αναπνευστική φυσιοθεραπεία είναι πιο αποτελεσματική και λιγότερο ενοχλητική, αν εκτελείται το πρωί, μισή ώρα πριν τα γεύματα και πριν την κατάκλιση. Η νοσηλεύτρια ή ο φυσιοθεραπευτής αναρροφά τον στοματοφάρυγγα, αν ο ασθενής δεν μπορεί να καθαρίσει τους αεραγωγούς και δείχνει στον ασθενή και την οικογένειά του τον τρόπο να το κάνει μόνος του. Εξηγείται η ανάγκη για συχνή υγιεινή του στόματος, προς απομάκρυνση δύσοσμων εκκρίσεων και αποτροπής της ανορεξίας. Επίσης, ο ασθενής διδάσκεται να αποβάλλει τις εκκρίσεις, να καθαρίζει τα αντικείμενα που έχουν επιμολυνθεί από αυτές και να πλένει τα χέρια του σχολαστικά, ώστε να αποφύγει τη μετάδοση λοιμώξεων. Οι ρυπογόνες ουσίες του αέρα και τα άτομα με λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού θα πρέπει να αποφεύγονται. Αν καπνίζει ο/η ασθενής, θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ένα πρόγραμμα διακοπής του καπνίσματος ή να ξεκινήσει θεραπεία με αυτοκόλλητα νικοτίνης. Χορηγούνται φάρμακα, όπως αντιβιοτικά, βρογχοδιασταλτικά και αποχρεμπτικά και ενημερώνονται οι ασθενείς και οι οικογένειές τους σχετικά με τη δράση τους, τη χρήση τους και τις παρενέργειές τους. Ο ασθενής συμβουλεύεται να μη λαμβάνει φάρμακα χωρίς την έγκριση του ιατρού. Υποστηρικτική φροντίδα παρέχεται για να βοηθήσει τον ασθενή να προσαρμοστεί στις αλλαγές του τρόπου ζωής που απαιτεί η ανεπανόρθωτη βλάβη του πνεύμονα. Αν προγραμματιστεί χειρουργική επέμβαση, ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και συναισθηματικά. Προγραμματίζεται προεγχειρητική και μετεγχειρητική φροντίδα και παρακολουθείται η κατάσταση του ασθενούς για την αποτροπή επιπλοκών.

Aliases (separate with |): bronchiectasis|Βρογχιεκτασία
βρογχιολίτιδα

Οξεία φλεγμονή των βρογχιολίων σε παιδιά ηλικίας μέχρι 2 ετών, με μεγαλύτερη επίπτωση σε βρέφη ηλικίας 6 μηνών. Οι περισσότερες περιπτώσεις λαμβάνουν χώρα τους χειμερινούς μήνες και νωρίς την άνοιξη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV) ευθύνεται για το 50% των περιπτώσεων. Άλλοι ιοί (ιός παραϊνφλουέντσας, αδενοϊοί) και είδη μυκοπλάσματος είναι υπεύθυνοι για τις υπόλοιπες περιπτώσεις. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι τα βακτήρια ενδέχεται να προκαλούν τη νόσο ή ότι τα αντιβιοτικά τη θεραπεύουν.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Πρώτα εμφανίζονται συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό (συνάχι, πταρμός), τα οποία αντικαθίστανται γρήγορα από τα χαρακτηριστικά σημεία της νόσου, δηλ. την αναπνευστική δυσχέρεια με την ταχύπνοια και τον συριγμό. Ο συριγμός είναι το χαρακτηριστικό που προσδίδει στη νόσο το συχνά χρησιμοποιούμενο όνομα «βρεφικό άσθμα». Μερικά βρέφη, ειδικά αυτά που είναι μερικών μηνών, αναπτύσσουν σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια με υποξία και ασθμαίνουσες αναπνοές και χρήζουν εισαγωγής στο νοσοκομείο, οξυγόνου και μηχανικής αναπνοής. Οι ακτινογραφίες θώρακος δείχνουν υπεραερισμό των πνευμόνων, με διάσπαρτες περιοχές πνευμονίας ή/και ατελεκτασία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα βρέφη με μέτρια ή επιδεινούμενη αναπνευστική δυσχέρεια θα πρέπει να εισαχθούν στο νοσοκομείο για παρακολούθηση, αναπνευστική αγωγή και οξυγόνο. Το εάν τα βρογχοδιασταλτικά, όπως η νεφελοποιημένη αλβουτερόλη, παίζουν κάποιο ρόλο στη θεραπεία, αποτελεί ακόμα θέμα συζήτησης, αλλά χρησιμοποιούνται συχνά. Η ριμπαβαρίνη, μια νεφελοποιημένη αντιιική ουσία, χρησιμοποιείται σε σοβαρές περιπτώσεις βρογχιολίτιδας, λόγω αποδεδειγμένης λοίμωξης παιδιών ηλικίας κάτω των 2 ετών με τον συγκυτιακό αναπνευστικό ιό.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Το ποσοστό θνητότητας είναι κάτω από 1%, αλλά ένα σημαντικό ποσοστό των προσβεβλημένων παιδιών αναπτύσσει αντιδραστική πνευμονοπάθεια (δηλ. άσθμα) αργότερα στην παιδική ηλικία.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Προληπτικά φάρμακα έχουν αναπτυχθεί για βρέφη με βρογχοπνευμονική δυσπλασία και άλλες συγγενείς καρδιακές ή πνευμονικές παθήσεις. Αυτά τα φάρμακα περιλαμβάνουν το palivizumab, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα, και μια άνοση σφαιρίνη για τον RSV.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το βρέφος χρήζει στενής παρακολούθησης, λόγω των αναγκών που επιβάλλονται από την απόφραξη των αεραγωγών στο επίπεδο των βρογχιολίων. Το βρέφος παρακολουθείται για βαθμιαία αυξανόμενη αναπνευστική δυσχέρεια, παροξυσμικό βήχα, δύσπνοια και ευερεθιστότητα, καθώς και για ταχύπνοια με ερυθρότητα των ρουθουνιών, εισολκή των πλευρών και ρηχή αναπνοή.

Θα πρέπει να γίνεται επίκρουση από τη νοσοκόμα, τον φυσιοθεραπευτή ή τον γιατρό, για την εύρεση υπερτυμπανικότητας και διάσπαρτης πύκνωσης, καθώς και ακρόαση των πνευμόνων, για την ανεύρεση λεπτών τριζόντων, παρατεταμένης εκπνοής και εξαφάνισης του αναπνευστικού ψιθυρίσματος. Μπορεί να υπάρξει ακουστικός ή ακροαστικός συριγμός, καθώς και υπεραερισμός που οδηγεί σε αύξηση της προσθιοπίσθιας διαμέτρου και πτώση του διαφράγματος.

Οι γονείς ενημερώνονται όσον αφορά στην ανάγκη εισαγωγής στο νοσοκομείο και επεξηγείται η θεραπεία που θα εφαρμοστεί. Συζητείται η χρήση υγρών εισπνοών και οξυγόνου, όπως επίσης και η χρήση τεχνητής αναπνοής, αν καταστεί αναγκαία, και εκπαιδεύονται οι γονείς πώς να διατηρούν επαφή με το βρέφος τους. Οι γονείς θα πρέπει επίσης να καταλάβουν ότι η ταχύπνοια, η αδυναμία και η κόπωση περιορίζουν την ικανότητα του βρέφους να λαμβάνει υγρά για την ενυδάτωσή του σε επαρκείς ποσότητες, κι έτσι τα ενδοφλέβια υγρά θα χρησιμοποιούνται μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα. Από την στιγμή που οι γονείς αναμένουν τη χορήγηση φαρμάκων στο παιδί τους, η νοσηλεύτρια θα πρέπει να εξηγήσει γιατί δεν χορηγούνται αυτά (αντιβιοτικά, βρογχοδιασταλτικά, κορτικοστεροειδή, αντιβηχικά και αποχρεμπτικά) και να τους βοηθά να κατανοήσουν γιατί αντενδείκνυνται τα ηρεμιστικά, αν και η ανάπαυση αποτελεί σημαντικό τμήμα της θεραπείας. Η εισαγωγή στο νοσοκομείο είναι τραυματική για τους γονείς και το παιδί, ανάλογα με την ηλικία του και την σοβαρότητα της νόσου, κι έτσι παρέχεται υποστήριξη καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσης. Οι γονείς βοηθούνται να παράσχουν αγάπη, επαφή και φροντίδα στο παιδί τους, ενημερώνονται για το πώς πρέπει να έρχονται σε επαφή με τη νοσηλεύτρια, όταν θα πρέπει να λείψουν από την κούνια και τους παρέχεται βοήθεια στο να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη παλινδρόμηση της συμπεριφοράς.

Aliases (separate with |): bronchiolitis|Βρογχιολίτιδα
βρογχίτιδα

Φλεγμονή του βλεννογόνου των βρόγχων που προκαλείται από ερεθισμό ή λοίμωξη με κάποιο παθογόνο μικροοργανισμό. Η βρογχίτιδα μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η βρογχίτιδα προκαλείται από μικρόβια, όπως ιούς (ειδικά ρινοϊούς, ιούς της γρίπης Α και Β, ιό της παραϊνφλουέντσας, αδενοϊούς και αναπνευστικό συγκυτιακό ιό) ή λιγότερο συχνά από μυκόπλασμα, χλαμύδια, στερπτόκοκκκο, αιμόφιλο, Βramhanella ή σταφυλόκοκκο. Η λοίμωξη συχνά δεν διακρίνεται από το κοινό κρυολόγημα και συνήθως θεραπεύεται ως τέτοιο, εκτός αν υπάρχει πνευμονία. Ο οξύς βρογχικός ερεθισμός (μη λοιμώδης βρογχίτιδα) μπορεί επίσης να προκληθεί από την έκθεση σε διάφορες φυσικές και χημικές ουσίες, όπως η σκόνη, οι καπνοί ή η γύρη. Οι αλλεργίες και οι προϋπάρχουσες παθήσεις, όπως το άσθμα ή η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια μπορεί να είναι σημαντικοί παράγοντες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ιστορικό και καταγράφεται η χρήση καπνού, περιλαμβανομένου του τύπου, της διάρκειας και της συχνότητας. Ο υπολογισμός της ετήσιας κατανάλωσης πακέτων παρέχει σημαντικές πληροφορίες. Ο γιατρός αξιολογεί και άλλες γνωστές ερεθιστικές ουσίες και αλλεργιογόνα του αναπνευστικού, την εμφάνιση ή την επιδείνωση δύσπνοιας κατά τη σωματική άσκηση και τον παραγωγικό βήχα. Ο ασθενής αξιολογείται για αλλαγές της βασικής αναπνευστικής λειτουργίας, όπως η χρήση των βοηθητικών μυών της αναπνοής, η κυάνωση, η διάταση των τραχηλικών φλεβών, το οίδημα των κάτω άκρων, η παράταση του χρόνου εκπνοής, η ταχύπνοια και οι συρίττοντες ή τρίζοντες πνευμονικοί ήχοι. Συχνά, καταγράφεται το χρώμα και τα χαρακτηριστικά των πτυέλων (ενδέχεται όμως να έχουν μικρή διαγνωστική αξία). Περιστασιακά, εκτελούνται διάφορες εξετάσεις, όπως ανάλυση των αερίων αίματος, ακτινογραφία θώρακος, οξυμετρία, μετρήσεις της μέγιστης ροής, έλεγχος της πνευμονικής λειτουργίας και χρώση gram των πτυέλων. Αν οι παραπάνω εξετάσεις έχουν παραγγελθεί, επεξηγούνται στον ασθενή. Χορηγούνται αντισταμινικά, βρογχοδιασταλτικά, κορτικοστεροειδή, αποσυμφορητικά, αποχρεμπτικά και άλλα φάρμακα και καταγράφεται η αντίδραση του ασθενούς σε αυτά. Τα αντιβιοτικά σπάνια ενδείκνυνται. Οι καθημερινές δραστηριότητες εναλλάσσονται με περιόδους ανάπαυσης για τη διατήρηση της ενεργητικότητας και την αποτροπή κόπωσης. Χορηγούνται αρκετά υγρά για την ρευστοποίηση των εκκρίσεων (εκτός κι αν έχει δοθεί άλλη εντολή) και παρακολουθείται η λήψη των υγρών σε ασθενείς με συνυπάρχουσες παθήσεις που χρήζουν εισαγωγής στο νοσοκομείο. Στους ασθενείς που χρειάζονται βοήθεια για τη διακοπή του καπνίσματος, παρέχονται συμβουλές και υποστήριξη και παραπέμπονται σε προγράμματα διακοπής του καπνίσματος ή τους χορηγείται βοηθητική φαρμακευτική θεραπεία, όταν αυτό κριθεί αναγκαίο.

Aliases (separate with |): bronchitis|Βρογχίτιδα
βρογχογενές καρκίνωμα

Καρκίνωμα των πνευμόνων.

Aliases (separate with |): Βρογχογενές καρκίνωμα
βρόγχος

Ένας από τους μεγάλους αεραγωγούς που μεταφέρουν αέρα προς τους πνεύμονες (δεξιός και αριστερός κύριος βρόγχος) καθώς και εντός των πνευμόνων (λοβαίοι και τμηματικοί βρόγχοι).

Aliases (separate with |): Βρόγχος
βρογχοσκόπηση

Εξέταση των αεραγωγών (βρόγχοι), που οδηγούν στους πνεύμονες με την βοήθεια ενός μακρού σωλήνα (βρογχοσκόπιο), το οποίο εισάγεται από την μύτη ή το στόμα. Συνδυάζεται συχνά με βιοψία. Η διαδικασία πραγματοποιείται στο εξωτερικό ιατρείο υπό τοπική αναισθησία και καταστολή.

Aliases (separate with |): Βρογχοσκόπηση
βρογχόσπασμος

Μη φυσιολογική στένωση, μαζί με μερική απόφραξη, του αυλού των βρόγχων, λόγω σπασμού του περιβρογχικού λείου μυός. Κλινικά ο βρογχόσπασμος συνοδεύεται με βήχα και δύσπνοια. Ο βρογχόσπασμος λαμβάνει χώρα σε αντιδραστικές πνευμονοπάθειες, όπως το άσθμα και η βρογχίτιδα. Η θεραπεία μπορεί να συμπεριλαμβάνει βρογχοδιασταλτικά και κορτικοστεροειδή.

Aliases (separate with |): bronchospasm|Βρογχόσπασμος
βρουκέλλωση

Διαδεδομένη λοιμώδης εμπύρετος νόσος που προσβάλλει κυρίως βοοειδή, χοίρους και αίγες, και μερικές φορές άλλα ζώα και τους ανθρώπους. Προκαλείται από διάφορα είδη Brucella. Η Β. melitensis και η Β. suis προκαλούν βρουκέλλωση στις αίγες και τους χοίρους αντίστοιχα, και η Β. abortus προκαλεί μεταδοτικές αποβολές στα βοοειδή, στους σκύλους και άλλα κατοικίδια ζώα. Οι οργανισμοί είναι ενδοκυττάρια παράσιτα. Στους ανθρώπους ονομάζεται βρουκέλλωση, πυρετός της Μάλτας ή πυρετός του Γιβραλτάρ. Μπορεί να προκληθεί από οποιοδήποτε εκ των τριών ειδών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στους ενήλικες, η θεραπεία συνίσταται στην συνδυασμένη χορήγηση τετρακυκλίνης για 4-6 εβδομάδες και στρεπτομυκίνης τις πρώτες δυο εβδομάδες της χορήγησης της τετρακυκλίνης. Στα παιδιά και στις έγκυες γυναίκες, οι τετρακυκλίνες θα πρέπει να αποφεύγονται, διότι καταστρέφουν την ανάπτυξη των δοντιών και των οστών.

Aliases (separate with |): Gibraltar fever,|Mediterranean fever|Βρουκέλλωση
βυσσίνωση, πνευμονοκονίαση

Αντιδραστική πνευμονοπάθεια των εργατών που δουλεύουν με βαμβάκι, λινάρι και κάνναβη. Προκαλείται από την εισπνοή σκόνης και ξένων υλικών που περιέχουν βακτήρια, μούχλα και μύκητες. Η νόσος δεν προσβάλλει τους εργάτες σε υφαντουργεία, οι οποίοι δουλεύουν με βαμβάκι αφότου αυτό έχει λευκανθεί. Η νόσος χαρακτηρίζεται από άσθμα και αίσθημα στενότητας στο στέρνο. Τα συμπτώματα είναι συνήθως πιο έκδηλα στην έναρξη κάθε εργατικής εβδομάδας από ότι αργότερα.

Aliases (separate with |): byssinosis|Βυσσίνωση, πνευμονοκονίαση
γαγγλιοκύτταρο
  1. Οποιοσδήποτε νευρώνας, το κυτταρικό σώμα του οποίου, εντοπίζεται εντός ενός γαγγλίου.

  2. Νευρώνας του αμφιβληστροειδούς, ο νευρώνας του οποίου κείται στο γαγγλιακό κυτταρικό στρώμα. Οι άξονες των γαγγλιακών κυττάρων σχηματίζουν τις ίνες του οπτικού νεύρου.

Aliases (separate with |): Γαγγλιοκύτταρο
γάγγραινα

Νέκρωση ή θάνατος ιστού, συνήθως λόγω ανεπάρκειας ή απουσίας αιματικής παροχής.

ΑΙΤΙΟΛΟΠΑ: Η γάγγραινα προκαλείται συνήθως από απόφραξη της αιματικής παροχής ενός οργάνου ή ιστού, που οφείλεται πιθανότατα σε φλεγμονώδεις διεργασίες, τραύμα ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις, όπως η αρτηριοσκλήρυνση. Αποτελεί συχνά επιπλοκή λοιμώξεων, κρυοπαγημάτων, συνθλιπτικών κακώσεων ή παθήσεων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η νόσος Raynaud. Η εμβολή μεγάλων αρτηριών σε οποιαδήποτε περιοχή του οργανισμού μπορεί να προκαλέσει γάγγραινα της περιοχής που εκτείνεται περιφερικά του σημείου αυτού. Η περιοχή που νεκρώνεται ονομάζεται εσχάρα (για τους μαλακούς ιστούς) ή απόλυμα (για τα οστά). Ο νεκρός ιστός πρέπει να αφαιρείται πριν αρχίσει η διαδικασία της επούλωσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ηλικιωμένος ή διαβητικός ασθενής ελέγχεται για αρτηριακή ανεπάρκεια που σχετίζεται με τη μείωση του τόνου και της ελαστικότητας των αιμοφόρων αγγείων. Ελέγχεται επίσης η τριχοειδική πλήρωση. Εκτιμώνται η παρουσία και η ισχύς των περιφερικών σφύξεων και η φυσιολογική αισθητική ανταπόκριση του ασθενή στο φως και την εν τω βάθει ψηλάφηση. Ελέγχονται η συμμετρία, το χρώμα, η θερμοκρασία και οι ποσοτικές και ποιοτικές μεταβολές των ονύχων των χεριών και των ποδιών, η υφή του δέρματος και των τριχών. Αναζητούνται και καταγράφονται περιοχές ασυνήθους χρώσης που υποδηλώνουν νέες δερματικές βλάβες ή ουλές από παλαιό τραυματισμό ή εξελκώσεις, και περιγράφονται η έκταση και η φύση της γάγγραινας που παρατηρείται. Εφόσον ενδείκνυται, χορηγούνται αγγειοδιασταλτικοί και θρομβολυτικοί παράγοντες και αξιολογείται η ανταπόκριση του ασθενούς. Αν απαιτείται χειρουργική παρέμβαση, αξιολογούνται επίσης η κατανόηση της διαδικασίας από τον ασθενή, τα επιθυμητά αποτελέσματα και οι πιθανές επιπλοκές. Οι επαγγελματίες της υγείας συνεργάζονται με το χειρουργό για τη προετοιμασία του ασθενή, το χειρουργείο και τη μετεγχειρητική περίοδο. Η απαιτούμενη φροντίδα εξαρτάται από τη συγκεκριμένη διαδικασία. Αν απαιτείται ακρωτηριασμός, ο ασθενής θα πρέπει να κατανοήσει ότι το επίπεδο του ακρωτηριασμού εξαρτάται από την παρουσία βιώσιμων ιστών για την επούλωση και από τις προϋποθέσεις για την τοποθέτηση κάποιας πρόσθεσης. Η ιατρική και νοσηλευτική ομάδα στο σύνολο της θα πρέπει να γνωρίζει τις αντιλήψεις του ασθενή περί ακρωτηριασμού, προκειμένου να υποστηρίξει την αποκατάσταση του πένθους και την προσαρμογή του ασθενή στη μόνιμη μεταβολή της σωματικής εικόνας. Φυσιοθεραπευτές και εργο-θεραπευτές βοηθούν τον ασθενή να διαχειριστεί τις μεταβολές της κινητικότητας και της ικανότητας εκτέλεσης των καθημερινών δραστηριοτήτων. Η πολυπαραγοντική ομάδα αποκατάστασης περιλαμβάνει τον ασθενή, το νοσηλευτικό προσωπικό, το γιατρό, τον κοινωνικό λειτουργό, τον ψυχολόγο, τον ειδικό στις προσθέσεις, καθώς και τους φυσιοθεραπευτές και εργοθεραπευτές. Η ηλικία του ασθενή και η ύπαρξη άλλων συστηματικών διαταραχών επηρεάζουν την άμεση και μακροχρόνια ανταπόκριση στη θεραπεία.

Aliases (separate with |): gangrene|Γάγγραινα
γάλα

Ένα έκκριματων μαζικών αδένων για τη θρέψη των μικρών. ΣΥΝΘΕΣΗ: Το γάλα των αγελάδων αποτελείται από νερό, οργανικές ουσίες και μεταλλικά άλατα. Οργανικές ουσίες Πρωτεΐνες: Οι κυρίαρχες πρωτεΐνες είναι το καζεϊνογόνο, η λακταλβουμίνη και η λακτοσφαιρίνη· με την παρουσία ιόντων ασβεστίου, το διαλυτό καζεϊνογόνο μετατρέπεται σε διαλυτή καζεΐνη μέσω της δράσης οξέων, πυτιάς ή πεψίνης. Αυτό επιφέρει την πήξη του γάλακτος. Η λακτοσφαιρίνη είναι πανομοιότυπη με τη σφαιρίνη του ορού του αίματος και γι' αυτό περιέχει μητρικά αντισώματα. Υδατάνθρακες: Η λακτόζη (σάκχαρο γάλακτος) είναι το κύριο σάκχαρο, αν και μικρές ποσότητες άλλων σακχάρων είναι παρούσες. Λίπη: Τα κυρίαρχα λίπη είναι γλυκερίδια του ελαϊκού, παλμιτικού και μυριστικού οξέος. Μικρότερες ποσότητες στεατικού οξέος και λιπαρών οξέων βραχείας αλυσίδας με ανθρακικές αλυσίδες C4 ως είναι παρούσες. Στερόλες και φωσφολιπίδια (λεκιθίνη και κεφαλίνη) είναι επίσης παρόντα. Η έντονη ανάδευση προκαλεί τα σφαιρίδια του λίπους να ενωθούν σε στέρεα μάζα και να διαχωριστούν από τον ορό του γάλακτος για να σχηματίσουν βούτυρο. Μεταλλικά άλατα: Τα κυρίαρχα κατιόντα είναιτο ασβέστιο, το κάλιο καιτο νάτριο· τα κυρίαρχα ανιόντα είναι τα φωσφορικά και τα χλωρίδια. Τα κιτρικά και γαλακτικά άλατα είναι παρόντα σε μικρές ποσότητες. Το γάλα είναι χαμηλό σε σίδηρο και μαγνήσιο.

Βιταμίνες: Η βιταμίνη Α και αυτές του συμπλέγματος Β (θειαμίνη, ριβοφλαβίνη και πα-ντοθενικό οξύ) είναι παρούσες σε επαρκείς ποσότητες για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες ενός αναπτυσσόμενου παιδιού. Το γάλα είναι χαμηλό σε βιταμίνες C και D.

Το γάλα περιέχει αντισώματα που είναι παρόντα στο αίμα της μητέρας και έναν αριθμό ενζύμων (καταλάση, οξειδάση, αναγωγάση, φωσφατάση).

Aliases (separate with |): Γάλα
γαλακτική οξέωση

Συγκέντρωση γαλακτικού οξέος στο αίμα, συχνά εξαιτίας ανεπαρκούς διύλισης και οξυγόνωσης ζωτικών οργάνων (όπως στο καρδιογενές, ισχαιμικό ή σηπτικό shock), υπερδοσολογίας φαρμάκων (συχνά σαλικυλικών ή αιθανόλης), υπερδραστηριότητας των σκελετικών μυών (πχ. μετά από έντονη άσκηση ή επιληπτικές κρίσεις) ή εξαιτίας κάποιας σοβαρής ασθένειας (μερικές μορφές καρκίνου· σακχαρώδης διαβήτης). Το γαλακτικό οξύ παράγεται πιο γρήγορα από ό,τι φυσιολογικά όταν υπάρχει ανεπαρκής οξυγόνωση των σκελετικών μυών και άλλων ιστών. Για αυτό το λόγο, κάθε νόσημα που οδηγεί σε ιστική υποξία, η άσκηση, ο υπεραερισμός ή ορισμένα φάρμακα (πχ. από του στόματος χορηγούμενοι υπογλυκαιμικοί παράγοντες) είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε αυτή την κατάσταση. Γενικά, όταν το pH του αίματος είναι λιγότερο από 7,35 και το γαλακτικό οξύ είναι περισσότερο από 5 έως 6 mmol/L (5 έως 6 mEq/L), υπάρχει γαλακτική οξέωση.

Aliases (separate with |): acidosis|lactic|γαλακτική|οξέωση
γαλακτόζη

Δεξιόστροφος μονοσακχαρίτης ή απλή εξόζη, C6H12Ο6. Η γαλακτόζη είναι ισομερές της γλυκόζης και σχηματίζεται, μαζί με τη γλυκόζη, από την υδρόλυση της λακτόζης. Αποτελεί συστατικό των κερεβροσιδών. Η γαλακτόζη απορροφάται εύκολα από την πεπτική οδό· στο ήπαρ μετατρέπεται σε γλυκόζη και μπορεί να αποθηκευθεί ως γλυκογόνο.

Aliases (separate with |): Γαλακτόζη
γαλάκτωμα
  1. Μίγμα δυο υγρών τα οποία δεν είναι αμοιβαία διαλυτά. Εάν αναταραχθεί αρκετά, το ένα από τα δύο διαιρείται σε σφαιρίδια στην αποκαλούμενη ασυνεχή ή διεσπαρμένη φάση. Το άλλο αποτελεί τη συνεχή φάση. Το γάλα αποτελεί ένα γαλάκτωμα, στο οποίο το λίπος του βουτύρου είναι η ασυνεχής φάση.

  2. Στην ακτινολογία, το τμήμα του ακτινολογικού φιλμ το οποίο είναι ευαίσθητο στην ακτινοβολία και περιέχει την εικόνα μετά την εμφάνιση.

Aliases (separate with |): Γαλάκτωμα
γαλακτωματοποίηση
  1. Η διαδικασία παρασκευής ενός γαλακτώματος, επιτρέποντας την ανάμιξη λίπους και νερού.

  2. Η διάσπαση μεγάλων σφαιριδίων λίπους στο έντερο σε μικρότερα, ομοιόμορφα κατανεμημένα σωματίδια, η οποία επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό από τα χολικά οξέα, τα οποία ελαττώνουν την επιφανειακή τάση.

Aliases (separate with |): Γαλακτωματοποίηση
γάλλιο

ΣΥΜΒ: Ga Σπάνιο μέταλλο, μικρές ποσότητες του οποίου ανευρίσκονται στα μείγματα του βωξίτη και του ψευδαργύρου· ατομικό βάρος 69,72, ατομικός αριθμός 31. Το γάλλιο-67 (67Ga) χρησιμοποιείται στην πυρηνική ιατρική για την απεικόνιση όγκων (όπως λεμφώματα) και φλεγμαινόντων ιστών (όπως στη σαρκοείδωση, στην οστεομυελίτιδα και στα αποστήματα).

Aliases (separate with |): Γάλλιο
γαστρεντερική αιμορραγία

Αιμορραγία από το πεπτικό σύστημα. Για παράδειγμα, αιματέμεση, αιμορραγία από το ορθό ή μέλαινα κένωση (μαύρα κόπρανα). Η αιμορραγία αυτή μπορεί να προκληθεί από ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων της οισοφαγίτιδας, της γαστρίτιδας, του έλκους, των καρκίνων, των αγγειακών διαμαρτιών, των αιμορροΐδων και άλλων βλαβών. Η σοβαρότητα της αιμορραγίας είναι συνήθως προφανής κατά τη φυσική εξέταση. Ο ασθενής με βαριά αιμορραγία μπορεί να εμφανίσει ταχυκαρδία, υπόταση και ωχρότητα και μπορεί να παραπονιέται συχνά για ζάλη κατά την έγερση από το κρεβάτι ή την καρέκλα. Αυτά τα σημαντικά ευρήματα χρήζουν άμεσης ιατρικής αξιολόγησης.

Aliases (separate with |): bleeding|gastrointestinal|αιμορραγία|Γαστρεντερική
γαστρεντερίτιδα

Φλεγμονή του στομάχου και της εντερικής οδού που προκαλεί εμέτους, διάρροια ή και τα δύο. Τα συχνότερα αίτια είναι οι ιοί (π.χ., ροταϊοί) και τα βακτήρια (π.χ., Salmonella) στην τροφή και το νερό.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο ασθενής τυπικά εκδηλώνει επεισόδια εμέτων και διάρροιας και μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα αφυδάτωσης (όπως αίσθημα δίψας και ζάλη στην όρθια στάση), κακουχία, κοιλιακά άλγη ή πυρετό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ενυδάτωση, συνήθως με υγρά από το στόμα, αποτελεί το κλειδί για την αποφυγή της αφυδάτωσης ή των ηλεκτρολυτικών διαταραχών. Οι συμπτωματικές θεραπείες που μειώνουν τη συχνότητα ή τον όγκο των διαρροϊκών κενώσεων (όπως καολίνη/πηκτίνη ή λοπεραμίδη) είναι συχνά χρήσιμες.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Η πρόληψη εστιάζεται στην εκπαίδευση των παιδιών και των ενηλίκων αναφορικά με το σωστό πλύσιμο των χεριών και την κατάλληλη φροντίδα της τροφής. Οι βασικές αρχές διαχείρισης της τροφής πρέπει να διδάσκονται σε όλα τα άτομα του σπιτιού και να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα θέματα: συχνό πλύσιμο των χεριών, κυρίως μετά την τουαλέτα· χρήση θερμομέτρου για την επιβεβαίωση της σωστής προετοιμασίας των κρεάτων και των τροφών που περιέχουν αυγά· τη ψύξη των τροφών (κάτω από τους 40°F) μέχρι το χρόνο που θα χρησιμοποιηθούν και στη συνέχεια εντός μιας ώρας από την παρασκευή τους (ειδικά σε θερμό κλίμα), εάν δεν καταναλωθούν· το διαχωρισμό ωμών και μαγειρεμένων τροφών· και τη χρήση διαφορετικών σκευών για τα ωμά και τα μαγειρεμένα τρόφιμα. Οι ταξιδιώτες, ειδικά σε αναπτυσσόμενες χώρες, δε θα πρέπει να τρώνε ωμά θαλασσινά, ωμά λαχανικά ή σαλάτες και θα πρέπει να ξεφλουδίζουν οι ίδιοι τα φρούτα. Οι κατασκηνωτές πρέπει να γνωρίζουν αν βρίσκονται σε περιοχή όπου τα ρεύματα είναι μολυσμένα με πρωτόζωα (π.χ., New Hampshire, βόρειες περιοχές Νέας Υόρκης, Όρεγκον).

Aliases (separate with |): gastroenteritis|Γαστρεντερίτιδα
γαστρική έκπλυση

Έκπλυση του στομάχου για την αφαίρεση ή αραίωση ερεθιστικών παραγόντων ή δηλητηρίων ή για τον καθαρισμό του οργάνου πριν ή μετά από χειρουργική επέμβαση. Η γαστρική έκπλυση χρησιμοποιείται συχνότερα για τη αντιμετώπιση ασθενών που έχουν καταναλώσει πιθανώς τοξικά δισκία. Η χρήση της στην υπερβολική δόση ουσιών είναι αμφιλεγόμενη. Δεν έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει τις κλινικές εκβάσεις, με την εξαίρεση ίσως των περιστατικών στα οποία ο ασθενής παρουσιάζεται για περίθαλψη μέσα σε μία ώρα από την κατανάλωση των τοξικών ουσιών ή έχει καταναλώσει μια απειλητική για τη ζωή ποσότητα δηλητηρίου. Η επέμβαση ενέχει κάποιους κινδύνους: μπορεί να διασωληνωθεί η τραχεία αντί του στομάχου· το γαστρικό περιεχόμενο ενδέχεται να εισέλθει στους πνεύμονες· μπορεί να προκληθεί βλάβη στο στόμα, στους οδόντες, στο φάρυγγα ή στον οισοφάγο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Συγκεντρώνεται ο ακόλουθος εξοπλισμός: πλαστικός ή ελαστικός μεγάλης διαμέτρου ρινογαστρικός σωλήνας· πάγος σε ένα δοχείο, εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ελαστικός σωλήνας· υδατοδιαλυτό λιπαντικό· σύστημα έκπλυσης μίας χρήσης με ευρεία σύριγγα· αυτοκόλλητη ταινία ή άλλη συσκευή· λαβίδα, παραμάνες και ελαστική ταινία· γάντια και στηθοσκόπιο· χαρτομάντιλα· ποτήρι νερό με καλαμάκι· λεκάνη έμεσης· δοχείο για το υγρό που θα αναρροφηθεί· τουλάχιστον 500 με 1000 ml διαλύματος έκπλυσης· και οποιοδήποτε ειδικό αντίδοτο. Σωματικοί περιορισμοί εφαρμόζονται μόνο εάν ζητηθούν και είναι απαραίτητοι. Τα ρούχα του ασθενούς αφαιρούνται και του τοποθετείται μια νοσοκομειακή ρόμπα. Εάν έχει τις αισθήσεις του και είναι συνεργάσιμος, ο ασθενής τοποθετείται στην ανώτερη θέση του Fowler (το κεφάλι ανυψωμένο στις 80 με 90 μοίρες), και ο θώρακας καλύπτεται με μια υδατοστεγή ποδιά. Εάν είναι αναίσθητος, ο ασθενής τοποθετείται έτσι ώστε να προληφθεί η εισρόφηση του στομαχικού περιεχομένου, και υπάρχει άμεσα διαθέσιμος εξοπλισμός αναρρόφησης. Η απόσταση εισόδου του σωλήνα μετριέται τοποθετώντας το άκρο του σωλήνα στη μύτη του ασθενούς και εκτείνοντάς τον στο λοβό του αυτιού και στη συνέχεια στη ξιφοειδή απόφυση. Σημειώνεται στο σωλήνα το σημείο αυτό, ή το μήκος του σωλήνα που θα μείνει εκτός του ασθενούς μετά την εισαγωγή του. Η βατότητα των ρουθουνιών εξετάζεται, και χρησιμοποιείται για την επέμβαση το ρουθούνι με τη μικρότερη απόφραξη. Ενώ ο ασθενής κρατά τη λεκάνη έμεσης, η νοσηλεύτρια λιπαίνει το άκρο του σωλήνα και το εισάγει. Μια κίνηση προς τα κάτω και πίσω βοηθά τη διέλευση μέσω του οπίσθιου τμήματος της μύτης προς τα κάτω στο ρινοφάρυγγα, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό την ενεργοποίηση του φαρυγγικού αντανακλαστικού. Ζητείται από τον ασθενή να καταπιεί στη διάρκεια αυτής της φάσης της διέλευσης. Ο σωλήνας δεν θα πρέπει να βιασθεί. Εάν υπάρξει κώλυμα, ο σωλήνας αφαιρείται, ο ασθενής αναπαύεται σύντομα, ο σωλήνας λιπαίνεται ξανά και η επέμβαση επιχειρείται ξανά. Εάν ο σωλήνας δεν μπορεί να εισαχθεί χωρίς τραυματισμό του βλεννογόνου, ειδοποιείται ο γιατρός. Όταν ο σωλήνας βρίσκεται στο ρινοφάρυγγα, ζητείται από τον ασθενή να κάμψει το λαιμό ελαφρά ώστε να φέρει την κεφαλή εμπρός. Το ποτήρι με το νερό (εάν επιτρέπεται) δίνεται στον ασθενή, και ο ασθενής ενθαρρύνεται να καταπιεί το σωλήνα με μικρές γουλιές νερό (ή χωρίς νερό, εάν δεν επιτρέπεται). Η περιστροφή του σωλήνα προς το αντίθετο ρουθούνι συχνά βοηθάει στην διεύθυνση προς τον οισοφάγο και μακριά από την τραχεία. Τοποθετώντας το μη επικρατές χέρι στη μύτη για την ασφάλιση του σωλήνα, η νοσηλεύτρια τον προωθεί με το επικρατές χέρι καθώς ο ασθενής καταπίνει. Το οπίσθιο τμήμα του λαιμού επιθεωρείται περιοδικά για ενδείξεις περιέλιξης του σωλήνα, ιδιαίτερα εάν ο ασθενής πνίγεται ή αισθάνεται άβολα ή είναι αναίσθητος. Μετά τη διέλευση του σωλήνα, η τοποθέτηση επιβεβαιώνεται με την αναρρόφηση γαστρικού περιεχομένου με σύριγγα, ή με ένεση ενός μικρού όγκου αέρα και ακρόαση του επιγάστριου για ένα χαρακτηριστικό συριστικό ήχο. Ο σωλήνας στη συνέχεια ασφαλίζεται στα ρουθούνια με κολλητική ταινία ή άλλη συσκευή ασφάλισης σύμφωνα με το πρωτόκολλο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η γαστρική έκπλυση δεν θα πρέπει ποτέ να εκτελείται σε έναν ασθενή που έχει καταναλώσει υδατάνθρακες. Επίσης, δεν θα πρέπει ποτέ να εκτελείται σε ασθενείς που δεν μπορούν να προστατεύσουν τους αεραγωγούς τους, εκτός και εάν είναι ήδη διασωληνωμένοι. Το υγρό της έκπλυσης εγχέεται, και λαμβάνεται φροντίδα ώστε να αποτραπεί η είσοδος αέρα. Ένας σύνδεσμος Y μπορεί να προσαρτηθεί στο ρινογαστρικό σωλήνα, με το ένα άκρο να εκβάλλει στη σύριγγα ή στο δοχείο έκπλυσης και το άλλο σε μια διάταξη παροχέτευσης. Το άκρο της επιστροφής συσφίγγεται, και το διάλυμα, συνήθως 500 ml ή περισσότερο, εγχέεται ώστε να προκληθεί διάταση του στομάχου και να αποκαλυφθούν όλες οι περιοχές στο διάλυμα. Ο μεγάλος όγκος αραιώνει επίσης επιβλαβή υγρά και αραιώνει ή διαλύει άλλα υλικά. Ο ασθενής παρακολουθείται σε όλη τη διάρκεια για ναυτία ή έμεση. Εάν συμβεί έμεση, διακόπτεται η ροή, εφαρμόζεται αναρρόφηση με τη σύριγγα ή ανοίγεται η γραμμή αποστράγγισης ώστε να αφαιρεθεί τμήμα του υγρού έκπλυσης. Στη συνέχεια, ο στόμαχος αποστραγγίζεται, και η διαδικασία επαναλαμβάνεται για τον καθαρισμό και άδειασμα του στομάχου από επιβλαβή υλικά και το υγρό έκπλυσης. Στη συνέχεια, εγχέεται ένα αντίδοτο ή ενεργός άνθρακας, όπως κρίνεται απαραίτητο. Δείγμα του υγρού που αναρροφήθηκε αποστέλλεται στο εργαστήριο για ανάλυση. Ο σωλήνας μπορεί να παραμείνει τοποθετημένος, προσαρτημένος σε διαλείπουσα μειωμένη αναρρόφηση, όπως απαιτείται, ή μπορεί να αφαιρεθεί αμέσως μετά την επέμβαση. Για την αφαίρεση, ο σωλήνας περισφίγγεται σταθερά. Αφαιρούνται οι όποιες συσκευές στερέωσης, και ο σωλήνας περιστρέφεται ελαφρά ώστε να διασφαλισθεί ότι κινείται ελεύθερα και στη συνέχεια έλκεται προς τα έξω σταθερά και διπλώνεται. Η νοσηλεύτρια τραβάει το γάντι της πάνω από το σωλήνα και το δεύτερο γάντι πάνω από την κλειστή γροθιά της ώστε να κλειστεί αποτελεσματικά ο σωλήνας σε «διπλό-σάκο». Δίνονται στον ασθενή χαρτομάντιλα για να σκουπίσει τα μάτια και τη μύτη και υποβοηθάται με τη στοματική υγιεινή. Παρέχεται μια καθαρή ρόμπα ή σεντόνια, όπως κρίνεται απαραίτητο. Ο ασθενής συνεχίζει να παρακολουθείται για δυσμενείς επιδράσεις από το τοξικό υλικό. Ο σωλήνας και η αναρρόφηση διατηρούνται όπως κρίνεται απαραίτητο, καταγράφεται η παροχέτευση, παρέχονται μέτρα ανακούφισης (αναισθητικά σπρέι για το λαιμό) και ο ασθενής εκτιμάται για επιπλοκές.

Aliases (separate with |): gastric|lavage|γαστρική|έκπλυση
γαστρικό έλκος

Έλκος του γαστρικού βλεννογόνου.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Κοινά αίτια είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, η χρήση αλκοόλ ή καπνού και η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού.

Aliases (separate with |): gastric ulcer
γαστρικό υγρό

Η έκκριση των γαστρικών αδένων του στομάχου. Πρόκειται για λεπτόρρευστο, άχρωμο υγρό, επί το πλείστον υδατοειδές, που περιέχει βλέννη, τον ενδογενή παράγοντα, υδροχλωρικό οξύ, το ένζυμο πεψίνη και το ένζυμο λιπάση. Το pH είναι, 1 - 2, ισχυρά όξινο, καταστρέφει παθογόνους μικροοργανισμούς και μετατρέπει το πεψινογόνο σε ενεργό πεψίνη. Η πεψίνη ξεκινά την πέψη των πρωτεϊνών. Η γαστρική λιπάση έχει μικρή επίδραση στα μη γαλακτωματοποιημένα λίπη. Το μεγαλύτερο μέρος της πέψης των λιπών πραγματοποιείται στο λεπτό έντερο. Το ποσό του εκκρινόμενου γαστρικού υγρού μέσα στο 24ωρο εξαρτάται από την ποσότητα της προσλαμβανομένης τροφής.

Aliases (separate with |): Γαστρικό υγρό
γαστρικός καρκίνος

Αδενοκαρκίνωμα του στομάχου. Το 50% έως 60% όλων των καρκινωμάτων του στομάχου αναπτύσσονται στην περιοχή του πυλωρού. Το 20% αναπτύσσεται κατά μήκος του ελάσσονος τόξου· τα υπόλοιπα εντοπίζονται στον πυθμένα, κυρίως κατά μήκος του μείζονος τόξου. Αν και ο καρκίνος αυτός είναι συχνός σε όλον τον κόσμο μεταξύ των διαφόρων φυλών, η επίπτωση του γαστρικού καρκίνου εμφανίζει ανεξήγητη γεωγραφική, πολιτισμική και φυλετική διαφοροποίηση, με τη μέγιστη επίπτωση στους άνδρες άνω των 40 ετών και με υψηλή θνησιμότητα στην Ιαπωνία, στην Ισλανδία, στη Χιλή και στην Αυστρία. Από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1990, η επίπτωση του γαστρικού καρκίνου μειώθηκε από περίπου 38 περιπτώσεις ανά 100.000 άτομα σε 6 περιπτώσεις ανά 100.000. Το 2004, η Αμερικανική Εταιρεία για τον Καρκίνο εκτιμούσε ότι θα υπήρχαν 22.710 νέες περιπτώσεις γαστρικού καρκίνου και 11780 θάνατοι από τη νόσο. Η πρόγνωση για συγκεκριμένο ασθενή εξαρτάται από το στάδιο της νόσου κατά το χρόνο της διάγνωσης, αλλά συνολικά το ποσοστό 5ετούς επιβίωσης είναι περίπου 15%.

ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ: Αν και η αιτιολογία του γαστρικού καρκίνου είναι άγνωστη, έχει βρεθεί ότι ορισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η γαστρίτιδα με γαστρική ατροφία, αυξάνουν τον κίνδυνο. Έχουν ενοχοποιηθεί επίσης και γενετικοί παράγοντες. Τα άτομα της ομάδας αίματος Α εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο κατά 10% και η νόσος παρατηρείται συχνότερα σε άτομο με οικογενειακό ιστορικό της νόσου. Το Helicobacter pylori έχει επίσης ενοχοποιηθεί στην παθογένεση της νόσου.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Ο υποσιτισμός οφείλεται στη μειωμένη σίτιση, στις μεταβολικές απαιτήσεις του αναπτυσσόμενου όγκου ή σε απόφραξη της γαστρεντερικής οδού. Σιδηροπενική αναιμία εκδηλώνεται, όταν ο όγκος προκαλεί εξέλκωση και αιμορραγία. Ο όγκος είναι δυνατό να επηρεάσει την παραγωγή του ενδογενούς παράγοντα που είναι απαραίτητος για την απορρόφηση της βιταμίνης Β12, με αποτέλεσμα την εκδήλωση κακοήθους αναιμίας. Καθώς ο όγκος μεθίσταται σε άλλες δομές, είναι δυνατό να συμβούν άλλες συνοδές επιπλοκές.

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Στα πρώιμα στάδια, ο ασθενής μπορεί να εκδηλώνει πόνο στη ράχη, στο επιγάστριο ή οπισθοστερνικά που ανακουφίζεται με κοινά αναλγητικά· ωστόσο, το σύμπτωμα αυτό μπορεί να μην αναφέρεται λόγω αδυναμίας αξιολόγησης της σπουδαιότητάς του. Ο ασθενής τυπικά αναφέρει ένα ασαφές αίσθημα πλήρωσης, βάρους και μετρίου βαθμού κοιλιακής διάτασης μετά τα γεύματα. Ανάλογα με την ανάπτυξη του όγκου, ο ασθενής μπορεί να αναφέρει απώλεια βάρους, λόγω διαταραχών της όρεξης· ναυτία· και εμέτους. Καφεοειδείς έμετοι παρατηρούνται, όταν ο όγκος εντοπίζεται στο καρδιακό στόμιο. Η αδυναμία και η καταβολή αποτελούν συνήθη ενοχλήματα. Αν ο όγκος εντοπίζεται στο εγγύς τμήμα του στομάχου, ο ασθενής μπορεί να εκδηλώνει δυσφαγία. Η ψηλάφηση της κοιλίας μπορεί να αποκαλύψει την παρουσία μάζας, ενώ συχνά ψηλαφώνται διογκωμένοι λεμφαδένες, ειδικά στον υπερκλείδιο βόθρο και στη μασχαλιαία χώρα. Η παρουσία άλλων συνοδών ευρημάτων εξαρτάται από την έκταση της νόσου και την εντόπιση των μεταστάσεων.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ: Ο γαστρικός καρκίνος διαγιγνώσκεται με γαστροσκόπηση σε συνδυασμό με βιοψία. Η ακτινοσκόπηση της ανώτερης πεπτικής οδού μπορεί να αποκαλύψει την παρουσία όγκου. Οι εξετάσεις που αποκλείουν ειδικές μεταστατικές εστίες περιλαμβάνουν την υπολογιστική τομογραφία, την ακτινογραφία θώρακα, το σπινθηρογράφημα ήπατος και οστών και τη βιοψία ήπατος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η χειρουργική εκτομή του όγκου αποτελεί συχνά τη θεραπεία εκλογής. Η εκτομή της βλάβης με σαφή όρια είναι εφικτή σε αναλογία μεγαλύτερη από το ένα τρίτο των περιπτώσεων. Ακόμα και στους ασθενείς με ανεγχείρητη νόσο, η εκτομή του όγκου ανακουφίζει τα συμπτώματα και βελτιώνει τα δυνητικά οφέλη της χημειοθεραπείας και της ακτινοθεραπείας που συνήθως ακολουθούν την επέμβαση. Η φύση και η έκταση της βλάβης καθορίζουν τον τύπο της επέμβασης. Οι χειρουργικές τεχνικές περιλαμβάνουν τη γαστροδωδεκαδακτυλοστομία, τη γαστρονηστιδοστομία, την υφολική γαστρεκτομή και την ολική γαστρεκτομή. Αν υπάρχουν μεταστάσεις, μπορεί να απαιτηθεί εκτομή του επιπλόου και του σπληνός. Η χημειοθεραπεία των όγκων του πεπτικού συστήματος συμβάλλει στον έλεγχο των σημείων και των συμπτωμάτων και παρατείνει την επιβίωση. Τα αδενοκαρκινώματα του στομάχου ανταποκρίνονται σε διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της φθοριοουρακίλης, της καρμουστίνης, της δοξορουβικίνης και της μιτομυκίνης. Τα αντισπασμωδικά και αντιόξινα φάρμακα ανακουφίζουν τα γαστρεντερικά ενοχλήματα. Τα αντιεμετικά περιορίζουν τη ναυτία που επιτείνεται, καθώς μεγαλώνει ο όγκος. Στα προχωρημένα στάδια της νόσου, μπορεί να απαιτηθεί η χρήση κατασταλτικών και ηρεμιστικών φαρμάκων για τον έλεγχο του υπερβολικού άγχους. Τα οπιοειδή αναλγητικά ανακουφίζουν τον ισχυρό και διαρκή πόνο. Σε ανεγχείρητο ή μερικώς χειρουργήσιμο όγκο, η ακτινοθεραπεία είναι αποτελεσματική, αν συνδυαστεί με χημειοθεραπεία. Ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει τη θεραπεία αυτή με κενό στόμαχο. Δε θα πρέπει να χορηγείται προεγχειρητικά, επειδή επιδρά βλαπτικά στα σπλάγχνα και αναστέλλει την επούλωση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ελέγχεται η διαιτητική πρόσληψη και ο ασθενής ζυγίζεται περιοδικά. Αν δεν έχει ήδη πραγματοποιηθεί, ο ιατρός ξεκινά ενδελεχή κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο με διαδοχικές εξετάσεις σύμφωνα με τις ενδείξεις. Ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και ψυχικά για το χειρουργείο ή άλλη θεραπεία (ακτινοθεραπεία), όταν απαιτείται. Κατά την πορεία της νόσου, χορηγείται δίαιτα υψηλής πρωτεϊνικής και θερμιδικής αξίας για την αποφυγή της απώλειας βάρους ή την ανάκτησή του και για την πρόληψη του υποσιτισμού και της αναιμίας. Η δίαιτα αυτή ενισχύει την ανοχή του ασθενή στο χειρουργείο, στη χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία· προάγει την επούλωση του τραύματος· και παρέχει επαρκή ποσότητα πρωτεϊνών, υγρών και καλίου για τη σύνθεση του γλυκογόνου και των πρωτεϊνών του οργανισμού. Συνιστώνται συχνά και μικρά γεύματα και περιλαμβάνονται τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο, αν ο ασθενής εμφανίζει σιδηροπενία. Τα συμπληρώματα διατροφής χορηγούνται σύμφωνα με τη συνταγογράφηση. Για τη διέγερση της μειωμένης όρεξης, μπορεί να χορηγηθούν αντικαταθλιπτικά σκευάσματα. Η παρεντερική διατροφή χορηγείται σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες. Αντιόξινα φάρμακα χορηγούνται για την υποχώρηση του αισθήματος καύσου και της γαστρικής οξύτητας, ενώ χορηγείται κάποιος ανταγωνιστής των ισταμινικών υποδοχέων τύπου 2, όπως σιμετιδίνη ή φαμοτιδίνη με σκοπό τη μείωση της γαστρικής έκκρισης. Χορηγούνται επίσης οπιοειδή αναλγητικά. Ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τη χρήση όλων των φαρμάκων. Οι επιπλοκές της ακτινοθεραπείας περιλαμβάνουν ναυτία, εμέτους, αλωπεκία, κακουχία και διάρροια. Οι επιπλοκές της χημειοθεραπείας περιλαμβάνουν λοιμώξεις, ναυτία, εμέτους, εξελκώσεις της στοματικής κοιλότητας και αλωπεκία. Κατά τη διάρκεια της ακτινοθεραπείας ή της χημειοθεραπείας, ενθαρρύνεται η πρόσληψη τροφής από το στόμα για την υποχώρηση ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών· χορηγούνται χυμοί μαλακών φρούτων, πιπερόριζας ή άλλα υγρά και αντιεμετικά φάρμακα για τον έλεγχο της ναυτίας και των εμέτων· παρέχονται επίσης ανακουφιστικά μέτρα και ψυχολογική υποστήριξη, εφόσον απαιτούνται. Ο ασθενής συμβουλεύεται να αναφέρει τις επίμονες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να ακολουθήσει έναν κατά το δυνατό φυσιολογικό τρόπο ζωής μετά την ανάρρωση από το χειρουργείο και κατά την ακτινοθεραπεία και τη χημειοθεραπεία. Θα πρέπει να αποφεύγει δραστηριότητες που προκαλούν υπερβολική κόπωση (τουλάχιστον προσωρινά) και να αναπαύεται. Ο ασθενής θα πρέπει να αποφεύγει τα πλήθη και τις επαφές με άτομα με γνωστές λοιμώξεις.

Aliases (separate with |): Γαστρικός καρκίνος
γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση

Συχνή κατάσταση κατά την οποία τα οξέα του στομάχου παλινδρομούν προς τον οισοφάγο, προκαλώντας δυσφορία και σε ορισμένες περιπτώσεις καταστροφή του οισοφαγικού επιθηλίου. Η κατάσταση αυτή θεωρείται ότι προσβάλλει τους μισούς σχεδόν ανθρώπους τουλάχιστον μια φορά το μήνα

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση συμβαίνει, όταν ο κατώτερος οισοφαγικός σφιγκτήρας αποτυγχάνει να παρεμποδίσει την είσοδο του στομαχικού οξέος στον οισοφάγο

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κύρια συμπτώματα περιλαμβάνουν αίσθημα καύσου, δυσπεψία και θωρακικό άλγος μη καρδιακής αιτιολογίας. Οι ασθενείς περιστασιακά εμφανίζουν άσθμα, βήχα, βράγχος φωνής ή δυσκαταποσία

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν τα γεύματα αργά το βράδυ ή για αρκετές ώρες πριν την κατάκλιση. Η ανύψωση του προσκέφαλου της κλίνης μπορεί να βοηθήσει σε ορισμένες περιπτώσεις. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν τροφές και ροφήματα που επιδεινώνουν τη νόσο (αλκοόλ, καφεΐνη, σοκολάτα, μέντα, πικάντικα φαγητά). Πολλοί ασθενείς ωφελούνται από τη χρήση αντιόξινων ή ανταγωνιστών των υποδοχέων τύπου 2 της ισταμίνης, όπως η ρανιτιδίνη. Όσοι δεν ανταποκρίνονται στις θεραπείες αυτές αντιμετωπίζονται συνήθως με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Σχετικά ασυνήθεις επιπλοκές της νόσου είναι ο οισοφάγος Barrett και ο καρκίνος του οισοφάγου

Aliases (separate with |): disease|gastroesophageal|reflux|Γαστροοισοφαγική|παλινδρόμηση
γήρανση
  1. Μεγαλώνω ηλικιακά. Οι περισσότεροι αποδίδουν σε αυτόν τον όρο την έννοια της ωρίμανσης και των σωματικών αλλαγών που συμβαίνουν στα συστήματα των οργάνων μετά την ηλικία των 30. Οι φυσιολογικές αλλαγές που συμβαίνουν με την πάροδο των ετών (μείωση των νευροδιαβιβαστών, επιβάρυνση του κυκλοφορικού, μείωση της αισθητικής οξύτητας και της αντίληψης) επηρεάζουν τον εγκέφαλο. Αυτές οι αλλαγές δεν σηματοδοτούν και μια απώλεια στις γνωσιακές λειτουργίες. υπάρχουν ευρήματα που συνηγορούν υπέρ της επιμήκυνσης του χρόνου αντίδρασης και της επεξεργασίας των πληροφοριών, αλλά βασικά η λειτουργικότητα και η ευφυΐα παραμένουν άθικτες και επαρκείς. Τα συναισθηματικά τραύματα και οι πολλαπλές απώλειες που παρατηρούνται στις μεγαλύτερες ηλικίες συχνά οδηγούν σε περιορισμό της έκθεσης στους κινδύνους της ζωής, οδηγώντας πολλούς θεραπευτές στην εσφαλμένη διάγνωση του γνωσιακού ελλείμματος. Το άγχος των απαιτητικών καταστάσεων συχνά συμβάλλει στην κατάληξη σε μια κατάσταση που μοιάζει με οργανική διαταραχή. Είναι σημαντικό να γίνει μια εκτίμηση από μια ομάδα ειδικών για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση κάθε διαταραχής που αφορά στους ηλικιωμένους.
  2. Ωρίμανση.
  3. Οποιαδήποτε σωματική, κυτταρική ή βιοχημική αλλαγή που συμβαίνει με την πάροδο του χρόνου, και όχι λόγω κάποιας βλάβης ή νοσήματος.
Aliases (separate with |): Γήρανση
γιγαντοκύτταρο
  1. Ενεργό, πολυπύρηνο φαγοκύτταρο, δημιουργημένο από διάφορα μεμονωμένα μακροφάγα, τα οποία έχουν συγχωνευθεί γύρω από ένα μεγάλο παθογόνο, ή μια ουσία ανθεκτική στην καταστροφή, όπως μια ακίδα, ή ένα χειρουργικό ράμμα.

  2. Οποιοδήποτε μεγάλο κύτταρο που περιέχει έναν, ή πολλούς πυρήνες.

Aliases (separate with |): Γιγαντοκύτταρο
γλαύκωμα

Ομάδα παθήσεων του οφθαλμού που χαρακτηρίζονται από αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση που καταλήγει σε ατροφία του οπτικού νεύρου και πιθανώς σε τύφλωση. Το γλαύκωμα είναι η τρίτη συχνότερη αιτία έκπτωσης της όρασης και τύφλωσης στις Η.Π.Α. Ο καταρράκτης και η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας λόγω γήρατος αποτελούν τις δύο κύριες αιτίες. Εκτιμάται ότι περίπου 15 εκατομμύρια κάτοικοι των Η.Π.Α. πάσχουν από γλαύκωμα· από αυτούς 150000 εμφανίζουν αμφοτερόπλευρη τύφλωση. Οι τρεις κύριες κατηγορίες του γλαυκώματος είναι το (οξύ) γλαύκωμα κλειστής γωνίας, το οποίο αφορά άτομα των οποίων οι οφθαλμοί προδιαθέτουν ανατομικά για την εκδήλωση της πάθησης· το (χρόνιο) γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, στο οποίο η γωνία που επιτρέπει την αποχέτευση του υδατοειδούς υγρού του οφθαλμού φαίνεται φυσιολογική, αλλά είναι λειτουργικά ανεπαρκής· και το συγγενές γλαύκωμα, στο οποίο η ενδοφθάλμια πίεση είναι αυξημένη για άγνωστο λόγο. Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση προκαλεί διόγκωση του οφθαλμικού βολβού· κατάσταση γνωστή ως βούφθαλμος. Η οξεία μορφή του γλαυκώματος συχνά συνοδεύεται από οξύ άλγος. Η χρόνια μορφή χαρακτηρίζεται από ύπουλη έναρξη. Η αρχική οπτική διαταραχή συνίσταται στην απώλεια της όρασης στη μέση-περιφερική περιοχή του οπτικού πεδίου. Η απώλεια της κεντρικής οπτικής οξύτητας επέρχεται αργότερα κατά την εξέλιξη της νόσου.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το γλαύκωμα προκαλείται όταν το υδατοειδές υγρό αποχετεύεται με ιδιαίτερα αργό ρυθμό από τον οφθαλμό και δεν μπορεί να ακολουθήσει το ρυθμό παραγωγής του στον πρόσθιο θάλαμο. Για το λόγο αυτό, η στένωση ή η απόφραξη της γωνίας διήθησης, που σχετίζεται με την αποχέτευσή του υγρού μέσω του πόρου του Schlemm, προκαλεί συσσώρευση του ενδοφθάλμιου υγρού, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Το γλαύκωμα μπορεί να αναπτυχθεί παρ' όλα αυτά, ακόμη και αν η γωνία αποχέτευσης είναι φυσιολογική και ο πόρος του Schlemm φαίνεται λειτουργικός· το αίτιο αυτού του τύπου γλαυκώματος είναι άγνωστο.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Το γλαύκωμα μπορεί να μην προκαλεί συμπτώματα. Διαγιγνώσκεται έπειτα από μετρήσεις αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΙΟΡ), η οποία συχνά υπολογίζεται από την αντιστοίχιση των τιμών που λαμβάνονται προς τις μεταβολές του πάχους του κερατοειδούς (όπως μετρώνται με ένα παχύμετρο ή με τομογραφία οπτικής συνοχής). Η φυσιολογική τονομετρία καταγράφει τιμές από 13 έως 22. Είναι δυνατό να παρατηρηθούν επίσης συχνή αλλαγή των γυαλιών οράσεως, θάμβος οράσεως, ήπια κεφαλαλγία και μειωμένη προσαρμογή στο σκοτάδι. Ο κανόνας για τον προσδιορισμό της απώλειας της όρασης στο γλαύκωμα είναι ο έλεγχος των οπτικών πεδίων. Το γλαύκωμα ανοικτής γωνίας προκαλεί ήπιο άλγος στους οφθαλμούς, απώλεια της περιφερικής όρασης, άλω γύρω από τα φώτα και μειωμένη οπτική οξύτητα (ειδικά τη νύκτα) που δε διορθώνεται με φακούς. Το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας (επείγουσα κατάσταση στην οφθαλμολογία) προκαλεί διαξιφιστικό μονόπλευρο άλγος και πίεση, θάμβος οράσεως, μείωση οπτικής οξύτητας, άλω γύρω από τα φώτα, διπλωπία, δακρύρροια, ναυτία και έμετο λόγω αυξημένης ΙΟΡ. Οι οφθαλμοί μπορεί να εμφανίζουν ετερόπλευρη ένεση στην περιφέρεια του κερατοειδούς, οίδημα επιπεφυκότων, θόλωση του κερατοειδούς και μετρίου βαθμού διαστολή της κόρης η οποία δεν αντιδρά στο φως.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η μη χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει παράγοντες που προκαλούν μύση (εσερίνη, πιλοκαρπίνη), μαλεϊκή τιμολόλη, μαννιτόλη ενδοφλεβίως και ακεταζολαμίδη παρεντερικώς. Πειραματικές έρευνες έχουν δείξει ότι η μαριχουάνα ανακουφίζει από τα συμπτώματα στο σοβαρό γλαύκωμα. Θα πρέπει επίσης να ελέγχονται παθήσεις που σχετίζονται με το γλαύκωμα, όπως ο διαβήτης. Η χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει παρακέντηση του κερατοειδούς, ιριδεκτομή (ευρεία περιφερική), κυκλοδιάλυση, πρόσθια σκληροτομή, σκληροτομή με έγκλειση της ίριδας, όπως ιριδόταση ή ιριδέγκλειση· σκληρεκτομή.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Το οξύ γλαύκωμα μπορεί να προκληθεί σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας, αν διασταλούν οι κόρες. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, χορηγούνται μυδριατικά μόνο μετά από χειρουργική τομή στον σκληροκερατοειδικό ηθμό και μόνο στον οφθαλμό στον οποίο έγινε η επέμβαση, γιατί μπορεί να προκαλέσει οξεία κατάσταση σε έναν οφθαλμό που έχει ήδη εξισορροπήσει την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (ΙΟΡ).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες της υγείας θα πρέπει να πλένουν σχολαστικά τα χέρια τους, πριν αγγίξουν τον οφθαλμό του ασθενή. Χορηγείται τοπική και συστηματική φαρμακευτική αγωγή η οποία αξιολογείται. Ο ασθενής πρέπει να είναι προετοιμασμένος σωματικά και ψυχολογικά για τις διαγνωστικές εξετάσεις και για το ενδεχόμενο χειρουργείου, εφόσον αυτό ενδείκνυται. Αν ο ασθενής υποστεί εκτομή του σκληροκερατοειδικού ηθμού, χορηγούνται κυκλοπληγικά φάρμακα προκειμένου να χαλαρώσει ο ακτινωτός μυς και να μειωθεί η δράση της ίριδας.

Μετά από κάθε χειρουργική επέμβαση, ο οφθαλμός καλύπτεται για να προστατευθεί και ο ασθενής τοποθετείται σε θέση με την κεφαλή ελαφρώς ανυψωμένη, ενώ γενικότερα λαμβάνονται προστατευτικά μέτρα ανάλογα με το επίπεδο των αισθητηριακών μεταβολών που εμφανίζει ο ασθενής. Οι ασθενείς με γλαύκωμα πρέπει να γνωρίζουν ότι η πάθηση μπορεί να ελεγχθεί, όχι όμως να ιαθεί. Η κόπωση, οι συναισθηματικές εξάρσεις, η υπερβολική κατανάλωση υγρών και η χρήση αντισταμινικών μπορεί να αυξήσουν την ΙΟΡ. Συμπτώματα και σημεία όπως διαταραχές του οπτικού πεδίου ή οφθαλμικό άλγος πρέπει να αναφέρονται χωρίς καθυστέρηση. Ο ασθενής και η οικογένειά του εκπαιδεύονται στις σωστές τεχνικές, όσον αφορά στην υγιεινή των χεριών και τη χορήγηση οφθαλμικών σταγόνων στην αναγνώριση της σημασίας της συμμόρφωσης του ασθενή στην αγωγή· στην ανάγκη συστηματικής παρακολούθησης από οφθαλμίατρο· και στην αναφορά κάθε ανεπιθύμητης ενέργειας. Πρέπει να υπάρχει πληροφόρηση του ασθενή και της οικογένειάς του. Γίνεται επίσης αναφορά σε τοπικούς οργανισμούς και ομάδες υποστήριξης. Η δημόσια εκπαίδευση αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του προσυμπτωματικού ελέγχου, ώστε να επιτυγχάνεται η πρώιμη διάγνωση της πάθησης. Πρέπει επιπλέον να είναι διαθέσιμες γραπτές πληροφορίες για τη διάγνωση και τον έλεγχο του γλαυκώματος.

Aliases (separate with |): Γλαύκωμα
γλυκαιμικός δείκτης

Μία αναλογία που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ικανότητα μίας τροφής να αυξάνει το σάκχαρο του αίματος συγκρινόμενη με την κατανάλωση είτε γλυκόζης είτε λευκού ψωμιού ως πρότυπο. Τροφές με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη έχουν αποτέλεσμα αργή άνοδο και χαμηλότερη μέγιστη αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης του αίματος σε σχέση με τροφές που έχουν υψηλό γλυκαιμικό δείκτη. Η κατανάλωση τροφών με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη μπορεί να συνεισφέρει στην ρύθμιση των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη. Μία άλλη χρήση του δείκτη είναι για την επιλογή τροφών που αυξάνουν τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος, π.χ. μετά από έντονη άσκηση.

Aliases (separate with |): Γλυκαιμικός δείκτης
γλυκερίνη

Mια τριυδρική αλκοόλη, τριυδροξυπροπάνιο, που βρίσκεται ως χημική ένωση σε όλα τα λιπίδια. Είναι ένα κολλώδες, άχρωμο υγρό, διαλυτό στο νερό και στην αλκοόλη σε κάθε αναλογία. Παρασκευάζεται στο εμπόριο από την υδρόλυση των λιπών, ειδ. κατά τη διάρκεια της παρασκευής σαπουνιού, και χρησιμοποιείται ευρέως ως διαλύτης, συντηρητική ουσία και μαλακτική ουσία σε διάφορες παθήσεις του δέρματος. Όταν χορηγηθεί από το στόμα, ελαττώνει την ενδοκράνια πίεση και προεγχειρητικά την ενδοφθάλμια πίεση στο γλαύκωμα.

Aliases (separate with |): Γλυκερίνη
γλυκογονίαση

Οποιαδήποτε από τις σοβαρές κληρονομικές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από παθολογική αποθήκευση και συσσώρευση γλυκογόνου στους ιστούς, ειδικά στο ήπαρ. Οι παθήσεις αυτές ομαδοποιούνται σε διαφόρους τύπους ανάλογα με την ανεπάρκεια του υπεύθυνου ενζύμου.

Aliases (separate with |): glycogen storage disease|Γλυκογονίαση
γλυκογόνο

Ένας πολυσακχαρίτης, (C6H10O5)n, η κοινή ονομασία του οποίου είναι ζωικό άμυλο, που αποτελεί την αποθηκευτική μορφή της γλυκόζης στο ήπαρ και στους μυς. Ο σχηματισμός του γλυκογόνου από πηγές υδατανθράκων ονομάζεται γλυκογένεση· από μη υδατανθρακικές πηγές γλυκονεογένεση. Η μετατροπή του γλυκογόνου σε γλυκόζη ονομάζεται γλυκογονόλυση.

Το γλυκογόνο είναι η μορφή στην οποία η περίσσεια υδατανθράκων αποθηκεύεται στο ήπαρ και στους μυς· οι ορμόνες ινσουλίνη και κορτιζόλη διευκολύνουν τη διαδικασία αυτή. Όταν τα επίπεδα γλυκόζης αίματος ελαττώνονται, το ήπαρ μετατρέπει το γλυκογόνο σε γλυκόζη· αυτή η διαδικασία διευκολύνεται από την ορμόνη γλυκαγόνη ή σε καταστάσεις στρες από την επινεφρίνη. Στα κύτταρα, η γλυκόζη υφίσταται οξείδωση προς διοξείδιο του άνθρακα και νερό με ταυτόχρονη απελευθέρωση ενέργειας με τη μορφή ΑΤΡ και θερμότητας. Στα μυϊκά κύτταρα σε αναερόβιες συνθήκες, η γλυκόζη μεταβολίζεται μόνο σε γαλακτικό οξύ και απαιτείται οξυγόνο για τη μετατροπή του γαλακτικού οξέος πάλι σε γλυκόζη, κυρίως στο ήπαρ.

Aliases (separate with |): Γλυκογόνο
γλυκόζη

Ένα απλό σάκχαρο ή μονοσακχαρίτης, C6H12O6, το οποίο αποτελεί το τελικό προϊόν του καταβολισμού των υδατανθράκων. Το δεξιόστροφο ισομερές του (D-γλυκόζη) αποτελεί μια από τις κυριότερες πηγές ενέργειας για τους ζωντανούς οργανισμούς. Η γλυκόζη βρίσκεται φυσιολογικά στα φρούτα καθώς και σε άλλα φυτά. Επίσης σχηματίζεται κατά την πέψη, από την υδρόλυση των δισακχαριτών και των πολυσακχαριτών. Μετά την απορρόφηση από το λεπτό έντερο, η πυλαία φλέβα μεταφέρει τη γλυκόζη στο ήπαρ, στο οποίο μπορεί να αποθηκευθεί ως γλυκογόνο, μια μορφή πολυσακχαρίτη. Η γλυκόζη, στο εσωτερικό των κυττάρων, χρησιμοποιείται για τη σύνθεση των πεντοζών, ριβόζης και δεοξυριβόζης, για το RNA και το DNA αντίστοιχα.

Σε υγιή άτομα, τα φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης αίματος κυμαίνονται από 70 έως 110 mg/dl. Χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης αίματος (υπογλυκαιμία) μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση, άγχος, ή άλλες νευρολογικές διαταραχές. Υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης αίματος (υπεργλυκαιμία) μπορεί να οδηγήσει σε γλυκοζυλίωση των ιστών του σώματος. Η υπεργλυκαιμία είναι χαρακτηριστική του σακχαρώδη διαβήτη (ο οποίος διαγιγνώσκεται όταν το σάκχαρο νηστείας του ασθενή υπερβαίνει τα 126 mg/dl) η υπογλυκαιμία μπορεί να προκληθεί από ασιτία, από τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη ή, σπάνια, από όγκους του παγκρέατος που εκκρίνουν ινσουλίνη.

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ: Στο εσωτερικό των περισσότερων κυττάρων, η γλυκόζη είναι η κύρια πηγή ενέργειας και οξειδώνεται κατά την κυτταρική αναπνοή σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό, με στόχο την παραγωγή ενέργειας με τη μορφή της τριφωσφορικής αδενοσίνης (ΑΤΡ). Τα στάδια της κυτταρικής αναπνοής είναι η γλυκόλυση, η οποία χρησιμοποιεί ένζυμα του κυτταροπλάσματος, καθώς και ο κύκλος του Krebs και το σύστημα μεταφοράς του κυτοχρώματος, διαδικασίες που συμβαίνουν στα μιτοχόνδρια. Η ινσουλίνη επιτρέπει στα κύτταρα να εισαγάγουν γλυκόζη για να τη χρησιμοποιήσουν ως πηγή ενέργειας. Η περίσσεια της γλυκόζης μπορεί να μετατραπεί σε γλυκογόνο και να αποθηκευθεί στο ήπαρ και στους μυς· η ινσουλίνη και η κορτιζόλη διευκολύνουν τη διαδικασία αυτή. Η ορμόνη γλυκαγόνη (και η επινεφρίνη σε καταστάσεις στρες) διεγείρει το ήπαρ ώστε να μετατρέψει το γλυκογόνο εκ νέου σε γλυκόζη, όταν τα επίπεδα γλυκόζης αίματος ελαττώνονται. Περαιτέρω περίσσεια γλυκόζης μετατρέπεται σε λίπος και αποθηκεύεται στο λιπώδη ιστό. Όταν τα επίπεδα γλυκόζης είναι κατώτερα του φυσιολογικού, τα αποθηκευμένα λίπη μεταβολίζονται. Ο ατελής μεταβολισμός των λιπών οδηγεί στο σχηματισμό κετονικών σωμάτων, ένα ακόμη σύμπτωμα του διαβήτη. Η γλυκόζη αίματος εξασφαλίζει τη διατήρηση των πρωτεϊνών. Ο νευρικός ιστός ειδικά εξαρτάται από τη γλυκόζη ως πηγή ενέργειας, αφού ο εγκέφαλος είναι ικανός να οξειδώνει άμεσα τη γλυκόζη.

Aliases (separate with |): Γλυκόζη
γλυκόλη

Oποιαδήποτε από τις διυδρικές αλκοόλες που σχετίζονται με την αιθυλική αλκοόλη, C2H6O2.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι γλυκόλες, συμπεριλαμβανομένων της αιθυλενικής και προπυλενικής γλυκόλης, ανευρίσκονται σε πολλά αντιψυκτικά διαλύματα, διαλύτες, απορρυπαντικά και βερνίκια και η λήψη τους αποτελεί συχνό αίτιο τυχαίας δηλητηρίασης στις Η.Π.Α. Ο ασθενής με δηλητηρίαση πρέπει να αντιμετωπίζεται με πλύση του στομάχου, ώστε να μειωθεί η πρόσληψη της χημικής ουσίας. Χορηγείται διττανθρακικό νάτριο, αν προκληθεί μεταβολική οξέωση. Οι επιληπτικές κρίσεις, η εγκεφαλική βλάβη, η οφθαλμική βλάβη και η νεφρική ανεπάρκεια αποτελούν κοινές επιπλοκές από έκθεση στις ουσίες αυτές. Η υποστήριξη του ασθενή συχνά περιλαμβάνει παρεντερική χορήγηση θειαμίνης και άλλων βιταμινών, καθώς και αναστολείς της αλκοολικής αφυδρογονάσης.

Aliases (separate with |): Γλυκόλη
γλυκοσίδη

Μια ουσία που προέρχεται από τα φυτά και κατά την υδρόλυση της αποδίδει ένα σάκχαρο και ένα ή περισσότερα πρόσθετα προϊόντα. Οι γλυκοσίδες ανάλογα με το σάκχαρο που περιέχουν, ονομάζονται γλυκοσίδια ή γαλακτοσίδια. Η δακτυλίτιδα είναι μια ευρέως χρησιμοποιούμενη καρδιακή γλυκοσίδη.

Aliases (separate with |): Γλυκοσίδη
γλώσσα

Το ελεύθερο κινητό μυώδες όργανο επί του εδάφους του στόματος και μερικώς του φάρυγγα. Είναι το όργανο της γεύσης και συμβάλλει επίσης στην μάσηση, κατάποση, και ομιλία.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Η γλώσσα αποτελείται από ένα σώμα και ρίζα και προσδένεται με μύες στο υοειδές οστό στο κάτω μέρος, στην κάτω γνάθο έμπροσθεν, στην βελονοειδή απόφυση όπισθεν, και στην υπερώα στο πάνω μέρος, και με βλεννώδη μεμβράνη στο έδαφος του στόματος, στα πλευρικά τοιχώματα του φάρυγγα, και στην επιγλωττίδα. Μία διάμεση πτυχή (γλωσσικός χαλινός) συνδέει την γλώσσα με το έδαφος του στόματος. Η επιφάνεια της γλώσσας φέρει πολυάριθμες θηλές τριών τύπων: νηματοειδείς, μυκητοειδείς, και περιχαρακωμένες. Γευστικοί κάλυκες εμφανίζονται στις επιφάνειες πολλών θηλών, ειδικότερα των περιχαρακωμένων. Βλεννώδεις και ορώδεις αδένες (γλωσσικοί αδένες) παρατηρούνται με τους πόρους τους ανοικτούς στην επιφάνεια. Οι γλωσσικές αμυγδαλές είναι λεμφικός ιστός στην βάση της γλώσσας. Ένα διάμεσο ινώδες διάφραγμα διατρέχει ολόκληρο το μήκος της γλώσσας.

Αρτηρίες: Οι γλωσσικές, έσω γναθικές, και ανιούσες φαρυγγικές αρτηρίες παρέχουν αίμα στην γλώσσα. Μύες: Οι εξωγενείς μύες περιλαμβάνουν τους γενειογλωσσικούς, υπογλώσσιους, και βελονογλωσσικούς. Οι ενδογενείς μύες αποτελούνται από τέσσερις ομάδες: ανώτεροι, κατώτεροι, εγκάρσιοι και κάθετοι γλωσσικοί μύες. Τα υπογλώσσια νεύρα είναι κινητικά στην γλώσσα. Τα προσωπικά και γλωσσοφαρυγγικά νεύρα είναι αισθητικά για την γεύση. Νεύρα: Το γλωσσικό νεύρο (που περιέχει ίνες από τρίδυμα και προσωπικά νεύρα), γλωσσοφαρυγγικό, πνευμονογαστρικό, και υπογλώσσιο.

Aliases (separate with |): Γλώσσα
γναθοστομίαση

Μια μορφή σπλαχνικής λοίμωξης των ανθρώπινων ιστών από μεταναστευτικές προνύμφες που προκαλείται από το νηματοειδές παράσιτο του σκύλου και της γάτας, Gnathostoma spinigerum. Η πρόσληψη γίνεται με τη βρώση ακατάλληλα παρασκευασμένων ψαριών και πουλερικών που περιέχουν την προνύμφη. Το παράσιτο μεταναστεύει μέσω διαφόρων ιστών του σώματος και προκαλεί παροδική φλεγμονώδη αντίδραση με πιθανό σχηματισμό αποστήματος. Αν προσβληθεί και ο εγκέφαλος, μπορεί να αναπτυχθεί ηωσινοφιλική μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, η οποία μπορεί να αποβεί μοιραία. Οι ταξιδιώτες προς την Ασία θα πρέπει να αποφεύγουν τη βρώση ωμών ή ακατάλληλα μαγειρεμένων ψαριών και πουλερικών.

ΘΕΡΑΠΕIΑ: Η θεραπεία συνίσταται στη χειρουργική αφαίρεση των βλαβών και στη χορήγηση αλβενδαζόλης.

Aliases (separate with |): Γναθοστομίαση
γονιδιακή θεραπεία

Η θεραπεία που σκοπεύει στην διακοπή της καρκινικής διαδικασίας αντικαθιστώντας τα κατεστραμμένα γονίδια ή μπλοκάροντας την έκφρασή τους.

Aliases (separate with |): Γονιδιακή θεραπεία
γονίδιο

Η βασική μονάδα της κληρονομικότητας, αποτελούμενη από DNA, τον κώδικα για συγκεκριμένες πρωτεΐνες. Κάθε γονίδιο καταλαμβάνει συγκεκριμένη θέση σε ένα χρωμόσωμα. Τα γονίδια αποτελούν αυτοαναπαραγόμενες αλληλουχίες νουκλεοτιδίων του DNA, που υπόκεινται σε τυχαίες δομικές αλλαγές, τις μεταλλάξεις. Τα κληρονομικά χαρακτηριστικά ελέγχονται από ζεύγη γονιδίων στην ίδια θέση σε κάποιο ζεύγος χρωμοσωμάτων. Αυτά τα γονιδιακά ζεύγη, ή αλληλόμορφα, μπορεί να είναι και τα δύο επικρατή ή και τα δύο υπολειπόμενα, όσον αφορά στην έκφραση του συγκεκριμένου χαρακτηριστικού. Σε κάθε περίπτωση, το άτομο είναι ομόζυγο για το χαρακτηριστικό που ελέγχεται από αυτό το γονιδιακό ζεύγος. Αν το γονιδιακό ζεύγος αποτελείται από ένα επικρατές και ένα υπολειπόμενο γονίδιο, το άτομο είναι ετερόζυγο για το χαρακτηριστικό που ελέγχεται από αυτό το γονιδιακό ζεύγος.

Aliases (separate with |): Γονίδιο
γονίδιο Rh

Οποιοδήποτε από οκτώ αλληλόμορφα γονίδια, τα οποία είναι υπευθυνα για την ποικιλία των ομάδων αίματος Rh. Έχουν οριστεί ως R2, Rz, r, r-, r- και ry. Τα γονίδια που είναι υπεύθυνα για την ομάδα αίματος Rh αρνητικού (Rh-) συμβολίζονται με μικρό r. Με κεφαλαίο R συμβολίζονται εκείνα που είναι υπεύθυνα για την ομάδα αίματος Rh θετικού (Rh+).

Aliases (separate with |): Γονίδιο Rh
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL