Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Term Definition
ανάλυση αερίων αίματος

Χημικός προσδιορισμός του pH, της συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα και της συγκέντρωσης και του κορεσμού του οξυγόνου του αίματος. Αυτή η ανάλυση χρησιμοποιείται για τη διάγνωση σοβαρών μεταβολικών και αναπνευστικών διαταραχών. Μπορεί να γίνει με τη χρήση αρτηριακού ή φλεβικού αίματος, αν και μόνο η ανάλυση των αερίων του αρτηριακού αίματος αξιολογεί την πνευμονική λειτουργία. Το δείγμα μπορεί να ληφθεί από διάφορες θέσεις. Μεικτά φλεβικά δείγματα μπορούν να ληφθούν από τον δεξιό κόλπο της καρδιάς. Το αίμα συλλέγεται συνήθως με μια ηπαρινισμένη σύριγγα, δίνοντας προσοχή στο να τοποθετηθεί αμέσως σε πάγο (ώστε να αποφευχθούν παρερμηνείες που προκαλούνται από τον μεταβολισμό) και να μην εκτεθεί στον αέρα (για να αποτραπεί η οξυγόνωση του δείγματος).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Κάποιες φορές, η αρτηριακή παρακέντηση στον καρπό μπορεί να προκαλέσει βλάβη της κερκιδικής αρτηρίας ή να θέσει σε κίνδυνο την αιμάτωση του χεριού.

Aliases (separate with |): analysis|blood|gas|αερίων|αίματος|Ανάλυση
αναλυτής
  1. Μια συσκευή η οποία χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της οπτικής περιστροφής που προκαλείται κατά την διέλευση του πολωμένου φωτός μέσα από κάποιο διάλυμα.
  2. Συσκευή οξυγόνου που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της συγκέντρωσης του εκλυόμενου οξυγόνου, κάτι που επιτυγχάνεται με τη μέτρηση της μερικής πίεσης του οξυγόνου ή της συγκέντρωσής του.

Οι αναλυτές είναι φυσικοί, ηλεκτρικοί και ηλεκτροχημικοί και χρησιμοποιούν παραμαγνητικές, θερμικά αγώγιμες πολαρογραφικές και γαλβανικές μονάδες αντίστοιχα.

  1. Κάθε συσκευή η οποία καθορίζει τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου, της χημικής ουσίας ή της δράσης η οποία μελετάται. έπάρχουν συσκευές για την ανάλυση της φωνής· της ανάλυσης του εκπνεόμενου αέρα για τον προσδιορισμό ουσιών συγκεκριμένων χημικών ουσιών όπως είναι το αλκοόλ· εικόνων κυττάρων σε κάποιο διάλυμα· και χημικών ουσιών.
Aliases (separate with |): analyzer|Αναλυτής
αναπαραγωγικό σύστημα

Οι γονάδες και οι σχετιζόμενες με αυτές δομές και πόροι. Στο θήλυ, το σύστημα περιλαμβάνει τις ωοθήκες, τις σάλπιγγες (ωαγωγοί), τη μήτρα, τον κόλπο και το αιδοίο. Στο άρρεν, περιλαμβάνει τους όρχεις, τους εκφορητικούς πόρους, την επιδιδυμίδα, τους σπερματικούς πόρους, τον εκσπερματιστικό πόρο, την ουρήθρα και τους βοηθητικούς αδένες (βολβοουρηθρικός αδένας, προστάτης, σπερματοδόχες κύστες) και το πέος.

Aliases (separate with |): reproductive|system|Αναπαραγωγικό|σύστημα
αναπηρία

Ένας όρος που χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της «ανικανότητας» ή του «λειτουργικού περιορισμού». Η λέξη «αναπηρία» θεωρείται πλέον υποτιμητική από πολλά άτομα. Η αναπηρία εκτιμάται από την Διεθνή Ταξινόμηση Εκπτώσεων, Ανικανοτήτων και Αναπηριών ως κοινωνική συνέπεια της ανικανότητας διεξαγωγής κάποιων εργασιών ή πρόσβασης σε κάποιους χώρους, λόγω μιας ή περισσοτέρων διαταραχών· σε κάποιες κοινωνίες, η αναπηρία έχει εξισωθεί με την κοινωνική μειονεξία, όσον αφορά την ισοτιμία του ατόμου. Οι όροι «περιορισμός της δραστηριότητας» ή «περιορισμός της συμμετοχής» προτιμώνται από πολλούς ειδικούς στη φυσικοθεραπεία, την επαγγελματική θεραπεία και τη λογοθεραπεία, καθώς και σε σχετικούς τομείς.

Aliases (separate with |): handicap|Αναπηρία
αναπηρία, ανικανότητα

Κάθε σωματική, διανοητική ή λειτουργική ανικανότητα που περιορίζει μια βασική δραστηριότητα. Μπορεί να είναι μερική ή πλήρης. Ο ορισμός της αναπηρίας είναι αμφισβητούμενος. Για κάποιους ειδικούς, η αναπηρία παραπέμπει σε κάθε περιορισμό ή ανικανότητα επιτέλεσης των ρόλων ή των εργασιών που έχει καθορίσει η κοινωνία και που προβλέπεται να επιτελέσει το άτομο εντός συγκεκριμένων κοινωνικών πλαισίων. Μια άλλη έννοια της αναπηρίας είναι ότι πρόκειται για κάθε περιορισμό ή έλλειψη ικανότητας να επιτελεί εργασίες ή ρόλους με τον τρόπο που θεωρείται κανονικός για ένα άτομο. Οι σύγχρονες απόψεις για την αναπηρία αναγνωρίζουν ότι τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος αλληλεπιδρούν με τις ικανότητες ενός ατόμου και προσδιορίζουν τη λειτουργική του απόδοση. Από αυτή την άποψη, η ύπαρξη αναπηρίας δεν καθορίζεται εξ ολοκλήρου από τη σωματική λειτουργία ή ανεπάρκεια.

Aliases (separate with |): disability|Αναπηρία, ανικανότητα
αναπλαστικός όγκος

Όγκος, τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο δεν μοιάζουν με αυτά του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο αφαιρέθηκε. Συχνά είναι αδύνατο να πει κανείς από πού προέρχεται ο όγκος εκτός εάν γνωρίζει το όργανο, που έγινε η βιοψία, ή βασιστεί σε άλλα στοιχεία.

Aliases (separate with |): Αναπλαστικός όγκος
αναπνευστική αλκάλωση

Αλκάλωση με οξεία μείωση του διοξειδίου του άνθρακα που ακολουθείται από μια ανάλογη μείωση των διττανθρακικών του πλάσματος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο υπεραερισμός (είτε οφείλεται σε υποξία, άγχος, κρίσεις πανικού, πυρετό, δηλητηρίαση από σαλικυλικά, άσκηση ή σε πολύ έντονο μηχανικό αερισμό) είναι η βασική αιτία της αναπνευστικής αλκάλωσης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν παραισθήσεις· έντονη ανάγκη αερισμού· ξηρότητα του βλεννογόνου του στόματος· μούδιασμα της ρινός, της περιστοματικής περιοχής ή των άκρων· μυϊκούς σπασμούς· τετανία και αύξηση των αντανακλαστικών· αδυναμία συγκέντρωσης· πνευματική σύγχυση και εκνευρισμό· λήθαργο· ή κώμα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Αντιμετωπίζεται η υποκείμενη αιτία. Στον οξύ υπεραερισμό που οφείλεται στον πανικό ή στο άγχος, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλεύεται να αναπνέει με αργό, ελεγχόμενο και ήρεμο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να του παρέχεται επιβεβαίωση ότι όλα θα πάνε καλά και υποστήριξη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, όπως το να παροτρύνεται ο υπεραεριζόμενος ασθενής να αναπνέει με ήρεμο, ελεγχόμενο τρόπο, χρησιμοποιώντας την καθοδήγηση του θεραπευτή. Ο ειδικός εμποδίζει ή διορθώνει την αναπνευστική αλκάλωση σε ασθενείς που βρίσκονται υπό μηχανικό αερισμό αυξάνοντας τον νεκρό χώρο ή μειώνοντας τον όγκο αερισμού. Παρακολουθούνται οι τιμές των αερίων αρτηριακού αίματος, τα ζωτικά σημεία και η νευρολογική κατάσταση του ασθενούς. Στις σοβαρές περιπτώσεις, παρακολουθείται επίσης το κάλιο του ορού για τυχόν υποκαλιαιμία και η καρδιολογική κατάσταση του ασθενούς για τυχόν καρδιακές αρρυθμίες. Η ενδεδειγμένη αγωγή χορηγείται για την αντιμετώπιση των αιτιών. Ο ασθενής θα πρέπει να υποστηρίζεται ψυχολογικά και θα πρέπει να βρίσκεται σε ένα ήρεμο και ήσυχο περιβάλλον κατά τις περιόδους του έντονου άγχους του. Ο ασθενής βοηθάται να αναγνωρίσει τους στρεσσογόνους παράγοντες και να μάθει κάποιους μηχανισμούς αντιμετώπισης τους και τεχνικές μείωσης του άγχους, όπως είναι οι καθοδηγούμενες σειρές εικόνων (imagery), ο έλεγχος της αναπνοής ή τα φάρμακα.

Aliases (separate with |): alkalosis|respiratory|αλκάλωση|Αναπνευστική
αναπνευστική ανεπάρκεια, οξεία

Οποιαδήποτε διαταραχή της οξυγόνωσης ή του αερισμού, στην οποία η μερική πίεση οξυγόνου του αρτηριακού αίματος πέφτει κάτω από τα 60 mmHg ή/και η μερική πίεση του διοξειδίου του άνθρακα αυξάνει πάνω από 50mmHg και το Ph πέφτει κάτω από 7,35.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ασθενής θα χρειαστεί υποστηρικτική χορήγηση οξυγόνου. Διασωλήνωση και μηχανικός αερισμός μπορεί να χρειασθούν, αν ο ασθενής δεν έχει επαρκή οξυγόνωση και αερισμό (δηλ., εάν παρατηρείται κατακράτηση του διοξειδίου του άνθρακα). Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία της αναπνευστικής ανεπάρκειας (π.χ., βρογχοδιασταλτικά για το άσθμα, αντιβιοτικά για την πνευμονία, διουρητικά και αγγειοδιασταλτικά για τη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ασθενείς με οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια εισάγονται συνήθως σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ο ασθενής τοποθετείται με σκοπό την άριστη ανταλλαγή αερίων, καθώς και την ανακούφιση του. Χορηγείται υποστηρικτά οξυγόνο, αλλά ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, οι οποίοι κατακρατούν διοξείδιο του άνθρακα, παρακολουθούνται στενά για αντίθετα αποτελέσματα. Θερμικά ουδέτερο περιβάλλον διατηρείται, ώστε να μειώνονται οι ανάγκες του ασθενή σε οξυγόνο. Ο ασθενής παρακολουθείται προσεκτικά για σημεία αναπνευστικής καταστολής. Γίνεται ακρόαση των πνευμονικών ήχων και οποιαδήποτε επιδείνωση στον κορεσμό του οξυγόνου αναφέρεται άμεσα. Ο ασθενής επίσης παρακολουθείται για αρνητική φαρμακευτική δράση και για επιπλοκές της θεραπείας, όπως τοξικότητα από οξυγόνο και σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας. Τα ζωτικά σημεία εκτιμώνται συχνά και αναφέρεται η παρουσία πυρετού, ταχυκαρδίας, ταχύπνοιας ή βραδύπνοιας και υπότασης. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα παρακολουθείται για αρρυθμίες. Τα επίπεδα ηλεκτρολυτών στον ορό και η ισορροπία των υγρών παρακολουθούνται και λαμβάνονται μέτρα για τη διόρθωση και αποφυγή οποιασδήποτε διαταραχής. Εάν χρειαστεί μηχανικός αερισμός, οι ρυθμίσεις του αναπνευστήρα και των συγκεντρώσεων του εισπνεόμενου οξυγόνου προσαρμόζονται με βάση τις τιμές των αερίων του αρτηριακού αίματος.

Μετά την οξυγόνωση πραγματοποιείται αναρρόφηση της τραχείας, αν χρειασθεί και υγροποίηση, ώστε να ρευστοποιηθούν οι εκκρίσεις. Οι εκκρίσεις συλλέγονται αν χρειασθεί, για καλλιέργεια και τεστ ευαισθησίας. Η αποστειρωμένη τεχνική κατά τη διάρκεια της αναρρόφησης και η αλλαγή του σωλήνα αερισμού, συμβάλλουν στην αποφυγή λοιμώξεων. Η χρήση τεχνικής ελάχιστων διαρροών για τη διάταση του ενδοτραχειακού ταινιοειδή σωλήνα, συμβάλλει στην αποφυγή διάβρωσης της τραχείας. Τοποθετώντας τον ρινοενδοτραχειακό σωλήνα στη μέση γραμμή εντός του ρώθωνα, αποφεύγοντας υπερβολική κινητικότητα του σωλήνα και παρέχοντας επαρκή υποστήριξη για αερισμό μέσω του σωλήνα, ενισχύεται η αποφυγή ρινικής και ενδοτραχεια-κής ιστικής νέκρωσης. Περιοδική χαλάρωση των ταινιών ασφαλείας εμποδίζει ερεθισμούς και βλάβες του δέρματος. Ο ασθενής υποβοηθείται σε περιπτώσεις επιπλοκών του μηχανικού αερισμού, όπως είναι η μειωμένη καρδιακή παροχή, ο πνευμοθώρακας ή άλλο σοβαρό τραύμα, αυξημένη αντίσταση πνευμονικών αγγείων, μειωμένη παροχή ούρων, αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση και γαστρεντερική αιμορραγία. Όλες οι εξετάσεις, οι διαδικασίες και οι τρόποι αντιμετώπισης πρέπει να εξηγούνται στον ασθενή και την οικογένεια. Τέτοια μέτρα όπως τα ανωτέρω θα πρέπει να αιτιολογούνται, ενώ πρέπει να εκμαιεύεται η ανησυχία του ασθενή και να αντιμετωπίζεται. Εάν ο ασθενής είναι διασωληνωμένος (ή έχει υποστεί τραχειοστομία), πρέπει να του εξηγηθεί γιατί δεν είναι δυνατή η ομιλία και να εκπαιδευθεί στη χρήση εναλλακτικών μεθόδων επικοινωνίας και έκφρασης αναγκών, επιθυμιών και ανησυχιών στο ιατρονοσηλευτικό προσωπικό και τα μέλη της οικογένειας.

Aliases (separate with |): acute|failure|respiratory|Αναπνευστική|ανεπάρκεια|οξεία
αναπνευστική ανεπάρκεια, χρόνια

Χρόνια αδυναμία του αναπνευστικού συστήματος να διατηρήσει τη λειτουργία της οξυγόνωσης του αίματος και της αποβολής διοξειδίου του άνθρακα από τους πνεύμονες. Πολλές παθήσεις μπορεί να προκαλέσουν χρόνια πνευμονική ανεπάρκεια, όπως είναι η απόφραξη των αεροφόρων οδών σε άσθμα, το εμφύσημα, η χρόνια βρογχίτιδα και η κυστική ίνωση· και χρόνιες πνευμονικές παθήσεις του διάμεσου ιστού, όπως είναι η σαρκοείδωση, η πνευμονοκονίωση, η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση, το διάχυτο καρκίνωμα, η βλάβη λόγω ακτινοβολίας και η λευχαιμία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η φροντίδα του ασθενούς εστιάζεται στην ανακούφιση αναπνευστικών συμπτωμάτων, στον χειρισμό της υποξίας, στη διατήρηση ενέργειας και στην αποφυγή ερεθισμών ή λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος. Ο νοσηλευτής, ο θεραπευτής του αναπνευστικού συστήματος, ο ιατρός πρώτων βοηθειών και ο πνευμονολόγος εφαρμόζουν το θεραπευτικό σχήμα και εξηγούν στον ασθενή και την οικογένεια πώς να επιτύχουν την περίθαλψη στο σπίτι. Οι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται υποστηρικτική χορήγηση οξυγόνου. Ο ασθενής μαθαίνει πώς να χειρίζεται τον εξοπλισμό, καθώς και τη σημασία διατήρησης κατάλληλου ρυθμού ροής. Χαμηλός ρυθμός ροής (1-2 L/min) είναι συχνά ο πιο κατάλληλος για ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Η φαρμακευτική θεραπεία μπορεί να συμπεριλάβει εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά (εάν ο βρογχόσπασμος είναι αναστρέψιμος), από του στόματος ή εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή, από του στόματος ή εισπνεόμενα συμπαθητικομιμητικά, εισπνεόμενα βλεννολυτικά και άμεση χρήση αντιβιοτικών από του στόματος σε περίπτωση αναπνευστικής λοίμωξης. Ο ασθενής και η οικογένεια μαθαίνουν τη σειρά και τα μεσοδιαστήματα χορήγησης αυτών των φαρμάκων, καθώς και πώς να χρησιμοποιούν την εισπνευστική συσκευή με μετρητή δόσεων (με ρυθμιστή μεσοδιαστημάτων, αν είναι απαραίτητο). Εξοικειώνονται με τα επιθυμητά αποτελέσματα, με σοβαρές αρνητικές αντιδράσεις, ώστε να τις αναφέρουν και με μικρής σημασίας αρνητικές επιδράσεις και πώς να τις αντιμετωπίσουν. Οι ασθενείς μαθαίνουν πώς να φροντίζουν τις εισπνευστικές συσκευές και άλλο αναπνευστικό εξοπλισμό και συμβουλεύονται να ξεπλένουν το στόμα μετά τη χρήση τέτοιων συσκευών, ώστε να περιορίζονται η άσχημη γεύση, η ξηρότητα και οι λοιμώξεις με Candida. Εκτός αν υπάρχει αντένδειξη για άλλο λόγο, ο ασθενής θα ωφεληθεί από την αυξημένη πρόσληψη υγρών (έως 3 L/ημέρα) με σκοπό τη ρευστοποίηση και απόχρεμψη των εκκρίσεων. Η βαθιά αναπνοή και τεχνικές βήχα μαθαίνονται, ώστε να προαχθεί ο αερισμός και η κινητοποίηση των εκκρίσεων. Ο ασθενής μπορεί ακόμη να διδαχθεί τη θεραπευτική παροχέτευση με τοποθέτηση της κεφαλής προς τα κάτω και τη θωρακική φυσιοθεραπεία, που θα βοηθήσουν στην κινητοποίηση των εκκρίσεων και στην απελευθέρωση των αεραγωγών. Αυτή η θεραπεία πρέπει να γίνεται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή μετά από τα γεύματα. Η σπιρομέτρηση μπορεί να βοηθήσει στην επίτευξη άριστης πνευμονικής έκπτυξης. Διατροφή πλούσια σε θερμίδες και πρωτεΐνες, που προσφέρεται σε μικρά συχνά γεύματα, βοηθά τον ασθενή στη διατήρηση της απαραίτητης θρέψης και παράλληλα στη διατήρηση ενέργειας και μείωση του λίπους. Η καθημερινή δραστηριότητα ενθαρρύνεται σε εναλλαγή με ξεκούραση για την αποφυγή κόπωσης. Οι ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν από ένα πρόγραμμα αναπνευστικής αποκατάστασης, σχεδιασμένο για την εξοικείωση με αναπνευστικές τεχνικές, το οποίο συμβάλλει στην προσαρμογή και βοηθά στην αύξηση ασκήσεων αντοχής. Δραστηριότητες αποπροσανατολισμού από την πάθηση θα πρέπει επιπλέον να παρέχονται, βασισμένες στα ενδιαφέροντα του ασθενούς. Ο ασθενής υποβοηθάται για αλλαγές στη βασική αναπνευστική λειτουργία του. Η κόπωση, οι αλλαγές στους αναπνευστικούς ήχους και η ταχύπνοια μπορεί να υποδηλώνουν επιδείνωση. Επισημαίνεται οποιαδήποτε αλλαγή στην ποιότητα ή ποσότητα των πτυέλων. Ο ασθενής μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τέτοιες αλλαγές. Οι ασθενείς χρειάζονται βοήθεια για την προσαρμογή στις αλλαγές του τρόπου ζωής που απαιτούνται από αυτή τη χρόνια ασθένεια. Οι ασθενείς και οι οικογένειες τους ενθαρρύνονται να κάνουν ερωτήσεις και να εκφράζουν την ανησυχία τους· απαντήσεις δίδονται όποτε είναι δυνατό και παρέχεται διαρκώς υποστήριξη. Ο ασθενής και η οικογένεια πρέπει να συμπεριλαμβάνονται σε κάθε θεραπευτικό σχεδιασμό και τις σχετικές αποφάσεις. Ο ασθενής μαθαίνει να αποφεύγει ατμοσφαιρικούς παράγοντες μόλυνσης, όπως τα αέρια από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων και τα σπρέι καθώς επίσης και πλήθη ατόμων με αναπνευστικές λοιμώξεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να κάνουν αντιγριπικό εμβολιασμό κάθε χρόνο και αντιπνευμονιοκοκκικό εμβολιασμό κάθε 6 χρόνια. Ο ασθενής μπορεί επίσης να ωφεληθεί με την αποφυγή έκθεσης στον κρύο αέρα, καλύπτοντας τη μύτη και το στόμα του με μαντίλι ή μάσκα, όταν ο καιρός είναι κρύος και με δυνατό αέρα. Οι ασθενείς που καπνίζουν συμβουλεύονται να απέχουν, χρησιμοποιώντας υποκατάστατα νικοτίνης, υπνωτισμό, υποστηρικτικές ομάδες ή άλλες μεθόδους.

Aliases (separate with |): chronic|failure|respiratory|Αναπνευστική|ανεπάρκεια|χρόνια
αναπνευστική οξέωση

Η οξέωση που προκαλείται από ανεπαρκή αερισμό και την επακόλουθη κατακράτηση του διοξειδίου του άνθρακα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής με υποψία οξείας αναπνευστικής οξέωσης παρακολουθείται με την μέτρηση των τιμών των αερίων αίματος, το επίπεδο συνείδησης και τον προσανατολισμό ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τα άτομα. Ο ασθενής επίσης εκτιμάται εάν έχει εφίδρωση, λεπτό και πτερυγοειδή τρόμο (αστηριξία), καταστολή των αντανακλαστικών του και καρδιακές αρρυθμίες. Επίσης, παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και ο τύπος της αναπνοής, ενώ θα πρέπει να αναφέρονται τυχόν δυσκολίες στην αναπνοή όπως είναι η δύσπνοια. Ενδοφλέβια υγρά χορηγούνται για την ενυδάτωση του ασθενούς. Ο ασθενής θα πρέπει να κατατοπίζεται όσο συχνά είναι αναγκαίο, θα πρέπει να του παρέχονται πληροφορίες και να καθησυχάζεται τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένεια του προκειμένου να περιοριστεί ο φόβος και η ανησυχία τους. Παρέχονται μέτρα για την αντιμετώπιση της σχετιζόμενης υποξαιμίας και των υποκείμενων καταστάσεων, η ανταπόκριση του ασθενούς σε αυτά τα θεραπευτικά μέτρα θα πρέπει να αξιολογείται και θα πρέπει ο ασθενής να εκπαιδεύεται για τα ζητήματα που αφορούν την κατάστασή του. Άτομο εξειδικευμένο για τις διαταραχές της αναπνοής συνεργάζεται με τον θεράποντα ιατρό προκειμένου να εκτιμηθεί το πότε είναι αναγκαίο να γίνει διασωλήνωση και να τεθεί ο ασθενής με οξεία αναπνευστική οξέωση σε μηχανικό αερισμό. Εφόσον ο ασθενής διασωληνωθεί και τεθεί σε μηχανικό αερισμό, ο ειδικός θα πρέπει να παρακολουθεί τον ασθενή ώστε να διατηρούνται οι αεραγωγοί του ανοικτοί και ο αερισμός θετικής πίεσης είναι ανεκτός από τον ασθενή. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αξιολογεί τακτικά τον ασθενή κάθε 1 με 2 λεπτά και τον αναπνευστήρα και να ενημερώνει τον θεράποντα ιατρό σχετικά με τυχόν παρενέργειες.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η οξεία αναπνευστική οξέωση είναι επείγουσα ιατρική κατάσταση για την αντιμετώπιση της οποίας είναι αναγκαίο να καταβάλλεται άμεσα προσπάθεια για τον βελτίωση του αερισμού του ασθενούς.

Συνώνυμο carbon dioxide acidosis

Aliases (separate with |): acidosis|respiratory|αναπνευστική|οξέωση
αναπνευστικό πηλίκο
  1. Το ποσό της ενέργειας που προέρχεται από το μεταβολισμό των υδατανθράκων και όχι του λίπους.

  2. Το αποτέλεσμα της διαίρεσης της ποσότητας του διοξειδίου του άνθρακα που εκπνέεται ανά λεπτό με την ποσότητα του οξυγόνου που καταναλώνεται κάθε λεπτό, που φυσιολογικά είναι 0,9.

Aliases (separate with |): quotient|respiratory|Αναπνευστικό|πηλίκο
αναπνοή
  1. Η ανταλλαγή αερίων ανάμεσα στον οργανισμό και το περιβάλλον στο οποίο ζει.
  2. Η διαδικασία της αναπνοής(δηλ. εισπνοή και εκπνοή) κατά τη διάρκεια της οποίας οι πνεύμονες γεμίζουν με αέρα μέσω της εισπνοής και το διοξείδιο του άνθρακα αποβάλλεται μέσω της εκπνοής. Η φυσιολογική ανταλλαγή του οξυγόνου με το διοξείδιο του άνθρακα στους πνεύμονες κατά τη διάρκεια της αναπνοής είναι αδύνατη, εκτός αν ο πνευμονικός ιστός αιματώνεται επαρκώς.
Aliases (separate with |): respiration|Αναπνοή
ανάπτυξη, αύξηση

Η ανάτπυξη, η ωρίμανση ή η επέκταση των σωματικών δομών ή των γνωσιακών και ψυχοκοινωνικών ικανοτήτων. Η διαδικασία αυτή μπορεί να είναι φυσιολογική, όπως η ανάπτυξη ενός εμβρύου ή παιδιού, ή παθολογική, όπως η ανάπτυξη μιας κύστης ή ενός κακοήθους όγκου. ΤΥΠΟΙ: 1. Γενική ανάπτυξη του σώματος παρατηρείται κατά την αύξηση του μεγέθους του σώματος και κατά την αύξηση του συνολικού βάρους των μυών και των διαφόρων εσωτερικών οργάνων. Η ανάπτυξη είναι συνήθως αργή και σταθερή, αλλά παρουσιάζει μια εμφανή επιτάχυνση ακριβώς μετά τη γέννηση και κατά την περίοδο της εφηβείας («αναπτυξιακή έκρηξη»). 2. Τα λεμφικά όργανα, όπως ο θύμος αδένας και οι λεμφαδένες, αναπτύσσονται ταχύτερα κατά τα πρώιμα στάδια της ζωής, με αποκορύφωμα της ανάπτυξής τους περίπου στα 12 έτη ηλικίας, ενώ στη συνέχεια αναστέλλεται η ανάπτυξή τους ή υποστρέφουν. 3. Ο εγκέφαλος, ο νωτιαίος μυελός, οι οφθαλμοί και οι μήνιγγες αναπτύσσονται στην παιδική ηλικία, αλλά φτάνουν το μέγεθος του ενηλίκου περίπου στην ηλικία των 8 ετών. Το μέγεθος αυτό διατηρείται χωρίς υποστροφή. 4. Οι όρχεις, οι ωοθήκες και άλλες δομές του ουρογεννητικού συστήματος αναπτύσσονται αργά στη βρεφική ηλικία, αλλά στην εφηβεία αναπτύσσονται ραγδαία και προκαλούν τις εντυπωσιακές αλλαγές στην εμφάνιση που αποτελούν τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου. 5. Η γνωσιακή ανάτπυξη χαρακτηρίζεται από την προοδευτική ωρίμανση της σκέψης, της κρίσης και της διανόησης, ειδικά σε παιδιά σχολικής ηλικίας. 6. Η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη περιλαμβάνει την ανάπτυξη της προσωπικότητας, της κρίσης και της ψυχοσύνθεσης· εξελίσσεται κατά τη διάρκεια της ζωής ως εμπειρία στην εργασία, στο παιχνίδι και στις συναισθηματικές αλληλεπιδράσεις με τους άλλους.

Aliases (separate with |): growth|Ανάπτυξη|αύξηση
αναρρόφηση

Αφαίρεση υγρού ή ιστού με βελόνα ή άλλο όργανο από συγκεκριμένες περιοχές του σώματος. Εφαρμόζεται για να τεθεί η διάγνωση ή για την ανακούφιση από κάποια συμπτώματα.

Aliases (separate with |): Αναρρόφηση
αναρρόφηση με λεπτή βελόνα (FNA)

Αποτελεί απλό και ανώδυνο τρόπο λήψης μικρών τεμαχιδίων ιστού για διαγνωστικούς σκοπούς. Υπό τοπική αναισθησία, εισάγεται μέσω του δέρματος μίαβελόνα στον όγκο και αναρροφάται μικρό ιστοτεμαχίδιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η FNA αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της πρώιμης διάγνωσης της νόσου. Όμως, υπάρχει πιθανότητα με την μέθοδο αυτή, το ποσό του ιστού να μην επαρκεί για να τεθεί η διάγνωση.

Aliases (separate with |): Αναρρόφηση με λεπτή βελόνα (FNA)
ανάσπαση του διαστήματος S-T

Το ύψος του διαστήματος S- T στο καρδιογράφημα ανεβαίνει πάνω από μια επίπεδη γραμμή που περνά από το προηγούμενο διάστημα P- R και το επόμενο διάστημα T- P. Η ανύψωση του S- T σε δύο ή περισσότερες γειτονικές απαγωγές του ηλεκτροκαρδιογραφήματος αποτελεί ένα από τα διαγνωστικά κριτήρια του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Aliases (separate with |): elevation|S- T|S-T|segment|Ανάσπαση|διαστήματος|του
αναστολέας διαύλων ασβεστίου

Οποιοδήποτε από ομάδα φαρμάκων τα οποία επιβραδύνουν την εισροή ιόντων ασβεστίου στα λεία μυικά κύτταρα, με αποτέλεσμα την ελάττωση των αρτηριακών αντιστάσεων και των αναγκών σε οξυγόνο. Αυτά τα φάρμακα χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της στηθάγχης, της υπέρτασης, του αγγειακού σπασμού, της εν-δοκρανιακής αιμορραγίας, της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και της υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας. Επειδή μπορεί να προκληθεί υπόταση τόσο ως θεραπευτικό αποτέλεσμα αλλά και περιστασιακά ως ανεπιθύμητη ενέργεια, η πίεση του αίματος πρέπει να παρακολουθείται ιδιαίτερα στενά κατά την αρχική περίοδο της θεραπείας.

Aliases (separate with |): blocker|calcium|channel|Αναστολέας|ασβεστίου|διαύλων
αναστόμωση

ημείο συνένωσης δύο κοίλων οργάνων. Συνήθως, αναφέρεται στην συνένωση δύο εντερικών τμημάτων μετά από αφαίρεση της περιοχής, που είχε προσβληθεί από τον καρκίνο

Aliases (separate with |): Αναστόμωση
ανασυνδυασμένο DNA

Τμήματα DNA από ένα οργανισμό τεχνητά χειριζόμενο και εισερχόμενο στο DNA άλλου οργανισμού χρησιμοποιώντας μια τεχνική γνωστή ως γονιδιακή συναρμογή . Όταν το γενετικό υλικό του ξενιστή αναπαράγεται, το μεταμοσχευμένο γενετικό υλικό επίσης αντιγράφεται. Η τεχνική αυτή επιτρέπει την απομόνωση και την εξέταση των ιδιοτήτων και των δράσεων ειδικών γονιδίων.

Aliases (separate with |): DNA|recombinant|Ανασυνδυασμένο
αναφυλαξία

Μία τύπου Ι αντίδραση υπερευαισθησίας (αλλεργική) ανάμεσα σε κάποιο αλλεργιογόνο αντιγόνο και στην προσδε-δεμένη στα ιστιοκύτταρα ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE), η οποία διεγείρει την αιφνίδια απελευθέρωση διαμεσολαβητών του ανοσοποιητικού συστήματος είτε τοπικά είτε σε ολόκληρο το σώμα. Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται μέσα σε μερικά λεπτά και μπορεί να επανεμφανιστούν ακόμα και κάποιες ώρες αργότερα (βραδείας φάσης αντίδραση). Η αναφυλαξία μπορεί να εκδηλωθεί μόνο σε κάποιο άτομο το οποίο είχε ευαισθητοποιηθεί στο συγκεκριμένο αλλεργιογόνο. Κατά την αρχική έκθεση προκαλείται πρόσδεση της ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE) στα ιστιοκύτταρα. Διακρίνεται σε τοπική και σε συστηματική. Στις τοπικές αναφυλακτικές αντιδράσεις συμπεριλαμβάνεται το εξάνθημα, και η αλλεργική γαστρεντερίτιδα. Η συστηματική αναφυλαξία η οποία προκαλεί περιφερική αγγειοδιαστολή, βρογχόσπασμο και οίδημα λάρυγγα είναι δυνατόν να γίνει απειλητική για τη ζωή του ασθενούς.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα IgE αντισώματα συνδέονται με τα ιστιοκύτταρα σε όλο το σώμα, εξαιτίας της προηγούμενης έκθεσης στο αλλεργιογόνο αντιγόνο (ευαισθητοποίηση), όταν το αλλεργιογό-νο έρθει για δεύτερη φορά σε επαφή με τον ασθενή. Τα ιστιοκύτταρα απελευθερώνουν κυστίδια τα οποία περιέχουν χημικούς διαμεσολαβητές (αποκοκκίωση), οι οποίοι προσελκύουν τα ουδετερόφιλα και τα ηωσινόφιλα και επίσης προκαλούν κνίδωση, αγγειοδιαστολή, αύξηση της διαπερατότητας των αγγείων και σπασμό των λείων μυϊκών ινών και ε ιδικά των βρόγχων και της γαστρεντερικής οδού. Οι χημικοί διαμεσολαβητές οι οποίοι συμμετέχουν στην αναφυλαξία είναι η ισταμίνη, οι πρωτεάσες, οι χημειοτακτικοί παράγοντες, τα λευκοτριένια, η προσταγλανδίνη D και οι κυτοκίνες (π.χ. ο TNF-α και οι ιντερλευκίνες 1, 3, 4, 5 και 6). Οι παράγοντες που προκαλούν συνηθέστερα αναφυλαξία είναι τα φάρμακα, το φαγητό και τα δείγματα εντόμων. Οι τοπικές αναφυλακτικές αντιδράσεις προκαλούνται επίσης από τη γύρη (π.χ. εξάνθημα, αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργικό άσθμα).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η τοπική αναφυλαξία προκαλεί την εμφάνιση σημείων στην περιοχή της αντίδρασης του αλλεργιογόνου με το αντίσωμα, όπως είναι ο κνησμός (κνίδωση), οίδημα, θερμότητα και ερύθημα. Στη συστηματική αναφυλαξία συμμετέχουν το αναπνευστικό, το καρδιαγγειακό σύστημα, το δέρμα και η γαστρεντερική οδός. Τα αρχικά σημεία είναι ο κνησμός, το αγγειοίδημα, η έξαψη, ο συριγμός, η αύξηση της παραγωγής βλέννης, η ναυτία και ο εμετός, και η αίσθηση γενικευμένου άγχους. Η συστηματική αναφυλαξία μπορεί να είναι ήπια ή αρκετά σοβαρή ώστε να προκαλέσει καταπληξία όταν προκληθεί μεγάλου βαθμού και γενικευμένη αγγειοδιαστολή.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η τοπική αναφυλαξία αντιμετωπίζεται με αντισταμινικά και σε ορισμένες περιπτώσεις με επινεφρίνη, εάν η αντίδραση είναι σοβαρή. Στην αντιμετώπιση της συστηματικής αναφυλαξίας συμπεριλαμβάνεται η προστασία των αεραγωγών και η χορήγηση οξυγόνου· τα αντισταμινικά (π.χ. διφαινυδραμίνη ή διμετιδίνη για τον αποκλεισμό των ισταμινικών υποδοχέων Ηι και Η2· ενδοφλέβια χορήγηση υγρών για τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης και αγγειοσυσταλτικά (π.χ. επινεφρίνη ή ντοπαμίνη) για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση της καταπληξίας. Η επινεφρίνη χρησιμοποιείται επίσης για την αντιμετώπιση του βρογχόσπασμου. Γενικά, τα φάρμακα χορηγούνται ενδοφλέβια· τα φάρμακα είναι δυνατόν να χορηγηθούν ενδομυϊκά (π.χ. διφαινυδραμίνη) ή ενδοτραχειακά (π.χ. επινεφρίνη). Σε ήπιες περιπτώσεις είναι δυνατόν να χορηγηθούν υποδόρια. Τα κορτικοστεροειδή είναι επίσης δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την πρόληψη της υποτροπής του βρογχόσπασμου και της αύξησης της διαπερατότητας των αγγείων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πρόληψη: Λαμβάνεται ιστορικό τυχόν προηγούμενων αλλεργικών αντιδράσεων, ειδικά σε φάρμακα, τροφές ή σε σκιαγραφικά μέσα. Οι ασθενείς αυξημένου κινδύνου παρακολουθούνται στενά για τυχόν αντιδράσεις κατά τη διάρκεια και μετά τη χορήγηση οποιουδήποτε από αυτούς τους παράγοντες. Ο ασθενής μαθαίνει να αναγνωρίζει από μόνος του τα πιο συνηθισμένα αλλεργιογόνα καθώς και τα σημεία της αλλεργικής αντίδρασης. Επίσης, ο ασθενής θα πρέπει να φέρει διαρκώς κάποιο διακριτό σημάδι με το οποίο να δηλώνεται η αλλεργία του σε κάποιο φάρμακο, φαγητό ή δείγμα εντόμου προκειμένου να αποφευχθεί κάποιος άστοχος χειρισμός σε περίπτωση επείγοντος συμβάματος. Τα άτομα τα οποία είχαν μια αναφυλακτική αντίδραση στο παρελθόν και που είναι αδύνατον να αποφύγουν στο μέλλον την επανέκθεσή τους στο αλλεργιογόνο, θα πρέπει να έχουν ένα κουτί με μια σύριγγα με επινεφρίνη και να εκπαιδευτούν στο πώς να τη χρησιμοποιούν. Οι ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν αλλεργία στα δείγματα υμενόπτερων εντόμων (σφίγγες, μέλισσες, κεντρίνες), θα πρέπει να απευαισθητοποιούνται.

Aliases (separate with |): anaphylaxis|Αναφυλαξία
ανδροστερόνη

C17H2O2 ένα στεροειδές ανδρογόνο το οποίο βρίσκεται στα ούρα. Είναι μεταβολίτης της τεστοστερόνης και της ανδροστενεδιόνης. Είναι δυνατόν να συντεθεί ανδροστερόνη τεχνητά. Όπως και τα υπόλοιπα ανδρογόνα (ορμόνες του ανδρικού φύλου) έτσι και η ανδροστερόνη συμβάλλει στη δημιουργία των χαρακτηριστικών αλλαγών της ωρίμανσης και στην εμφάνιση της τριχοφυϊας στο εφήβαιο, στη μασχάλη και στα γεννητικά όργανα, τη βάθυνση της φωνής και την ανάπτυξη των ιδρωτοποιών αδένων στον άνδρα.

Aliases (separate with |): androsterone|Ανδροστερόνη
ανεμευλογιά

Οξεία λοιμώδης νόσος που απαντάται συνήθως σε παιδιά μικρότερα των 15 ετών και η οποία οφείλεται στον ιό της ανεμευλογιάς-έρπητα ζωστήρα. Το παθογνωμονικό χαρακτηριστικό της είναι ένα εξάνθημα, που περιγράφεται κλινικά ως σχέδιο "δροσοσταλίδας πάνω σε πέταλο τριαντάφυλλου", το οποίο είναι συρρέον και εντοπίζεται στον κορμό, στο πρόσωπο, στο κρανίο, στα άνω άκρα και, ορισμένες φορές, στους μηρούς. Η νόσος μεταδίδεται κυρίως με αναπνευστικά σταγονίδια που περιέχουν λοιμογόνα σωματίδια, με άμεση επαφή με τη βλάβη ή με μολυσμένο εξοπλισμό. Η επανενεργοποίηση του ιού σε ενήλικες προκαλεί έρπητα ζωστήρα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μετά από μια περίοδο επώασης 2 ως 3 εβδομάδων (συνήθως 13 ως 17 ημέρες), οι ασθενείς εμφανίζουν πυρετό, κακουχία, ανορεξία και λεμφαδενοπάθεια. Ακολουθεί η έκθυση ενός εξαιρετικά κνησμώδους εξανθήματος που ξεκινά σαν κηλίδα, εξελίσσεται σε φυσαλίδα με ερυθρή βάση και τελικά μετατρέπεται σε εφελκίδα. Και τα τρία στάδια του εξανθήματος μπορεί να είναι παρόντα την ίδια χρονική περίοδο. Η ανεμευλογιά μπορεί να μεταδοθεί σε άλλους μέχρι την πλήρη εσχαροποίηση όλων των βλαβών. Σε μερικές περιπτώσεις, για παράδειγμα, όταν ο ιός της ανεμευλογιάς προσβάλλει ενήλικες ή ανοσοκατεσταλμένα παιδιά, η νόσος μπορεί να επιπλεχθεί με βακτηριακή πνευμονία, εγκεφαλτιδα ή θρομβοπενία. Η ανοσοποίηση κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ηλικίας με το εμβόλιο της ανεμευλογιάς στοχεύει στην αποτροπή αυτών των επιπλοκών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο ιός της ανεμευλογιάς μπορεί να προσβάλει άτομα οποιασδήποτε ηλικίας που δεν έχουν προηγουμένως εκτεθεί σε αυτόν. Οι επιδημίες είναι πιο συχνές το χειμώνα και την άνοιξη, σε περιοχές με εύκρατο κλίμα.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Μολυσματικό κηρίο, ερπητοειδής δερματίτιδα, έρπης ζωστήρας και δοθιήνωση. Οι παραπάνω παθήσεις ίσως χρειαστεί να διαφοροδιαγνωστούν από τη ανεμευλογιά, αν και οι διαφορές είναι συνήθως εμφανείς.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Ενδέχεται να εκδηλωθούν δευτεροπαθείς λοιμώξεις λόγω κνησμού, που μπορεί να οδηγήσουν στη δημιουργία αποστήματος· μερικές φορές σε ερυσίπελας ή ακόμα και σε σηψαιμία. Περιστασιακά, βλάβες που βρίσκονται πέριξ του λάρυγγα μπορεί να προκαλέσουν οίδημα της γλωττίδας και να απειλήσουν τη ζωή του ασθενούς. Η εγκεφαλίτιδα αποτελεί σπάνια επιπλοκή. Η ανεμευλογιά μπορεί να αποβεί θανατηφόρα σε παιδιά με λευχαιμία ή σε παιδιά που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Η χορήγηση της ειδικής ανοσοσφαιρίνης για την ανεμευλογιά - τον έρπητα ζωστήρα (VZIg) μέσα σε 72 ώρες από την έκθεση προλαμβάνει την κλινική εκδήλωση της ανεμευλογιάς σε μη ανοσοποιημένα, υγιή παιδιά. Πιθανές ενδείξεις για τη χορήγηση της άνοσου σφαιρίνης είναι: ανοσοκατεσταλμένα παιδιά, νεογνά των οποίων η μητέρα προσβλήθηκε από τον ιό της ανεμευλογιάς 5 ημέρες πριν ή 48 ώρες μετά τον τοκετό· έκθεση των νεογνών μετά τον τοκετό (ειδικά των πρόωρων) στον ιό της ανεμευλογιάς· υγιείς ενήλικες που έχουν εκτεθεί στον ιό και δεν είναι ανοσοποιημένοι σε αυτόν· έγκυες γυναίκες που δεν έχουν ιστορικό νόσησης και έχουν εκτεθεί στον ιό. Η χρήση της ανοσοσφαιρίνης σε έγκυες γυναίκες δεν αποτρέπει την εμβρυϊκή λοίμωξη ή το συγγενές σύνδρομο ανεμευλογιάς. Το ζων εξασθενημένο εμβόλιο είναι πλέον εμπορικά διαθέσιμο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Επειδή έχουν παρατηρηθεί σοβαρή νόσηση και κρούσματα θανάτου από το ιό της ανεμευλογιάς σε παιδιά που λάμβαναν κορτικοστεροειδή, τα παιδιά αυτά θα πρέπει να αποφεύγουν την έκθεση στον ιό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο έντονος κνησμός, σε υγιή κατά τα άλλα παιδιά, αντιμετωπίζεται με χορήγηση διφαινυδραμίνης ή υδροξυζίνης και ο πυρετός που ενδεχομένως να αναπτύξουν με χορήγηση ακεταμινοφαίνης. Στα παιδιά που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και στους ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες πρέπει να δίνεται ανοσοσφαιρίνη έναντι του ιού ανεμευλογιάς - έρπητα ζωστήρα ως προφύλαξη μετά την έκθεση στον ιό. Στην περίπτωση που η ανεμευλογιά εκδηλωθεί σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα ή σε εγκύους που διανύουν το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, πρέπει να χορηγείται ακυκλοβίρη ενδοφλέβια. Η ανοσοποίηση με το εμβόλιο της ανεμευλογιάς συνιστάται στα παιδιά που δεν έχουν νοσήσει από ανεμευλογιά και τα οποία δεν έχουν λάβει προηγούμενη ανοσοποίηση.

Aliases (separate with |): varicella|Ανεμευλογιά
ανεπάρκεια αορτής

Μία ατελής σύγκλειση της μηνοειδούς βαλβίδας στην συμβολή της αριστερής κοιλίας και της αορτής. Αυτό προκαλεί παλινδρόμηση αίματος το οποίο έχει περάσει στην αορτή πίσω στην αριστερή κοιλία. Μπορεί να δημιουργηθεί υπερφόρτωση όγκου της αριστερής κοιλίας και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Η χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια προκαλεί μία σταδιακή υπερφόρτωση όγκου της καρδιάς και τελικά συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Μπορεί να παρουσιαστεί σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, τριτογενή σύφιλη, νόσο του Marfan, ή άλλες διαταραχές που επηρεάζουν την ικανότητα της αορτικής βαλβίδας. Η αντιμετώπιση συχνά περιλαμβάνει αντιυπερτασικούς αγγειοδιασταλτές, όπως η νιφεδιπίνη. Αν η συμφορητική ανεπάρκεια γίνει αρκετά σοβαρή, ίσως είναι σωστό να γίνεται αντικατάσταση της βαλβίδας για ασθενείς που είναι σε καλή κατάσταση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η χρόνια ΑΙ μπορεί να είναι ασυμπτωματική μέχρι να εμφανιστεί η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ). Οι ασθενείς με ΣΚΑ συχνά αναφέρουν δυσκολία στην αναπνοή (π.χ. στην διάρκεια άσκησης ή ύπνου), και οίδημα στα κάτω άκρα. Περιστασιακά οι ασθενείς μπορεί να αναφέρουν καρδιοπαλμία ή μία υποκειμενική αίσθηση των χτύπων της καρδιάς.

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΦΥΣΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ: Το φύσημα της ΑΙ είναι αντιληπτό στην διαστολή και συνήθως περιγράφεται ως «σβήσιμο» ή "decrescendo" (δηλ. ξεκινά δυνατά και σταδιακά ελαττώνεται). Είναι καλύτερα αντιληπτό μετά από εκπνοή του ασθενούς και ενώ είναι καθισμένος προς τα εμπρός, κρατώντας την αναπνοή του. Οι ασθενείς με Αι συχνά έχουν μεγάλο εύρος σφυγμού με δίκροτο παλμό και πιθανά να εμφανίζουν σείση της καφαλής, σείσης της σταφυλής και ορατή κυκλοφορία αίματος κάτω από τα νύχια όταν οι άκρες των νυχιών πιεστούν μαλακά. (Παλμός Quincke's).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ένα ιστορικό σχετικών καρδιακών νοσημάτων και συμπτωμάτων. Σημειώνονται πυρετός και άλλα σημεία φλεγμονής. Καταγράφονται τα ζωτικά σημεία, το βάρος και η πρόσληψη υγρών για ενδείξεις υπερφόρτωσης υγρών. Εκτιμάται συχνά η αντοχή στην δραστηριότητα και το επίπεδο καταβολής και ο ασθενής διδάσκεται να παρεμβάλει στις περιόδους δραστηριότητας ανάπαυση. Αν απαιτείται να μείνει κλινήρης, εξηγείται η σπουδαιότητά του, παρέχεται βοήθεια όποτε χρειάζεται και χορηγείται ένα κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι γιατί απαιτεί λιγότερη καρδιακή προσπάθεια από την χρήση ενός ουροδοχείου. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να εκφράσει τις ανησυχίες του για τους περιορισμούς της δραστηριότητάς του και διαβεβαιώνεται για την προσωρινή φύση τους. Ο ασθενής τοποθετείται σε μία κάθετη θέση αν είναι απαραίτητο για την ανακούφιση από την δύσπνοια και χορηγείται οξυγόνο για την αποφυγή ιστικής υποξίας. Όταν κάθεται σε καρέκλα ο ασθενής πρέπει να τοποθετεί τα πόδια του ανυψωμένα για να βελτιώνει την φλεβική επιστροφή. Το διαιτολόγιο πρέπει να αποτελείται από φαγητά που αρέσουν στον ασθενή, αλλά πρέπει να τηρούνται οι καθορισμένο διαιτητικοί περιορισμοί. Ο ασθενής λαμβάνει τις κατάλληλες οδηγίες όσον αφορά τα συνταγογραφούμενα φάρμακα.

Στα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνονται επαρκής καρδιοπνευμονική ιστική άρδευση και καρδιακή παροχή, ελαττωμένη καταβολή στην έγερση, και ικανότητα ελέγχου των φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Aliases (separate with |): aortic|insufficiency|Ανεπάρκεια|αορτής
ανεπαρκής αντιρρόπηση
  1. Αδυναμία της καρδιάς να διατηρήσει επαρκή κυκλοφορία ή αδυναμία άλλων οργάνων για σωστή λειτουργία υπό συνθήκες στρες ή ασθένειας.

  2. Στην ψυχολογία, η αδυναμία των μηχανισμών άμυνας όπως αυτοί προκύπτουν στα αρχικά και τα μετέπειτα επεισόδια μιας οξείας πνευματικής ασθένειας.

Aliases (separate with |): Ανεπαρκής|αντιρρόπηση
ανεπιθύμητη ενέργεια

Στη φαρμακολογία και τη θεραπευτική, μία ανεπιθύμητη παρενέργεια ή τοξικότητα οφειλόμενη στη θεραπεία. Ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να συμβούν ως αποτέλεσμα φαρμακευτικής θεραπείας, φυσικοθεραπείας, ακτινοβολίας ή χειρουργικής επέμβασης. Η έναρξη της ανεπιθύμητης ενέργειας μπορεί να είναι άμεση ή μπορεί να απαιτήσει την πάροδο ημερών ή μηνών για να εκδηλωθεί. Ένας συχνός τύπος ανεπιθύμητης ενέργειας είναι οι παρενέργειες από φάρμακα (ADR). Οι ADRs αναφέρονται στον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των Η.Π.Α. (FDA).

Aliases (separate with |): adverse|reaction|Ανεπιθύμητη|ενέργεια
ανευπλοειδή

Καρκινικά κύτταρα, που δεν φέρουν τον φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων (46 χρωμοσώματα). Τα καρκινικά κύτταρα, που έχουν 46 χρωμοσώματα, καλούνται ευπλοειδή. Συνήθως, οι ανευπλοειδείς όγκοι έχουν δυσμενέστερη πρόγνωση.

Aliases (separate with |): Ανευπλοειδή
ανεύρυσμα

Εντοπισμένη παθολογική διάταση ενός αιμοφόρου αγγείου, συνήθως μιας αρτηρίας· οφείλεται σε κάποιο συγγενές έλλειμμα ή σε αδυναμία του τοιχώματος του αγγείου.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Στην αορτή, η αθηροσκλήρυνση είναι η πιο συχνή αιτία. Συφιλιδικά ανευρύσματα ανευρίσκονται μερικές φορές στην ανιούσα αορτή. Οι βακτηριακές και μυκωτικές λοιμώξεις και βλάβες είναι συχνές αιτίες δημιουργίας ανευρυσμάτων στις περιφερικές αρτηρίες.

Aliases (separate with |): aneurysm|Ανεύρυσμα
ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής

Εντοπισμένη διάταση (σακκοειδής, ατρακτοειδής, διαχωριστική) διάταση του τοιχώματος της κοιλιακής αορτής (το τμήμα της κατιούσας αορτής που περνάει μέσα από το τρήμα του διαφράγματος μέσα στην κοιλιακή χώρα, κατεβαίνει κοιλιακά της σπονδυλικής στήλης και καταλήγει στον τέταρτο οσφυϊκό σπόνδυλο όπου διαχωρίζεται στις δύο κοινές λαγόνιες αρτηρίες). Γενικά, έχει βρεθεί ότι μπορεί να συμμετέχουν και οι νεφρικές ή/ και οι λαγόνιες αρτηρίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις η διάταση μπορεί να επεκταθεί προς τα πάνω, μέσα από το διάφραγμα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα, όταν υπάρχουν, μπορεί να είναι γενικευμένος κοιλιακός πόνος, πόνος χαμηλά στη ράχη που δεν εξαρτάται από τις κινήσεις, αίσθημα πληρότητας του στομάχου και του εντέρου, και αιφνίδιος πόνος στη κοιλιά και στην οσφύ ο οποίος αντανακλά στην βουβωνική χώρα. Σημεία ανευρύσματος είναι η σφύζουσα μάζα στην περιομφαλική χώρα και συστολικός ήχος πάνω από την αορτή.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα κοιλιακά ανευρύσματα της αορτής τα οποία δεν αντιμετωπίζονται, σταδιακά διογκώνονται και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να ραγούν. Η πιθανότητα ρήξης του ανευρύσματος είναι αυξημένη όταν το μέγεθός τους είναι μεγαλύτερο από τα 5,5 cm. Χειρουργική αποκατάσταση ενδείκνυται σε όλα τα ανευρύσματα που είναι μεγαλύτερα από 6 cm. Εάν ένα ανεύρυσμα είναι εύθραυστο και είναι γνωστό ότι το μέγεθος του αυξάνεται γρήγορα (ανεξάρτητα από το ποιο είναι το μέγεθος του) υπάρχει απόλυτη ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης. Η χειρουργική αντιμετώπιση συνίσταται στην αντικατάσταση του ανευρισματικού τμήματος της αορτής από κάποιο συνθετικό ινώδες μόσχευμα. Άμεση χειρουργική αντιμετώπιση συνιστάται σε περίπτωση ρήξης κοιλιακού ανευρύσματος. Εναλλακτική αντιμετώπιση αντί της παραδοσιακή λαπαροτομής είναι η προσθήκη μοσχεύματος παράκαμψης διαδερμικά στην αορτή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Στις οξείες καταστάσεις, παρακολουθούνται οι τιμές των αερίων αίματος και ο ρυθμός της καρδιακής λειτουργίας, ενώ επίσης εξασφαλίζεται η γραμμή της πνευμονικής αρτηρίας για την αιμοδυναμική παρακολούθηση του ασθενούς. Ο ασθενής παρακολουθείται για σημεία ρήξης, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Σε αυτά τα σημεία συμπεριλαμβάνεται η οξεία απώλεια αίματος και η καταπληξία· η αύξηση του ρυθμού της αναπνοής και των παλμών της καρδιάς· το ψυχρό και το υγρό δέρμα· η ανησυχία· και η καταστολή του αισθητικού κέντρου του εγκεφάλου. Η ψηλάφηση της κοιλίας για την ανεύρεση κάποιας μάζας θα πρέπει να αποφεύγεται εάν έχει τεθεί ήδη η διάγνωση ή εάν υπάρχει υποψία κοιλιακού ανευρύσματος της αορτής εξαιτίας του ότι η εν τω βάθει ψηλάφηση είναι δυνατόν σπανίως να επιταχύνει τη ρήξη του ανευρύσματος. Χορηγούνται τα συνιστώμενα φάρμακα και ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τη χρήση τους. Στις οξείες περιπτώσεις προωθείται η εισαγωγή του ασθενούς στη μονάδα εντατικής θεραπείας, λαμβάνεται δείγμα αίματος για να γίνει τυποποίηση και διασταύρωση του και τοποθετείται μεγάλου αυλού (14G) φλεβοκαθετήρας για να είναι δυνατή η μετάγγιση αίματος. Ο ασθενής προετοιμάζεται και ενημερώνεται σχετικά με το προγραμματισμένο χειρουργείο εάν ενδείκνυται ή σχετικά με το επείγον χειρουργείο εάν το ανεύρυσμα του έχει υποστεί ρήξη. Επιθυμητά αποτελέσματα είναι το να είναι σε θέση ο ασθενής να εκφράσει το άγχος του, να χρησιμοποιήσει τα υποστηρικτικά μέτρα και τις τεχνικές αγχόλυσης, οι οποίες θα τον βοηθήσουν να αντιμετωπίσει καλύτερα αυτήν την κατάσταση· να εξαλειφθούν τα σωματικά εκείνα σημεία τα οποία οφείλονται στο άγχος του· να αποφύγει τις δραστηριότητες εκείνες που αυξάνουν τον κίνδυνο ρήξης· να κατανοήσει και να συμμορφωθεί με τη συνιστώμενη αγωγή· να είναι σε θέση να αναγνωρίσει τα σημεία της ρήξης και να εφαρμόσει άμεσα τα μέτρα επείγουσας αντιμετώπισης· καθώς και η διατήρηση του φυσιολογικού όγκου του αίματος και των υγρών στις οξείες καταστάσεις· η ανάρρωση από το προγραμματισμένο ή επείγον χειρουργείο χωρίς να παρουσιαστούν επιπλοκές.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Εξαιτίας της σχετικά υψηλής συχνότητας του ΑΑΑ στους άνδρες πάνω από 60 ετών (και ειδικά στους καπνιστές ή στους άνδρες με διαλείπουσα χωλότητα), συνιστάται ο προληπτικός έλεγχος στα άτομα αυτής της ομάδας.

Aliases (separate with |): abdominal|aneurysm|aortic|Ανεύρυσμα|αορτής|κοιλιακής|της
ανθεκτικός στη βανκομυκίνη εντερόκοκκος

Στέλεχος του E. faecium ανθεκτικό στα αντιβιοτικά, περιλαμβανομένων των πενικιλλινών, των αμινογλυκοσιδών και της βανκομυκίνης.

Η λοίμωξη με VRE αποτελεί ένα σοβαρό κίνδυνο για τους προσβεβλημένους ασθενείς. Αν και μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη λινεζολίδη, η ανθεκτικότητά της στα αντιβιοτικά μπορεί να μεταδοθεί και σε άλλους gram- θετικούς κόκκους, όπως ο χρυσίζων Σταφυλόκοκκος, καθιστώντας την εξουδετέρωση των μικροβίων αυτών ακόμη πιο δυσχερή.

Για την πρόληψη της εξάπλωσης του VRE, ο μικροοργανισμός ταυτοποιείται με καλλιέργεια και αντιβιόγραμμα αμέσως μόλις αναγνωρισθούν τα σημεία της λοίμωξης. Οι προφυλάξεις κατά την επαφή και η απομόνωση των μολυσμένων ασθενών χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της ενδονοσοκομειακής εξάπλωσης. Όλα τα άτομα που εισέρχονται στο θάλαμο του ασθενούς φορούν γάντια και τα χέρια τους πρέπει να πλένονται τόσο πριν όσο και μετά την αφαίρεση των γαντιών. Τα γάντια αφαιρούνται λίγο πριν οι επισκέπτες εγκαταλείψουν το θάλαμο. Τα διαγράμματα και οι καρτέλες παρακολούθησης του ασθενούς δεν πρέπει να μεταφέρονται εντός του θαλάμου. Τα νοσοκομεία πρέπει να ακολουθούν πιστά τις κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη χρήση της βανκομυκίνης, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η ανθεκτικότητα στη βανκομυκίνη και άλλων μικροοργανισμών.

Aliases (separate with |): enterococcus|resistant|vancomycin-|Ανθεκτικός|βανκομυκίνη|εντερόκοκκος|στη
άνθρακας

ΣΥΜΒ.: C. Το μη μεταλλικό στοιχείο το οποίο είναι το χαρακτηριστικό συστατικό των οργανικών ενώσεων, η μέση ατομική μάζα είναι 12,0111 και ο ατομικός αριθμός είναι 6.

Ο άνθρακας εντοπίζεται σε δύο καθαρές μορφές, το διαμάντι και το γραφίτη, και ακάθαρτος ως κάρβουνο, κοκ και αιθάλη. Οι ενώσεις του είναι συστατικά όλων των ζωντανών ιστών. Ο άνθρακας συνδυάζεται με το υδρογόνο, το άζωτο και το οξυγόνο σχηματίζοντας τις βάσεις όλης της οργανικής ύλης. Οι οργανικές ενώσεις του άνθρακα παρέχουν ενέργεια στις τροφές.

Aliases (separate with |): carbon|Άνθρακας
άνθρακας-14

Συμβ.: 14C. Ραδιενεργό ισότοπο του άνθρακα με χρόνο ημιζωής 5600 έτη. Χρησιμοποιείται ως ιχνηθέτης σε μεταβολικές μελέτες και στην αρχαιολογία για τη χρονολόγηση υλικών τα οποία περιέχουν άνθρακα.

Aliases (separate with |): Άνθρακας-14
ανθρώπινο ωάριο

Ο θηλυκός γαμέτης, που απαιτείται για την αναπαραγωγή. Το ωάριο αναπτύσσεται από ένα ωογόνιο μέσα στο γρααφιανό ωοθυλάκιο της ωοθήκης και ωριμάζει μέσω της μειωτικής διαδικασίας της ωογένεσης. Ένα ώριμο ωάριο έχει διάμετρο 0,13 με 0,14 mm περίπου. Κατά την ωορρηξία, το ωάριο περιβάλλεται από μια διαφανή κυτταρική μεμβράνη, τη διαφανή ζώνη, η οποία συνδέεται σε μια στιβάδα ωοθηλακικών κυττάρων, τον ακτινωτό στέφανο, που περικλείει το κυτόπλασμα, τους πυρήνες και τη χρωματίνη. Ο ακριβής χρόνος, στη διάρκεια του οποίου ένα ανθρώπινο ωάριο είναι ικανό να γονιμοποιηθεί και να αναπτυχθεί περαιτέρω πριν την εκφΰλισή του δεν είναι γνωστός· ωστόσο, είναι πιθανότατα 24 ώρες.

Aliases (separate with |): human|ovum|Ανθρώπινο|ωάριο
ανθρώπινος ιός ανοσοανεπάρκειας

Ένας ρετροϊός της υποοικογένειας lentivirus, που προκαλεί σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (AIDS). Ο πιο κοινός τύπος HIV είναι ο HIV-1, που αναγνωρίστηκε το 1984. Ο HIV-2, που ανακαλύφθηκε αρχικά στην Δυτική Αφρική το 1986, προκαλεί μία απώλεια της ανοσολογικής λειτουργίας και επακόλουθη εκδήλωση ευκαιριακών λοιμώξεων, όμοιων με αυτές που σχετίζονται με λοιμώξεις από τον HIV-1. Οι δύο τύποι αναπτύχθηκαν από διαφορετικά στελέχη του ιού ανοσοανεπάρκειας του πιθήκου. Στις Η.Π.Α., ο αριθμός των προσβεβλημένων ατόμων από HIV-2 είναι πολύ μικρός, αλλά οι αιμοδοσίες ελέγχονται και για τους δύο τύπου HIV.

Aliases (separate with |): human|immunodeficiency|virus|Ανθρώπινος|ανοσοανεπάρκειας|ιός
ανορεξία

Έλλειψη όρεξης. Ανορεξία εμφανίζεται στην κατάθλιψη, στην αδιαθεσία, στην έναρξη του πυρετού και των ασθενειών, σε διαταραχές του γαστρεντερικού σωλήνα (και ειδικά του στομάχου) και στον αλκοολισμό και την εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες (και ειδικά από την κοκαΐνη). Πολλά φάρμακα και ιατρικές παρεμβάσεις εμφανίζουν σαν παρενέργεια καταστολή της όρεξης για φαγητό.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη στοματική υγιεινή πριν και μετά από το φαγητό. Καθορίζονται ποιες είναι οι διαιτητικές προτιμήσεις του ασθενούς και παρέχονται γεύματα τα οποία επιθυμεί ο ασθενής. Παρέχονται μικρά και συχνά γεύματα ή κάποια μικρότερα γεύματα ανάμεσα στο γεύμα και την κατάκλιση. Ο χώρος που βρίσκεται ο ασθενής καλό είναι να είναι απαλλαγμένος από άλλες οσμές και επίσης κατά τη διάρκεια των γευμάτων καλό είναι να υπάρχει ήρεμη ατμόσφαιρα. Τα μέλη της οικογένειας και οι φίλοι του ασθενούς ενθαρρύνονται να του φέρνουν σπιτικά μαγειρεμένα και της αρεσκείας του ασθενούς φαγητά και να τον συνοδεύουν στα γεύματα. Οι συζητήσεις κατά τη διάρκεια των γευμάτων καλό είναι να επικεντρώνονται σε ευχάριστα ζητήματα και όχι στην κατανάλωση τροφής από τον ασθενή. Καταγράφεται η πραγματική πρόσληψη τροφής και πιο συγκεκριμένα, το είδος της τροφής, η ποσότητα που καταναλώθηκε και η κατά προσέγγιση πρόσληψη θερμίδων και θρεπτικών συστατικών.

Aliases (separate with |): anorexia|ανορεξία
ανοσιακό σύστημα

Ο λεμφικός ιστός και όργανα και οι φυσιολογικές διαδικασίες που ταυτοποιούν ένα αντιγόνο ως μη φυσιολογικό ή ξένο και το εμποδίζουν να προκαλέσει βλάβη στον οργανισμό. Το δέρμα, ο βλεννογόνος, η φυσιολογική χλωρίδα του γαστρεντερικού σωλήνα και του δέρματος και οι χημικές ουσίες που περιέχονται στα δάκρυα, στους σμηγματογόνους αδένες, στο γαστρικό υγρό και στα παγκρεατικά ένζυμα προστατεύουν τον οργανισμό από εισβολή παθογόνων. Ο μυελός των οστών παράγει τα λευκά αιμοσφαίρια (WBCs), την πρωταρχική εσωτερική άμυνα του οργανισμού. Οι λεμφικοί ιστοί συμπεριλαμβανομένων του θύμου αδένα, του σπληνός και των λεμφαδένων, επηρεάζουν την ανάπτυξη, την ωρίμανση και την δραστηριότητα των WBCs. Ο λεμφικός ιστός του γαστρεντερικού και του αναπνευστικού συστήματος και οι βλεννογόνοι περιέχουν WBCs για τοπική προστασία. Τέλος, φυσιολογικά δραστικοί διαμεσολαβητές πρωτεϊνών που ονομάζονται κυτοκίνες, βοηθούν στην ρύθμιση της ανάπτυξης και λειτουργίας ανοσοκογικά ενεργών κυττάρων.

Επιδράσεις τον άγχους: Έρευνες που αφορούν στην επίδραση του άγχους στην ευαισθησία στην ασθένεια έχουν δείξει πως σε ορισμένα άτομα, όχι στο σύνολο, που βίωσαν ανεπιθύμητα γεγονότα, η πιθανότητα εμφάνισης νόσου ήταν αυξημένη. Μία ελάττωση του συνήθους αριθμού ευχάριστων γεγονότων ήταν ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας της ευαισθησίας στη νόσο σε σχέση με την αύξηση των δυσάρεστων γεγονότων. Οι αρνητικές εμπειρίες περιελάμβαναν επίκριση, εκνευρισμό, διαπληκτισμό με συνεργάτες, προθεσμίες, μεγάλο φόρτο εργασίας και δύσκολες και δυσάρεστες εργασίες. Αν και η άποψη πως το άγχος ελαττώνει την αντίσταση στην ασθένεια φαίνεται να ισχύει για ορισμένα μόνο άτομα, η εξήγηση αυτού του μηχανισμού δεν έχει εξακριβωθεί.

Aliases (separate with |): immunodeficiency|ανοσιακό σύστημα
ανοσοανεπάρκεια

Ελαττωμένη ή κατεσταλμένη ικανότητα κατάλληλης ανοσολογικής απάντησης σε αντιγονικά ερεθίσματα, ως αποτέλεσμα μίας ή περισσοτέρων διαταραχών της ανοσίας Β-κυττάρων (χυμική), της ανοσίας Τα-κυττάρων (κυτταρική), των φαγοκυττάρων ή του συμπληρώματος. Η κατάσταση αυτή μπορεί να είναι συγγενής ή επίκτητη μετά από λοιμώξεις, κατάχρηση ουσιών, πολλαπλές μεταγγίσεις, ανοσο- κατασταλτικές θεραπείες ή υποσιτισμό. Η διάγνωση γίνεται με μέτρηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων ή των επιπέδων ανοσο-σφαιρίνης του ορού και του συμπληρώματος. Οι ασθενείς εμφανίζουν χρόνιες λοιμώξεις που θεραπεύονται δύσκολα και υποτροπιάζουν συχνά. Οι λοιμώξεις αυτές συχνά οφείλονται σε ευκαιριακούς μικροοργανισμούς. Άλλα ευρήματα που σχετίζονται με τον τύπο και το βαθμό της ανεπάρκειας του ανοσολογικού συστήματος περιλαμβάνουν ανεπάρκεια ανάπτυξης, θρομβοκυτταροπενία και ηπατοσπληνομεγαλία. Οι θεραπείες ποικίλουν ανάλογα με την υποκείμενη αιτία. Μπορεί να περιλαμβάνουν συνδυασμούς αντι-ιϊκών φαρμάκων στο σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, έγχυση ανοσοσφαιρίνης (IVIG) σε διαταραχές της χυμικής ανοσίας, μεταμόσχευση μυελού των οστών σε ασθενείς με κακοήθειες και αντιβιοτικά που θεραπεύουν συγκεκριμένες ενεργές λοιμώξεις. Η θεραπεία κυτταροκινών και η γονιδιακή θεραπεία ίσως παίζουν ρόλο στην θεραπεία ασθενών με συγκεκριμένες γενετικές ανωμαλίες.

Aliases (separate with |): immunodeficiency|Ανοσοανεπάρκεια
ανοσοενζυμική μέθοδος

Μια ταχεία ενζυμική ανοσοχημική μέθοδος για τον καθορισμό της παρουσίας ενός αντιγόνου, ενός αντισώματος ή μιας απτίνης στο αίμα. Στην EIA, ένα αντιγόνο ή ένα αντίσωμα δεσμεύεται σε ένα ένζυμο (π.χ. υπε-ροξειδάση χρένου ή αλκαλική φωσφατάση). Το μόριο που προκύπτει μπορεί να συνδεθεί με ειδικούς ανοσολογικούς στόχους σε δείγματα σωματικών υγρών και να υποδείξει την παρουσία τους ενζυμικά. Η ΕΙΑ η οποία παλαιότερα ήταν γνωστή ως ανοσοπροσροφητική ανάλυση στερεάς φάσεως με σύνδεση ενζύμου (ELISA), αποτελεί μια από τις κυριότερες διαγνωστικές εξετάσεις για πολλές λοιμώδεις νόσους, συμπεριλαμβανομένου και του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα αποτελέσματα της ΕΙΑ δεν είναι οριστικά και πρέπει να επιβεβαιωθούν με μια δεύτερη εξέταση (για παράδειγμα, κατά την εξέταση για τον HIV, μια θετική εξέταση κατά ΕΙΑ πρέπει να επιβεβαιωθεί με μια εξέταση western blotting).

Aliases (separate with |): enzyme|immunoassay|Ανοσοενζυμική|μέθοδος
ανοσοηλεκτροφόρηση

Μέθοδος διαχωρισμού των γ-σφαιρινών του ορού ανάλογα με τις ανοσολογικές ιδιότητες.

Aliases (separate with |): Ανοσοηλεκτροφόρηση
ανοσοθεραπεία

Η χρήση φυσικών και συνθετικών ουσιών στην διέγερση ή καταστολή των απαντήσεων του ανοσοποιητικού συστήματος, στην θεραπεία ανεπαρκειών ή στην παρεμβολή της ανάπτυξης κακοηθών νεοπλασμάτων. Οι θεραπευτικοί παράγοντες είναι ειδικά ή μη ειδικά αντιγόνα. Οι ανοσολογικές θεραπείες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις κυτοκίνες (πχ. ιντερφερόνη α και ιντερλευκίνη-2), μονοκλωνικά αντισώματα, ενδοφλέβια άνοση σφαιρίνη, πρωτεΐνες θερμικής καταπληξίας, και εμβόλια κατά του καρκίνου.

Aliases (separate with |): immunotherapy|Ανοσοθεραπεία
ανοσοκατασταλτικά φάρμακα

Φάρμακα, που τροποποιούν την φυσιολογική ανοσολογική απάντηση, ώστε αυτή να είναι μειωμένη. Χορηγούνται συνήθως μετά από μεταμοσχεύσεις, ώστε να μην απορριφθεί το μόσχευμα.

Aliases (separate with |): Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα
ανοσολογική απάντηση

Η αντίδραση του οργανισμού σε ξένα αντιγόνα ώστε να εξουδετερωθούν ή να εξολοθρευτούν, αποτρέποντας έτσι τις νόσους ή τις βλάβες που αυτά τα αντιγόνα μπορούν να προκαλέσουν. Η αντίδραση αυτή προϋποθέτει πως ο οργανισμός αναγνωρίζει το αντιγόνο ως «μη δικό του», ή ξένο. Υπάρχουν πολλά συστατικά της ανοσολογικής απάντησης. Η μη ειδική ανοσολογική απάντηση, ή φλεγμονή, αποτελεί την απάντηση των ιστών του σώματος και των κυττάρων σε τραυματισμό από οποιαδήποτε πηγή (π.χ. τραύμα, μικροοργανισμούς, χημικά, ισχαιμία). Στην αρχική αντίδραση του οργανισμού σε οποιαδήποτε απειλή περιλαμβάνεται η αγγειακή, η χημική και η δραστηριότητα των λευκών αιμοσφαιρίων. Η ειδική ανοσολογική απάντηση, που περιλαμβάνει τα Τ και τα Β λεμφοκύτταρα, αποτελεί αντίδραση στον τραυματισμό ή στην εισβολή συγκεκριμένων οργανισμών ή ξένων πρωτεϊνών. Η κυτταρική ανοσολογική απάντηση αναφέρεται στην δραστηριότητα των Τ λεμφοκυττάρων (Τ κύτταρα) που παράγονται από τον θύμο αδένα ως απάντηση στην έκθεση σε κάποιο αντιγόνο. Χωρίς τα Τ λεμφοκύτταρα ο οργανισμός δεν μπορεί να προστατευθεί από πολλές νόσους που προκαλούν μικρόβια. Για παράδειγμα, η απώλεια των Τ λεμφοκυττάρων σε ασθενείς με σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS) οδηγεί σε λοιμώξεις από ευκαιριακά μικρόβια τα οποία διαφορετικά θα ήταν σχετικά καλά ανεκτά από άτομα με φυσιολογική κυτταρική ανοσία. Η δραστηριότητα των Τ κυττάρων αποτελεί επίσης την βάση της καθυστερημένης υπερευαισθησίας, της απόρριψης μοσχευμάτων, και της αντίδρασης στον καρκίνο. Η χυμική ανοσολογική απάντηση αναφέρεται στην παραγωγή των ειδικών για το αντιγόνο αντισωμάτων από τα Β λεμφοκύτταρα (Β κύτταρα). Η πρόσδεση των αντισωμάτων στα ξένα αντιγόνα μέσα στην κυκλοφορία του αίματος, βοηθά στην απενεργοποίησή τους ή στην απομάκρυνσή τους.

Aliases (separate with |): Ανοσολογική|απάντηση
ανοσοσύμπλεγμα

Μία ουσία που δημιουργείται όταν τα αντισώματα προσδένονται στα αντιγόνα με σκοπό την καταστροφή τους. Τα συμπλέγματα αυτά κυκλοφορούν στο αίμα και πιθανών τελικά να προσκολλούνται στα τοιχώματα των αγγείων, παράγοντας μία τοπική φλεγμονώδη απάντηση. Τα ανοσολογικά συμπλέγματα δημιουργούνται στις αντιδράσεις υπερευαισθησίας τύπου ΙΙΙ και εμπλέκονται στην δημιουργία σπειραματονεφρίτιδας, ορονοσίας, αρθρίτιδας και αγγειίτιδας, καταστάσεις που μπορούν να ονομάζονται νόσοι ανοσολογικού συμπλέγματος.

Aliases (separate with |): immune complex|Ανοσοσύμπλεγμα
ανοσοσφαιρίνη
  1. Μία ομάδα ποικίλων πρωτεϊνών του πλάσματος που συντίθενται από πολυπεπτιδικές αλυσίδες και αποτελούν έναν από τους κύριους μηχανισμούς της προστασίας έναντι των νόσων. Υπάρχουν δύο διαφορετικές μορφές. Η πρώτη ομάδα ανοσοσφαιρινών βρίσκονται στην επιφάνεια των ωρίμων Β κυττάρων, καθιστώντας τα ικανά να συνδεθούν με χιλιάδες αντιγόνα. Όταν τα αντιγόνα συνδέονται, τα Β πλασματοκύτταρα εκκρίνουν τον δεύτερο τύπο ανοσοσφαιρινών, τα ειδικά για το αντιγόνο αντισώματα, τα οποία βρίσκονται στην αιματική κυκλοφορία και συγκεντρώνονται στον λεμφικό ιστό, ιδιαίτερα στον σπλήνα και στους λεμφαδένες, και συνδέονται και καταστρέφουν συγκεκριμένα ξένα αντιγόνα και διεγείρουν άλλες δράσεις του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα αντισώματα επίσης ενεργοποιούν τον καταρράκτη του συμπληρώματος, εξουδετερώνουν τις βακτηριακές τοξίνες και τους ιούς και λειτουργούν ως οψωνίνες, διεγείροντας την φαγοκυττάρωση.

Οι ανοσοσφαιρίνες δημιουργούνται από ελαφρές και βαριές πολυπεπτιδικές αλυσίδες (αναλόγως του μοριακού βάρους) που αποτελούνται από100 περίπου αμινοξέα. Οι αλυσίδες αυτές καθορίζουν την δομή των θέσεων σύνδεσης του αντιγόνου και λόγω αυτού του γεγονότος την ειδικότητα του αντισώματος για ένα αντιγόνο. Οι πέντε τύποι ανοσοσφαιρινών (IgA IgD, IgE, IgG, IgM) αποτελούν περίπου το 30% των πρωτεϊνών του πλάσματος. Τα αντισώματα είναι μία από τις τρεις κατηγορίες σφαιρινών, ή πρωτεϊνών του πλάσματος, που συντελούν στην διατήρηση της κολλοειδωσμωτικής πίεσης.

  1. Ευρέως χρησιμοποιούμενη ονομασία για την άνοση σφαιρίνη, ένα διάλυμα που περιέχει αντισώματα για έναν συγκεκριμένο μικροοργανισμό τα οποία λαμβάνονται από ανθρώπινο πλάσμα δωρητή.
Aliases (separate with |): immunoglobulin|Ανοσοσφαιρίνη
ανοσοσφαιρίνη A

Η κύρια ανοσοσφαιρίνη σε εξωκρινείς εκκρίσεις του σώματος όπως το μητρικό γάλα, η βλέννη του αναπνευστικού και του γαστρεντερικού συστήματος, η σίελος και τα δάκρυα. Αποτρέπει την εισβολή των παθογόνων βακτηριδίων και των ιών μέσω του βλεννογόνου του πεπτικού, του αναπνευστικού και του ουροποιογεννητικού συστήματος. Η παρουσία της στο πύαρ και στο μητρικό γάλα προστατεύει το νεογνό που θηλάζει από λοιμώξεις.

Aliases (separate with |): IgA|Ανοσοσφαιρίνη A
ανοσοσφαιρίνη D

Μια ανοσοσφαιρίνη η οποία βρίσκεται στην επιφάνεια των Β λεμφοκυττάρων και δρα ως υποδοχέας αντιγόνων.

Aliases (separate with |): Ανοσοσφαιρίνη D
ανοσοσφαιρίνη E

Ανοσοσφαιρίνη που συνδέεται με τα μαστοκύτταρα του αναπνευστικού και του πεπτικού συστήματος και παίζει σημαντικό ρόλο στις αλλεργικές αντιδράσεις. Περίπου το 50% των ασθενών με αλλεργίες έχουν αυξημένα επίπεδα IgE. Η IgE επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στον σχηματισμό της ρεαγίνης, ενός τύπου ανοσοφαιρίνης γάμμα Ε, η οποία βρίσκεται στο αίμα ατόμων που εμφανίζουν ατοπική υπερευαισθησία.

Aliases (separate with |): Ανοσοσφαιρίνη E
ανοσοσφαιρίνη G

Η κυρίαρχη ανοσοσφαιρίνη στον ορό. Λόγω του ότι διέρχεται τον πλακουντιακό φραγμό, η είναι σημαντική στην παροχή ανοσίας στο έμβρυο πριν την γέννηση. Αποτελεί το βασικό αντίσωμα έναντι αντιτοξινών, ιών και βακτηρίων. Επίσης, ενεργοποιεί το συμπλήρωμα και δρα ως οψωνίνη. Ως γ-σφαιρίνη, η IgG μπορεί να χορηγηθεί για την παροχή προσωρινής αντίστασης στην ηπατίτιδα ή σε άλλες νόσους.

Aliases (separate with |): IgG|Ανοσοσφαιρίνη G
ανοσοσφαιρίνη Μ

Ανοσοσφαιρίνη που παράγεται σε οποιαδήποτε σχεδόν ανοσολογική απάντηση στην πρώιμη φάση της αντίδρασης. Η IgM ελέγχει την αντίδραση της ομάδας των αντιγόνων του αίματος Α, Β, Ο και είναι η πλέον αποτελεσματική ανοσοσφαιρίνη στην διέγερση του συμπληρώματος. Το μέγεθος της αποτρέπει την διέλευσή της από τον πλακούντα προς το έμβρυο.

Aliases (separate with |): Ανοσοσφαιρίνη Μ
αντανακλαστικό της επιγονατίδας

Η έκταση της κνήμης κατά την πλήξη του τένοντα της επιγονατίδας, όταν το γόνατο βρίσκεται σε κάμψη σε ορθή γωνία. Το αντανακλαστικό αυτό απουσιάζει στην κινητική αταξία, στη βρεφική παράλυση, στη μηνιγγίτιδα, στις σοβαρές βλάβες του κατωτέρου τμήματος του νωτιαίου μυελού και σε συγκεκριμένες μορφές παράλυσης. Παρουσιάζεται αυξημένο σε βλάβες του πυραμιδικού συστήματος, σε όγκους του εγκεφάλου, σε ευερεθιστότητα του νωτιαίου μυελού και σε εγκεφαλονωτιαία σκλήρυνση.

Aliases (separate with |): jerk|knee|Αντανακλαστικό|επιγονατίδας|της
αντιβιόγραμμα

Μια καταγραφή της ευαισθησίας συγκεκριμένων παθογόνων βακτηριδίων στα αντιβιοτικά. Αυτή η ευαισθησία διαφέρει από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα. Τα αντιβιογράμματα σχηματίζονται από δεδομένα που προέρχονται από καλλιέργειες ή άλλα δεδομένα που προέρχονται από κλινικά εργαστήρια. Βοηθούν τους κλινικούς στο να αποφασίσουν ποια αντιβίωση θα πρέπει να χορηγηθεί για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων και βοηθούν επίσης τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας στην διαχρονική παρακολούθηση της αντίστασης ορισμένων μικροοργανισμών στα αντιβιοτικά

Aliases (separate with |): antibiogram|Αντιβιόγραμμα
αντιγόνα

Ένας πρωτεϊνικός ή ολιγοσακχαριδικός δείκτης που βρίσκεται στην επιφάνεια των κυττάρων με βάση τον οποίο αναγνωρίζεται το κύτταρο σαν ενδογενές ή εξωγενές· αναγνωρίζεται η προέλευση του κυττάρου π.χ. δέρμα, νεφροί· ενεργοποιείται η παραγωγή αντισωμάτων, από τα Β λεμφοκύτταρα, τα οποία απενεργοποιούν ή καταστρέφουν το κύτταρο εάν είναι αναγκαίο· και ενεργοποιούν την κυτταροτοξική αντίδραση των κοκκιοκυττάρων, των μονοκυττάρων και των λεμφοκυττάρων. Τα αντιγόνα που βρίσκονται στην επιφάνεια των κυττάρων του οργανισμού ονομάζονται αυτοαντιγόνα Τα αντιγόνα που βρίσκονται σε όλα τα άλλα κύτταρα ονομάζονται ξένα αντιγόνα. Η ταύτιση αρκετών τύπων ιστικών αντιγόνων είναι σημαντικό για την επιτυχή μεταμόσχευση κάποιου οργάνου. Φλεγμονή προκαλείται όταν τα ουδετερόφιλα, τα μονοκύτταρα και τα μακροφάγα εντοπίσουν κάποιο αντιγόνο οποιασδήποτε προέλευσης σε περίπτωση κάποιου τραυματισμού του σώματος. Το αντιγόνο μπορεί να είναι ξένο ή αυτοαντιγόνο, το οποίο έχει υποστεί κάποια εκφύλιση και για το λόγο αυτό αναγνωρίζεται σαν ξένο. Η αντίδραση των Β και Τ λεμφοκυττάρων σε κάποιο αντιγόνο αποτελεί τμήμα της ειδικής ανοσολογικής απάντησης.

Aliases (separate with |): antigen|Αντιγόνα
αντίδραση Schick

[Bela Schick, Αμερικάνος παιδίατρος γεννημένος στην Ουγγαρία, 1877-1967]. Δοκιμή προσδιορισμού του βαθμού ανοσίας έναντι της διφθερίτιδας, η οποία περιλαμβάνειτην ενδοδερμική ένεση 0,1 ml αραιωμένης τοξίνης διφθερίτιδας κατά το 1/50 της MLD (minimum lethal dose, ελάχιστη θανατηφόρος δόση: η ελάχιστη απαιτούμενη ποσότητατοξίνης διφθερίτιδας η οποία δύναται να θανατώσει μικρό ινδικό χοιρίδιο εντός 4 ημερών). Τα αποτελέσματα λαμβάνονται μετά από 3 έως 4 ημέρες. Η τάση προς την ασθένεια (θετικό αποτέλεσμα δοκιμής) υποδηλώνεται με την εμφάνιση ερυθρής φλεγμονώδους περιοχής στη θέση της ένεσης, η οποία σταδιακά εξαφανίζεται εντός ολίγων ημερών. Το αρνητικό αποτέλεσμα της δοκιμής (ελάχιστη ή καθόλου αντίδραση) υποδηλώνει την παρουσία επαρκούς ποσότητας αντισωμάτων για την εξουδετέρωση της τοξίνης, επομένως το άτομο έχει ανοσία.

Aliases (separate with |): Αντίδραση Schick
αντιμεταβολίτες

Oμάδα αντικαρκινικών φαρμάκων, που παρεμποδίζουν τον μεταβολισμό των κυττάρων. Συνδέονται με τα ένζυμα των καρκινικών κυττάρων και παρεμβαίνουν στις χημικές διεργασίες.

Aliases (separate with |): Αντιμεταβολίτες
αντίσταση σε ινσουλίνη

Κυτταρικό φαινόμενο, που εμποδίζει την ινσουλίνη να διεγείρει την πρόσληψη γλυκόζης από το αίμα και τη σύνθεση γλυκογόνου. Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι ένα θεμελιώδες μεταβολικό έλλειμμα, που εντοπίζεται σε ασθενείς σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ.

Aliases (separate with |): insulin|resistance|Αντίσταση|ινσουλίνη|σε
αντίσταση στα αντιβιοτικά

Η ανάπτυξη μικροοργανισμών οι οποίοι διαθέτουν μηχανισμούς με τους αναστέλλουν τη δράση των αντιβιοτικών. Ορισμένα βακτηρίδια, λόγω μεταλλάξεων, διαθέτουν κάποια γονίδια με τα οποία κωδικοποιούν ένζυμα τα οποία καταστρέφουν κάποια αντιβιοτικά, όπως τις πενικιλίνες, τις κεφαλοσπορίνες ή τις αμινογλυκοσίδες. Εξαιτίας κάποιων μεταλλάξεων έχει μεταβληθεί η δομή του τοιχώματος των βακτηριακών κυττάρων, το οποίο παλαιότερα ήταν ευαίσθητο στα αντιβιοτικά, ή έχουν παραχθεί νέα ένζυμα τα οποία είναι υπεύθυνα για κάποιες κυτταρικές λειτουργίες και τα οποία παλαιότερα αναστέλλονταν από τα αντιβιοτικά.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών αυξάνει την πίεση στην εξέλιξη των μικροοργανισμών με αποτέλεσμα την δημιουργία πιο ανθεκτικών στελεχών. Το πιο αποτελεσματικό μέτρο, το οποίο συχνά παραβλέπεται, για τον περιορισμό της εξάπλωσης των μικροοργανισμών είναι το επιμελές πλύσιμο των χεριών με αντιμικροβιακά σαπούνια μετά από την επαφή με όλους τους ασθενείς.

Aliases (separate with |): antibiotic|resistance|αντιβιοτικά|Αντίσταση|στα
αντισυλληπτικό

Οποιαδήποτε διαδικασία, συσκευή ή μέθοδος, η οποία αποτρέπει τη σύλληψη. Οι κατηγορίες των αντισυλληπτικών περιλαμβάνουν στεροειδή, χημικά, φυσικά μέσα ή φραγμούς και συνδυασμούς αυτών, αποχή και μόνιμες χειρουργικές επεμβάσεις.

ΣΤΕΡΟΕΙΔΗ: Από του στόματος αντισυλληπτικά, συλλογικά καλούμενα ως «το χάπι», τα οποία συνίστανται από χημικές ουσίες, αρκετά όμοια προς τις φυσικές ορμόνες (οιστρογόνο, ή προγεστερόνη). Λειτουργούν αποτρέποντας την ωορρηξία. Όταν λαμβάνονται σύμφωνα προς τις οδηγίες, αυτά τα χάπια είναι σχεδόν 100% αποτελεσματικά. Είναι διαθέσιμα επίσης αντισυλληπτικά μακράς δράσεως, περιλαμβανομένης της εμφυτευμένης λεβονορ-γεστρέλης. Η διαιθυλστιλβεστρόλη χρησιμοποιείται ως αντισυλληπτικό της επόμενης ημέρας, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις βιασμού και αιμομιξίας.

ΧΗΜΙΚΑ: Σπερματοκτόνα στη μορφή αφρού, κρέμας, γέλης, σπόγγου εμποτισμένου με σπερματοκτόνο, ή υπόθετων που εισάγονται στον κόλπο πριν από τη συνεύρεση. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεμονωμένα, ή σε συνδυασμό με αντισυλληπτικό φραγμό. Ενεργούν σκοτώνοντας το σπέρμα. Ο υποκλυσμός μετά τη συνουσία δεν είναι αρκετά αποτελεσματικός, ώστε να θεωρηθεί μέθοδος αντισύλληψης.

ΦΥΣΙΚΑ ή ΦΡΑΓΜΟΙ: Οι ενδομήτριες αντισυλληπτικές συσκευές (IUDs) είναι πλαστικά, ή μεταλλικά αντικείμενα τοποθετημένα μέσα στη μήτρα. Θεωρείται ότι αποτρέπουν την προσκόλληση του γονιμοποιημένου ωαρίου στο περίβλημα της μήτρας. Η αποτελεσματικότητά τους είναι λίγο μικρότερη εκείνης των από του στόματος αντισυλληπτικών. Τα διαφράγματα αποτελούνται από ένα κοίλο τμήμα ελαστικού με ένα εύκαμπτο ελατήριο περιμετρικά στο χείλος τους. Είναι διαθέσιμα σε ποικίλα μεγέθη και εισάγονται στον κόλπο έτσι ώστε να καλύψουν τον τράχηλο. Το διάφραγμα πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με ένα χημικό σπερματοκτόνο, το οποίο χρησιμοποιείται προτού εισαχθεί το διάφραγμα. Είναι επίσης διαθέσιμο ένα ειδικά προσαρμοσμένο τραχηλικό κάλυμμα, ως αντισυλληπτικό φραγμού. Είναι διαθέσιμος σπόγγος εμποτισμένος με σπερματοκτόνο κρέμα ή γέλη. Τοποθετείται στον κόλπο έως και αρκετές ώρες πριν από τη συνεύρεση. Ο άνδρας σύντροφος, μπορεί να χρησιμοποιήσει προφυλακτικό, έναν εύκαμπτο σωληνοειδή φραγμό, τοποθετημένο επάνω από το πέος εν στύσει, έτσι ώστε το σπέρμα να περιορίζεται στο σωλήνα και να μην αποτίθεται στον κόλπο. Κατασκευασμένα από ελαστικό, ή ζωικές μεμβράνες, τα προφυλακτικά είναι διαθέσιμα τόσο σε στεγνές όσο και σε υγρές - λιπα-σμένες μορφές και σε διάφορα χρώματα. Όταν χρησιμοποιείται κατάλληλα, το προφυλακτικό είναι αξιόπιστο μέσο αντισύλληψης. Είναι περισσότερο αποτελεσματικό, όταν συνδυασθεί με ένα χημικό σπερματοκτόνο. Τα προφυλακτικά βοηθούν επίσης στην αποτροπή της μετάδοσης νοσημάτων μέσω της σεξουαλικής επαφής, παρέχοντας έναν φυσικό φραγμό.

ΦΥΣΙΚΑ: Αυτές οι μέθοδοι περιλαμβάνουν την αποχή από τη συνεύρεση για συγκεκριμένο αριθμό ημερών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από την ωορρηξία. Η μέθοδος του ρυθμού στηρίζεται στον υπολογισμού της γόνιμης περιόδου χρησιμοποιώντας ένα ημερολόγιο, στο οποίο σημειώνονται οι υποτιθέμενες μη γόνιμες ημέρες. Στην πράξη, αυτή η μέθοδος έχει υψηλή συχνότητα αποτυχίας. Άλλες μέθοδοι περιλαμβάνουν τον υπολογισμό της ωορρηξίας, κρατώντας ένα διάγραμμα βασικής θερμοκρασίας και κρίνοντας το χρόνο ωορρηξίας παρατηρώντας κυκλικές μεταβολές της τραχηλικής βλέννας.

Υπάρχουν διαθέσιμες εξελιγμένες διαγνωστικές εξετάσεις για τις ορμονικές μεταβολές που παρουσιάζονται κατά την ωορρηξία. Το «τράβηγμα», η απομάκρυνση του πέους από τον κόλπο μόλις πριν την εκσπερμάτωση, υπόκειται σε υψηλή συχνότητα αποτυχίας επειδή μπορεί να περιέχεται σπέρμα στο προεκσπερματικό υγρό από το πέος.

ΜΟΝΙΜΑ: Για τις γυναίκες: Η απολίνωση των ωαγωγών περιλαμβάνει το χειρουργικό διαχωρισμό των φαλλόπειων αγωγών και την απολίνωση των άκρων της τομής. Αυτή η διαδικασία δεν παρεμβαίνει στην επακόλουθη απόλαυση της σεξουαλικής συνεύρεσης. Αυτή η μορφή στείρωσης είναι αποτελεσματική αλλά πρακτικά μη αναστρέψιμη. Για τους άνδρες: Η εκτομή του σπερματικού πόρου συνίσταται στην εκτομή του σπερματικού πόρου και στην απολίνωση κάθε άκρου έτσι ώστε το σπέρμα να μην μπορεί πλέον να μετακινηθεί από τον όρχι στην ουρήθρα. Η επέμβαση πρέπει να πραγματοποιηθεί αμφίπλευρα και να ελεγχθεί το σπέρμα για αρκετούς μήνες μετεγχειρητικά για να εξασφαλισθεί ότι δεν υπάρχει σπέρμα. Έως ότου αποκαλυφθεί η απουσία σπέρματος σε δύο διαδοχικές εξετάσεις, η μέθοδος δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει επιτύχει. Οι προσπάθειες αντιστροφής αυτής της χειρουργικής διαδικασίας, έχουν επιτύχει σε μικρό μόνο ποσοστό των περιστατικών. Η εκτομή του σπερματικού πόρου δεν παρεμβαίνει στη φυσιολογική ευχαρίστηση της σεξουαλικής συνεύρεσης.

Aliases (separate with |): contraceptive|Αντισυλληπτικό
αντίσωμα

Μια ουσία η οποία παράγεται από τα Β λεμφοκύτταρα σε απάντηση ενός και μοναδικού αντιγόνου. Κάθε μόριο Ab. συνδέεται με ένα συγκεκριμένο αντιγόνο για να το ελέγξει ή να το καταστρέψει. Όλα τα αντισώματα, εκτός από τα φυσικά αντισώματα (π.χ. αντισώματα για τις διάφορες ομάδες αίματος), παράγονται από τα Β λεμφοκύτταρα, τα οποία με τη σειρά τους ενεργοποιούνται από εξωγενή αντιγόνα, τα οποία κατά κανόνα είναι πρωτεΐνες, πολυσακχαρίτες ή νουκλεϊνικά οξέα.

Τα αντισώματα απενεργοποιούν ή καταστρέφουν τα αντιγόνα με αρκετούς διαφορετικούς τρόπους. Μπορούν να ξεκινήσουν τη λύση ενός αντιγόνου με την ενεργοποίηση του συστήματος του συμπληρώματος, με την εξουδετέρωση των τοξινών που παράγονται από τα βακτηρίδια, να επικαλύψουν (οψωνοποίηση) το αντιγόνο ή να σχηματίσουν ένα σύμπλεγμα με το οποίο ενεργοποιείται η φαγοκυττάρωση, να ενισχύσουν τη συσσώρευση των αντιγόνων (συγκόλληση), ή να εμποδίσουν τη διείσδυση του αντιγόνου μέσα στα κύτταρα-ξενιστές. Ένα μόριο αντισώματος αποτελείται από τέσσερις πολυπεπτιδικές αλυσίδες (δύο ελαφρές και δύο βαριές). Οι βαριές αλυσίδες σχηματίζουν την περιοχή πρόσδεσης με το συμπλήρωμα, και οι ελαφρές μαζί με τις βαριές αλυσίδες σχηματίζουν την περιοχή δέσμευσης του αντιγόνου.

Aliases (separate with |): antibody|Αντίσωμα
αντλίες συνεχούς έγχυσης

Συσκευές συνεχούς χορήγησης χημειοθεραπευτικών φαρμάκων ενδοφλεβίως.

Aliases (separate with |): Αντλίες συνεχούς έγχυσης
αντοχή, αντίσταση

Μη ανταπόκριση του όγκου στην ακτινοθεραπεία ή την χημειοθεραπεία. Μπορεί να παρατηρηθεί είτε κατά την διάρκεια της πρώτης (αρχικής) θεραπείας είτε μετά την αρχική ανταπόκριση σε αυτήν.

Aliases (separate with |): Αντοχή, αντίσταση
άνω κοίλη φλέβα

Μεγάλη φλέβα, που παροχετεύει το αίμα από την κεφαλή, τον τράχηλο και τα άνω άκρα και το επαναφέρει στην καρδιά.

Aliases (separate with |): Άνω κοίλη φλέβα
αορτή

Η βασική αρτηρία του σώματος. Η αορτή έχει διάμετρο περίπου 3 cm στην ρίζα της ακριβώς κατά την έκφυσή της από αριστερή κοιλία. Ανεβαίνει σαν ανιούσα αορτή, στρέφεται προς τα πίσω και τα αριστερά (αορτικό τόξο) περίπου στο επίπεδο του τέταρτου θωρακικού σπονδύλου και στη συνέχεια κατέρχεται σαν θωρακική αορτή μέχρι το διάφραγμα και συνεχίζει κάτω από το διάφραγμα σαν κοιλιακή αορτή. Η κοιλιακή αορτή τερματίζεται με τη διάκρισή της στις δύο κοινές λαγόνιες αρτηρίες. Στο σημείο ένωσης της αορτής με την αριστερή κοιλία υπάρχει η αορτική καρδιακή βαλβίδα, η οποία αποτελείται από τρεις γλωχίνες. Η βαλβίδα ανοίγει κατά τη συστολή των κοιλιών και κλείνει κατά την διαστολή των κοιλιών από την επιστροφή του αίματος. Οι διακλαδώσεις της αορτής είναι οι ακόλουθες:

Ανιούσα αορτή (δύο κλάδοι): Δύο στεφανιαίες αρτηρίες (δεξιά και αριστερή) παρέχουν αίμα στο μυοκάρδιο.

Αορτικό τόξο (τρεις κλάδοι): Η βραχιονοκεφαλική αρτηρία διακρίνεται στην δεξιά υποκλείδιο, η οποία παρέχει αίμα στο δεξιό άνω άκρο και σε άλλες περιοχές, και η δεξιά κοινή καρωτίδα η οποία αρδεύει την δεξιά πλευρά της κεφαλής και του τραχήλου. Η αριστερή κοινή καρωτίδα αρδεύει την αριστερή πλευρά της κεφαλής και του τραχήλου. Η αριστερή υποκλείδιος αρτηρία παρέχει αίμα στο αριστερό άνω άκρο και σε ένα τμήμα του θώρακα.

Θωρακική αορτή: Δύο ή περισσότερες βρογχικές αρτηρίες παρέχουν αίμα στους βρόγχους. Οι οισοφαγικές αρτηρίες παρέχουν αίμα στον οισοφάγο. Οι περικαρδιακές αρτηρίες αρδεύουν το περικάρδιο. Εννέα ζεύγη μεσοπλεύριων αρτηριών παρέχουν αίμα στα μεσοπλεύρια διαστήματα. Οι κλάδοι του μεσοθωρακίου αρδεύουν τους λεμφαδένες και το οπίσθιο μεσοθωράκιο. Οι άνω φρενικές αρτηρίες αρδεύουν το διάφραγμα.

Κοιλιακή αορτή: H κοιλιακή αρτηρία αρδεύει το στόμαχο, το ήπαρ και τον σπλήνα. H άνω μεσεντέριος αρτηρία αρδεύει όλο το λεπτό έντερο εκτός από το ανώτερο τμήμα του δωδεκαδακτύλου. H κάτω μεσεντέριος αρτηρία αρδεύει όλο το παχύ έντερο και το ορθό εκτός από το δεξί μισό του εγκάρσιου. Οι μέσοι επινεφριδιακοί κλάδοι αρδεύουν τα επινεφρίδια. Οι νεφρικές αρτηρίες αρδεύουν τους νεφρούς, τους ουρητήρες και τα επινεφρίδια. Οι ωοθηκικές αρτηρίες (οι οποίες αντιστοιχούν στις έσω σπερματικές αρτηρίες στον άνδρα) αρδεύουν τις ωοθήκες, μέρος της μήτρας και τις σάλπιγγες. Οι κάτω φρενικές αρτηρίες αρδεύουν το διάφραγμα και τον οισοφάγο. Οι οσφυϊκές αρτηρίες αρδεύουν τους μυς της οσφύς και τους ψοΐτες μύες καθώς και τμήμα του μυϊκού τοιχώματος της κοιλιάς. H μέση ιερή αρτηρία αρδεύει το ιερό οστό και τον κόκκυγα. H δεξιά και η αριστερή κοινή λαγόνιος αρτηρία αρδεύει τις περιοχές της κατώτερης πυέλου και της κοιλιάς και τα κάτω άκρα.

Aliases (separate with |): aorta|Αορτή
αορτική βαλβίδα

H βαλβίδα στη συμβολή της αριστερής κοιλίας και της ανιούσας αορτής. Αποτελείται από τρία τμήματα (μηνοειδείς γλωχίνες). H αορτική βαλβίδα αποτρέπει την παλινδρόμηση του αίματος από την αορτή.

Aliases (separate with |): aortic|valve|Αορτική|βαλβίδα
απεικόνιση

Η παραγωγή εικόνας, ειδώλου ή σκίασης που αντιπροσωπεύει το αντικείμενο που εξετάζεται. Στην διαγνωστική ιατρική η κλασική μέθοδος απεικόνισης είναι η ακτινογραφική ή η εξέταση ακτίνων χ. Επίσης είναι διαθέσιμες τεχνικές που χρησιμοποιούν εικόνες που δημιουργούνται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή με την χρήση ακτίνων χ, υπέρηχοι ή μαγνητικός συντονισμός.

Aliases (separate with |): imaging|Απεικόνιση
απεικόνιση με μαγνητικό συντονισμό

Τύπος διαγνωστικής ακτινογραφίας, που χρησιμοποιεί τη χαρακτηριστική συμπεριφορά των πρωτονίων (και άλλων ατομικών πυρήνων), όταν τοποθετηθούν σε ισχυρά μαγνητικά πεδία, για τη δημιουργία εικόνων ιστών και οργάνων. Συγκεκριμένοι ατομικοί πυρήνες με μονό αριθμό νετρονίων, πρωτονίων ή και των δύο υπόκεινται σε δονήσεις ραδιοσυχνότητας, που προκαλούν την απορρόφηση και απελευθέρωση ενέργειας. Το ρεύμα που προκύπτει διέρχεται μέσα από έναν δέκτη ραδιοσυχνότητας και μετά μετατρέπεται σε εικόνα. Αυτή η τεχνική είναι πολύτιμη στην απόδοση εικόνων των μαλακών μορίων του κεντρικού νευρικού και του μυοσκελετικού συστήματος. Οι τεχνικές απεικόνισης επιτρέπουν την επισκόπηση του αγγειακού συστήματος χωρίς την χρήση σκιαγραφικών παραγόντων. Ωστόσο, τέτοιοι παράγοντες είναι διαθέσιμοι για την βελτίωση της αντίθεσης. Η MRI αντενδείκνυται σε ασθενείς με καρδιακούς βηματοδότες ή με τοποθετημένα σιδηρομαγνητικά κλιπς για ανευρύσματα. ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα μέταλλα μπορεί να καταστραφούν κατά τη διάρκεια της εξέτασης, γι' αυτό πρέπει ο επαγγελματίας υγείας να καθορίσει, αν ο ασθενής έχει μέταλλο οπουδήποτε πάνω ή μέσα στο σώμα του. Οι ασθενείς δεν πρέπει να φορούν μεταλλικά αντικείμενα, όπως για παράδειγμα κοσμήματα, αξεσουάρ μαλλιών ή ρολόγια. Ασθενείς, που έχουν υποστεί χειρουργικές επεμβάσεις, μετά τις οποίες παραμένουν στο σώμα μεταλλικά κλιπς, καρφιά ή άλλα υλικά, δεν πρέπει να κάνουν την εξέταση. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, ο ασθενής είναι ξαπλωμένος σε επίπεδη επιφάνεια, η οποία κινείται μέσα σε σωλήνα που περιστοιχίζεται από έναν μαγνήτη. Ο ασθενής πρέπει να παραμείνει όσο το δυνατόν περισσότερο ακίνητος. Καμία ενόχληση δεν προκύπτει σαν αποτέλεσμα της εξέτασης. Οι ήχοι που ακούγονται κατά τη διάρκεια της εξέτασης προέρχονται από δονήσεις του μαγνητικού πεδίου, καθώς αυτό σαρώνει το σώμα. Ο περιορισμός σε κλειστό χώρο για τα 30 ως 90 λεπτά που χρειάζονται για την εξέταση μπορεί να φοβίσει τον ασθενή, όμως αυτός μπορεί να μιλήσει με το προσωπικό μέσω μικροφώνου. Επίσης, τεχνικές χαλάρωσης διδάσκονται για χρήση κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Aliases (separate with |): imaging|magnetic|resonance|Απεικόνιση|μαγνητικό|με|συντονισμό
Απεικονιστική ηχωκαρδιογραφία πολλαπλών διαστάσεων

Μια πειραματική υπερηχογραφική τεχνική που χρησιμοποιεί τεχνολογία υπολογιστών για την τρισδιάστατη απεικόνιση των καρδιακών δομών. Αυτή γίνεται τετραδιάστατη όταν χρησιμοποιείται ο χρόνος για τη μετάδοση της κινηματογραφικής απεικόνισης της κίνησης.

Aliases (separate with |): Απεικονιστική|διαστάσεων|ηχωκαρδιογραφία|πολλαπλών
απεκκρίματα

Άχρηστα υλικά που αποβάλλονται από το σώμα, όπως τα κόπρανα, τα ούρα και ο εκπνεόμενος αέρας. Σε μερικές παθήσεις, τα απεκκρίματα του ασθενούς περιέχουν μολυσματικό υλικό. Αυτό πρέπει να απολυμανθεί και να απομακρυνθεί με προσοχή από το προσωπικό του νοσοκομείου.

Υποθέματα από απορροφητικό υλικό πρέπει να τοποθετούνται κάτω από τα κλινοσκεπάσματα ασθενών που εμφανίζουν ακούσιες αποβολές (ούρων ή κοπράνων). Όταν απορρίπτονται, τα υποθέματα πρέπει να τοποθετούνται σε στεγανές πλαστικές σακούλες. Κατά το χειρισμό των μολυσμένων απορριμάτων, το εργατικό προσωπικό πρέπει να φορά γάντια και μάσκα προσώπου.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μερικά απολυμαντικά υλικά, όπως η φαινόλη και χλωριούχα σκευάσματα μπορεί να είναι τοξικά. Η άμεση επαφή με το δέρμα, τους βλεννογόνους ή τους οφθαλμούς πρέπει να αποφεύγεται.

Aliases (separate with |): Απεκκρίματα
απινίδωση
  1. Ο τερματισμός της κοιλιακής μαρμαρυγής (κμ) με ηλεκτρική/-ές εκκένωση/-σεις. Πρόκειται για τη μόνη και σημαντικότερη παρέμβαση που μπορεί να εφαρμόσει ο διασώστης στους ασθενείς που έχουν υποστεί καρδιακή ανακοπή λόγω κμ ή άσφυγμης κοιλιακής ταχυκαρδίας.

  2. Όρος που παλαιότερα χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει τον τερματισμό της κολπικής μαρμαρυγής. Οι σύγχρονοι όροι είναι μετατροπή ή καρδιοανάταξη.

Aliases (separate with |): defibrillation|Απινίδωση
απλαστική αναιμία

Αναιμία που οφείλεται σε μειωμένη παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων λόγω κάποιας διαταραχής στη λειτουργία του μυελού των οστών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι ιδιοπαθείς περιπτώσεις κυμαίνονται ανάμεσα στο 40-70% και είναι πιο συχνές στους εφήβους και στους νεαρούς ενήλικες. Η έκθεση σε χημικούς και αντινεοπλασματικούς παράγοντες καθώς και σε ιονίζουσα ακτινοβολία μπορεί να οδηγήσει σε απλαστική αναιμία και χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Διήθηση του μυελού των οστών από κύτταρα τα οποία φυσιολογικά δε βρίσκονται στο μυελό είναι δυνατόν να δημιουργήσει προβλήματα στην φυσιολογική αιμοποίηση. Τέτοια παραδείγματα είναι ο μεταστατικός καρκίνος, η κεγχροειδής φυματίωση. Επίσης έχει περιγραφεί μια συγγενής μορφή.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι περισσότεροι ασθενείς αντιμετωπίζονται με επιτυχία μετά από μεταμόσχευση μυελού των οστών ή χορήγηση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής και η οικογένειά του ενημερώνονται σχετικά με την αιτία και την αντιμετώπιση της νόσου. Επίσης ενημερώνονται σχετικά με τα μέτρα πρόληψης απέναντι στις λοιμώξεις και δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της επαρκούς ανάπαυσης. Στην οξεία φάση, εκτελείται η ενδεικνυόμενη θεραπεία, εξηγούνται στον ασθενή οι παρενέργειες των φαρμάκων και της μετάγγισης και εξασφαλίζεται ένα ήρεμο περιβάλλον. Εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων του ασθενούς είναι χαμηλός (μικρότερος από 20000/cu mm), ακολουθούνται τα ακόλουθα βήματα για την αποφυγή της αιμορραγίας: αποφυγή ενέσεων, σύσταση χρήσης ηλεκτρικής ξυριστικής μηχανής, χορήγηση υγρού οξυγόνου για την αποφυγή ξηρότητας των βλεννογόνων και μέριμνα για την τακτική κένωση του εντέρου με τη λήψη ουσιών που συμβάλλουν στην χαλαρότητα των κοπράνων αλλά και με διαιτητικά μέτρα. Θα πρέπει να εφαρμόζεται έντονη πίεση στα σημεία των παρακεντήσεων μέχρι να σταματήσει η αιμορραγία. Θα πρέπει η τυχόν αιμορραγία να ανιχνεύεται όσο το δυνατόν νωρίτερα, ελέγχοντας τακτικά τα ούρα και τα κόπρανα για ίχνη αίματος και το δέρμα για τυχόν πετέχιες και εκχυμώσεις. Λαμβάνονται γενικά προληπτικά μέτρα, το πλύσιμο των χεριών γίνεται με προσοχή (ακόμα και προληπτική απομόνωση του ασθενούς μπορεί να χρειαστεί), παρέχεται δίαιτα πλούσια σε βιταμίνες και πρωτεΐνες, γίνεται σχολαστική περιποίηση του στόματος και του πρωκτού. Ο ασθενής ελέγχεται για τυχόν εκδήλωση απειλητικής για τη ζωή του αιμορραγίας, λοίμωξης, παρενεργειών από τα φάρμακα ή αντιδράσεων λόγω της μετάγγισης. Πραγματοποιούνται τακτικές καλλιέργειες φαρυγγικού επιχρίσματος, ούρων και αίματος.

Aliases (separate with |): Απλαστική αναιμία
απλός ερπητοϊός

Ανθρώπινοι DNA ιοί που προκαλούν επαναλαμβανόμενα, επώδυνα φυσαλλιδώδη εξανθήματα στα γεννητικά όργανα και σε άλλες βλεννογόνιες επιφάνειες και στο δέρμα. Ύστερα από την αρχική επαφή με το δέρμα, ο ιός μεταναστεύει κατά μήκος των νευρικών ινών σε αισθητικά γάγγλια, όπου εγκαθιστά μία λανθάνουσα λοίμωξη. Κάτω από μία ποικιλία ερεθισμάτων, όπως σεξουαλική επαφή, έκθεση σε υπεριώδες φως, εμπύρετες νόσοι ή συναισθηματικό στρες μπορεί να επανεμφανιστεί, επιστρέφοντας στη θέση της αρχικής επαφής. Το εξάνθημα που προκαλείται από την λοίμωξη έχει μία ερυθρή βάση, γύρω από την οποία συναθροίζονται μικρές φλύκταινες.

Σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, ο ιός μπορεί να προκαλέσει ένα γενικευμένο εξάνθημα. Κάποιες λοιμώξεις με HSV μπορεί να περιλαμβάνουν τον εγκέφαλο και τις μήνιγγες· αυτές τυπικά προκαλούν πυρετούς, κεφαλαλγίες, διαταραγμένη διανοητική κατάσταση, σπασμούς ή κώμα, απαιτώντας παρεντερική θεραπεία με αντιιϊκά φάρμακα. Σε νεογνά, μπορεί επίσης να εμφανιστεί περιστασιακά λοίμωξη που περιλαμβάνειτα εσωτερικά όργανα. Έμπειροι οφθαλμίατροι πρέπει να αντιμετωπίζουν την οφθαλμική λοίμωξη από απλούς ερπητοϊούς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ακυκλοβίρη και τα σχετικά φάρμακα (π.χ., φαμσικλοβίρη, βαλασικλοβίρη) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την θεραπεία των εξάρσεων HSV 1 και 2 και είναι επίσης αποτελεσματικά στην πρόληψη υποτροπών της ασθένειας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Χορηγούνται ειδικοί αντιιϊκοί παράγοντες και αναλγητικά· η χρήση τους εξηγείται στον ασθενή, με οδηγίες σχετικά με την αναφορά των παρενεργειών. Εκτιμάται η ανταπόκριση του ασθενή στη θεραπεία και παρακολουθούνται σημεία επιπλοκών. Ενθαρρύνεται η επαρκής ανάπαυση και διατροφή.

Ο ασθενής με HSV-1 καθοδηγείται να αποφεύγει την δερματική επαφή με μη προσβεβλημένα άτομα, όταν υπάρχουν αλλοιώσεις ή γίνονται αντιληπτά πρόδρομα συμπτώματα. Για την μείωση της ενόχλησης από στοματικές αλλοιώσεις, ο ασθενής συμβουλεύεται να χρησιμοποιεί μια μαλακή οδοντόβουρτσα, ένα αλατούχο ή βασισμένο σε διττανθρακικό στοματικό διάλυμα και στοματικά αναισθητικά, εάν είναι απαραίτητο. Πρέπει να τρώει μαλακές τροφές. Η χρήση καλλυντικών για τα χείλη για προστασία από τον ήλιο μειώνει την επανενεργοποίηση των στοματικών αλλοιώσεων.

Ο ασθενής με έρπητα των γεννητικών οργάνων πρέπει να πλένει τα χέρια προσεκτικά ύστερα από τη χρήση του μπάνιου. Επίσης πρέπει να αποφεύγει τη συνουσία κατά τη διάρκεια του ενεργού σταδίου της νόσου και πρέπει να ενημερώνει τους σεξουαλικούς συντρόφους για την πάθηση. Η ασθενής με HSV-2 πρέπει να πραγματοποιεί ένα επίχρισμα ΠΑΠ ετησίως εάν τα αποτελέσματα είναι φυσιολογικά και συχνότερα εάν τα αποτελέσματα είναι παθολογικά. Η έγκυος ασθενής πρέπει να συμβουλεύεται για τον πιθανό κίνδυνο του βρέφους κατά τη διάρκεια κολπικού τοκετού και για τη χρήση καισαρικής, εάν έχει μια έξαρση λοίμωξης από HSV κατά την έναρξη του τοκετού και εάν οι μεμβράνες της δεν έχουν υποστεί διάρρηξη. Ο ασθενής μπορεί να βιώσει φυσιολογικά αισθήματα αδυναμίας· απαιτεί βοήθεια για την αναγνώριση μηχανισμών αντιμετώπισης, δυνάμεων και πηγών υποστήριξης. Ο ασθενής με έρπητα των γεννητικών οργάνων ενθαρρύνεται να εκφράσει αισθήματα σχετικά με αντιληπτές αλλαγές στη σεξουαλικότητα και τη συμπεριφορά και τροφοδοτείται με τρέχουσες πληροφορίες σχετικά με τη νόσο και τις θεραπευτικές επιλογές. Μία αναφορά πραγματοποιείται για επιπρόσθετη συμβουλευτική, εάν είναι απαραίτητη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι παροχείς φροντίδας με ενεργές στοματικές ή δερματικές αλλοιώσεις δεν πρέπει να φροντίζουν ασθενείς ομάδων υψηλού κινδύνου, ωσότου οι αλλοιώσεις τους γίνουν εφελκιδώδεις και ξηρές. Πρέπει να φορούν προστατευτικά καλύμματα συμπεριλαμβανομένων μασκών και γαντιών.

Aliases (separate with |): herpes|simplex|virus|Απλός|ερπητοϊός
άπνοια του ύπνου

H παροδική διακοπή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αυτή η κοινή διαταραχή, η οποία επηρεάζει περίπου το 10% των μεσήλικων ανδρών στις HΠΑ και περίπου το 5% των μεσήλικων γυναικών, ταξινομείται ανάλογα με τον εμπλεκόμενο μηχανισμό και με το αν σχετίζεται ή όχι με υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Στην αποφρακτική άπνοια ύπνου, παρατηρούνται έντονες αναπνευστικές προσπάθειες κατά τη διάρκεια του ύπνου αλλά η ροή του αέρα προς και από τους αεραγωγούς παρεμποδίζεται από την απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών. Οι ασθενείς με αποφρακτική άπνοια ύπνου, είναι συνήθως μεσήλικες, παχύσαρκοι άνδρες, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ύπνου βγάζουν δυνατούς ήχους, μυχθισμού, ροχαλητού και ξεφυσημάτων. Αντίθετα, η κεντρική άπνοια ύπνου χαρακτηρίζεται από απουσία δραστηριότητας των αναπνευστικών μυών. Οι ασθενείς με κεντρική άπνοια ύπνου ενδέχεται να παρουσιάσουν υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά απουσιάζουν οι μυχθισμοί και τα ξεφυσήματα κατά τη διάρκεια του ύπνου. Περιστασιακά αναπτύσσονται απειλητικές για τη ζωή κεντρικές άπνοιες ως συνέπεια εγκεφαλικών επεισοδίων.

H μικτή άπνοια ξεκινά με απουσία αναπνευστικής προσπάθειας, η οποία ακολουθείται από απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών. Οποτεδήποτε παρατείνονται οι άπνοιες, ελαττώνεται η οξυγόνωση και αυξάνονται τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα. Οι ασθενείς αφυπνίζονται τακτικά κατά τη διάρκεια της νύχτας ή παρουσιάζουν διακεκομμένη δομή του ύπνου. Κατά το πρωί πολλοί ασθενείς παραπονούνται για κεφαλαλγίες, αδυναμία, νωθρότητα, ή μη ικανοποιητική νυχτερινή ανάπαυση. Επιπρόσθετα, αυτά τα άτομα παρουσιάζουν συχνά υπέρταση, αρρυθμίες, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, και σημεία ή συμπτώματα ανεπάρκειας της δεξιάς καρδιάς. Παρότι αυτά τα ευρήματα μπορεί να υποστηρίζουν τη διάγνωση, απαιτούνται επίσημες μελέτες στο εργαστήριο για την τεκμηρίωση της διαταραχής και τη μέτρηση των επιδράσεων της άπνοιας στην οξυγόνωση και σε άλλες φυσικές παραμέτρους.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι σύντροφοι ασθενών με άπνοια είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται τη διαταραγμένη αναπνοή του ασθενούς κατά τη διάρκεια του ύπνου. Περιστασιακά οι ασθενείς απευθύνονται στους οικογενειακούς γιατρούς τους λόγω υπερβολικής υπνηλίας: μπορεί να αναφέρουν ότι τους παίρνει ο ύπνος κατά τη διάρκεια της ημέρας σε ασυνήθεις περιστάσεις (π.χ. στα φανάρια ή οποτεδήποτε κάθονται μέσα σε ένα ήσυχο δωμάτιο).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Π βέλτιστη θεραπεία της αποφρακτικής άπνοιας είναι η υποστήριξη της αναπνοής με συνεχή θετική πίεση αεραγωγών (CRAP), εάν ο ασθενής δεν μπορεί να διορθώσει την κατάσταση χάνοντας βάρος. Π CRAP παρέχει μία συνεχή ροή, η οποία διατηρεί ανοικτούς τους αεραγωγούς κατά τη διάρκεια του ύπνου. Π υπερώια απόφραξη, εύρημα σε μικρό αριθμό ασθενών, μπορεί να διορθωθεί χειρουργικά. Π μεδροξυπρογεστε-ρόνη μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη αλλά είναι λιγότερο αποτελεσματική από την CRAP.

Aliases (separate with |): Άπνοια του ύπνου
άποιος διαβήτης

Υπερβολική διούρηση η οποία προκαλείται είτε από ανεπαρκείς ποσότητες της αντιδιουρητικής ορμόνης στο σώμα (DI υποθαλάμου) ή από ανεπάρκεια του νεφρού να ανταποκριθεί στην αντιδιουρητική ορμόνη (DI νεφρογενής). Συχνά, η παραγωγή των ούρων είναι ογκώδης (π.χ. 5 έως 10 λίτρα/ημέρα), η οποία μπορεί να συντελέσει σε αφυδάτωση και, ειδικότερα, στους ασθενείς που δεν μπορούν να καταναλώνουν επαρκή υγρά ώστε να αναπληρώνουν τις απώλειες από τα ούρα (π.χ. εκείνη με ανεπαρκή συνείδηση).

Τα ούρα είναι αραιωμένα (συχνά το ειδικό βάρος είναι κάτω από το 1,005) και τυπικά αυξάνουν τα επίπεδα του νατρίου και της οσμωτικότητας στον ορό του ασθενούς, αφού το νερό αποβάλλεται στα ούρα. Εάν δεν καλυφθεί το έλλειμμα στο νερό ή δεν αποτραπούν οι απώλειες της διούρησης, ο θάνατος που θα επέλθει θα είναι συνεπεία της αφυδάτωσης.

ΑΙΤΙOΛOΓΙΑ: Συνήθως, ο DI είναι αποτέλεσμα βλάβης στον υποθάλαμο (π.χ. εγκεφαλικό τραύμα ή νευροχειρουργική) ή από τις επιδράσεις συγκεκριμένων φαρμάκων (π.χ. λιθίου ή δεμεκλοκυκλίνης) στην απορρόφηση του νερού από τους νεφρούς. Στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά αίτια περιλαμβάνεται η δρεπανοκυτταρική αναιμία (στην οποία τα νεφρικά έμφρακτα βλάπτουν την ικανότητα των νεφρών να συγκρατούν το νερό), ο υποθυρεοειδισμός, η ανεπάρκεια των επινεφριδίων, οι κληρονομικές διαταραχές στην παραγωγή της αντιδιουρητικής ορμόνης και η σαρκοείδωση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κύρια συμπτώματα είναι συχνουρία, δίψα και αφυδάτωση.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Όταν ο DI αποτελεί παρενέργεια μιας φαρμακευτικής θεραπείας, το υπαίτιο φάρμακο παρακρατείται. O DI, ο οποίος προκαλείται από ανεπάρκεια της οπίσθιας υπόφυσης στην έκκριση της αντιδιουρητικής ορμόνης, αντιμετωπίζεται θεραπευτικά με συνθετική βασοπρεσίνη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθείται η ισορροπία των υγρών. Για να αποδειχθεί η αφυδάτωση και η υποογκοαιμική υπόταση, αξιολογείται η πρόσληψη και η αποβολή υγρών, το ειδικό βάρος των ούρων και το βάρος. Παρακολουθούνται τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών του ορού και της νιτρικής ουρίας στο αίμα.

O ασθενής ενημερώνεται για τη ρινική εμφύσηση της βασοπρεσίνης ή τη χορήγηση ορμονών υποδερμικά ή ενδομυϊκά. Τονίζονται ιδιαίτερα η χρονική διάρκεια της θεραπείας και η σημασία της λήψης των φαρμάκων σύμφωνα με τη συνταγή και όχι η απότομη διακοπή τους. Προσφέρεται σχολαστική φροντίδα για το δέρμα και τη στοματική κοιλότητα· συνιστάται η χρήση μαλακής οδοντόβουρτσας και η εφαρμογή βαζελίνης στα χείλη αλλά και μια μαλακτική λοσιόν για το δέρμα, ώστε να ελαττωθεί η ξηρότητα και να αποφευχθεί το σκάσιμο της επιδερμίδας. Πρέπει να διατηρείται η επαρκής πρόσληψη υγρών.

Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τις ενδείξεις της αφυδάτωσης αλλά και να αναφέρουν τις ενδείξεις της σοβαρής αφυδάτωσης και της επικείμενης υποογκοαιμίας. O ασθενής μαθαίνει να μετρά την πρόσληψη και την αποβολή, να παρακολουθεί καθημερινά το βάρος του και να χρησιμοποιεί το αραιόμετρο για τη μέτρηση του ειδικού βάρους των ουρών. O ασθενής πρέπει να φορά ή να φέρει συνεχώς μαζί του μια ιατρική ταυτότητα. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του πρέπει να γνωρίζουν ότι ο χρόνιος DI δεν μειώνει τη διάρκεια ζωής, όμως για το υπόλοιπο της ζωής του θα απαιτείται η λήψη φαρμάκων για τον έλεγχο των ενδείξεων, των συμπτωμάτων και των επιπλοκών της πάθησης.

Aliases (separate with |): diabetes insipidus|άποιος διαβήτης
αποκατάσταση
  1. Διαδικασίες θεραπείας και εκπαίδευσης, που βοηθούν άτομα με αναπηρία να επιτύχουν τη μέγιστη λειτουργικότητα, μία αίσθηση ευεξίας και ένα ικανοποιητικό επίπεδο ανεξαρτησίας. Αποκατάσταση μπορεί να χρειασθεί σε οποιαδήποτε ασθένεια ή τραυματισμό, που προκαλεί πνευματική ή σωματική βλάβη, με αποτέλεσμα περιορισμό της λειτουργικότητας ή αναπηρία. Ο μετεμφραγματικός ασθενής, ο μετατραυματικός ασθενής, ο ασθενής με ψυχολογικές παθήσεις και οι μεταχειρουργικοί ασθενείς χρειάζονται και μπορούν να ωφεληθούν από τις προσπάθειες αποκατάστασης. Οι συνδυασμένες προσπάθειες του ατόμου, της οικογένειας, των φίλων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και του συνόλου του προσωπικού υγείας, καθώς και των κοινωνικών υπηρεσιών είναι σημαντικές να καταστήσουν δυνατή την αποκατάσταση.

  2. Στην οδοντιατρική, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την επαναφορά της οδοντοφυΐας σε άριστη λειτουργική κατάσταση. Μπορεί να συμπεριλάβει σφραγίσματα, στεφάνες και γέφυρες. Προσαρμογή των μασητικών επιφανειών, μέσω εκλεκτικής μάσησης. Ορθοδοντική ευθυγράμμιση. Η χειρουργική διόρθωση προβληματικών ή μη ευθυγραμμισμένων τμημάτων. Μπορεί να γίνει προς βελτίωση της μάσησης, της αισθητικής του προσώπου και των οδόντων, του λόγου ή τη διατήρηση της οδοντοφυΐας και υποστήριξη των ιστών. Λέγεται επίσης αποκατάσταση μάσησης και στόματος ή προφορική αποκατάσταση.

Aliases (separate with |): Αποκατάσταση
αποκόλληση αμφιβληστροειδούς

Αποχωρισμός της έσω αισθητηριακής στιβάδας του αμφιβληστροειδούς από το εξωτερικό μελαχρωματικό επιθήλιο. Οφείλεται συνήθως σε οπή ή ρήξη της έσω αισθητηριακής στιβάδας, που επιτρέπει τη διαρροή υγρού από το υαλοειδές σώμα κάτω από τον αμφιβληστροειδή, με αποτέλεσμα την ανύψωση της εσώτερης στιβάδας του. Τα αίτια περιλαμβάνουν το τραύμα και οποιαδήποτε πάθηση προκαλεί αμφιβληστροειδοπάθεια, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η δρεπανοκυτταρική αναιμία. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν θάμβος όρασης, λάμψεις φωτός, εναποθέσεις στο υαλοειδές σώμα και απώλεια της οπτικής οξύτητας. Πρέπει να προσδιορισθεί η εντόπιση των οπών, έτσι ώστε να αποκατασταθούν με θεραπεία λέιζερ (δηλ., φωτοπηξία)

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τεχνικές ενδιπλώσεων ή προεκβολών του σκληρού χιτώνα με σκοπό την πρόσφυση του αμφιβληστροειδούς στο χοριοειδή χιτώνα, χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της αποκόλλησης του αμφιβληστροειδή σε μεγάλο αριθμό ασθενών. Εναλλακτική λύση μπορεί να αποτελέσει η υαλοειδεκτομή.

Aliases (separate with |): detachment|retinal|αμφιβληστροειδούς|Αποκόλληση
αποκόλληση πλακούντα

Η αιφνίδια πρόωρη αποκόλληση του πλακούντα από μια φυσιολογική θέση εμφύτευσης στη μήτρα. Η εμφάνιση αποκόλλησης πλακούντα είναι 1:120 γεννήσεις και ο κίνδυνος επανεμφάνισης στις επόμενες εγκυμοσύνες είναι πολύ υψηλότερος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η αιτία είναι άγνωστη· ωστόσο, η κατάσταση συχνά σχετίζεται με τοξιναιμία και μπορεί περιστασιακά να σχετίζεται με ενεργό χρήση κοκαΐνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η αποκόλληση του πλακούντα ταξινομείται σύμφωνα με τον τύπο και τη σοβαρότητα. Βαθμός 1: κολπική αιμορραγία με πιθανή ευαισθησία της μήτρας και ήπια τετανία· ούτε η μητέρα ούτε το έμβρυο καταπονούνται· περίπου 10 με 20% της επιφάνειας του πλακούντα έχει αποκολληθεί. Βαθμός 2: ευαισθησία μήτρας, τετανία με ή χωρίς αιμορραγία στη μήτρα· εμβρυική καταπόνηση· η μητέρα δεν είναι σε σοκ. Περίπου 20 με 50% της ολικής επιφάνειας του πλακούντα είναι αποκολλημένη. Βαθμός 3: η μητριαία τετανία είναι σοβαρή· η μητέρα είναι σε σοκ, αν και η αιμορραγία μπορεί να είναι μη εμφανής· το έμβρυο είναι νεκρό. Συχνά, η ασθενής αναπτύσσει διαταραχή πήξης. Περισσότερο από 50% της επιφάνειας του πλακούντα έχει αποκολληθεί.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ: Η εξαγγείωση του αίματος συμβαίνει ανάμεσα στον πλακούντα και το μητριαίο τοίχωμα, και κάποιες φορές ανάμεσα στις μυικές ίνες της μήτρας. Η αιμορραγία μπορεί να είναι συγκεκαλυμμένη ή κρυφή, προκαλώντας διαταραχή πήξης με κατανάλωση των παραγόντων πήξης (διάχυτη ενδοαγ-γειακή πήξη).

ΘΕΡΑΠΕIΑ: Ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο και την έκταση της αποκόλλησης. Οι γυναίκες που εμφανίζουν μόνο ένα μικρό οριακό διαχωρισμό από το μητριαίο τοίχωμα μπορούν να καθηλωθούν στην κλίνη και να παρακολουθούνται στενά για σημεία περαιτέρω απειλής στο έμβρυο ή την μητέρα. Αν τίθεται θέμα πρόωρου τοκετού, μπορεί να δοθεί στη γυναίκα βηταμεθαζόνη για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη του εμβρυϊκού πνευμονικού επι-φανειοδραστικού παράγοντα. Αν η γυναίκα είναι τελειόμηνη ή σχεδόν τελειόμηνη, επαγωγή του τοκετού διακολπικά μπορεί να είναι μια επιλογή.

Υποστηρικτική θεραπεία και άμεση χειρουργική αντιμετώπιση ενδείκνυνται για γυναίκες που έχουν μέτριες έως σοβαρές αποκολλήσεις. Η ολική αποκόλληση απαιτεί άμεση καισαρική τομή, παράλληλη θεραπεία του σοκ και μερικές φορές αντιμετώπιση της διαταραχής της πήξης. Η μαζική απώλεια αίματος θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση της μητέρας· η εμβρυική θνησιμότητα είναι 100%. Αν η μήτρα δεν κάνει σύσπαση μετά την καισαρική, μπορεί να είναι απαραίτητη άμεση υστερεκτομή.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Av και η μητρική θνησιμότητα είναι ασυνήθιστη εκτός απ' αυτή που αναφέρθηκε, η περιγεννητική θνησιμότητα είναι ανάμεσα στο 20% και 30%.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Είναι ζωτικής σημασίας η πρώιμη αναγνώριση της κατάστασης και οποιεσδήποτε σχετικές επιπλοκές. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία της γυναίκας, το ύψος του πυθμένα, οι μητριαίες συσπάσεις, η πρόοδος του τοκετού και η κατάσταση του εμβρύου, περιλαμβάνοντας την καρδιακή συχνότητα και τον ρυθμό. Καταγράφονται οποιεσδήποτε αλλαγές, όπως παρατεταμένες επιβραδύνσεις στην εμβρυική καρδιακή συχνότητα ή αλλαγές στη μεταβλητότητα βασικής γραμμής· μητριαία τετανία· παράπονα αιφνίδιου, σοβαρού κοιλιακού πόνου και η έλευση ή η αύξηση της κολπικής αιμορραγίας. Η κολπική απώλεια αίματος εκτιμάται ζυγίζοντας τις περινεϊκές γάζες και αφαιρώντας το γνωστό βάρος των στεγνών γαζών. Καταγράφεται το διάστημα ανάμεσα στις αλλαγές των γαζών, ο χαρακτήρας και το ποσό της αιμορραγίας και ο βαθμός του κορεσμού των γαζών. Τα κατάλληλα ενδοφλέβια υγρά και φάρμακα χορηγούνται μέσω καθετήρα μεγάλης διαμέτρου. Μπορεί να τοποθετηθεί μια γραμμή κεντρικής φλεβικής πίεσης για να παρέχει πρόσβαση στη φλεβική κυκλοφορία και ένας μόνιμος καθετήρας εισέρχεται για την παρακολούθηση της αποβολής ούρων και το ισοζύγιο υγρών. Διατηρείται μια ατμόσφαιρα ηρεμίας και ενθαρρύνεται η επικοινωνία της ασθενούς. Η ασθενής υποβοηθάται στην αντιμετώπιση των φόβων της και της ανησυχίας της. Οι ερωτήσεις απαντώνται με ειλικρίνεια, λαμβάνονται μέτρα για την άνεση της ασθενούς παρέχεται καθησύχαση ανάλογη με την τρέχουσα κατάσταση και την πρόγνωση. Εξηγούνται όλες οι διαδικασίες και προετοιμάζονται η γυναίκα και η οικογένεια της για την επαγωγή του τοκετού, κολπικό τοκετό ή καισαρική τομή, ανάλογα με την ανάγκη. Η πιθανότητα νεογνικού θανάτου θα πρέπει να αναφερθεί προσεκτικά· η επιβίωση του νεογνού εξαρτάται πρωτίστως απ' την ηλικία της κύησης, την απώλεια αίματος και τις σχετικές υπερτασικές διαταραχές.

Aliases (separate with |): abruptio|placentae|Αποκόλληση|πλακούντα
αποκορεσμός
  1. Διαδικασία με την οποία μια κορεσμένη οργανική ένωση μετατρέπεται σε ακόρεστη, όπως το στεαρικό οξύ, C18H36O2 που μετατρέπεται σε ελαϊκό οξύ, C18H34O2. Το προϊόν παρουσιάζει διαφορετικές φυσικές και χημικές ιδιότητες μετά τον μετασχηματισμό του.

  2. Η αφαίρεση ενός συστατικού από ένα χημικό διάλυμα (π.χ. της διαλελυμένης ουσίας από ένα διαλυτικό μέσο).

  3. Ο διαχωρισμός τσυ οξυγόνου από την αιμοσφαιρίνη.

Aliases (separate with |): Αποκορεσμός
απολέπιση
  1. Τεχνική απτικής διέγερσης, χρησιμοποιώντας μικρές, ηλεκτρικά περιστρεφόμενες ψήκτρες πάνω από επιλεγμένα δερμοτόμια, για την έκλυση μυϊκών αντιδράσεων στην αποκατάσταση ατόμων με βλέβες του κεντρικού νευρικού συστήματος.

  2. Ο καθαρισμός με μια βούρτσα, όπως μια οδοντόβουρτσα.

  3. Δείγμα που λαμβάνεται με την τριβή ενός τμήματος του σώματος με μια βούρτσα.

Aliases (separate with |): Απολέπιση
απολιποπρωτεΐνη

Πρωτεΐνες οι οποίες βρίσκονται στο εξωτερικό περίβλημα των λιποπρωτεϊνών. Οι απολιποπρωτεΐνες (Apo) διακρίνονται στις ApoAI, ApoAII, ApoAΙV, ApoB48 και Β100· ApoCI, ApoCII, ApoCIII, και ApoE. Εκτός από την ApoII και την ApoAIV, οι μεταβολικές λειτουργίες έχουν να κάνουν με τον μεταβολισμό και τη μεταφορά των λιποπρωτεϊνών. Οι λειτουργίες της ApoAII και ApoAIV δεν είναι πλήρως κατανοητές. Όλες συντίθενται στο ήπαρ· η ApoE συντίθεται επίσης από τα μακροφάγα, τους νευρώνες και τα γλοιοκύτταρα.

Aliases (separate with |): apolipoprotein|Απολιποπρωτεΐνη
απολύμανση

Η χρήση φυσικών, χημικών ή άλλων μέσων για την απομάκρυνση, αδρανοποίηση ή καταστροφή επιβλαβών μικροοργανισμών, δηλητηριωδών ή ραδιενεργών χημικών από άτομα, χώρους, επιφάνειες ή αντικείμενα. Η απολύμανση διαφέρει από την αποστείρωση Καθιστά ένα άτομο ή αντικείμενο κατά ένα μεγάλο μέρος, και όχι πλήρως, ελεύθερο από μολυσματικούς παράγοντες. Η απολύμανση των ανθρώπων που έχουν εκτεθεί σε επικίνδυνα υλικά πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο μεθοδικό. Αρχικά αφαιρούνται τα εργαλεία και τα εξωτερικά γάντια. Στη συνέχεια, απομακρύνονται οι επιφανειακοί μολυσματικοί παράγοντες είτε με φύσημα είτε με πλύσιμο. Κατόπιν αφαιρείται κάθε υποστηρικτικό μέσο αναπνοής, ο προστατευτικός εξοπλισμός και τα ενδύματα με προσεκτικό πλύσιμο και στέγνωμα του δέρματος. Τέλος, το εκτεθειμένο άτομο πρέπει να παρακολουθείται ιατρικά έως ότου κριθεί ότι είναι ασφαλές.

Aliases (separate with |): Απολύμανση
απόλυτο γλαύκωμα

Τύπος γλαυκώματος που χαρακτηρίζεται από υπερβολικό πόνο, στον οποίο ο ένας οφθαλμός είναι εντελώς τυφλός και σκληρός ως πέτρα στη σύσταση του (ως αποτέλεσμα της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης) με κερατοειδή χωρίς αισθητικότητα, ρηχό πρόσθιο θάλαμο και διαβρωμένο οπτικό δίσκο.

Aliases (separate with |): Απόλυτο γλαύκωμα
απόλυτος αριθμός ουδετεροφίλων

Aριθμός λευκοκυττάρων (πολυμορφοπύρηνα), τα οποία φαγοκυτταρώνουν και καταστρέφουν τα μικρόβια. Υπάρχει πιθανότητα σοβαρής λοίμωξης εάν είναι λιγότερα από 1.000.

Aliases (separate with |): Απόλυτος αριθμός ουδετεροφίλων
απομυελινωτική νόσος

Διαταραχή της νευρολογικής λειτουργίας η οποία προκαλείται από την καταστροφή του ελύτρου της μυελίνης που περιβάλλει τα νευρικά κύτταρα. Μια συνήθης απομυελινωτική πάθηση είναι η πολλαπλή σκλήρυνση.

Aliases (separate with |): demyelinating|disease|Απομυελινωτική|νόσος
αποπληξία, παροξυσμός, σπασμός
  1. Σπασμός ή οποιαδήποτε άλλη κλινική εκδήλωση προκαλούμενη από αιφνίδια εκκένωση ηλεκτρικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο.
  2. Αιφνίδια προσβολή πόνου, ασθένειας ή συγκεκριμένων συμπτωμάτων.
Aliases (separate with |): seizure|Αποπληξία, παροξυσμός, σπασμός
αποστείρωση, στείρωση
  1. Αποστείρωση· η διαδικασία πλήρους απομάκρυνσης ή καταστροφής όλων των μικροοργανισμών από μία ουσία μέσω έκθεσης σε χημικούς ή φυσικούς παράγοντες, ιονίζουσα ακτινοβολία, ή με τη διήθηση αερίων ή υγρών μέσω πορωδών υλικών τα οποία απομακρύνουν τους μικροοργανισμούς. Μια ουσία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί επαρκώς ως μερικώς αποστειρωμένη.
  2. Στείρωση· η διαδικασία της στείρωσης. Μπορεί να επιτευχθεί με τη χειρουργική αφαίρεση των όρχεων ή των ωοθηκών (ευνουχισμός) ή με την απενεργοποίηση με ακτινοβόληση, ή με το δέσιμο ή απομάκρυνση τμήματος των αναπαραγωγικών αγωγών (σπερματικός πόρος, ή σάλπιγγες).
Aliases (separate with |): sterilization|Αποστείρωση, στείρωση
απόστημα

Μια εντοπισμένη συλλογή πύου σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος που είναι αποτέλεσμα εισβολής ενός πυογόνου βακτηρίου ή άλλου παθογόνου. Ο Staphylococcus aureus αποτελεί συχνή αιτία. Το απόστημα περιβάλλεται από μια μεμβράνη ποικίλης ισχύος που δημιουργείται από μακροφάγα, ινώδη παράγωγα και κοκκιώδη ιστό. Τα αποστήματα μπορούν να διαταράξουν τη λειτουργία γειτονικών ιστών και μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή, αν η διόγκωση παρεμποδίζει την αναπνοή ή τη λειτουργία ενός ζωτικού οργάνου.

Aliases (separate with |): abscess|Απόστημα
αποφρακτικός ίκτερος

Ίκτερος που οφείλεται σε μηχανική παρεμπόδιση της ροής της χολής από το ήπαρ προς το δωδεκαδάκτυλο. Συνηθέστερη αιτία είναι οι χολόλιθοι. Η χολαγγειίτιδα, τα κακοήθη νεοπλάσματα που προκαλούν απόφραξη, οι κύστεις, τα παράσιτα των χοληφόρων και τα ηπατικά αποστήματα αποτελούν λιγότερο συχνές αιτίες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η κατάσταση χαρακτηρίζεται από κίτρινη χρώση του δέρματος, των βλεννογόνων και των εκκρίσεων. Ο ασθενής μπορεί να αναφέρει κνησμό λόγω της παρουσίας χολοχρωστικών στο δέρμα. Τα ούρα είναι συνήθως κίτρινα ή πράσινα ενώ τα κόπρανα είναι ανοιχτόχρωμα ή έχουν όψη στόκου-πηλού λόγω της απουσίας χολοχρωστικών στον εντερικό σωλήνα. Η οξεία απόφραξη της ροής της χολής προκαλεί άλγος στο δεξιό άνω τεταρτημόριο της κοιλίας και μπορεί να συνοδεύεται από κολικό των χοληφόρων λόγω εγκλωβισμού χολολίθων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Πραγματοποιείται χολοκυστεκτομή με διερεύνηση του χοληφόρου πόρου (χοληδοχοστομία) για τη θεραπεία του αποφρακτικού ικτέρου που οφείλεται σε χολολιθίαση. Οι ριζικές επεμβάσεις (π.χ. επέμβαση Whipple) ή ο καθετηριασμός των χοληφόρων με τοποθέτηση stent με ή χωρίς εξωτερική παροχέτευση είναι δυνατό να ανακουφίσουν προσωρινά τον αποφρακτικό ίκτερο που οφείλεται σε καρκίνο.

Aliases (separate with |): jaundice|obstructive|Αποφρακτικός|ίκτερος
απόφραξη ανώτερων αεραγωγών

Οποιαδήποτε δυνητικά θανάσιμη διαταραχή που εμποδίζει μερικώς ή πλήρως την είσοδο αέρα στο κατώτερο αναπνευστικό σύστημα, όπως λαρυγγικό οίδημα, ξένο σώμα ή αγγειοοίδημα.

Aliases (separate with |): Απόφραξη ανώτερων αεραγωγών
απόχρεμψη
  1. Η λειτουργία ή διαδικασία της απομάκρυνσης σιέλου ή βλέννης με το βήχα από τις αναπνευστικές οδούς που οδηγούν στους πνεύμονες.

  2. Η εξώθηση βλέννης ή πτυέλων από το λαιμό ή τους πνεύμονες. Μπορεί να είναι βλεννώδη, βλεννοπυώδη, ορώδη ή αφρώδη. Στην πνευμονία είναι παχύρρευστα και κολλώδη, κολλάνε σε όλες τις επιφάνειες, εμφανίζονται σκοτεινόχροα και περιέχουν αίμα. Στη βρογχίτιδα είναι βλεννώδη, συχνά αναμεμειγμένα με αίμα και κιτρινοπράσινα εξαιτίας της παρουσίας πύου. Στην προχωρημένη φυματίωση ποικίλλουν από μικρές ποσότητες αφρώδους υγρού μέχρι άφθονα, κιτρινοπράσινα πτύελα που συχνά περιέχουν αίμα.

Aliases (separate with |): expectoration|Απόχρεμψη
απώλεια βάρους

Μείωση του σωματικού βάρους (ΣΒ). Είναι ήπια όταν χάνεται το 5% του ΣΒ, μέτρια όταν χάνεται το 5% έως 10% του ΣΒ και υψηλή όταν χάνεται περισσότερο από το 10% του ΣΒ.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η εκούσια απώλεια βάρους που επιτυγχάνεται μέσω δίαιτας ή/και άσκησης έχει σημαντικά οφέλη στην υγεία των υπέρβαρων ή παχύσαρκων ασθενών. Μειώνει τον κίνδυνο πολλών κοινών νόσων, συμπεριλαμβανομένης της στεφανιαίας νόσου, του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, της υπερλιπιδαιμίας και της υπέρτασης. Η ακούσια απώλεια βάρους, ειδικά αν πρόκειται για περισσότερο από το 10% του σωματικού βάρους, ίσως είναι ένας δείκτης σοβαρής νόσου, όπως είναι ο καρκίνος, η κατάθλιψη, ο υπερθυρεοειδισμός, η δυσαπορρόφηση ή το πεπτικό έλκος.

Aliases (separate with |): weight loss|Απώλεια βάρους
απώλεια βιταμίνης

Η απώλεια του βιταμινικού περιεχομένου μιας τροφής ως αποτέλεσμα οξείδωσης ή θέρμανσης. Οι μέθοδοι συντήρησης των τροφίμων, όπως η διατήρηση σε άλμη, η ζύμωση, ο βρασμός και η κονσερβοποίηση οδηγούν σε απώλεια των βιταμινών. Η βιταμίνη C είναι ιδιαίτερα ευπαθής· περισσότερο από το 85% χάνεται κατά τη διάρκεια παστερίωσης και κονσερβοποίησης. Η βιταμίνη Β1 χάνεται κατά το άλεσμα των σιτηρών.

Aliases (separate with |): Απώλεια βιταμίνης
αρθρική συλλογή

Αύξηση της ποσότητας υγρού μέσα σε μια αρθρική κοιλότητα. Μπορεί να υπάρχει αυξημένη παραγωγή αρθρικού υγρού μετά από τραυματισμό ή εξαιτίας κάποιας αρθρίτιδας, ή συσσώρευση αίματος στην άρθρωση μετά από τραυματισμό ή επέμβαση ή εξαιτίας αιμοφιλίας. έπερβολικές ποσότητες αρθρικού υγρού, πύου ή αίματος συγκεντρώνονται στην άρθρωση σε διάφορες παθήσεις των αρθρώσεων (όπως η ουρική και η ρευματοειδής αρθρίτιδα), μετά από τραυματισμό, σε λοιμώξεις των αρθρώσεων, μετά από επέμβαση στην άρθρωση ή στην αιμοφιλία.

Aliases (separate with |): effusion|joint|Αρθρική|συλλογή
αρθρίτιδα

Φλεγμονή μιας άρθρωσης, η οποία συχνά συνοδεύεται από πόνο, οίδημα, ακαμψία και παραμόρφωση. H αρθρίτιδα είναι πολύ συχνή και προσβάλει εκατομμύρια ανθρώπων. H πιο συνηθισμένη μορφή, ονομάζεται οστεοαρθρίτιδα ή εκφυλιστική αρθρίτιδα, η συχνότητά της αυξάνεται στις μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά δε θεωρείται ότι είναι φυσιολογική αλλοίωση της γήρανσης. Άλλες μορφές αρθρίτιδας είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και η ψωριασική αρθρίτιδα. Ο όρος αρθρίτιδα είναι διαφορετικός από τον όρο ρευματικό νόσημα μιας και η αρθρίτιδα είναι ένα νόσημα των αρθρώσεων ενώ το ρευματικό νόσημα μπορεί να προσβάλει και άλλους ιστούς ή όργανα (συστηματικό νόσημα)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: H αρθρίτιδα μπορεί να οφείλεται σε κάποια λοίμωξη (π.χ. ρευματικός πυρετός, γονόρροια, φυματίωση) σε κάποια μεταβολική διαταραχή (π.χ. ποδάγρα, νόσημα στο οποίο σχηματίζονται κρύσταλλοι πυροφωσφορικού ασβεστίου) σε αυτοάνοσα νοσήματα στα οποία προσβάλλονται πολλά συστήματα (π.χ. ψωρίαση, ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθη-ματώδης λύκος), σε νευροπάθειες (π.χ. νόσος Charcot), σε τραυματισμό της άρθρωσης, σε ενδοκρινολογικά νοσήματα (π.χ. ακρομεγαλία) και σε άλλα νοσήματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αντιφλεγμονώδη, τα κορτικοστεροειδή, τα μονοκλωνικά αντισώματα, τα αντιβιοτικά, η παροχέτευση της άρθρωσης, η χειρουργική επέμβαση και η εργοθεραπεία και η φυσιοθεραπεία αποτελούν θεραπευτικές προσεγγίσεις η κάθε μία από τις οποίες παίζει ένα διαφορετικό ρόλο στην αντιμετώπιση των νοσημάτων των αρθρώσεων, ανάλογα με την υποκείμενη αιτία και τη βαρύτητα της νόσου.

Aliases (separate with |): Αρθρίτιδα
αρθροπλαστική

Χειρουργική επέμβαση με την οποία επιχειρείται η αναμόρφωση ή η αντικατάσταση μιας άρθρωσης, η οποία είτε έχει υποστεί κάποια κάκωση είτε έχει προσβληθεί από κάποια νόσο. Η αρθροπλαστική μπορεί να γίνει για να ανακουφιστεί ο ασθενής από τον πόνο, για να επιτραπεί η φυσιολογική λειτουργία της άρθρωσης ή για να αποκατασταθεί το αναπτυξιακό, κληρονομικό έλλειμμα της άρθρωσης ή η αλλοίωσή της μετά από κάποιο τραυματισμό.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά: Ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και συναισθηματικά για την επέμβαση. Γίνεται ο βασικός προεγχειρητικός έλεγχος και οι απαραίτητες εξετάσεις.

Μετεγχειρητικά: Ο χειρουργός μπορεί να συστήσει την εφαρμογή έλξης ή άλλου μηχανισμού ακινητοποίησης της άρθρωσης, όπως είναι οι ιμάντες, τα μαξιλάρια ή οι νάρθηκες ή ένας μηχανισμός συνεχούς παθητικής κινητοποίησης. Ο ασθενής παραμένει κλινήρης για όσο διάστημα απαιτείται και η θέση που λαμβάνει ο ασθενής θα πρέπει να είναι αυτή που ενδείκνυται. Η προσβεβλημένη άρθρωση διατηρείται στην σωστή θέση, οι μηχανισμοί ακινητοποίησης ελέγχονται για τυχόν άσκηση υπερβολικής ή μειωμένης πίεσης και επίσης πραγματοποιούνται συχνοί έλεγχοι της κατάστασης των νεύρων, των αγγείων και της κινητικότητας του άκρου περιφερικά του σημείου της επέμβασης. Χορηγούνται τα συνιστώμενα αναλγητικά και ο ασθενής διδάσκεται το πώς θα μπορεί να ρυθμίζει μόνος του τη λήψη τους. Χρησιμοποιούνται μη επεμβατικές μέθοδοι για την ανακούφιση από τον πόνο και το άγχος. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία για τυχόν πρόκλησης υποογκαιμικού shock, λόγω της απώλειας αίματος και ο ασθενής επίσης αξιολογείται για εμφάνιση τυχόν άλλων επιπλοκών όπως είναι ο θρομβοεμβολισμός, η εμβολή λίπους και η μόλυνση. Η τομή καλύπτεται σύμφωνα με το πρωτόκολλο και επιθεωρείται για τυχόν σημεία τοπικής λοίμωξης. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να παίρνει βαθιές εισπνοές και να βήχει, να αλλάζει συχνά τις θέσεις του σώμα-τός του και να λαμβάνει επαρκείς ποσότητες υγρών. Οι φυσιοθεραπευτές και οι εργοθεραπευτές βοηθούν τον ασθενή ώστε να εκτελέσει τις ενδεικνυόμενες ασκήσεις και δραστηριότητα, με την λήψη των απαραίτητων μέτρων για την πρόληψη τυχόν μετατόπισης του προσθετικού υλικού και για την υπενθύμιση των ενδεικνυόμενων περιορισμών της κινητικότητας. Ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με το ότι θα πρέπει να αναφέρει όλα τα συμπτώματα όπως είναι ο πυρετός, ο πόνος και η αυξημένη δυσκαμψία της άρθρωσης και παραπέμπεται σε κατ οίκον φυσιοθεραπευτή ή σε κάποιο φυσιοθεραπευτήριο.

Aliases (separate with |): Αρθροπλαστική
άρθρωση
  1. Μια άρθρωση· το σημείο στο οποίο πλησιάζουν δύο ή περισσότερα οστά.

Μπορεί να μην κινείται (όπως στην συνάρθρωση), να κινείται ελάχιστα (αμφιάρθρωση) ή να κινείται ελεύθερα (όπως στη διάρθρωση). Χόνδρος ή ινώδης συνδετικός ιστός καλύπτει την επιφάνεια σε όλες τις αρθρώσεις.

  1. Η σχετική τοποθέτηση της γλώσσας και της υπερώας που είναι απαραίτητη για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου ήχου.
  2. Έκφραση λέξεων ή προτάσεων.
  3. Η κίνηση των αρθρικών επιφανειών μέσα στο εύρος της κίνησής τους προκειμένου να καθοριστεί η κινητικότητα της άρθρωσης ή να αντιμετωπιστεί ο πόνος της άρθρωσης.
Aliases (separate with |): articulation|άρθρωση
αρνητικής καλλιέργειας ενδοκαρδίτιδα

Λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα που προκαλείται από μικροοργανισμούς οι οποίοι δεν αναπτύσσονται γρήγορα η άμεσα στις καλλιέργειες αίματος, συνήθως επειδή η ανάπτυξη τους καλύπτεται από την προηγούμενη χρήση αντιβιοτικών η επειδη απαιτούν ειδικό θρεπτικό υλικό η πολλαπλασιάζονται με βραδείς ρυθμούς στο εργαστηριο. Τέτοιοι μικροοργανισμοί είναι το Mycoplasma, η Ricksettsia, οι οργανισμοί HACEK και μερικοί μύκητες. HACEK είναι ακρωνύμιο για τους Haemophilus, Actinobacillus, Cardiobacterium, Eikenella, Kingella.

Aliases (separate with |): Αρνητικής|ενδοκαρδίτιδα|καλλιέργειας
αρσενικό

ΣΥΜΒ.: As. Δηλητηριώδες λευκόφαιο μεταλλικό στοιχείο, ατομικό βάρος 74,922, ατομικός αριθμός 33, ειδικό βάρος 5,73. Χρησιμοποιείται για την παρασκευή χρωμάτων και φαρμάκων. Αρσενικό μπορεί να υπάρχει στο χώμα, στο νερό, στον αέρα και αποτελεί συνηθισμένη τοξική ουσία στο περιβάλλον. Ασήμαντα ίχνη αρσενικού ανευρίσκονται στα λαχανικά και στα ζώα και τα αυγά. Πολλά μικροβιοκτόνα που χρησιμοποιούνται είτε στο νοικοκυριό είτε στον κήπο περιέχουν διάφορες μορφές αρσενικού. Όλα αυτά είναι τοξικά εάν καταποθούν ή εισπνευστούν σε επαρκείς ποσότητες. Η συσσώρευση του αρσενικού στο σώμα μπορεί να προκαλέσει διαταραχές τους γαστρεντερικού σωλήνα, ναυτία, εμετούς, διάρροια, αφυδάτωση, νευρίτιδα, και παράλυση των μυών του καρπού και του αγκώνα.

Aliases (separate with |): Αρσενικό
αρτηρία

Ένα από τα αγγεία τα οποία μεταφέρουν το αίμα από την καρδιά στους ιστούς. Υπάρχουν δύο κατηγορίες: οι πνευμονικές και οι συστηματικές. Οι πνευμονικές αρτηρίες μεταφέρουν το μη οξυγονωμένο αίμα από την δεξιά κοιλία στους πνεύμονες. Οι συστηματικές αρτηρίες μεταφέρουν το οξυγονωμένο αίμα από την αριστερή κοιλία στο υπόλοιπο σώμα.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Το τοίχωμα της αρτηρίας έχει τρία στρώματα: το έσω στρώμα (έσω χιτώνας) είναι το ενδοθήλιο, το μέσο στρώμα (μέσος χιτώνας) είναι οι λείες μυϊκές ίνες και ο ελαστικός συνδετικός ιστός· και το εξωτερικό στρώμα (έξω χιτώνας) είναι λευκός συνδετικός ιστός.

Aliases (separate with |): Αρτηρία
αρτηριακή πίεση

Η πίεση που εξασκείται στα τοιχώματα των αρτηριών κατά τη συστολή της καρδιάς. Η αντίσταση των αρτηριολίων και των τριχοειδών, η ελαστικότητα των αιμοφόρων αγγείων, ο όγκος αίματος και το ιξώδες (η γλοιότητα) του αίματος.

Η φυσιολογική συστολική αρτηριακή πίεση κυμαίνεται μεταξύ 100-120 mmHg και η διαστολική κάτω από 80 mmHg (σε ενήλικες άνω των 18 ετών). Στην προ-υπερτασική κατάσταση, η συστολική πίεση κυμαίνεται μεταξύ 120 και 140 mmHg και η διαστολική μεταξύ 80 και 90 mmHg. Οταν η συστολική πίεση ξεπερνά τα 140 mmHg ή η διαστολική τα 90 mmHg και αυτές οι τιμές έχουν επιβεβαιωθεί σε δυο ξεχωριστές μετρήσεις, τότε υπάρχει υπέρταση σταδίου 1.

Μερικές φορές υπάρχει χαμηλή αρτηριακή πίεση σε υγιή άτομα, αλλά γενικότερα η υπόταση υποδεικνύει σοκ σε ασθενείς με πυρετό, ενεργό αιμορραγία, αλλεργικές αντιδράσεις, ενεργό καρδιοπάθεια, τραυματισμούς του νωτιαίου μυελού ή τραύμα. Η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά κατά την επίσκεψη των ασθενών σε κάποιο ιατρό, διότι η αντιμετώπιση της υψηλής αρτηριακής υπέρτασης προλαμβάνει αποτελεσματικά τη βλάβη στην καρδιά και το κυκλοφορικό σύστημα, όπως και στα νεφρά, τον αμφιβληστροειδή, τον εγκέφαλο και άλλα όργανα.

Πολλοί παράγοντες μπορούν να προκαλέσουν εσφαλμένες μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης. Αν η περιχειρίδα είναι πολύ μικρή ή αν τοποθετηθεί πάνω από το μανίκι πριν φουσκωθεί με αέρα, η πίεση μπορεί να βρεθεί ψευδώς αυξημένη. Αν η αρτηριακή πίεση μετρηθεί μόνο στο ένα χέρι, τότε ενδέχεται να προκύψουν ψευδώς υψηλές ή ψευδώς χαμηλές τιμές (η πίεση στα δύο χέρια μπορεί να διαφέρει, λόγω αθηροσκλήρωσης της υποκλείδιας αρτηρίας). Η πίεση μπορεί να είναι αυξημένη όταν ο ασθενής ομιλεί ή αν έχει πιει προηγουμένως καφέ ή έχει καπνίσει ένα τσιγάρο. Αν μετρηθεί η πίεση σε μια κλινική ή από έναν ιατρό, μπορεί να αυξηθεί παροδικά, λόγω άγχους του ασθενούς. Το φαινόμενο, το οποίο ονομάζεται σύνδρομο της λευκής μπλούζας, υποχωρεί όταν ο ασθενής μετρά την πίεση του σε ένα λιγότερο στρεσογόνο περιβάλλον. Υπάρχουν διαθέσιμες συσκευές για την παρακολούθηση της πίεσης στο σπίτι από ασθενείς που ενδέχεται να έχουν υπέρταση, καθώς και για ασθενείς που χρήζουν λεπτομερειακή καταγραφή της αρτηριακής πίεσης. Είναι εύκολες στην χρήση και οι πληροφορίες που παρέχουν στους ασθενείς και τους γιατρούς είναι πολύτιμες για τον καθορισμό της θεραπείας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αυξημένη αρτηριακή πίεση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται καταρχάς, δίνοντας συμβουλές στους ασθενείς να αλλάξουν τον τρόπο ζωής, όπως να περιορίσουν την λήψη αλκοόλ, να ακολουθήσουν το διατροφικό πρόγραμμα που προτείνεται από τον καρδιολογο τους και να αυξήσουν το επίπεδο της σωματικής τους άσκησης. Φρόνιμη είναι επίσης η απώλεια βάρους στους παχύσαρκους. Τις περισσότερες φορές προστίθεται και φαρμακευτική αγωγή στις αλλαγές του τρόπου ζωής. Τα αντιυπερτασικά φάρμακα χρησιμοποιούνται σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές και τις παρενέργειες που ενδέχεται να προκαλέσουν σε συγκεκριμένους ασθενείς. Τα διουρητικά για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στους νέγρους και στους ηλικιωμένους ασθενείς (αλλά δεν ενδείκνυνται σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα), οι β-αναστολείς αποτελούν τα φάρμακα επιλογής σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου (αλλά αντενδείκνυνται σε ασθενείς με προχωρημένο καρδιακό αποκλεισμό), οι α- αναστολείς ενδείκνυνται σε άνδρες με υπερτροφία του προστάτη και οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης προλαμβάνουν την νεφροπάθεια σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Αλλες κατηγορίες αντι-υπερτασικών φαρμάκων περιλαμβάνουν του ανταγωνιστές του υποδοχέα αγγειοτασίνης ΙΙ, του κεντρικά δρώντες άλφα-ανταγωνιστές και τους ανταγωνιστές των διαύλων ασβεστίου. Η χαμηλή αρτηριακή πίεση δεν θεραπεύεται σε υγιή άτομα, ενώ σε ασθενείς με οξείες παθήσεις διορθώνεται με ενυδάτωση ή με αγγειοσυσπαστικές ουσίες.

Aliases (separate with |): Αρτηριακή πίεση
ασβέστιο

ΣΥΜΒ.: Ca. Αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο. Ατομικός αριθμός 20, ατομικό βάρος 40,08. Μείζον συστατικό του ασβεστόλιθου. Ο ασβέστης, το CaO, είναι το οξείδιο του. Το φωσφορικό ασβέστιο συνιστά το 75% της σωματικής τέφρας (ξηρού υπολείμματος μετά από πλήρη καύση) και περίπου το 85% των αλάτων των οστών.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Το ασβέστιο είναι σημαντικό για την πήξη του αίματος, την ενεργοποίηση ενζύμων και την οξεοβασική ισορροπία. Προσδίδει ισχύ και ακαμψία στα οστά και στα δόντια, και είναι ουσιαστικό για τη γαλουχία, τη λειτουργία των νεύρων και των μυών περιλαμβανομένου και του μυοκαρδίου και τη διατήρηση της διαπερατότητας των μεμβρανών. Η περισσότερη απορρόφηση ασβεστίου λαμβάνει χώρα στο δωδεκαδάκτυλο και εξαρτάται από την παρουσία καλσιτριόλης. Οι διαιτητικοί (διατροφικοί) παράγοντες, που επηρεάζουν την απορρόφηση του ασβεστίου, είναι τα φυτικά οξέα, τα οποία υπάρχουν στους καρπούς, η υπερβολική κατανάλωση φωσφόρου, και οι πολυφαινόλες,που υπάρχουν στο τσάι. Περίπου 40% του καταναλωθέντος ασβεστίου απορροφάται. Τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα ρυθμίζονται από την παραθορμόνη· έλλειψη αυτής της ορμόνης προκαλεί υπασβεστιαιμία. Τα επίπεδα ορού είναι φυσιολογικά μεταξύ 8,5 ως 10,5 mg/dl (χιλιοστόγραμμα ανά δεκατόλιτρο). Τα χαμηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα προκαλούν τέτανο, δηλαδή μυϊκούς σπασμούς και συσπάσεις. Αίμα αποστερημένο του ασβεστίου του δεν θα πήξει. Το ασβέστιο εναποτίθεται στα οστά, αλλά μπορεί να κινητοποιηθεί από αυτά, προκειμένου να διατηρηθούν τα επίπεδά του στο αίμα, όταν η διατροφική πρόσληψη είναι ανεπαρκής. Σε οποιαδήποτε στιγμή, ο οργανισμός ενός ενήλικα περιέχει περίπου 700 g φωσφορικού ασβεστίου. Από αυτά, τα 120 g αντιστοιχούν στο ασβέστιο. Οι ενήλικες πρέπει να καταναλώνουν τουλάχιστον 1 g ασβεστίου ημερησίως. Οι έγκυες, θηλάζουσες και μετεμμηνοπαυσικές γυναίκες πρέπει να καταναλώνουν 1,2-1,5 g ασβεστίου ημερησίως.

ΠΗΓΕΣ: Εξαίρετες πηγές ασβεστίου περιλαμβάνουν το γάλα, το γιαούρτι, το τυρί (αλλά όχι το τυρί cottage),τον ενισχυμένο με ασβέστιο χυμό πορτοκαλιού και το παγωτό. Καλές πηγές ασβεστίου περιλαμβάνουν τον σολομό και τις σαρδέλες σε κονσέρβα, το μπρόκολο, το τοφού, το ραβέντι, τα αμύγδαλα, τα σύκα και τα παντζάρια.

ΕΛΛΕΙΨΗ: Οι συνέπειες από την έλλειψη ασβεστίου περιλαμβάνουν την κακή ανάπτυξη οστών και οδόντων, οστεοπόρωση, τερηδόνα, ραχίτιδα και διαταραχές της πήξης. Βλ.: osteoporosis

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα εργαστηριακά σφάλματα και διακυμάνσεις ενδέχεται ορισμένες φορές να οδηγήσουν σε ανακριβείς ή αναξιόπιστες τιμές κατά την αξιολόγηση των επιπέδων ασβεστίου.

ΠΕΡΙΣΣΕΙΑ: Η υπερασβεστιαιμία μπορεί να προκαλέσει δυσκοιλιότητα, νεφρικούς λίθους, καρδιακή ανακοπή και ελαττωμένη εγκεφαλική λειτουργία (π.χ., λήθαργος ή κώμα). Τα υψηλά επίπεδα ασβεστίου ορού είναι συνήθως το αποτέλεσμα είτε υπερπαραθυρεοειδισμού ή μεταστατικού καρκίνου και μπορούν να ελαττωθούν με ενυδάτωση, διούρηση, κορτικοστεροειδή ή διφωσφονικά φάρμακα όπως το παμιδρονικό.

Aliases (separate with |): Ασβέστιο
ασθένεια Kreutzfeld-Jakob

[Hans Gerhard Kreutzfeld, 1885-1964, Alfons Maria Jakob, 1884-1931, Γερμανοί ψυχίατροι]. Νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος, η οποία προκαλεί ραγδαία προοδευτική άνοια, η οποία συνήθως συνοδεύεται από μυϊκούς σπασμούς, δυσκολίες στην βάδιση και αφασία. Ο αιτιολογικός παράγοντας πιστεύεται ότι είναι ένα prion, και μπορεί να σχετίζεται με τον παράγοντα που προκαλεί τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (νόσος των «τρελών αγελάδων»). Η νόσος των Kreutzfeld-Jakob ανεπτύχθη στον λήπτη κερατοειδούς από μολυσμένο δότη, και σε λίγους λήπτες ανθρώπινης αυξητικής ορμόνης. Δεν υπάρχει θεραπεία και η ασθένεια είναι θανατηφόρος.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο αιτιολογικός παράγοντας της CJD είναι εξαιρετικά ανθεκτικός στις περισσότερες διαδικασίες αποστείρωσης.

Aliases (separate with |): Ασθένεια Kreutzfeld-Jakob
άσθμα

Ένα νόσημα το οποίο οφείλεται σε αυξημένη αντιδραστικότητα του τραχειοβρογχικού δέντρου σε διάφορα ερεθίσματα, η οποία οδηγεί σε επεισόδια στένωσης και φλεγμονής των αεραγωγών.

Κλινικά, οι περισσότεροι ασθενείς εκδηλώνουν συριγμό και λαχάνιασμα. Ο βήχας είναι επίσης ένα συχνό σύμπτωμα. Ανάμεσα στις κρίσεις, οι ασθενείς μπορεί να έχουν φυσιολογική αναπνευστική λειτουργία. Αν και στους περισσότερους ασθματικούς η νόσος είναι ήπιας βαρύτητας, σε ορισμένες περιπτώσεις οι κρίσεις είναι συνεχείς. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται status asthmaticus και μπορεί να είναι θανατηφόρος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υποτροπή και η βαρύτητα των κρίσεων επηρεάζεται από μια ποικιλία ερεθισμάτων στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα αλλερ-γιογόνα, η σκόνη, ο καπνός, τα φάρμακα, οι χρωστικές, οι οσμές, η άσκηση, η επαγγελματική έκθεση σε διάφορα υλικά ή η λοίμωξη. Ενδιάμεσες ουσίες του αυτόνομου νευρικού συστήματος ή της φλεγμονής (ειδικά τα παράγωγα του αραχιδονι-κού οξέος, όπως είναι τα λευκοτριένια) παίζουν σημαντικό ρόλο. Η συσχέτιση της συναισθηματικής ταραχής και των ασθματικών κρίσεων είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα ήπια επεισόδια άσθματος αντιμετωπίζονται εύκολα και επαρκώς με τη μέτρια χρήση των αδρενεργικών αγωνιστών όπως είναι η αλβουτερόλη. Οι ασθενείς με σοβαρότερης μορφής άσθμα ή με συχνότερες κρίσεις για την αντιμετώπιση της νόσου τους εξαρτώνται από φάρμακα όπως τα κορτικοστεροειδή, φάρμακα που σταθεροποιούν τα μαστοκύτταρα (π.χ. χρωμολύνη), μακράς διάρκειας βήτα αγωνιστές (πχ. σαλμετερόλη), αναστολείς των λευκοτριενίων (π.χ. μοντλευκάστη) και βραχείας διάρκειας δράσης βήτα αγωνιστές. Για την αντιμετώπιση οξέων ασθματικών κρίσεων μπορεί να απαιτηθούν υψηλές ή συχνές δόσεις βήτα αγωνιστών ή στεροειδών. Η οξυγονοθεραπεία είναι ένα σημαντικό μέρος της θεραπείας στις περισσότερες κρίσεις άσθματος. Στις εμμένουσες κρίσεις άσθματος, ορισμένες φορές ενδείκνυται η εισαγωγή στο νοσοκομείο για την παρακολούθηση της μέγιστης ροής αέρα, του κορεσμού του οξυγόνου, των αερίων αίματος και του καρδιακού ρυθμού. Η διασωλήνωση και ο μηχανικός αερισμός είναι αναγκαία σε σοβαρές κρίσεις. Αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται μόνο στις βακτηριακές λοιμώξεις.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ: Το άσθμα εκδηλώνεται συχνότερα κατά την παιδική ηλικία και κατά την νεαρό ενήλικο ζωή, αλλά μπορεί να προσβάλει και ενήλικες οποιασδήποτε ηλικίας. Πριν την ήβη, το άσθμα παρουσίαζει διπλάσια συχνότητα στα αγόρια έναντι των κοριτσιών· στους ενήλικες η κατανομή ανάμεσα στα δύο φύλα είναι ίδια.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Ο περιορισμός της έκθεσης στις οικιακές εισπνεόμενες ουσίες όπως είναι η σκόνη, τα αντιγόνα των κατσαρίδων, η μούχλα, ο καπνός από τσιγάρο και οι ισχυρές οσμές είναι δυνατόν να βοηθήσουν στην πρόληψη των ασθματικών κρίσεων. Οι ασθματικοί με αλλεργία σε εξωτερικά αλλεργιογόνα μπορούν να ωφεληθούν από την μετακόμιση σε περιοχές με διαφορετικό κλίμα ή με τη λελογισμένη χρήση φαρμάκων. Η τακτική χρήση φαρμάκων, όπως είναι η νατριούχος χρω-μολύνη είναι αποτελεσματική στην πρόληψη των ασθματικών κρίσεων και την σταθεροποίηση του αναπνευστικού. Επίσης, συχνά είναι ωφέλιμη η ανοσοποίηση και η απευαισθητοποίηση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής παρακολουθείται στενά για να ελεγχθεί κατά πόσον συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που επιβάλλονται λόγω της απόφραξης των αεραγωγών. Τα βασικά στοιχεία της ανταπόκρισης του ασθενούς είναι το υποκειμενικό αίσθημα του λαχανιάσματος, η κόπωση που βιώνει ο ασθενής κατά την αναπνοή και το κατά πόσον οι κρίσεις βελτιώνονται ή επιδεινώνονται με τη θεραπεία. Επίσης θα πρέπει να σημειώνεται το πόσο καλά ανεκτά είναι τα χορηγούμενα φάρμακα από τον ασθενή. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι καλύτερα να γίνονται από τη νοσηλεύτρια, τον ειδικό θεραπευτή και τον ιατρό. Θα πρέπει να εκτιμάται κατά πόσον υπάρχουν σποραδικοί μη φυσιολογικοί αναπνευστικοί ήχοι όπως είναι ο συριγμός ή ρόγχος κατά την εισπνοή ή κατάτην εκπνοή, εάν χρησιμοποιούνται οι επικουρικοί αναπνευστικοί μύες, όπως επίσης εκτιμάται η ροή του αέρα, η πνευματική κατάσταση, ο κορεσμός οξυγόνου και τα αρτηριακά αέρια αίματος. Η εξάντληση ή η πνευματική διέγερση μπορεί να αποτελούν σημεία επικείμενης αναπνευστικής ανεπάρκειας, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι απαιτείται στενή παρακολούθηση ή ενδο-τραχιακή διασωλήνωση. Ο ασθενής ο οποίος έχει εργώδη αναπνοή θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και να υποστηρίζεται συναισθηματικά. Θα πρέπει να κάθεται σε όρθια θέση (υψηλή θέση Fowel) ώστε να διευκολύνεται η αναπνευστική προσπάθεια και να χορηγείται χαμηλής ροής οξυγόνο και τα ενδεικνυόμενα φάρμακα σύμφωνα με τις οδηγίες. Η ανύψωση των άνω άκρων του ασθενούς με τη χρήση μαξιλαριών στα πλάγια του κορμού του ή πάνω σε ένα μαξιλάρι που είναι τοποθετημένο πάνω σε τραπέζι επί κλίνης μπορεί να διευκολύνει τις αναπνευστικές κινήσεις. Εάν ο ασθενής βήχει, θα πρέπει να σημειώνεται η δυνατότητα που έχει να καθαρίζει το αναπνευστικό του από τις εκκρίσεις αλλά και ο χαρακτήρας των πτυέλων του. Τα πυώδη πτύελα θα πρέπει να αποστέλλονται στο εργαστήριο για καλλιέργεια και αντιβιόγραμμα, χρώση κατά Gram και άλλες εξετάσεις. Μετά την ύφεση της οξείας κρίσης, η νοσηλεύτρια ή ο ειδικός θεραπευτής δίνουν οδηγίες στον ασθενή σχετικά με την ορθή χρήση των εισπνεόμενων φαρμάκων του, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο κατά πόσον ο ασθενής είναι σε θέση να κάνει ακριβείς μετρήσεις τον χορηγούμενων δόσεων και εάν υπάρχει ανάγκη θα πρέπει να χορηγείται μια ειδική συσκευή η οποία βοηθά στην ακριβή μέτρηση της δόσης. Ο ιατρός ή άλλος ειδικός ενημερώνει τον ασθενή σχετικά με το ρόλο της έκθεσης σε αλλεργιογόνα και σε ερεθιστικές ουσίες (πχ. καπνός, κρύο αέρα) και προτείνει κάποια μέτρα τα οποία μπορεί να λάβει κατ' οίκον ο ασθενής προκειμένου να μειωθεί η ένταση των μελλοντικών κρίσεων. Ο θεράπων βεβαιώνεται ότι ο ασθενής και η οικογένειά του έχουν κατανοήσει την τρόπο χορήγησης και τη δοσολογία των φαρμάκων συντήρησης, αλλά και αιτιολογούν τη σειρά με την οποία θα πρέπει να λαμβάνονται τα εισπνεόμενα, επισημαίνουν ότι θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε παρενέργεια παρουσιαστεί, και υπενθυμίζουν τα μέτρα τα οποία θα πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση που παρουσιαστεί κάποια απειλητική κατάσταση. Χορηγούνται οι προληπτικές θεραπείες (όπως είναι ο εμβολιασμός έναντι του ιού της γρίπης και της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας και η απευαι-σθητοποίηση των παιδιών σε συγκεκριμένα αλλεργιογόνα), εάν δεν έχουν ήδη χορηγηθεί. Κανονίζεται η παρακολούθηση του ασθενούς στα πλαίσια της κατ' οίκον φροντίδας ή της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, έτσι ώστε ο ασθενής να επα-νεκτιμάται με προσοχή αλλά και να απαντώνται οποιεσδήποτε ερωτήσεις ή ανησυχίες μπορεί να προκύψουν στον ασθενή ή στην οικογένειά του.

Aliases (separate with |): Άσθμα
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL