Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Term Definition
υπεραιμία
  1. Συμφόρηση· ασυνήθιστη ποσότητα αίματος σε ένα τμήμα.

  2. Μορφή βλατίδας· ερυθρές περιοχές στο δέρμα οι οποίες εξαφανίζονται κατά την άσκηση πίεσης.

  3. Στη φυσιοθεραπεία, η αύξηση στην ποσότητα του αίματος που ρέει σε οποιοδήποτε τμήμα του σώματος, όπως φαίνεται από την ερυθρότητα του δέρματος εξαιτίας της εφαρμογής θερμότητας.

Aliases (separate with |): Υπεραιμία
υπερασβεστιαιμία

Περίσσεια ασβεστίου στο αίμα. Οι αιτίες αυτής της πάθησης περιλαμβάνουν τον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, τη θεραπεία με λίθιο, κακοήθειες συμπεριλαμβανομένων συμπαγών όγκων και αιματολογικών κακοηθειών, δηλητηρίαση με βιταμίνη D, υπερθυρεοειδισμό, δηλητηρίαση με βιταμίνη Α, δηλητηρίαση με αλουμίνιο· και το σύνδρομο γάλακτος - αλκάλεως.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Κλινικά παρουσιάζονται εξάντληση, κατάθλιψη, διανοητική σύγχυση, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, αυξημένη διούρηση και πιθανώς καρδιακή αρρυθμία. Στο ηλεκτροκαρδιογράφημα παρουσιάζεται βραχύ διάστημα Q-T.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Αρχικά πρέπει να χορηγείται στους ασθενείς ενυδάτωση με φυσιολογικό ορό και ακολούθως διουρητικά, αφότου αποδράμει η αφυδάτωση. Προκειμένου να ελαττωθούν τα επίπεδα ασβεστίου του ορού, χορηγούνται διφωσφονικά, γλυκοκορτικοειδή και άλλα φάρμακα. Η θεραπεία κατευθύνεται επίσης προς την υποκείμενη αιτία που βρίσκεται πίσω από τα αυξημένα επίπεδα ασβεστίου ορού, αντιμετωπίζοντας, για παράδειγμα, τις υποκείμενες κακοήθειες ή εκτέμνοντας τους υπερενεργούς παραθυρεοειδείς αδένες.

Aliases (separate with |): Υπερασβεστιαιμία
υπερβολική δόση, υπερδοσολογία

Μια υπέρμετρη και πιθανώς τοξική ποσότητα ενός φαρμάκου, που χορηγείται κατά λάθος ή λαμβάνεται εσκεμμένα (για παράδειγμα από ασθενείς που κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας).

Aliases (separate with |): Υπερβολική δόση, υπερδοσολογία
υπεργλυκαιμία

Παθολογικά υψηλά επίπεδα σακχάρου του αίματος, όπως ανευρίσκονται σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη ή σε άτομα που λαμβάνουν θεραπεία με ορισμένα φάρμακα (π..χ., στεροειδή). Η υπεργλυκαιμία μπορεί να προκαλέσει πολυάριθμες ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Μπορεί να καταστείλλει την επούλωση τραυμάτων· να ελαττώσει την ικανότητα του σώματος να καταπολεμά λοιμώξεις· να επιδεινώσει νευρολογικές διαταραχές που παρατηρούνται στα εγκεφαλικά επεισόδια· να αυξήσει τον κίνδυνο θανάτου σε βαρέως πάσχοντες· και να προκαλέσει βλάβη στους νεφρούς, στα περιφερειακά νεύρα, στους αμφιβληστροειδείς και στην καρδιά (π.χ., σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπεργλυκαιμία μπορεί να προκύψει από βλάβη στα κύτταρα του παγκρέατος που εκκρίνουν ινσουλίνη· εγχύσεις δεξτρόζης· αντίσταση στην ινσουλίνη· παχυσαρκία· υπερφαγία· καθιστική ζωή· ή θεραπεία με φάρμακα, όπως η πρεδνιζόνη ή οι αναστολείς πρωτεασών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορούν να ελαττωθούν με περιορισμό στις θερμίδες (δίαιτα), τακτική σωματική άσκηση, από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες, ινσουλίνη και/ή διακοπή των φαρμάκων που προκαλούν την κατάσταση.

Aliases (separate with |): Υπεργλυκαιμία
υπερδοσολογία φαρμάκου

Η κλινική επίπτωση της υπερβολικής δόσης οποιουδήποτε φαρμάκου (π.χ. ενός αυτοχορηγούμενου, πιθανή θανατηφόρα δόση ενός ναρκωτικού, ενός αντικαταθλιπτικού, ενός μη ναρκωτικού παυσίπονου ή άλλου φαρμάκου). Η υπερδοσολογία φαρμάκου μπορεί να είναι είτε ακούσια είτε σκόπιμη. Όταν μια τέτοια δόση οδηγεί σε κώμα ή θάνατο, το άτομο αναφέρεται ότι είναι OD (δηλαδή, υπερβολικής δόσης).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το προσωπικό του τμήματος επειγόντων, αποτιμούν τον αεραγωγό του ασθενούς, την αναπνοή, την κυκλοφορία, το επίπεδο συνειδητότητας και τις ζωτικές ενδείξεις, ενώ προσπαθούν να εξακριβώσουν (από τον ασθενή ή άλλους σημαντικούς) το φάρμακο που έχει λάβει, την ποσότητα, τον χρόνο και από ποια οδό. Το αίμα και τα ούρα (και όταν είναι διαθέσιμος, ο έμετος) αποστέλλονται στο εργαστήριο για τοξικολογικό έλεγχο ώστε να βοηθήσουν στην αναγνώριση των συγκεκριμένων ουσιών.

Εάν το φάρμακο χορηγήθηκε με εισπνοή ή παρεντερικά ή ο χρόνος που παρήλθε βοήθησε στην απορρόφησή του, καθιερώνεται μια ενδοφλέβια θέση και χορηγείται υγρό σύμφωνα με τις οδηγίες βοηθώντας στην έκπλυση της ουσίας. Εάν ο ασθενής είναι αναίσθητος κατά την εισαγωγή του/της, συνήθως χορηγείται ένας ανταγωνιστής ναρκωτικών, μια bolus δόση δεξτρόζης 50% σε νερό και 50 έως 100 mg θειαμίνης έτσι ώστε να αναστραφούν γρήγορα τα πιθανά αποτελέσματα των οπιούχων ή της χαμηλής συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα. Ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς στις δράσεις του φαρμάκου (π.χ. ύφεση ή διέγερση του ΚΝΣ, αναπνευστική ύφεση, καρδιακές αρρυθμίες ή νεφρική ανεπάρκεια), το προσωπικό του τμήματος επειγόντων προσφέρει τις απαραίτητες υποστηρικτικές θεραπείες (π.χ. διασωλήνωση των αεραγωγών και αερισμός), ενεργό άνθρακα ή την πλύση εντέρου. Επειδή ο ρυθμός απορρόφησης διαφέρει και να παρουσιάζει μια διακύμανση, ο ασθενής χρήζει συχνής επανεκτίμησης με άμεση παρέμβαση.

Η πιθανότητα απόπειρας αυτοκτονίας πρέπει να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση υπερδοσολογίας φαρμάκου. Λαμβάνεται το ψυχιατρικό ιστορικό, όπου σημειώνεται κάθε ιστορικό κατάθλιψης Λαμβάνονται προφυλάξεις για την αυτοκτονία ώστε να προστατευτεί ο ασθενής από περαιτέρω αυτοτραυματισμό.

Aliases (separate with |): Υπερδοσολογία φαρμάκου
υπέρηχος, υπερηχογράφημα

Ήχος μη ακουστός από το ανθρώπινο αυτί, με συχνότητα από 20.000 έως 10' κύκλους/sec περίπου. Η ταχύτητα των υπερήχων μεταβάλλεται ανάλογα με την πυκνότητα και την ελαστικότητα του υλικού μέσα στο οποίο κινούνται. Αυτή η ιδιότητα επιτρέπει τον καθορισμό του σχήματος των διαφόρων οργάνων και ιστών στο ανθρώπινο σώμα. Στη γυναικολογία π.χ. η ακριβής εντόπιση και ο καθορισμός του μεγέθους του εμβρύου, του πλακούντα και του ομφάλιου λώρου επιτρέπει την εκτίμηση της ηλικίας της κύησης, της διάγνωσης ορισμένων συγγενών ανωμαλιών και του εμβρυϊκού θανάτου, ενώ τέλος διευκολύνει μια σειρά από διαγνωστικές εξετάσεις, όπως την αμνιοκέντηση. Επιπλέον, οι υπέρηχοι χρησιμοποιούνται στη θεραπεία μυοσκελετικών βλαβών. Η θερμότητα που παράγουν θερμαίνει τον ιστό, ενώ παράλληλα βελτιώνει την ελαστικότητά του και την αιματική ροή. Οι υπέρηχοι χρησιμοποιούνται ακόμα για τη διευκόλυνση της μετακίνησης διαφόρων ουσιών (π.χ. αναλγητικών) από το αίμα στους ιστούς (φωνοφόρηση), ενώ σε συνδυασμό με ηλεκτρικά ερεθίσματα διεγείρουν τους μύες. Η χρήση τους ωστόσο απαιτεί ειδικό εξοπλισμό.

Aliases (separate with |): Υπέρηχος, υπερηχογράφημα
υπερθερμία

Θερμοκρασία σώματος αυξημένη πάνω από το φυσιολογικό εύρος· ασυνήθιστα υψηλός πυρετός.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπερθερμία μπορεί να προκληθεί εξαιτίας θερμοπληξίας· νόσων του κεντρικού νευρικού συστήματος· θυρεοειδικής κρίσης· λοιμώξεων, συμπεριλαμβανομένων της εγκεφαλίτιδας, της ελονοσίας, της μηνιγγίτιδας ή της σήψης, ειδ. εξαιτίας αρνητικών κατά Gram οργανισμών. Για τη θεραπεία ορισμένων νόσων μπορεί να επαχθεί υπερθερμία τεχνητά, με την εισαγωγή του οργανισμού της ελονοσίας, την ένεση ξένων πρωτεϊνών ή με φυσικά μέσα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής τοποθετείται σε δροσερό περιβάλλον, ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπόθερμα λουτρά προκειμένου να προωθήσουν την ελάττωση της θερμοκρασίας της επιφάνειας με μεταφορά της θερμότητας και εξάτμιση. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν υποθερμικές κουβέρτες, εάν η υποθερμία είναι το αποτέλεσμα νευρολογικής δυσλειτουργίας. Αυξάνεται η πρόσληψη υγρών σε τουλάχιστον 3 λίτρα ημερησίως (εκτός εάν τίθενται περιορισμοί λόγω καρδιακών ή νεφρικών δυσλειτουργιών) προκειμένου να αναπληρωθούν οι απώλειες υγρών λόγω εφίδρωσης, ταχύπνοιας και αυξημένης μεταβολικής δραστηριότητας. Παρέχεται συχνή στοματική υγιεινή, επειδή η αφυδάτωση ξηραίνει το στοματικό βλεννογόνο. Τα ρίγη προλαμβάνονται με τη χορήγηση ναρκωτικών.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εντριβές με οινόπνευμα για την ελάττωση του πυρετού.

Aliases (separate with |): Υπερθερμία
υπερθυρεοειδισμός

Πάθηση προκαλούμενη από υπέρμετρα επίπεδα θυρεοειδούς ορμόνης στο σώμα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος μπορεί να προκύψει εξαιτίας διαφόρων διαταραχών, όπως η οζώδης βρογχοκήλη και τα τοξικά αδενώματα, η υπερέμεση της κύησης, η υπέρμετρη χορήγηση υποκατάστασης της θυρεοειδούς ορμόνης, η υπερβολική κατανάλωση ιωδίου ή το αδένωμα της υπόφυσης. Ωστόσο, η συνηθέστερη αιτία είναι η νόσος του Graves.

ΣΥΜΠΤΏΜΑΤΑ: Γενικά, τα σημεία και τα συμπτώματα της νόσου του Graves εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες - εκείνα τα οποία προκύπτουν δευτεροπαθώς από την υπέρμετρη διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και εκείνα τα οποία οφείλονται σε υψηλά επίπεδα θυροξίνης στην κυκλοφορία. Τα συμπτώματα που προκαλούνται από τη συμπαθητική (αδρενεργική) διέγερση, περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, τρόμο, αυξημένη συστολική αρτηριακή πίεση, αυξημένη αντανακλαστική δραστηριότητα, σύσπαση και αδυναμία καθόδου του άνω βλεφάρου (λαγόφθαλμος), επίμονο βλέμμα, αίσθημα παλμών, κατάθλιψη, νευρικότητα και άγχος. Τα συμπτώματα τα οποία προκαλούνται από την αυξημένη θυροξίνη στην κυκλοφορία, περιλαμβάνουν αυξημένο μεταβολισμό, υπερφαγία, απώλεια βάρους και ορισμένες ψυχολογικές διαταραχές. Στα ηλικιωμένα άτομα, τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού είναι συχνά αμβλυμμένα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι οριστικές θεραπείες περιλαμβάνουν τη χειρουργική εξαίρεση του θυρεοειδούς αδένα, τη χορήγηση φαρμάκων, όπως ραδιενεργό ιώδιο ή αντιθυρεοειδικά φάρμακα. Η επιλογή της θεραπείας εξατομικεύεται για κάθε ασθενή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, η ισορροπία υγρών και το βάρος και καταγράφονται τα πρότυπα δραστηριότητας. Παρακολουθούνται τα επίπεδα ηλεκτρολυτών του ορού, ενώ ελέγχονται τα επίπεδα γλυκόζης του αίματος και των ούρων για ενδείξεις υπεργλυκαιμίας και γλυκοζουρίας αντίστοιχα και αξιολογείται το ηλεκτροκαρδιογράφημα για αρρυθμίες και για μεταβολές του διαστήματος ST. Ο ασθενής εξετάζεται για κλασσικά σημεία και συμπτώματα (όπως αναφέρονται παραπάνω) και για ενδείξεις θυρεοτοξικής κρίσης ή καρδιακής ανεπάρκειας. Προσδιορίζεται το επίπεδο της επίγνωσης του ασθενή σχετικά με τη διαταραχή, αποκαθίστανται τυχόν παρερμηνείες και προσφέρονται πληροφορίες σχετικά με την πάθηση, τα σχετιζόμενα προβλήματα και την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Χορηγούνται ιατρικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένου του ραδιενεργού ιωδίου και αξιολογούνται ως προς την επιθυμητή αντίδραση και τις παρενέργειες, ενώ ο ασθενής καθοδηγείται στις θεραπείες αυτές. Εάν ο ασθενής παρουσιάζει εξώφθαλμο, τότε ενσταλλάζονται ισότονα κολλύρια, προκειμένου να εφυγρανθούν οι επιπεφυκότες και συνιστώνται γυαλιά ηλίου ή οφθαλμικά καλύμματα, ώστε να προστατευθούν τα μάτια από το φως του ήλιου. Ενθαρρύνεται η λήψη δίαιτας υψηλής σε θερμίδες, σε βιταμίνες και σε μέταλλα, συμπεριλαμβανομένων ενδιάμεσων πρόχειρων γευμάτων και η αποφυγή καφεϊνούχων αναψυκτικών. Ελέγχεται η συχνότητα και τα χαρακτηριστικά των κενώσεων του ασθενή και παρέχεται η απαραίτητη φροντίδα του δέρματος, όπως είναι αναγκαίο. Ο ασθενής πρέπει να ελαχιστοποιήσει τη σωματική και συναισθηματική καταπόνηση, να εξισορροπήσει τις περιόδους δραστηριότητας και ανάπαυσης και να φορά χαλαρά, βαμβακερά ενδύματα. Συνίσταται επίσης ένα δροσερό, σκοτεινό και ήσυχο περιβάλλον. Ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και συναισθηματικά για την εγχείρηση, εάν χρειασθεί. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του διαβεβαιώνονται ότι οι συναισθηματικές μεταπτώσεις και η νευρικότητα θα υποχωρήσουν με τη θεραπεία. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να εξωτερικεύει τα αισθήματά του σχετικά με τις μεταβολές στην εμφάνισή του. Προσφέρεται βοήθεια στον ασθενή, προκειμένου να αναγνωρίσει και να αναπτύξει θετικές στρατηγικές αντιμετώπισης. Προσφέρεται συναισθηματική υποστήριξη, ενώ κανονίζεται παραπομπή για περαιτέρω συμβουλή, όπως είναι απαραίτητο. Η εφ' όρου ζωής θεραπεία υποκατάστασης της θυρεοειδούς ορμόνης, θα είναι απαραίτητη μετά από τη χειρουργική αφαίρεση ή τη θεραπεία εξάλειψης με ραδιενεργό ιώδιο. Ο ασθενής πρέπει να φορά ή να μεταφέρει ιατρική συσκευή αναγνώρισης, η οποία να περιγράφει την πάθηση και τη θεραπεία και να μεταφέρει τα φάρμακα μαζί του ανά πάσα στιγμή.

Aliases (separate with |): Υπερθυρεοειδισμός
υπερκαλιαιμία

Περίσσεια καλίου στο αίμα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Αυτή η κατάσταση προκαλείται συνήθως από ανεπαρκή απέκκριση καλίου ή ανεπαρκή μετατόπιση καλίου από τους ιστούς στο αίμα. Τα αίτια της ανεπαρκούς απέκκρισης περιλαμβάνουν οξεία νεφρική ανεπάρκεια, βαριά χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, διαταραχές των νεφρικών σωληναρίων, υποαλδοστερονισμό και ελαττωμένη έκκριση ρενίνης εξαιτίας νεφροπάθειας ή φαρμάκων (π.χ., μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων, διουρητικών), τα οποία αναστέλλουν την απέκκριση καλίου. Η μετατόπιση καλίου από τους ιστούς, παρατηρείται σε βλάβες των ιστών εξαιτίας τραύματος, αιμόλυσης, δηλητηρίασης με δακτυλίτιδα, οξέωσης και ανεπάρκειας ινσουλίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η υπερκαλιαιμία είναι συχνά ασυμπτωματική, έως ότου παρουσιασθούν πολύ υψηλά επίπεδα καλίου στο αίμα. Το ακριβές επίπεδο στο οποίο παρατηρούνται τοξικές δράσεις στους σκελετικούς ή στον καρδιακό μυ ποικίλει σημαντικά από ασθενή σε ασθενή. Τελικά, μπορεί να προκύψουν μυϊκή αδυναμία, ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες (οξύαιχμα T κύματα) και ανίατες διαταραχές του καρδιακού ρυθμού.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Για να υποστηριχθεί η πρόληψη της υπερκαλιαιμίας, πρέπει να συμβουλευθούν οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν υποκατάστατα αλατιού, που περιέχουν κάλιο να τα διακόψουν, εάν ελαττωθεί η παραγωγή ούρων. Οι ασθενείς με προδιάθεση και ιδιαίτερα εκείνοι με χαμηλή παραγωγή ούρων ή εκείνοι που λαμβάνουν ενδοφλέβια συμπληρώματα καλίου απαιτούν τακτικό εργαστηριακό έλεγχο προκειμένου να εκτιμηθούν τα επίπεδα καλίου ορού.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ελαφρά υπερκαλιαιμία μπορεί να αντιμετωπισθεί, εξαλείφοντας την αιτία της, η οποία συχνά μπορεί να είναι κάποιο φάρμακο ή μια πηγή καλίου στη διατροφή ή σε λαμβανόμενο διαιτητικό συμπλήρωμα (π.χ., χλωριούχο κάλιο που λαμβάνεται ως υποκατάστατο αλατιού). Η βαριά ή η προοδευτική υπερκαλιαιμία μπορεί να αντιμετωπισθεί με εγχύσεις γλυκονικού ασβεστίου, διττανθρακικού νατρίου ή ινσουλίνης και γλυκόζης ή με τη χορήγηση ρητινών που δεσμεύουν το κάλιο, από του στόματος ή σε κλύσμα. Η αιμοκάθαρση είναι επίσης αποτελεσματική.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται ο καρδιακός ρυθμός και τα επίπεδα καλίου και άλλων ηλεκτρολυτών στον ορό. Καταγράφεται η πρόσληψη και η αποβολή. Χορηγούνται τα ενδεικνυόμενα φάρμακα και αξιολογούνται άμεσα οι επιδράσεις τους στα επίπεδα καλίου. Ένας διαιτολόγος προτείνει τις βέλτιστες ποσότητες καλίου στα γεύματα και στα υγρά. Λαμβάνονται μέτρα ασφαλείας για τους ασθενείς με μυϊκή αδυναμία. Εάν ο ασθενής απαιτεί μετάγγιση αίματος, τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο φρέσκο αίμα, διότι οι παλαιότερες συσκευασίες περιέχουν κάλιο, το οποίο απελευθερώνεται εξαιτίας αιμόλυσης.

Aliases (separate with |): Υπερκαλιαιμία
υπερλιποπρωτεϊναιμία

Αυξημένα λιπίδια στο αίμα προκαλούμενα είτε από αυξημένο ρυθμό σύνθεσης ή ελαττωμένο ρυθμό αποδόμησης των λιποπρωτεϊνών. Οι λιποπρωτεΐνες μεταφέρουν τριγλυκερίδια και χοληστερόλη στο πλάσμα. Κλινικά, αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών μπορούν να προκαλέσουν αθηροσκλήρωση και παγκρεατίτιδα Οι υπερλιποπρωτεϊναιμίες μπορούν επίσης να προκύψουν εξαιτίας πρωτοπαθούς και κληρονομικής βιοχημικής ανωμαλίας είτε στη δράση της λιποπρωτεϊνικής λιπάσης ή σε κάποιους από τους απαραίτητους συμπαράγοντες στη λειτουργία αυτού του ενζύμου. Μπορεί επίσης να αναπτυχθεί δευτεροπαθώς κατόπιν συγκεκριμένων ενδοκρινικών και μεταβολικών διαταραχών, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης· η γλυκογονίαση τύπου 1· το σύνδρομο Cushing· η ακρομεγαλία· ο υποθυρεοειδισμός· η ανορεξία· η χρήση φαρμακευτικών ουσιών όπως το αλκοόλ, τα από του στόματος αντισυλληππκά και τα γλυκοκορτικοειδή· η νεφροπάθεια· η ηπατοπάθεια· οι ανοσολογικές διαταραχές· και το στρες. Οι υπερλιποπρωτεϊναιμίες, έχουν διαχωρισθεί σε πέντε διαφορετικούς τύπους, οι οποίοι περιγράφουν τις μεταβολές που εντοπίζονται στο πλάσμα. Αυτά τα πρότυπα δεν είναι περιγραφικά συγκεκριμένων παθήσεων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής πρέπει να λάβει οδηγίες και υποστήριξη για μία δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε ίνες και περιορισμένων θερμίδων, χαμηλή σε λίπη και σε ολική χοληστερόλη. Μια επίσημη ενημέρωση από διατροφολόγο διευκολύνει τη διαδικασία αυτή. Τακτική άσκηση διάρκειας τουλάχιστον 35 λεπτών ημερησίως, μπορεί επίσης να βοηθήσει τον ασθενή να μεταβολίσει τα λίπη και να αυξήσει τα προστατευτικά επίπεδα των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDLs), μειώνοντας παράλληλα τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDLs). Η εκπαίδευση του ασθενή πρέπει επίσης να περιλάβει πληροφορίες σχετικά με φάρμακα τα οποία ελαττώνουν τα επίπεδα των λιπιδίων του ορού, όπως η νιασίνη και οι στατίνες, καθώς και για τις παρενέργειες και τις δυνητικές τους φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις και την ανάγκη παρακολούθησης του αιματολογικού προφίλ (ειδ. εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας). Μπορούν να υποδειχθούν και άλλες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής ή ιατρικές συστάσεις σε ασθενείς με υπερλιποπρωτεϊναιμία και άλλους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, όπως το κάπνισμα ή ο σακχαρώδης διαβήτης.

Aliases (separate with |): Υπερλιποπρωτεϊναιμία
υπέρταση
  1. Ένταση ή τόνος μεγαλύτερος του φυσιολογικού.

  2. Στους ενήλικες, κατάσταση στην οποία, η συστολική αρτηριακή πίεση (ΑΠ), είναι μεγαλύτερη από 140 mm Hg ή η διαστολική μεγαλύτερη από 90 mm Hg, σε τρεις διαφορετικές καταγραφές που έχουν ληφθεί σε απόσταση αρκετών εβδομάδων μεταξύ τους. Η υπέρταση εμφανίζεται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή για τη νόσο, στους οποίους η νόσος είχε ρυθμιστεί με φαρμακοθεραπεία. Η υπέρταση είναι από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αγγειακό εγκεφαλικό, περιφερειακή αγγειοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια και αμφιβληστροειδοπάθεια. Μόνο στις Η.Π.Α., προσβάλλει περίπου 50 εκατομμύρια άτομα. Μεγάλη έρευνα έχει δείξει ότι ο έλεγχος της υπέρτασης αυξάνει τη μακροβιότητα και βοηθά στην πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Αν και όλα τα συστήματα ταξινόμησης της υψηλής ΑΠ είναι σχετικά αυθαίρετα, η κοινώς αποδεκτή άποψη ορίζει ότι οι φυσιολογικές πιέσεις αίματος είναι < 120 mm Hg για τη συστολική και < 80 mm Hg για τη διαστολική. Οι οριακά υψηλές πιέσεις αίματος, κατάσταση επίσης γνωστή ως «προϋπέρταση», κυμαίνονται μεταξύ των 120 και 140 mm Hg, η συστολική και μεταξύ των 80 και 90 mm Hg, η διαστολική. Ασθενείς με μετρήσεις μεταξύ 140/90 και 160/100 mm Hg, λέγεται ότι έχουν υπέρταση σταδίου 1. Η υπέρταση σταδίου 2, υποδηλώνει πίεση από 160/100 έως 179/109 mm Hg. Η υπέρταση σταδίου 3 ξεκινά από 180/110 mm Hg και δεν έχει ανώτερο όριο. Σε κάθε στάδιο υπέρτασης, από τα προϋπερτασικά στάδια μέχρι τα τρία στάδια της υπέρτασης, αυξάνουν οι κίνδυνοι αγγειακών εγκεφαλικών, καρδιακών προσβολών και νεφρικής ανεπάρκειας.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπέρταση προκαλείται από διάφορες παθήσεις, ορισμένες ιάσιμες και άλλες αντιμετωπίσιμες. Οι θεραπεύσιμες μορφές υπέρτασης, οι οποίες είναι σχετικά σπάνιες, μπορεί να προκληθούν από στένωση του ισθμού της αορτής, φαιοχρωμοκύτωμα, στένωση της νεφρικής αρτηρίας, πρωτοπαθή αλδοστερονισμό και σύνδρομο Cushing. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ (περισσότερα των δύο ποτών ημερησίως) είναι κοινή αιτία υψηλής ΑΠ· η αποχή από το ποτό ή ο περιορισμός του ελαττώνει αποτελεσματικά την ΑΠ σε αυτές τις περιπτώσεις. Η στένωση της αορτικής βαλβίδας, η κύηση, η παχυσαρκία και η χρήση συγκεκριμένων φαρμακευτικών ουσιών (π.χ., κοκαΐνη, αμφεταμίνες, στεροειδή ή ερυθροποιητίνη) μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε υπέρταση. Συνήθως, παρόλα αυτά, το αίτιο είναι άγνωστο· σε αυτή την περίπτωση η υψηλή ΑΠ ταξινομείται ως πρωτοπαθής ή ιδιοπαθής. Η ιδιοπαθής υπέρταση μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αντίστασης του σώματος στη δράση της ινσουλίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η υπέρταση είναι συνήθως μια «σιωπηλή» νόσος (δηλ., ασυμπτωματική) στις πρώτες λίγες δεκαετίες της πορείας της. Επειδή οι περισσότεροι ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί, έως ότου εκδηλωθούν επιπλοκές, μπορεί να παρουσιαστεί δυσκολία στο να λάβουν σοβαρά υπόψη μια κατάσταση από την οποία δεν γίνεται αντιληπτός κάποιος άμεσος κίνδυνος. Περιστασιακά, οι ασθενείς με υπέρταση αναφέρουν κεφαλαλγία. Όταν παρουσιασθούν επιπλοκές από τις υψηλές ΑΠ, οι ασθενείς επισημαίνουν συμπτώματα αναφορικά με τα προσβεβλημένα όργανα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο στόχος είναι η ελάττωση της ΑΠ σε επίπεδα μικρότερα από 120/80 mm Hg σε όλους τους ασθενείς με υπέρταση. Οι τροποποιήσεις του τρόπου ζωής περιλαμβάνουν διατροφικό περιορισμό του αλατιού σε περίπου 2 γραμμάρια/ ημέρα, ο οποίος είναι εφικτός αποφεύγοντας τροφές όπως το χοιρομέρι, οι τηγανητές πατάτες και οι κατεργασμένες τροφές και αποφεύγοντας την προσθήκη αλατιού στο φαγητό· διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους (δείκτης σωματικής μάζας μεγαλύτερος του 24,9 μπορεί να αυξήσει την ΑΠ)· λήψη τροφών με μικρότερη θερμιδική αξία που βοηθά επίσης στην ελάττωση της πρόσληψης αλατιού· περιορισμό της πρόσληψης ολικής χοληστερόλης και κορεσμένων λιπών· διακοπή του καπνίσματος· περιορισμό της λήψης αλκοόλ (σε περίπου ένα ποτό ημερησίως)· και συμμετοχή σε πρόγραμμα τακτικής σωματικής άσκησης. Όταν οι τροποποιήσεις του τρόπου ζωής αποτύχουν στη διάρκεια αρκετών μηνών να ελέγξουν με φυσικό τρόπο την ΑΠ, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φαρμάκων. Η φαρμακοθεραπεία μπορεί να περιλάβει μικρές δόσεις θειαζιδικών διουρητικών· βήτα-ανταγωνιστές· αναστολείς διαύλων ασβεστίου· αναστολείς του μετατρεπτικού ένζυμου της αγγειοτενσίνης (ACE) αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης· άλφα-ανταγωνιστές και κεντρικά δρώντες άλφα-ανταγωνιστές.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η ΑΠ πρέπει να ελέγχεται σε κάθε επίσκεψη σε ιατρική μονάδα και οι ασθενείς πρέπει να πληροφορηθούν σχετικά με τη μέτρηση της ΑΠ και τη σημασία της. Πρέπει να ενθαρρύνονται θετικές αλλαγές του τρόπου ζωής. Δίνεται έμφαση στην πιστή εφαρμογή των ιατρικών αγωγών και ενθαρρύνονται οι ασθενείς να πληροφορούν τους ιατρούς τους για οποιεσδήποτε παρενέργειες της θεραπείας. Στους δεκτικούς ασθενείς και σε εκείνους στους οποίους υπάρχει υποψία υπέρτασης «λευκής ποδιάς», διδάσκεται η τεχνική της κατ' οίκον παρακολούθησης της ΑΠ. Αυτοί οι ασθενείς μπορούν επίσης να ελέγχουν τις πιέσεις τους σε κοινοτικά κέντρα (π.χ., φαρμακεία και εκκλησίες) όπου βρίσκεται διαθέσιμος ο εξοπλισμός.

Aliases (separate with |): Υπέρταση
υπέρταση επαγόμενη από την εγκυμοσύνη

Επιπλοκή της εγκυμοσύνης, χαρακτηριζόμενη από αύξηση της αρτηριακής πίεσης, πρωτεϊνουρία και οίδημα. Τα διαγνωστικά κριτήρια περιλαμβάνουν αύξηση κατά 30 mm Hg στη συστολική ή κατά 15 mm Hg στη διαστολική αρτηριακή πίεση πάνω από την αρχική αρτηριακή πίεση για τη συγκεκριμένη γυναίκα, σε δύο εξετάσεις με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 6 ωρών μεταξύ των μετρήσεων· οίδημα· και πρωτεϊνουρία. Αυτή η κατάσταση παρατηρείται συνήθως στο τελευταίο τρίμηνο· ωστόσο, μπορεί να εκδηλωθεί νωρίτερα σε πολύτοκες γυναίκες. Μπορεί να επιδεινωθεί γρήγορα και εάν δεν αντιμετωπισθεί, να οδηγήσει σε εκλαμψία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το αίτιο είναι άγνωστο, αλλά υπάρχουν αρκετές, μείζονες συμβάλουσες θεωρίες: Αγγειοσυστολή και αγγειόσπασμος και πιθανή διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ προσταγλανδινών, προστακυκλίνης και θρομβοξάνης Α2. Η επίπτωση είναι υψηλότερη μεταξύ εφήβων και μεγαλύτερων πρωτοτόκων, διαβητικών και γυναικών με πολλαπλές εγκυμοσύνες. Η παθοφυσιολογία περιλαμβάνει γενικευμένο αγγειόσπασμο, βλάβη των σπειραματικών μεμβρανών και αιμοσυμπύκνωση, εξαιτίας μετατόπισης υγρού από τον ενδοαγγειακό στο διάμεσο χώρο. Χαρακτηριστικά συμπτώματα περιλαμβάνουν αιφνίδια πρόσληψη βάρους, έντονες κεφαλαλγίες και οπτικές διαταραχές. Ενδείξεις αυξημένης βαρύτητας περιλαμβάνουν αναφορές επιγαστρικού ή κοιλιακού πόνου· γενικευμένο οίδημα, οίδημα στην οσφύ και το πρόσωπο· ολιγουρία· και αυξημένη αντανακλαστική δραστηριότητα. Η θεραπεία συνίσταται σε κατάκλιση, δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνες και φάρμακα συμπεριλαμβανομένων ήπιων ηρεμιστικών, αντιϋπερτασικών και ενδοφλέβιων αντιπηκτικών, εάν ενδείκνυνται. Οι επιπλοκές είναι το σύνδρομο HELLP και η εκλαμψία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προκειμένου να επιτραπεί στη γυναίκα να συμμετάσχει ενεργά στη διατήρηση της υγείας της, στη μείωση του κινδύνου ΡΙH και στη διευκόλυνση της έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας, ο επαγγελματίας υγείας πρέπει να δώσει έμφαση στη σημασία των τακτικών προγεννητικών επισκέψεων και της καλής προγεννητικής διατροφής. Πρέπει να ενθαρρύνει την ασθενή να τρώει μια καλά ισορροπημένη, πλούσια σε πρωτεΐνες διατροφή και να πίνει υγρά ελεύθερα. Τα σημεία που πρέπει να αναφέρονται άμεσα, εξηγούνται στην ασθενή: αιφνίδια πρόσληψη βάρους, οίδημα των χεριών και του προσώπου, κεφαλαλγία, οίδημα με εντύπωμα των αστραγάλων και των ποδών και ολιγουρία. Σε κάθε προγεννητική επίσκεψη παρακολουθείται η πίεση της εγκύου γυναίκας για επίπεδα υψηλότερα των 140/90 mm Hg ή για αυξήσεις 30 mm Hg στη συστολική ή 15 mm Hg στη διαστολική αρτηριακή πίεση (μετρημένη σε δύο περιστάσεις που απέχουν περισσότερο από 6 ώρες μεταξύ τους). Η ασθενής εκτιμάται επίσης για αλβουμινουρία· εβδομαδιαία πρόσληψη βάρους περισσότερη από 3 λίμπρες (1,46 kg) στο δεύτερο τρίμηνο ή περισσότερη από 1 λίμπρα (0,45 kg) στο τρίτο τρίμηνο· και για γενικευμένο οίδημα, ειδικά του προσώπου και των χεριών και για οίδημα με εντύπωμα των αστραγάλων και των ποδών. Παρακολουθείται η πρόσληψη πρωτεϊνών έτσι ώστε να διασφαλιστούν η φυσιολογική ογκοτική πίεση, ο περιορισμός του σχηματισμού οιδήματος και η φυσιολογική εμβρυϊκή ανάπτυξη. Καθώς η προεκλαμψία εξελίσσεται η γυναίκα μπορεί να παραπονεθεί για πονοκεφάλους, θάμβος όρασης ή άλλες οπτικές διαταραχές, επιγαστρικό πόνο ή καύσο στομάχου, πίεση στο θώρακα, ευερεθιστότητα, συναισθηματική ένταση και μειωμένη εμβρυϊκή δραστηριότητα. Η ασθενής εξετάζεται για αυξημένη δραστηριότητα των εν τω βάθει τενόντιων αντανακλαστικών και κλώνο και, εάν η προεκλαμψία επιδεινωθεί, για ολιγουρία. Μπορεί να κριθεί απαραίτητη η εισαγωγή σε νοσοκομείο, εάν η ασθενής παρουσιάσει σημεία μέτριας ως βαριάς προεκλαμψίας και αποτύχει να ανταποκριθεί στην κατ' οίκον αντιμετώπιση. Μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια θειικό μαγνήσιο, αρχικά σε μεγάλη δόση και ακολούθως σε δόση συντήρησης, μέχρι να ελαττωθεί η βαρύτητα της κατάστασης. Εάν χρησιμοποιείται θειικό μαγνήσιο, η ασθενής πρέπει να εξετάζεται τακτικά η παρουσία εν τω βάθει τενόντιων αντανακλαστικών, περισσότερων των 12 αναπνοών ανά λεπτό, η ωριαία παραγωγή

Aliases (separate with |): Υπέρταση επαγόμενη από την εγκυμοσύνη
υπερτασική κρίση

Οποιαδήποτε έντονη αύξηση στην πίεση του αίματος (συνήθως με διαστολική πίεση μεγαλύτερη των 130 mmHg) με ή χωρίς βλάβη των εσωτερικών οργάνων ή άλλων δομών (π.χ., του εγκεφάλου, της καρδιάς, της αορτής, των νεφρών). Στα υπερτασικά υπερεπείγοντα περιστατικά, τα τελικά όργανα καταστρέφονται και συνήθως χορηγούνται ενδοφλέβια αντιυπερτασικά φάρμακα σε μια προσπάθεια να ελαττώσουν την πίεση του αίματος εντός μιας ώρας. Οι παράγοντες οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε υπερτασικά υπερεπείγοντα περιλαμβάνουν το νιτροπρωσσικό νάτριο, τη νιτρογλυκερίνη, τη λαβεταλόλη και την εναλαπριλάτη.

Στα υπερτασικά επείγοντα, η πίεση του αίματος είναι υπερβολικώς αυξημένη, αλλά δεν υπάρχουν σημεία ή άμεση απειλή οργανικής βλάβης. Συνήθως, χορηγούνται από του στόματος βήτα αναστολείς, αναστολείς ακετυλοχολινεστεράσης ή κλονιδίνη, μόνα ή σε συνδυασμούς, προκειμένου να ελαττώσουν την πίεση σε 1 έως 2 ημέρες.

Aliases (separate with |): Υπερτασική κρίση
υπερχολερυθριναιμία

Αυξημένη ποσότητα χολερυθρίνης στο αίμα· η κατάσταση αυτή παρατηρείται σε οποιαδήποτε ασθένεια προκαλεί ίκτερο, συμπεριλαμβανομένων παθήσεων στις οποίες αποφράσσεται το χοληφόρο δέντρο και αυτών στις οποίες ο σχηματισμός αίματος είναι αναποτελεσματικός. Παιδιατρική: Στα νεογέννητα, τα υψηλά επίπεδα χολερυθρίνης εξαιτίας της ταχείας καταστροφής ερυθροκυττάρων, μπορεί να προκληθούν από μητρικούς παράγοντες, όπως η ασυμβατότητα στα αντιγόνα RH και ΑΒΟ, η προγεννητική χρήση συγκεκριμένων θεραπευτικών φαρμάκων ή η ενδομήτρια ιϊκή λοίμωξη. Επιβαρυντικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τη νεογνική σήψη, την ανοξία, την πολυκυτταραιμία, το μεταγεννητικό στρες στο ψύχος και την υπογλυκαιμία, καθώς και συγγενείς ηπατικές ή γαστρεντερικές διαμαρτίες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η φροντίδα του ασθενή επικεντρώνεται στη διάγνωση του αιτίου του ικτέρου και στην συγκεκριμένη αντιμετώπισή του. Σε νεογέννητα βρέφη, τα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνουν την επάνοδο της χολερυθρίνης εντός των φυσιολογικών ορίων και την εξάλειψη των σημείων υπερχολερυθριναιμίας. Επιθεωρείται το χρώμα του δέρματος του βρέφους μέσω της δοκιμασίας αποχρωματισμού. Ελέγχονται τα αποτελέσματα των διαδερμικών ή εργαστηριακών χολερυθρομετρικών ευρημάτων και το βρέφος εξετάζεται για νευρολογικές βλάβες.

Εξηγείται στους γονείς η φωτοθεραπεία, όταν τα επίπεδα χολερυθρίνης είναι αρκετά υψηλά ώστε να τη δικαιολογούν. Για να είναι αποτελεσματικό το μέτρο αυτό, το δέρμα του βρέφους πρέπει να εκτεθεί σε υπεριώδη ακτινοβολία. Συνεπώς, το βρέφος τοποθετείται γυμνό κάτω από το φως φθορισμού και περιστρέφεται τακτικά, προκειμένου να εκτεθούν όλες οι επιφάνειές του. Η κεφαλή του βρέφους καλύπτεται, δεδομένου ότι υπάρχουν στοιχεία, ότι αυτό προλαμβάνει την υποασβεστιαιμία που επάγεται από τη φωτοθεραπεία. Τα μάτια προστατεύονται με αδιαφανή μάσκα, η οποία τοποθετείται προσεκτικά, εξαιρώντας τα ρουθούνια. Τα μάτια ελέγχονται περιοδικά για σημεία έκκρισης, υπερβολικής πίεσης στα βλέφαρα ή ερεθισμό του κερατοειδούς, αφού μπορεί να προκληθούν εκδορές στους κερατοειδείς, εάν έλθουν σε επαφή με τον επίδεσμο. Ελέγχονται και καταγράφονται ελάσσονες παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων χαλαρών, πρασινωπών κοπράνων, υπερθερμίας, αυξημένου μεταβολικού ρυθμού, αυξημένης απώλειας νερού λόγω εξάτμισης και πριαπισμού. Παρακολουθούνται η θερμοκρασία του βρέφους, ο καρδιακός και αναπνευστικός ρυθμός και το δέρμα (για ενδείξεις αφυδάτωσης και ξηρότητας). Αποφεύγονται τα λιπαρά λιπαντικά ή οι λοσιόν, ώστε να περιορισθεί το μαύρισμα του δέρματος. Το βρέφος λαμβάνει όγκο υγρών αυξημένο κατά 25% ως προς τη συνήθη ποσότητα, προκειμένου να αντισταθμιστούν οι μη αντιληπτές ή οι εντερικές απώλειες υγρών. Εφησυχάζονται διαρκώς οι γονείς, ως προς την πρόοδο του βρέφους τους. Ενδέχεται να ανησυχούν ότι το παιδί τους μπορεί να κρυώνει ή να μην μπορεί να δει. Προτρέπονται να αγγίζουν το βρέφος και να αισθανθούν ότι είναι ζεστό και άνετο κάτω από το φως. Η οφθαλμική ασπίδα πρέπει να αφαιρείται κατά τις επισκέψεις των γονέων και εκείνοι ενθαρρύνονται να μιλούν και να αγγίζουν το βρέφος, το οποίο ωφελείται από μια τέτοια διέγερση. Εάν πρόκειται να συνεχισθεί η φωτοθεραπεία στο σπίτι, τότε συμμετέχει ενεργά ένας οικιακός νοσηλευτής, προετοιμάζοντας τους γονείς για το ρόλο τους και επιβλέποντας τη θεραπεία.

Τα θηλάζοντα βρέφη μπορεί να παρουσιάσουν ίκτερο, ο οποίος κορυφώνεται κατά την τρίτη εβδομάδα της ζωής. Η θεραπεία περιλαμβάνει συχνότερο θηλασμό· ωστόσο, εάν τα επίπεδα χολερυθρίνης φθάσουν τα 15 έως 16 mg/100 ml, μπορεί η μητέρα να διακόψει το θηλασμό για 48 ώρες, αντικαθιστώντας τον με νερό και κάποιο

Aliases (separate with |): Υπερχολερυθριναιμία
υπερώα, ουρανίσκος

Η οριζόντια ανατομική δομή που διαχωρίζει τη στοματική από τη ρινική κοιλότητα; η οροφή του στόματος, υποστηριζόμενη στο πρόσθιο τμήμα της από τα γναθικά και υπερώια οστά.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Κηλίδες του Koplik: Εξάνθημα συχνά παρατηρούμενο επί της υπερώας κατά την ιλαρά. Δευτερογενής σύφιλη: Αναγνωρίζεται από την παρουσία βλεννωδών κηλίδων επί της υπερώας. Έρπης του φάρυγγα: Χαρακτηρίζεται από φυσαλίδες επί των φαρυγγικών τοιχωμάτων και της μαλθακής υπερώας. Οίδημα της σταφυλής: Σημειώνεται σε φλεγμονές του φάρυγγα και των αμυγδαλών, νεφρίτιδα, βαριές αναιμίες και αγγειονευρωτικό οίδημα. Στη διφθερίτιδα και στην κυνάγχη του Vincent, εμφανίζεται ένα μεμβρανώδες επίχρισμα. Σε κάποιες αιμορραγικές διαθέσεις, παρατηρείται αιματηρή εξαγγείωση. Σάρκωμα τον Kaposi: Μπορεί να εμφανιστούν σκουρόχρωμες, πορφυρές αλλοιώσεις στη σκληρή και μαλθακή υπερώα. Παράλυση: Μπορεί να προκληθεί από διφθερίτιδα, προμηκική παράλυση, νευρίτιδα, βασική μηνιγγίτιδα ή κάποιο όγκο στη βάση του εγκεφάλου. Αναισθησία: Παρατηρείται σε παθολογικές καταστάσεις του δεύτερου κλάδου του πέμπτου νεύρου.

Aliases (separate with |): Υπερώα, ουρανίσκος
υπνος

Περιοδική κατάσταση ανάπαυσης, η οποία συνοδεύεται από ποικίλους βαθμούς απώλειας, έλλειψης αισθήσεων και σχετικής αδράνειας. Παρότι θεωρείται ότι ο ύπνος επέρχεται μια φορά κάθε 24ωρο, τουλάχιστον το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού κοιμούνται για λίγο το μεσημέρι ή το απόγευμα, ως τμήμα του ισόβιου κύκλου μεταξύ ύπνου-εγρήγορσης. Η ανάγκη και η αξία του ύπνου είναι προφανής, αλλά η εξήγηση γιατί είναι τόσο αποτελεσματικός στο να παρέχει καθημερινή ανανέωση και αισθήματα ευεξίας ακόμα λείπει.

Έχει βρεθεί ότι ο ύπνος περιλαμβάνει δύο καταστάσεις: μία χωρίς ταχείες οφθαλμικές κινήσεις (NREM, ή συγχρονισμένος ύπνος, που περιλαμβάνει τέσσερα στάδια) και μία με ταχείες οφθαλμικές κινήσεις (REM ή ονειρικός ύπνος).

Ο NREM και ο REM ύπνος εναλλάσσονται κατά τη νύχτα. Κάθε κύκλος απαιτεί 90 ως 100 λεπτά για την ολοκλήρωσή του. Ο NREM καταλαμβάνει το 75% του κύκλου του ύπνου ενώ ο REM το υπόλοιπο 25%, με διακυμάνσεις μεταξύ διαφορετικών ατόμων.

Άτομα τα οποία στερούνται τον ύπνο για αρκετές ημέρες ή περισσότερο, γίνονται ευερέθιστα, εμφανίζουν κόπωση, αδυναμία συγκέντρωσης και αποπροσανατολισμό. Οι επιδόσεις σε πνευματικές και φυσικές εργασίες επιδεινώνονται. Ορισμένα άτομα βιώνουν παρανοϊκές σκέψεις καθώς και ακουστικές, οπτικές και απτικές παραισθήσεις. H στέρηση του ύπνου REM ενδέχεται να προκαλέσει άγχος, βουλιμία και υπερσεξουαλικότητα. Οι επιδράσεις της στέρησης του ύπνου αντιστρέφονται όταν αποκατασταθεί ο φυσιολογικός κύκλος ύπνου-εγρήγορσης.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ TH ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ: Κατά τη διάρκεια του ύπνου παρατηρούνται οι ακόλουθες φυσιολογικές μεταβολές: ελάττωση της θερμοκρασίας του σώματος ελάττωση της έκκρισης ούρων· επιβράδυνση και εξομάλυνση του καρδιακού και αναπνευστικού ρυθμού κατά τον ύπνο NREM, που επιταχύνονται και γίνονται πιο ακανόνιστοι κατά τον ύπνο REM. Κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, αυξάνει η ροή αίματος στον εγκέφαλο· η αναπνοή είναι περισσότερο ακανόνιστη· ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση ποικίλουν· η εγκεφαλική ροή του αίματος και ο μεταβολικός ρυθμός αυξάνουν, ενώ ενδέχεται να προκύψει στύση του πέους. έπάρχει αυξημένη έκκριση αυξητικής ορμόνης κατά τις πρώτες 2 ώρες του ύπνου· κατά το τελευταίο ήμισυ της περιόδου ύπνου, παρατηρούνται κύματα έκκρισης φλοιοεπινεφριδιοιρόπου ορμόνης (ACTH) και κορτιζόλης. Στους εφήβους, αγόρια και κορίτσια, αυξάνει η έκκριση ωχρινοτρόπου ορμόνης, ενώ στους άνδρες και στις γυναίκες αυξάνει η έκκριση προλακτίνης, ιδιαίτερα αμέσως μετά την έναρξη του ύπνου. Κατά την αξιολόγηση του ύπνου, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι νεύματα και ταλαντεύσεις του χεριού, γέλιο και αέρια παρατηρούνται στον φυσιολογικό ύπνο. Το ροχαλητό μπορεί να μην έχει κλινική σημασία αλλά εάν συνοδεύεται από άπνοια μπορεί να είναι επιζήμιο.

Aliases (separate with |): Ύπνος
υπογλυκαιμία

Παθολογικά χαμηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, που συχνά σχετίζονται με νευρολογικές παρενέργειες και διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η φαρμακοεπαγόμενη υπογλυκαιμία αποτελεί κοινό σύμπτωμα κατά τη θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπογλυκαιμία μπορεί να προκληθεί από υπερβολικές δόσεις ινσουλίνης ή από του στόματος αντιδιαβητικών φαρμάκων αδυναμία πρόσληψης επαρκών θερμίδων αν και χορηγείται διαβητική αγωγή· ασυνήθιστα επίπεδα σωματικής άσκησης (πάλι, συνήθως μεταξύ διαβητικών που λαμβάνουν αγωγή)· έντονο υποσιτισμό· εξάλειψη των αποθεμάτων υδατανθράκων του ήπατος λόγω λήψης αλκόολ· υπερβολικές δόσεις σαλικυλικών· και σπάνια από ινσουλινοεκκριτικό όγκο του παγκρέατος.

ΣΥΜΠΤΏΜΑΤΑ: Ένας ασθενής με μετρίως χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορεί να εκδηλώσει εξάντληση, ζάλη, ανησυχία, πείνα ή να είναι ασυνήθιστα ευερέθιστος· δυσκολία συγκέντρωσης ή επεισόδια αυτόματης εφίδρωσης, αίσθημα παλμών, τρόμο ή ναυτία. Τα έντονα χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα προκαλούν παραλήρημα, βίαιες συμπεριφορές, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, σπασμούς, κώμα και κάποιες φορές θάνατο. Ορισμένοι ασθενείς που λαμβάνουν πολυετή θεραπεία για σακχαρώδη διαβήτη με ινσουλίνη μπορεί να χάσουν την ικανότητα αναγνώρισης των συμπτωμάτων που υποδηλώνουν χαμηλά επίπεδα σακχάρου. Η επίγνωση της υπογλυκαιμίας μπορεί να αποκατασταθεί μερικώς, μειώνοντας λίγο την αγωγή ινσουλίνης, ώστε να αποφευχθούν τα πολύ χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα για αρκετούς μήνες.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η πάθηση διαγιγνώσκεται, όταν ένας συμπτωματικός ασθενής παρουσιάσει επίπεδα γλυκόζης αίματος των τριχοειδών ή του ορού μικρότερη από 3,0 mmol/ L (40 mg/dL).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η οξεία θεραπεία της υπογλυκαιμίας είναι η χορήγηση γλυκόζης από το στόμα ή διά του ορθού, ενδοφλέβιας δεξτρόζης (D50) ή η ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση γλυκαγόνου. Οι ασθενείς σε θεραπεία, οι οποίοι παραμένουν σχετικά υπογλυκαιμικοί, μπορεί να χρήζουν συνεχών εγχύσεων δεξτρόζης κατά τη διάρκεια της ενδονοσοκομειακής παρακολούθησης.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα από του στόματος συμπληρώματα γλυκόζης (π.χ., χυμοί ή γλυκά) δεν πρέπει ποτέ να χορηγούνται σε ασθενείς με έντονα μειωμένο επίπεδο συνείδησης, εξαιτίας του κινδύνου εισρόφησης. Στη μονάδα εντατικής θεραπείας, όλοι οι ασθενείς σε κώμα θεωρείται ότι είναι υπογλυκαιμικοί και αντιμετωπίζονται άμεσα με εγχύσεις δεξτρόζης. Αφού αποδράμει ένα υπογλυκαιμικό επεισόδιο, ενδέχεται να χρειασθεί η προσαρμογή της αντιδιαβητικής αγωγής. Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται στην αναγνώριση των συμπτωμάτων, που προκαλούνται από τα χαμηλά επίπεδα σακχάρου και στην ταχεία παρέμβαση, προκειμένου να αναστρέψουν τα χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο μέλλον. Ασθενείς οι οποίοι ακολουθούν αυστηρά περιορισμένες δίαιτες, ενθαρρύνονται συχνά να αυξήσουν την πρόσληψη θερμίδων. Ενδέχεται να χρειαστεί να ελαττώσουν τις δόσεις ινσουλίνης ή των αντιδιαβητικών φαρμάκων. Ένας ασθενής ο οποίος έχει υποστεί επανειλημμένα υπογλυκαιμικά επεισόδια, πρέπει να παρακολουθεί ο ίδιος τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος πριν από τα γεύματα, κατά την ώρα της κατάκλισης, στο μέσο της νύχτας και οποτεδήποτε μεταβάλλονται οι διατροφικές, εργασιακές ή αθλητικές συνήθειες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα υπογλυκαιμικά επεισόδια πρέπει να προλαμβάνονται ή να αντιμετωπίζονται άμεσα εάν συμβούν, προκειμένου να αποφευχθούν οι σοβαρές επιπλοκές. Ο επαγγελματίας υγείας εξασφαλίζει την κατανόηση από τον ασθενή των σημείων και συμπτωμάτων και των κύριων κινδύνων που ενέχει η υπογλυκαιμία. Αφού συμβεί, ο ασθενής μπορεί να χάσει γρήγορα την ικανότητα καθαρής σκέψης. Εάν συμβεί ενώ ο ασθενής οδηγεί ή χειρίζεται μηχανήματα, μπορείνα προκληθεί σοβαρό ατύχημα. Ασθενής ο οποίος λαμβάνει βήτα-ανταγωνιστές μπορεί να βιώσει μόνο συμπτώματατα οποία σχετίζονται με το κεντρικό νευρικό σύστημα, ενώ τα υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορεί να διαφύγουν από πολλούς ασθενείς οι οποίοι κάνουν μακροχρόνια χρήση ινσουλίνης, προκειμένου να ελέγξουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η εκπαίδευση του ασθενή είναι ζωτικής σημασίας στην αντιμετώπιση της άγνοιας της υπογλυκαιμίας. Οι ασθενείς δεν πρέπει να παραλείπουν τα γεύματα ή τα προγραμματισμένα πρόχειρα γεύματα. Οι ασθενείς πρέπει να πληροφορηθούν ότι η σωματική άσκηση ή η έντονη δραστηριότητα αυξάνουν τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας, ο οποίος παραμένει υψηλός για τις τουλάχιστον επόμενες 4 έως 6 ώρες. Οι ασθενείς οι οποίοι διατρέχουν κίνδυνο, πρέπει να μετρούν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και να αντιμετωπίζουν τα χαμηλά επίπεδα πριν από την οδήγηση, σταματώντας ανά μία ώρα σε μεγάλα ταξίδια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα εάν είναι απαραίτητο. Ο ιατρός επανεξετάζει με τον ασθενή και την οικογένειά του τα θεραπευτικά μέτρα, τα οποία πρέπει να ακολουθήσουν, εάν ο ασθενής υποστεί ένα υπογλυκαιμικό επεισόδιο. Εάν ο ασθενής διατηρεί τις αισθήσεις του και διατηρεί ακέραια αντανακλαστικά, πρέπει να καταναλώσει μια άμεσα διαθέσιμη πηγή γλυκόζης, όπως πέντε με έξι κομμάτια γλυκού· 4 ως 6 ουγγιές χυμού μήλου, χυμού πορτοκαλιού, κόλας ή άλλου αναψυκτικού· ή μία κουταλιά της σούπας μέλι ή ζελέ σταφυλιού. Μπορεί επίσης να τοποθετηθεί στη στοματική κοιλότητα εμπορικά διαθέσιμη άχνη ζάχαρη για απορρόφηση μέσω του στοματικού βλεννογόνου (μία κουταλιά της σούπας). Εάν ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του, πρέπει να ειδοποιηθεί άμεσα ο υπεύθυνος επειγόντων ιατρικών περιστατικών και ο ασθενής να λάβει υποδόρια ένεση γλυκογόνου· επίσης, πρέπει η οικογένεια του ασθενή να διδαχθεί πώς να χορηγεί ενέσεις γλυκαγόνου. Εάν τα υπογλυκαιμικά επεισόδια δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία ή αν εκδηλώνονται συχνά, τότε πρέπει ο ασθενής ή η οικογένειά του να ειδοποιήσει τον ιατρό. Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί την ενδεδειγμένη δίαιτα, ώστε να προλάβει μια αιφνίδια ελάττωση των επιπέδων γλυκόζης του αίματος. Ένας διαιτολόγος μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να κατανοήσει την απαραίτητη δίαιτα και να σχεδιάσει ένα διατροφικό πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει τροφές που μπορεί να απολαύσει ο ασθενής, αποφεύγοντας παράλληλα τους απλούς υδατάνθρακες. Ο ασθενής πρέπει να φορά ή να φέρει ιατρική συσκευή ταυτοποίησης, η οποία περιγράφει την πάθηση και τα μέτρα επείγουσας αντιμετώπισης. Για τον ασθενή με φαρμακευτική υπογλυκαιμία από ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά φάρμακα, ο ιατρός ανασκοπεί τα κεντρικά σημεία της αντιμετώπισης του σακχαρώδους διαβήτη. Ο ασθενής διδάσκεται σχετικά με την ενδεδειγμένη φαρμακευτική θεραπεία ή τη χειρουργική επέμβαση· όταν η χειρουργική επέμβαση καταστεί αναγκαία, ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και συναισθηματικά για την επέμβαση και την παρεχόμενη μετεγχειρητική φροντίδα (όπως για έναν ασθενή, ο οποίος υποβάλλεται σε άλλη ενδοκολιακή χειρουργική επέμβαση με επιπρόσθετες ανησυχίες σχετικά με τα επίπεδα γλυκόζης αίματος).

ΜΕΤΑΓΕΥΜΑΤΙΚΗ «ΥΠΟΓΛΥΚΑΙΜΙΑ». Πολλά άτομα πιστεύουν εσφαλμένα ότι είναι υπογλυκαιμικά, όταν αισθανθούν ζάλη ή εξάντληση μετά από τα γεύματα. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή την άποψη.

Aliases (separate with |): Υπογλυκαιμία
υπογονιμότητα, στειρότητα

Αδυναμία επίτευξης κύησης στην διάρκεια ενός έτους ή περισσότερο ενώ υπάρχουν σεξουαλικές επαφές χωρίς προφύλαξη. Η κατάσταση μπορεί να υπάρχει στον ένα ή και στους δύο συντρόφους και ίσως να είναι αναστρέψιμη. Στις Η.ΠΑ. το 20% περίπου των ζευγαριών εμφανίζουν υπογονιμότητα. Στις γυναίκες, η υπογονιμότητα μπορεί να είναι πρωτοπαθής (δηλ. να υπάρχει σε γυναίκες που δεν έχουν ποτέ συλλάβει) ή δευτεροπαθής (δηλ. παρουσιάζεται σε γυναίκες μετά από προηγούμενες συλλήψεις ή εγκυμοσύνες). Τα αίτια πρωτοπαθούς υπογονιμότητας περιλαμβάνουν την ωοθηλακιορρηκτική ανεπάρκεια, τις ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας, το σύνδρομο και διατροφικές διαταραχές μεταξύ πολλών άλλων. Συνήθη αίτια δευτεροπαθούς υπογονιμότητας στις γυναίκες περιλαμβάνουν μεταξύ των άλλων την ίνωση των ωαγωγών (π.χ. μετά από σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους), ενδομητρίωση, κακοήθειες και χημειοθεραπεία. Στους άνδρες, συνήθως η υπογονιμότητα οφείλεται σε αδυναμία παραγωγής επαρκών ποσοτήτων σπέρματος (π.χ. ως αποτέλεσμα έκθεσης σε περιβαλλοντικές τοξίνες, ιούς ή βακτήρια, αναπτυξιακές ή γενετικές νόσους, κιρσοκήλη ή ενδοκρινολογικές ανωμαλίες).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διερεύνηση ξεκινά με ένα ουσιαστικό ατομικό ιστορικό για τα δύο άτομα, εκτίμηση του χρονοδιαγράμματος σεξουαλικών επαφών, και λεπτομερής φυσική εξέταση. Οι αρχικές εξετάσεις για τον άνδρα είναι η ανάλυση του σπέρματος και η εκτίμηση της μορφολογίας των σπερματοζωαρίων, της κινητικότητας και του αριθμού. Η εξέταση πρέπει να πραγματοποιηθεί μετά από 2 με 3 ημέρες αποχής από επαφή. Πρέπει να ληφθούν τουλάχιστον δύο με τρεις εκσπερματώσεις, σε διαστήματα όχι μικρότερα της μίας εβδομάδας, και να εξετασθούν λόγω της διακύμανσης του αριθμού των σπερματοζωαρίων. Η εκτίμηση της γυναίκας συνήθως ξεκινά με αξιολόγηση των ωοθηλακιορρηξιών χρησιμοποιώντας ένα διάγραμμα της βασικής θερμοκρασίας σώματος. Πιθανώς να παραγγελθούν και επιπλέον εξετάσεις στην γυναίκα για την εκτίμηση ενοχοποιητικών παραγόντων της ωοθήκης, της σάλπιγγας, της μήτρας και του τραχήλου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα συγκεκριμένα προβλήματα που διαπιστώνονται από τις εξετάσεις μπορεί να αντιμετωπίζονται είτε φαρμακευτικά είτε με χειρουργικές τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Aliases (separate with |): Υπογονιμότητα, στειρότητα
υποδοχέας
  1. Υποδοχέας.

Στη βιολογία του κυττάρου, μια δομή στην κυτταρική μεμβράνη ή εντός του κυττάρου που συνδέεται με το φάρμακο, την ορμόνη, το χημικό μεσολαβητή ή με ένα μολυσματικό παράγοντα για να αλλάξει κάποια λειτουργία του κυττάρου.

  1. Αισθητική νευρική απόληξη
Aliases (separate with |): Υποδοχέας
υποδοχέας Τ κυττάρων

Μία από δύο πολυπεπτιδικές αλυσίδες (α ή β) στην επιφάνεια των Τ λεμφοκυττάρων που αναγνωρίζουν και προσδένουν ξένα αντιγόνα. Οι TCRs είναι αντιγονικοί. Η δράση τους εξαρτάται από την επεξεργασία των αντιγόνων από μακροφάγα ή άλλα αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα και από την παρουσία των πρωτεϊνών του μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας, στις οποίες προσδένονται πεπτίδια από το αντιγόνο.

Aliases (separate with |): Υποδοχέας Τ κυττάρων
υποθάλαμος

Το τμήμα του διεγκεφάλου το οποίο συνιστά το κοιλιακό τοίχωμα της τρίτης κοιλίας κάτω από την υποθαλαμική αύλακα και περιλαμβάνει δομές που σχηματίζουν το έδαφος της κοιλίας, όπως το φαιό φύμα, ο μίσχος και τα μαστία. Βρίσκεται όπισθεν του θαλάμου και προς τα πλάγια συνεχίζεται με τις υποθαλαμικές μοίρες. Παράγει αντιδιουρητική ορμόνη και οξυτοκίνη, οι οποίες αμφότερες αποθηκεύονται στην οπίσθια υπόφυση, εάν είναι απαραίτητο. Παράγει εκλυτικές ορμόνες που διεγείρουν την παραγωγή ορμονών από την πρόσθια υπόφυση: αυξητική ορμόνη, εκλυτική ορμόνη του θυρεοειδούς, φλοιοεπινεφριδιοτρόπο ορμόνη, ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη, ωχρινοτρόπο ορμόνη και προλακτίνη. Για αρκετές από τις παραπάνω, παράγονται επίσης και ανασταλτικές ορμόνες. Ο υποθάλαμος, ρυθμίζει επίσης την υδατική ισορροπία, τη θερμοκρασία του σώματος και την όρεξη. Είναι η κύρια περιοχή ολοκλήρωσης των συμπαθητικών και παρασυμπαθητικών δραστηριοτήτων.

Aliases (separate with |): Υποθάλαμος
υποθερμία

Σωματική θερμοκρασία μικρότερη από τους 35°C. Μπορεί να ταξινομηθεί περαιτέρω ως ήπια (34° - 36°C)· μέτρια (30° - 34°C)· ή βαριά (<30°C). Οι χαμηλές θερμοκρασίες σώματος είναι πιθανότερο να επηρεάσουν νεογνά, ηλικιωμένους, άτομα τα οποία εκτίθενται σε υγρές και ψυχρές συνθήκες σε εξωτερικό περιβάλλον, αλκοολικούς, σηπτικούς ασθενείς, ασθενείς με τραύμα και ασθενείς με βαρύ υποθυρεοειδισμό. Σε αυτά τα άτομα, η υποθερμία μπορεί να αποβεί μοιραία.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Προκειμένου να προληφθεί η υποθερμία, ασθενείς με πολλαπλά τραύματα που παρακολουθούνται σε εντατικές μονάδες, πρέπει να διατηρούνται υπό την επίδραση εστιών ακτινοβολούμενης θερμότητας. Άτομα τα οποία πρόκειται να υποβληθούν σε μακροπρόθεσμη έκθεση στο ψύχος, πρέπει να συμβουλευθούν να μην καπνίσουν, ούτε να καταναλώσουν αλκοόλ. Πρέπει να φορούν ενδύματα σε στρώσεις, δύο ζεύγη καλτσών, γάντια με ενωμένα δάκτυλα (όχι απλά γάντια) και ένα κασκόλ ή καπέλο το οποίο να καλύπτει τα αυτιά και την κεφαλή (προκειμένου να αποφευχθεί η απώλεια θερμότητας από το κεφάλι). Χρειάζονται επίσης επαρκή τροφή και ανάπαυση. Εάν βρεθεί σε έντονα ψυχρές καιρικές συνθήκες, τότε το άτομο πρέπει να αναζητήσει θέρμανση και καταφύγιο το συντομότερο δυνατό και να αυξήσει τη σωματική δραστηριότητα προκειμένου να διατηρήσει τη θερμότητα του σώματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το προσωπικό των μονάδων εντατικής θεραπείας ελέγχει αρχικά τους αεραγωγούς, την αναπνοή και την κυκλοφορία. Εάν δεν εντοπίζεται αναπνοή ή σφυγμός, τότε εφαρμόζεται άμεσα καρδιοπνευμονική ανάνηψη (CPR) και συνεχίζεται έως ότου η κεντρική θερμοκρασία του σώματος φθάσει στους 32°C τουλάχιστον. Απομακρύνετε τα νωπά ρούχα, προστατεύστε τον ασθενή από περαιτέρω θερμικές απώλειες, αποφύγετε την εντριβή των ιστών, τις αδρές κινήσεις, τη μη απαραίτητη δραστηριότητα και την υπέρμετρη σωματική κίνηση που μπορεί να πυροδοτήσουν την εκδήλωση αρρυθμιών. Εάν ο ασθενής έχει κεντρική θερμοκρασία σώματος 34° - 36°C (ήπια υποθερμία) και αναπνέει αυθόρμητα, ξεκινήστε παθητική θέρμανση και ενεργή εξωτερική θέρμανση. Εάν η κεντρική θερμοκρασία του ασθενή είναι 30° - 34°C (μέτρια υποθερμία) ξεκινήστε να θερμαίνεται τον ασθενή παθητικά, διατηρώντας την ενεργή εξωτερική αναθέρμανση για το θώρακα. Εάν η κεντρική θερμοκρασία σώματος του ασθενή είναι μικρότερη από 30°C (βαριά υποθερμία), ξεκινήστε την ενεργό αναθέρμανση του ασθενή εσωτερικά, π.χ., με εγχύσεις θερμών ενδοφλέβιων ή ενδοπεριτοναϊκών υγρών, θερμό υγροποιημένο οξυγόνο και οισοφαγικούς σωλήνες θέρμανσης. Εάν ο ασθενής τελεί υπό πλήρη καρδιοαναπνευστική καταστολή, ξεκινήστε την εφαρμογή καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης και ακολουθήστε τα συνήθη πρωτόκολλα προχωρημένης καρδιακής ζωτικής υποστήριξης.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα στοματικά θερμόμετρα ενδέχεται να είναι ανακριβή σε εξωτερικούς χώρους. Κανένας δεν θα πρέπει να θεωρηθεί νεκρός, έως ότου χρησιμοποιηθούν τεχνικές αναθέρμανσης. Η υποθερμία στα νεογνά προλαμβάνεται, διατηρώντας το στεγνό αλλά γυμνό βρέφος κάτω από πηγή ακτινοβολούμενης θερμότητας, έως ότου σταθεροποιηθεί η θερμοκρασία του. Αναβάλλεται το αρχικό λουτρό μέχρι η θερμοκρασία του δέρματος να σταθεροποιηθεί μεταξύ των 36,5° - 37,2°C. Αφότου σταθεροποιηθεί, η θερμοκρασία του βρέφους διατηρείται κρατώντας το στεγνό και τυλιγμένο σε ζεστά σκεπάσματα, με το κεφάλι καλυμμένο, σε θάλαμο νηπίων με θερμοκρασία περιβάλλοντος 24°C. Εάν το βρέφος κατέστη υποθερμικό (ψυχρός θάλαμος τοκετού, κατά τη γέννα σε αυτοκίνητο καθοδόν προς το μαιευτήριο ή λόγω ανεπαρκούς στεγνώματος και σκεπάσματος μετά τη γέννα), η αναθέρμανση επιτυγχάνεται με πολύ προσοχή εντός περιόδου 2 έως 4 ωρών, καθώς η ταχεία θέρμανση ή ψύξη μπορεί να καταλήξει σε περιόδους άπνοιας ή οξέωση.

Aliases (separate with |): Υποθερμία
υποθυρεοειδισμός

Οι κλινικές συνέπειες ανεπαρκών επιπέδων θυρεοειδούς ορμόνης στο σώμα. Όταν η θυρεοειδική ανεπάρκεια είναι μακροπρόθεσμη ή βαριά, έχει ως αποτέλεσμα μειωμένο βασικό μεταβολισμό, δυσανεξία στο ψύχος, εξάντληση, πνευματική απάθεια, σωματική νωθρότητα, δυσκοιλιότητα, μυϊκούς πόνους, ξηροδερμία και ξηρές τρίχες και αδρά χαρακτηριστικά. Συγκεντρωτικά, αυτά τα συμπτώματα καλούνται μυξοίδημα. Στη βρεφική ηλικία τα ανεπαρκή επίπεδα θυρεοειδούς ορμόνης προκαλούν κρετινισμό.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι περισσότεροι ασθενείς με υποθυρεοειδισμό έχουν είτε θυρεοειδίτιδα Hashimoto ή έλαβαν θεραπεία για υπερθυρεοειδισμό, είτε με θυρεοειδεκτομή ή με ραδιενεργό ιώδιο. Περιστασιακά ο υποθυρεοειδισμός είναι φαρμακοεπαγόμενος, π.χ., σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιθυρεοειδικά φάρμακα ή τον αντιαρρυθμικό παράγοντα αμιωδαρόνη. Σπανίως, ο υποθυρεοειδισμός προκαλείται από ανεπαρκή διέγερση του θυρεοειδούς από την πρόσθια υπόφυση ή από την ανεπαρκή έκλυση της εκλυτικής ορμόνης της θυρεοτροπίνης από τον υποθάλαμο.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Αρκετά προτού γίνουν εμφανή τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού, η πάθηση μπορεί να διαγνωσθεί με ελέγχους της θυρεοειδικής λειτουργίας. Η δοκιμασία TSH πλάσματος χρησιμοποιείται για την ανίχνευση της πάθησης· εάν είναι υψηλή, τότε είναι πιθανό να υπάρχει υποθυρεοειδισμός. Άλλοι έλεγχοι, συμπεριλαμβανομένου ενός χαμηλού δείκτη ελεύθερης Τ4, επιβεβαιώνουν τη διάγνωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Για τους περισσότερους ασθενείς, η εφ' όρου ζωής χορήγηση θυρεοειδούς ορμόνης αποκαθιστά τον φυσιολογικό μεταβολισμό και την ευεξία. Η αποτυχία θεραπείας του υποθυρεοειδισμού καταλήγει αναπόφευκτα σε μυξοίδημα, ακόλουθο κώμα ή στο θάνατο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο φαρμακοεπαγόμενος υποθυρεοειδισμός δε χρήζει άλλης θεραπείας, παρά της διακοπής του υπεύθυνου παράγοντα ή της ρύθμισης της δόσης του.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής εξετάζεται για ενδείξεις ελαττωμένου μεταβολικού ρυθμού· εύκολη εξάντληση· ψυχρό, ξηρό και κολλώδες δέρμα· υπερκαροτιναιμία· απώλεια μαλλιών και φρυδιών· εύθραυστα νύχια· διογκωμένο πρόσωπο και περικογχικό οίδημα· παραισθησίες· αταξία· δυσανεξία στο ψύχος· βραδυκαρδία· μειωμένη καρδιακή παροχή· μυϊκό πόνο και δυσκαμψία των αρθρώσεων· μεταβολές στις κενώσεις· ακανόνιστες εμμηνόρροιες· και ελαττωμένη σεξουαλική επιθυμία. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, η πρόσληψη υγρών, η αποβολή ούρων, το βάρος και η νευρολογική κατάσταση. Πραγματοποιούνται διαγνωστικοί έλεγχοι και εξηγούνται οι αναμενόμενες αισθήσεις καθενός εξ' αυτών. Χορηγούνται και εξηγούνται η μακροπρόθεσμη αντικατάσταση ορμονών και άλλες θεραπείες με στόχο την αποκατάσταση μιας φυσιολογικής μεταβολικής κατάστασης.

Υποβοηθούνται ο ασθενής και η οικογένειά του να αντιμετωπίσουν τις ψυχοκοινωνικές και ψυχοκινητικές επιδράσεις του μειωμένου μεταβολισμού. Αυξάνεται προοδευτικά το επίπεδο δραστηριοτήτων του ασθενή, καθώς προχωρά η θεραπεία, ενώ η επαρκής ανάπαυση αποτελεί διαρκή προτεραιότητα, προκειμένου να περιορισθεί η εξάντληση και να ελαττωθεί η ανάγκη του μυοκαρδίου σε οξυγόνο. Ο ασθενής πρέπει να φορά ή να φέρει ιατρική συσκευή αναγνώρισης που περιγράφει την πάθηση και τη θεραπεία της, καθώς και να μεταφέρει διαρκώς μαζί του τα φάρμακα. Τα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνουν την κατανόηση από τον ασθενή και τη συνεργασία του στη θεραπευτική αγωγή, την αποκατάσταση του φυσιολογικού επιπέδου δραστηριοτήτων, την απουσία επιπλοκών και την αποκατάσταση της ψυχολογικής ευεξίας.

Aliases (separate with |): Υποθυρεοειδισμός
υποκαλιαιμία

Παθολογικά χαμηλή συγκέντρωση καλίου στο αίμα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι αιτίες περιλαμβάνουν την ελαττωμένη πρόσληψη καλίου ή την υπέρμετρη αποβολή του εξαιτίας έμεσης, διάρροιας ή συριγγίων μεταβολικής οξέωσης· διουρητικής θεραπείας· αλδοστερονισμού· υπερβολικής φλοιοεπινεφριδιακής έκκρισης· πάθησης των νεφρικών σωληναρίων· και αλκάλωσης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι συνήθεις εκδηλώσεις ήπιας έως μέτριας ανεπάρκειας καλίου, περιλαμβάνουν μυϊκούς πόνους, εξάντληση ή ήπια αδυναμία. Καθώς η συγκέντρωση καλίου ελαττώνεται σημαντικά κάτω από 3,0 mmol/L, μπορεί να προκληθούν ειλεός, παράλυση, διαταραχές του καρδιακόυ ρυθμού και της καρδιακής αγωγιμότητας. Οι αρρυθμίες είναι πιθανότερο να επηρεάσουν τους ασθενείς εκείνους, οι οποίοι λαμβάνουν διγοξίνη και γίνονται υποκαλιαιμικοί.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Για να προληφθεί η υποκαλιαιμία, οι ασθενείς που λαμβάνουν καρδιακές γλυκοσίδες ή καλιοαπεκκριτικά διουρητικά συμβουλεύονται να συμπεριλάβουν συμπληρώματα καλίου στις θεραπευτικές τους αγωγές. Τροφές πλούσιες σε κάλιο (όπως τα πορτοκάλια, οι μπανάνες και οι τομάτες) δεν αποτελούν επαρκείς πηγές καλίου για την αναπλήρωση, όσου χάνεται με τη διούρηση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία συνίσταται στην από του στόματος, ενδοφλέβια ή συνδυασμένη αναπλήρωση του καλίου.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι βαριά υποκαλιαιμικοί ασθενείς μπορεί να χρήζουν στενής ηλεκτροκαρδιογραφικής παρακολούθησης και τακτικής εξέτασης των επιπέδων καλίου του πλάσματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται τακτικά τα επίπεδα καλίου και άλλων ηλεκτρολυτών κατά τη διάρκεια της θεραπείας αναπλήρωσης, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερδιόρθωση με επακόλουθη υπερκαλιαιμία. Παρακολουθείται η ισορροπία των υγρών. Πρέπει να ειδοποιηθεί ο ιατρός, εάν η παραγωγή ούρων είναι μικρότερη των 600 ml/ημέρα, διότι το 80-90% του συνολικού καλίου απεκκρίνεται μέσω των νεφρών. Παρακολουθείται ο καρδιακός ρυθμός και αναφέρονται αμέσως οι αρρυθμίες. Απαιτείται επιπρόσθετη προσοχή, εάν ο ασθενής λαμβάνει καρδιακή γλυκοσίδη, επειδή η υποκαλιαιμία ενισχύει τη δράση της. Ο ασθενής εκτιμάται για ενδείξεις δηλητηρίασης από δακτυλίτιδα. Άλλα σημεία τα οποία πρέπει να παρακολουθηθούν, περιλαμβάνουν ελαττωμένους εντερικούς ήχους, κοιλιακή διάταση και δυσκοιλιότητα. Χορηγείται αργά και με τη βοήθεια ογκομετρικής συσκευής η ενδεδειγμένη θεραπεία ενδοφλέβιας αναπλήρωσης καλίου, εάν η συγκέντρωσή του ξεπερνά τα 40 mEg/ λίτρο. Ο ρυθμός έγχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200-250mEg/ 24ωρο και το φάρμακο δεν πρέπει ποτέ να χορηγείται ως μία εφάπαξ δόση, επειδή μπορεί να επιφέρει καρδιακή ανακοπή. Εάν δοθεί στον ασθενή από του στόματος υγρό συμπλήρωμα καλίου, αυτός ή αυτή συμβουλεύεται να το διαλύει σε γεμάτο ποτήρι με νερό ή φρουτοχυμό και να το πίνει αργά με μικρές γουλιές, ώστε να αποφύγει το γαστρικό ερεθισμό. Εφαρμόζονται μέτρα ασφαλείας για τον ασθενή που παρουσιάζει μυϊκή αδυναμία εξαιτίας ορθοστατικής υπότασης. Δίνεται έμφαση στη σημασία της λήψης των συνταγογραφούμενων συμπληρωμάτων καλίου, ιδιαίτερα εάν ο ασθενής λαμβάνει κάποιο διουρητικό ή κάποιο σκεύασμα δακτυλίτιδας. Ο ασθενής διδάσκεται σχετικά με τα σημεία διαταραχής των επιπέδων καλίου που θα πρέπει να αναφέρει, συμπεριλαμβανομένων της αδυναμίας και των καρδιακών αρρυθμιών.

Aliases (separate with |): Υποκαλιαιμία
υποκλυσμός αερίου-σκιαγραφικού

Υποκλυσμός κατά τον οποίο δύο παράγοντες αντίθεσης, το πυκνό θειικό βάριο και ο αέρας, εισάγονται ταυτόχρονα υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο. Ο υποκλεισμός ακολουθείται από πολλαπλές ακτινογραφίες του παχέος εντέρου. Η τεχνική αυτή της διπλής αντίθεσης παρέχει καλύτερη απεικόνιση των βλεννογόνιων βλαβών, όπως οι πολύποδες και τα εκκολπώματα, απ ό,τι ο βαριούχος υποκλυσμός χωρίς εισαγωγή αέρα.

Aliases (separate with |): Υποκλυσμός αερίου-σκιαγραφικού
υποκλυσμός κατακράτησης ή επίσχεσης

Yποκλυσμός που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση τροφής, φαρμάκων η αναισθησίας. Πρέπει να αποτελείται από υγρά που δεν διεγείρουν τον περισταλτισμό, όπως νερό της βρύσης, σαπωνούχο διάλυμα η φυσιολογικό ορό. Μια μικρή ποσότητα υγρού (100 έως 250 ml) χρησιμοποιείται σε ενήλικες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η όλη διαδικασία εξηγείται στον ασθενή. Συγκεντρώνεται ο απαραίτητος εξοπλισμός, ο ασθενής καλύπτεται με σεντόνια για να μην είναι εκτεθειμένος σε τρίτους και τοποθετείται σε αριστερή πλάγια κατακεκλιμένη θέση με το δεξί γόνατο λυγισμένο. Απομακρύνεται ο αέρας από τους σωλήνες και ο μικρός σωλήνας εισάγεται περίπου 7-8 cm. εντός του ορθού και δεν αφαιρείται (εκτός αν είναι τελείως απαραίτητο) μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Το υγρό αφήνεται να περάσει πολύ αργά με ενδιάμεσες παύεις ώστε να διευκολυνθεί η κατακράτηση του. Εάν ο ασθενής εμφανίζει έπειξη για αφόδευση, η ροή του υγρού σταματά μέχρι να υποχωρήσει η έπειξη. Όταν έχει εγχυθεί όλη η ποσότητα του υγρού ο σωλήνας αποσύρεται γρήγορα, οι γλουτοί του ασθενούς συμπιέζονται για μερικά λεπτά για να αποφευχθεί η εκκένωση και ο ασθενής ενθαρρύνεται να συγκρατήσει τον υποκλυσμό για τουλάχιστον 30 λεπτά. Ο τύπος και η ποσότητα του υγρού που χορηγήθηκε, η ικανότητα του ασθενούς να το κατακρατήσει και η ποσότητα, το είδος και η σύσταση του επιστρεφόμενου υγρού και των κοπράνων καταγράφονται.

Aliases (separate with |): Υποκλυσμός κατακράτησης ή επίσχεσης
υποκλυσμός, κλύσμα
  1. Η εισαγωγή ενός διαλύματος στο ορθό και στο παχύ έντερο για τη διέγερση της εντερικής δραστηριότητας και για την πρόκληση της κένωσης του κατώτερου εντέρου, για διατροφικούς η θεραπευτικούς σκοπούς, για χορήγηση αναισθησίας η για υποβοήθηση σε ακτινολογικές εξετάσεις.

  2. Το διάλυμα που εισάγεται στο ορθό.

Aliases (separate with |): enema|Υποκλυσμός, κλύσμα
υπολειμματική νόσος, υπολειμματικός όγκος

Όγκος που παραμένει μετά την επέμβαση ή άλλο είδος θεραπείας.

Aliases (separate with |): Υπολειμματική νόσος, υπολειμματικός όγκος
υποξική εγκεφαλοπάθεια

Η νευρολογική βλάβη που προκαλείται από την αποστέρηση του εγκεφάλου από οξυγόνο ή αίμα, για μερικά λεπτά. Η βλάβη μπορεί να κυμαίνεται από μια παροδική απώλεια της βραχυπρόθεσμης μνήμης έως μόνιμο φυτικό κώμα. Πολλές καταστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπάρκεια οξυγόνωσης του εγκεφάλου, ο οποίος εξαρτάται απόλυτα από το οξυγόνο, το αίμα και τη γλυκόζη προκειμένου να λειτουργήσει φυσιολογικά. Οι καταστάσεις αυτές περιλαμβάνουν την εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα, την καρδιακή ανακοπή, υποτασικά επεισόδια οποιασδήποτε αιτιολογίας (π.χ. κάθε μορφή καταπληξίας), τον πνιγμό και την ασφυξία. Εάν οι ασθενείς δεν αναζωογονηθούν γρήγορα και δεν αποκατασταθεί η οξυγόνωση, τότε ο ιππόκαμπος και στη συνέχεια και τα υπόλοιπα τμήματα του εγκεφάλου μπορεί να υποστούν μόνιμη βλάβη και ο ασθενής να υποστεί μη αναστρέψιμη εγκεφαλική βλάβη.

Aliases (separate with |): Υποξική εγκεφαλοπάθεια
υποτροπή

Επανεμφάνιση της νόσου μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Υποτροπή
υποφυσιακός αδένας

Μικρός, φαιός, στρογγυλός αδένας που αναπτύσσεται από ενδογενή στοματικό επιθήλιο (θύλακας του Rathke) και ενώνεται με την κατώτερη επιφάνεια του υποθαλάμου μέσω του χωνοειδούς μίσχου. Το τμήμα του θύλακα Rathke σχηματίζει τον πρόσθιο λοβό και την ενδιάμεση περιοχή, ενώ ο νευρικός ιστός του χωνοειδούς μίσχου σχηματίζει τον οπίσθιο λοβό. Οι διαστάσεις της υπόφυσης είναι κατά μέσο όρο 1,3 x 1,0 x 0,5 cm και ζυγίζει 0,55-06 γραμμάρια. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Η υπόφυση είναι ένας ενδοκρινής αδένας που εκκρίνει έναν αριθμό ορμονών, οι οποίες ρυθμίζουν πολλές διεργασίες του σώματος, περιλαμβανομένων της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής, και άλλων μεταβολικών δραστηριοτήτων. Αναφέρεται συχνά ως ο «κυρίαρχος αδένας του σώματος». Οι ορμόνες εκκρίνονται στους ακόλουθους λοβούς: ενδιάμεσος λοβός: στα ψυχρόαιμα ζώα εκκρίνεται ιντερμεδίνη που επηρεάζει την δραστηριότητα των χρωστικών κυττάρων (χρωμοφόρων) των ψαριών, αμφίβιων, και ερπετών. Στα θερμόαιμα ζώα δεν είναι γνωστές κάποιες δράσεις.

Πρόσθιος λοβός: εδώ εκκρίνεται η σωματοτροπίνη ή αυξητική ορμόνη (STH ή GH), η οποία ρυθμίζει την κυτταρική διαίρεση και την πρωτεϊνική σύνθεση για την ανάπτυξη του σώματος, η αδρενοκορτικοτράπος ορμόνη (ACTH), η οποία ρυθμίζει την λειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων, η θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH), η οποία ρυθμίζει τις λειτουργικές δραστηριότητες του θυρεοειδούς και η προλακτίνη, η οποία προκαλεί την έκκριση γάλακτος στις ενήλικες γυναίκες. Οι γοναδοτροπίνες είναι οι εξής: στις γυναίκες η θυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH), η οποία διεγείρει την ανάπτυξη των ωοθυλακίων της ωοθήκης και την έκκριση οιστρογόνων και στους άνδρες διεγείρει την σπερματογένεση. Στις γυναίκες η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) διεγείρει την ωορρηξία και τον σχηματισμό του ωχρού σωματίου και την έκκριση από αυτό οιστρογόνων και προγεστερόνης. Στους άνδρες η LH ονομάζεται επίσης ICSH (Interstitial Cell-stimulation Hormone - Ορμόνη διέγερσης του ενδιάμεσου κυττάρου), η οποία διεγείρει την έκκριση τεστοστερόνης.

Οπίσθιος λοβός: Οι ορμόνες εκκρίνονται από τα νευροεκκριτικά κύτταρα του υποθαλάμου και διέρχονται διαμέσου των ινών των υπεροπτικοϋποφυσιακών οδών στην νευροϋπόφυση, όπου και αποθηκεύονται. Οι ορμόνες που εκκρίνονται είναι οι οκυτοκίνη, η οποία δρα ειδικά στα λεία μυϊκά κύτταρα της μήτρας, αυξάνοντας τον τόνο και την συσπαστικότητά της και η αντιδιουρητική ορμόνη (ADH), η οποία αυξάνει την επαναπορρόφηση νερού από τα νεφρικά σωληνάρια. Η ADH σε μεγάλες ποσότητες προκαλεί επίσης αγγειοσύσπαση και για αυτό ονομάζεται και αγγειοπρεσσίνη.

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ: Η υπερέκκριση τον πρόσθιου λοβού προκαλεί γιγαντισμό, ακρομεγαλία και υποφυσιογενή βασοφιλισμό (νόσο Cushing). Η υποέκκριση τον πρόσθιου λοβού προκαλεί νανισμό, υποφυσιογενή καχεξία (νόσο Simmond), σύνδρομο Sheehan, μικρομέλεια, ευνουχισμό ή υπογοναδισμό. Η ανεπάρκεια του οπίσθιου λοβού προκαλεί άποιο διαβήτη. Η ανεπάρκεια του πρόσθιου και οπίσθιου λοβού προκαλεί σύνδρομο Froehlich (λιπογεννητική δυστροφία) και υποφυσιογενή παχυσαρκία.

Aliases (separate with |): Υποφυσιακός αδένας
υστερεκτομή

Χειρουργική εξαίρεση της μήτρας. Κάθε χρόνο, υφίστανται υστερεκτομή περίπου 500.000 γυναίκες. Οι ενδείξεις για την επέμβαση περιλαμβάνουν καλοήθεις ή κακοήθεις μεταβολές του τοιχώματος ή της κοιλότητας της μήτρας και ανωμαλίες του τραχήλου (συμπεριλαμβανομένων ενδομήτριου καρκίνου, τραχηλικού καρκίνου, βαριάς δυσλειτουργικής αιμορραγίας, μεγάλων ή αιμορραγούντων ινομυωμάτων, πρόπτωσης της μήτρας, ή βαριάς ενδομητρίωσης). Η προσπέλαση για την εκτομή μπορεί να είναι είτε κοιλιακή ή κολπική. Η κοιλιακή προσπέλαση είναι η συνηθέστερα χρησιμοποιούμενη για την εξαίρεση μεγάλων όγκων όταν πρόκειται να αφαιρεθούν επίσης οι ωοθήκες και οι ωαγωγοί· και όταν υπάρχει ανάγκη εξέτασης των παρακείμενων πυελικών δομών, όπως των τοπικών λεμφαδένων. Η κολπική υστερεκτομή είναι κατάλληλη, όταν το μέγεθος της μήτρας είναι μικρότερο εκείνου των 12 εβδομάδων κύησης, δεν υπάρχει υποψία οποιασδήποτε άλλης ενδοκοιλιακής παθολογίας και όταν ο χειρουργικός σχεδιασμός περιλαμβάνει την αποκατάσταση κυστεοκήλης, εντεροκήλης ή ορθοκήλης.

Κατά την προετοιμασία για κοιλιακή υστερεκτομή, η ασθενής τοποθετείται στη ραχιαία στάση. Η χειρουργική τράπεζα είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη, να περιστραφεί στη θέση Tredelenburg. Το συντομότερο δυνατό μετά την πραγματοποίηση της τομής στο περιτόναιο, η τράπεζα πρέπει να τοποθετηθεί στη θέση Tredelenburg. Αυτή η διαδικασία είναι κοινή για όλες τις κοιλιοπυελικές χειρουργικές επεμβάσεις, καθώς η θέση Tredelenburg επιτρέπει την πρόπτωση των κοιλιακών οργάνων μακριά από την πύελο, έτσι ώστε να μπορούν να απομακρυνθούν και να απομονωθούν από το χειρουργικό πεδίο με μεγάλα προστατευτικά κομμάτια υφάσματος ή με περιτύλιξη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά: Γενικά, οι προετοιμασίες για μια κοιλιακή υστερεκτομή είναι παρόμοιες προς τα πρωτόκολλα οποιασδήποτε κοιλιοπυελικής επέμβασης (π.χ., ξύρισμα της κοιλιακής χώρας, αντισηψία, εισαγωγή ενδοφλέβιας γραμμής και μόνιμος καθετήρας). Μπορεί επίσης να ζητηθεί κολπική επάλειψη με αντιβακτηριακό διάλυμα. Εξηγούνται όλες οι διαδικασίες στην ασθενή, στην οποία προσφέρεται από πριν ενημέρωση για τη μετεγχειρητική περίοδο. Ξεκαθαρίζονται οι παρερμηνείες, αξιολογείται η τεκμηριωμένη συγκατάθεση και υπογράφεται η άδεια εγχείρησης παρουσία μάρτυρα. Η ασθενής μπορεί να ενθαρρυνθεί να συζητά την προσωπική σημασία και τις συνέπειες της επέμβασης, όπως η μόνιμη ανικανότητα κυοφορίας· παρέχεται συναισθηματική υποστήριξη. Ελεγχόμενες δοκιμές, οι οποίες μελέτησαν μεγάλους αριθμούς γυναικών δεν έχουν δείξει συγκεντρωτικά κάποια ανεπιθύμητη αντίδραση της υστερεκτομής στη σεξουαλικότητα των γυναικών ή στην αντίληψη της θηλυκότητάς τους.

Μετεγχειρητικά: Οι αρχικές εξετάσεις της κατάστασης περιλαμβάνουν το χρώμα· τα ζωτικά σημεία· τους αναπνευστικούς ήχους και τη βατότητα των αεραγωγών· το επίπεδο συνείδησης και τη δυσφορία· την ενδοφλέβια πρόσληψη· και την παροχέτευση του ρινογαστρικού καθετήρα και του ουροκαθετήρα. Κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων ωρών, οι εξετάσεις πραγματοποιούνται συνήθως σε αυξανόμενα χρονικά διαστήματα, ξεκινώντας κάθε 10 με 15 λεπτά κατά την πρώτη ώρα, στη συνέχεια κάθε 30 λεπτά και τέλος ωριαία. Τα μεσοδιαστήματα αυτά και οι προτεραιότητες των εξετάσεων μπορούν να αλλάξουν βάσει τρεχόντων ευρημάτων, όπως η αιμορραγία. Παρακολουθούνται το χρώμα· τα ζωτικά σημεία· οι αναπνευστικοί ήχοι και η βατότητα των αεραγωγών το επίπεδο συνείδησης και η δυσφορία· η πρόσληψη και η αποβολή (συμπεριλαμβανομένων των ενδοφλέβιων υγρών και της παροχέτευσης του ρινογαστρικού καθετήρα και του καθετήρα ούρων)· και οι κοιλιακοί επίδεσμοι (εάν παραμένουν ακέραιοι, καθώς και το ποσό και ο χαρακτήρας οποιασδήποτε έκκρισης). Οι επιπρόσθετες μετέπειτα εξετάσεις περιλαμβάνουν τους εντερικούς ήχους· την κυκλοφορία των κάτω άκρων (σφυγμοί στα κάτω άκρα, πόνοι στα πόδια)· και η κατάσταση της τομής (ερυθρότητα, οίδημα, εκχύμωση, έκκριμα και πορεία σύγκλισης). Ενθαρρύνεται η ασθενής να καλύψει την τομή, να στρέφεται από τη μία πλευρά στην άλλη, να αναπνέει βαθιά και να βήχει κάθε 2 ώρες και να χρησιμοποιεί διαρκή σπειρομετρία. Χορηγούνται τα συνταγογραφούμενα ενδοφλέβια υγρά και αναλγητικά. Η γυναίκα υποβοηθείται στην χορήγηση αυτοελεγχόμενης αναλγησίας. Εφαρμόζονται αντιθρομβοεμβολικές συσκευές (αεριώδεις επίδεσμοι ή ελαστικές κάλτσες), ως χρήζουν. Η ασθενής ενθαρρύνεται και υποβοηθείται στη βάδιση, το συντομότερο δυνατό μετά από την επέμβαση.

Η ενημέρωση κατά τη χορήγηση εξιτηρίου δίνει έμφαση στις αυτοεξετάσεις· στις διαδικασίες αυτοεξυπηρέτησης· στα σημεία τα οποία πρέπει να αναφερθούν άμεσα στον υπεύθυνο ιατρικό επαγγελματία· στη διατροφή· στις δραστηριότητες· και στις δυνητικές συναισθηματικές επιπτώσεις της επέμβασης. Εξηγείται, όπως είναι απαραίτητο, η λογική της θεραπείας υποκατάστασης ορμονών. Στοχεύονται αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης, σχετικές προς την αναμενόμενη ακτινοθεραπεία και/ ή χημειοθεραπεία. Τα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνουν ενδείξεις επούλωσης της τομής· την απουσία επιπλοκών· την ανάκτηση της φυσιολογικής λειτουργίας της ουροδόχου κύστης και του γαστρεντερικού συστήματος· και την κατανόηση και συμμόρφωση με την ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή.

Aliases (separate with |): Υστερεκτομή
υστερία

Υποτιμητικός όρος της καθομιλουμένης, ο οποίος υποδηλώνει μια αντίδραση μετατροπής ή μια ευρέως κυμαινόμενη εκδήλωση των συναισθημάτων.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η σύγχρονη αποδεκτή ορολογία των ψυχικών διαταραχών δεν περιλαμβάνει τον όρο υστερία· περιλαμβάνεται στο παρόν για ιστορικούς λόγους.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν συναισθηματική αστάθεια, αισθητηριακές διαταραχές, απώλεια της κινητικής λειτουργίας ή άλλες διαταραχές.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Μπορεί να σχετίζεται με συναισθηματική ή σωματική ένταση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ανάπαυση και ο εφησυχασμός αποτελούν τα κεντρικά στοιχεία αντιμετώπισης.

Aliases (separate with |): Υστερία
ύφεση

Πλήρης ή μερική μείωση του μεγέθους του όγκου ως αποτέλεσμα της θεραπείας. Η νόσος βρίσκεται υπό έλεγχο, χωρίς να σημαίνει ότι έχει επέλθει ίαση.

Aliases (separate with |): Ύφεση
υψηλή αρτηριακή πίεση

Η πίεση του αίματος που βρίσκεται πάνω από τα φυσιολογικά όρια. Το άτομο που θέτει τη διάγνωση θα πρέπει να λάβει υπόψη την ηλικία του ατόμου, τη σωματική του διάπλαση, την προηγούμενη αρτηριακή πίεση και την κατάσταση της σωματικής και πνευματικής υγείας του ατόμου τη χρονική στιγμή της μέτρησης. Γενικά δεν είναι φρόνιμο να λέγεται ότι ένα άτομο έχει αυξημένη αρτηριακή πίεση, αν η γνώμη αυτή βασίζεται μόνο σε μια μέτρηση της πίεσης.

Aliases (separate with |): Υψηλή αρτηριακή πίεση
υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη

Λιπίδια του πλάσματος προσδεδεμένα σε αλβουμίνη, αποτελούμενα από λιποπρωτεΐνες. Περιέχουν περισσότερη πρωτεΐνη από ότι οι πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες ή οι χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες. Η υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης χοληστερόλη αποτελεί την επονομαζόμενη καλή χοληστερόλη· κατά συνέπεια, είναι επιθυμητό ένα υψηλό επίπεδο.

Aliases (separate with |): Υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη
φαγοκυττάρωση

Διαδικασία τριών σταδίων, κατά την οποία τα φαγοκύτταρα (ουδετερόφιλα, μονοκύτταρα και μακροφάγα) καταπίνουν και καταστρέφουν μικροοργανισμούς, άλλα ξένα αντιγόνα και κυτταρικά άχρηστα υλικά. Γενικά, αυτές οι ουσίες πρέπει να είναι καλυμμένες με οψονίνες, όπως είναι τα αντισώματα ή το συμπλήρωμα, ώστε να αρχίσει η σύνδεσή τους με τους κυτταρικούς υποδοχείς στα μακροφάγα, γεγονός που αποτελεί το πρώτο στάδιο της φαγοκυττάρωσης. Στο δεύτερο στάδιο, το σωματίδιο καταπίνεται και περικλείεται από ένα κενοτόπιο (φαγόσωμα). Στο τρίτο στάδιο, το φαγόσωμα συνενώνεται με λυσοσώματα, τα ένζυμα των οποίων καταστρέφουν τα φαγοκυτταρωμένα σωματίδια.

Τα περισσότερα βακτήρια θανατώνονται κατά την φαγοκυττάρωση από ρίζες οξυγόνου, οι οποίες σχηματίζονται κατά την αναπνευστική έκρηξη, όταν συνδεθούν τα φαγοσώματα και τα λυσοσώματα. Όταν η παραγωγή των ριζών οξυγόνου είναι υπερβολική, λαμβάνει χώρα ιστική βλάβη. Τα λυσοσώματα, οι defensins και η πρωτεΐνη αύξησης της βακτηριακής διαπερατότητας (ΒΡΙ) καταστρέφουν επίσης βακτήρια και άλλους οργανισμούς. Η δράση τους δεν εξαρτάται από την παραγωγή ριζών οξυγόνου.

Aliases (separate with |): Φαγοκυττάρωση
φαιά ουσία

Νευρικός ιστός που αποτελείται κυρίως από κυτταρικά σώματα νευρώνων παρά από τις εμμύελες αποφυάδες τους. Ο όρος αποδίδεται γενικά στις φαιές περιοχές του κεντρικού νευρικού συστήματος, που περιλαμβάνουν τον εγκεφαλικό φλοιό, τα βασικά γάγγλια και τους πυρήνες του εγκεφάλου και τις φαιές στήλες του νωτιαίου μυελού, που σχηματίζουν μία περιοχή σχήματος «Π», η οποία περιβάλλεται από λευκή ουσία. Συμπαθητικά γάγγλια και νεύρα μπορεί, επίσης, να είναι φαιά.

Aliases (separate with |): Φαιά ουσία
φαιοχρωμοκύτωμα

Όγκος του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, ο οποίος είναι υπεύθυνος για σχεδόν το 0,1%-2% όλων των περιπτώσεων υπέρτασης. Ο όγκος εκκρίνει κατεχολαμίνες (π.χ. νορεπινεφρίνη και επινεφρίνη), οι οποίες προκαλούν παροδικά ή μόνιμα σημεία και συμπτώματα, όπως αίσθημα παλμών, εφίδρωση, κεφαλαλγίες, λιποθυμία, τρόμο, ναυτία, δυσπεψία, υπεργλυκαιμία, αδυναμία, ανησυχία ή αίσθημα επικείμενου θανάτου και υπερτασικές κρίσεις.

Ο νευροενδοκρινής όγκος αποτελεί μια από τις χειρουργήσιμες μορφές της υπέρτασης. Μπορεί να είναι δύσκολο να διαγνωστεί, επειδή τα προβλήματα που προκαλεί ανευρίσκονται σε άλλες συχνότερες παθήσεις, όπως στις αγχώδεις διαταραχές, στα στερητικά σύνδρομα του οινόπνευμα, και στον υπερθυρεοειδισμό, για να αναφέρουμε κάποια από αυτά.

Ο όγκος εδράζεται στα ίδια τα επινεφρίδια στο 85% των περιπτώσεων, αλλά οι συμπαθητικοί ιστοί είναι κατανεμημένοι σε όλο το σώμα. Συνεπώς, όγκοι που εκκρίνουν κατεχολαμίνες μπορεί να ανευρεθούν στην ουροδόχο κύστη, στα καρωτιδικά σώματα, στους παρασπονδυλικούς ιστούς, και σε άλλα μέρη στον αυχένα, τον θώρακα, την κοιλιά ή την πύελο. Οι νευροενδοκρινικοί όγκοι που βρίσκονται εκτός των επινεφριδίων ονομάζονται παραγαγγλιώματα. Μερικοί ασθενείς έχουν πολλαπλούς όγκους. Περίπου το 10% των ασθενών με φαιοχρωμοκύτωμα έχει επίσης και πολλαπλές ενδοκρινικές νεοπλασίες,, ένα από τα πολλά γενετικά σύνδρομα, στα οποία το φαιοχρωμοκύτωμα σχετίζεται με αδενώματα ή όγκους άλλων ενδοκρινών αδένων.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Τα ούρα του ασθενούς ελέγχονται για το αν περιέχουν υπερβολικές ποσότητες κατεχολαμινών ή μεταβολιτών τους. Αν είναι έτσι, εκτελείται αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία ή έλεγχος με ραδιοϊσότοπα, για τον εντοπισμό του όγκου πριν την χειρουργική επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η αναισθησία σε αυτή την επέμβαση αποτελεί πρόκληση, λόγω της αιμοδυναμικής αστάθειας που μπορεί να λάβει χώρα κατά την διάρκεια της επέμβασης και μετά από αυτήν. Η υπόταση αντιμετωπίζεται με ντοπαμίνη και τα υπερτασικά επεισόδια, τα οποία λαμβάνουν χώρα συχνότερα κατά την έναρξη της αναισθησίας, κατά την διασωλήνωση ή κατά τους χειρισμούς του όγκου, αντιμετωπίζονται με νιτροπρουσίδη ή άλφα-αναστολείς. Μετεγχειρητικά συστήνεται η παραμονή σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) για τις πρώτες 24 ώρες, αν καταστούν αναγκαίες αγγειοσυσπαστικές ουσίες. Η υπόλοιπη μετεγχειρητική φροντίδα περιλαμβάνει παράλληλα με την τυπική φροντίδα, την συνεχή παρακολούθηση της καρδιάς για αρρυθμίες και την συνεχή αιμοδυναμική παρακολούθηση και την αξιολόγηση του ασθενούς για καρδιακή ανεπάρκεια και στηθάγχη. Η μετεγχειρητική ορθοστατική υπόταση μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ασφάλεια του ασθενούς. Μέχρι να υποχωρήσει, οι ασθενείς θα πρέπει να μάθουν να σηκώνονται αργά από το κρεβάτι ή την καρέκλα και να στηρίζονται σε ένα στέρεο αντικείμενο. Για την συλλογή διαγνωστικών δειγμάτων από μη αγχώδεις ασθενείς, συνίσταται κατάκλιση. Τα φάρμακα που ενδέχεται να παρεμποδίσουν ή να αυξήσουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων για τις κατεχολαμίνες ή τις μετανεφρίνες διακόπτονται. Αν διαγνωστεί ένα όγκος και σχεδιάζεται χειρουργική επέμβαση, η προεγχειρητική ενυδάτωση του ασθενούς αποτρέπει την υπόταση κατά την εισαγωγή της αναισθησίας. Για την εξασθένιση των δράσεων των κατεχολαμινών χορηγούνται φάρμακα (π.χ. άλφα-αναστολείς και εν συνεχεία βήτα-αναστολείς). Μετεγχειρητικά, ελέγχονται στενά τα ζωτικά σημεία, ο καρδιακός ρυθμός, η ισορροπία των υγρών και οι ηλεκτρολύτες. Η ιατρική ομάδα καθησυχάζει τον ασθενή και την οικογένεια του κατά την διάρκεια της διαγνωστικής και θεραπευτικής διαδικασίας, επειδή τα συμπτώματα αυτής της νόσου εναλλάσσονται δραματικά. Μετά την έξοδο από το νοσοκομείο θα πρέπει να προγραμματιστεί παρακολούθηση από πεπειραμένους στο φαιοχρωμοκύτωμα ενδοκρινολόγους ή χειρουργούς.

Aliases (separate with |): Φαιοχρωμοκύτωμα
φαρμακολογική δράση

Η δράση ενός φαρμάκου σε διάφορα συστήματα του ανθρωπίνου οργανισμού.

Τοπική: Όταν ένα φάρμακο τοποθετείται τοπικά ή απευθείας στον ιστό ή στο όργανο, μπορεί να αντιδράσει με την κυτταρική μεμβράνη ή να εισέλθει στο κύτταρο. Η δράση του μπορεί να είναι (1) στυπτική όταν το φάρμακο προκαλεί τη συστολή του κυττάρου ή του ιστού, (2) διαβρωτική όταν το φάρμακο είναι τόσο ισχυρό ώστε να καταστρέφει τα κύτταρα ή (3) ερεθιστική όταν το φάρμακο σε σημαντικό βαθμό αντιδρά με τα κύτταρα και εμποδίζει τη λειτουργία τους.

Γενικευμένη ή συστηματική: Αυτή η μορφή δράσης παρατηρείται όταν ένα φάρμακο εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος είτε αφού απορροφηθεί είτε μετά από άμεση έγχυση, επιδρώντας με τον τρόπο αυτό σε ιστούς και όργανα που δε βρίσκονται κοντά στο σημείο εισόδου. Η συστηματική δράση μπορεί να είναι (1) ειδική, όταν θεραπεύει μόνο κάποιο συγκεκριμένο νόσημα· (2) υποκατάστασης, όταν αναπληρώνει τις ουσίες που βρίσκονται σε έλλειμμα στον οργανισμό· (3) φυσική, όταν μερικά συστατικά των κυττάρων διαλύονται λόγω της δράσης του φαρμάκου στην αιματική κυκλοφορία· (4) χημική, όταν το φάρμακο ή μερικές από τις ουσίες του συνδέονται με τα συστατικά των κυττάρων ή των οργάνων και σχηματίζουν καινούργιους χημικούς σχηματισμούς· (5) δράση μέσω όσμωσης, που προκαλείται από την διάλυση αλάτων (αλλά επίσης και οξέων, ζάχαρης ή αλκάλεων) στο στόμαχο ή στο έντερο από υγρά που προέρχονται από το αίμα και από τους ιστούς· ή δράση μέσω διάχυσης, όταν το νερό απορροφάται από κύτταρα της λέμφου· (6) εκλεκτική όταν η δράση προέρχεται από φάρμακα που επηρεάζουν συγκεκριμένους ιστούς και όργανα· (7) συνεργική, όταν κάποιο φάρμακο επιτείνει τη δράση κάποιου άλλου· (8) ανταγωνιστική, όταν ένα φάρμακο δρα ανταγωνιστικά ως προς κάποιο άλλο· (9) φυσιολογική, όταν ένα φάρμακο ασκεί ευεργετική δράση, παρόμοια με κάποια που φυσιολογικά ασκεί ο οργανισμός· (10) θεραπευτική, όταν η δράση του φαρμάκου είναι η αντιμετώπιση ενός νοσήματος ή η επιδιόρθωση οργάνων ή ιστών που έχουν υποστεί κάποια βλάβη· (11) προκαλώντας παρενέργειες, όταν έχει μια μη επιθυμητή δράση· (12) εμπειρική, όταν οι δράσεις του δεν έχουν αποδειχθεί με βάση κλινικές και εργαστηριακές δοκιμασίες ότι είναι αποτελεσματικές, ή (13) τοξική, όταν το φάρμακο έχει τοξική ή ανεπιθύμητη δράση, η οποία γενικά είναι συνέπεια μακρόχρονης χρήσης ή υπερδοσολογίας.

Συσσωρευτική: Ορισμένα φάρμακα απεκκρίνονται ή απορροφώνται βραδέως με αποτέλεσμα μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις, το φάρμακο να συσσωρεύεται μέσα στον οργανισμό και να έχει τοξική δράση. Τέτοια φάρμακα δεν θα πρέπει να χορηγούνται για μεγάλες περιόδους.

Ασύμβατη: Ανεπιθύμητες παρενέργειες παρατηρούνται όταν ορισμένα φάρμακα χορηγούνται ταυτόχρονα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην ανταγωνιστική δράση ενός φαρμάκου με τα υπόλοιπα ή σε μια διασταυρούμενη αντίδραση, όπου το ένα φάρμακο απενεργοποιεί κάποιο άλλο (π.χ. μείγμα ορισμένων φαρμάκων που χορηγούνται ως ενδοφλέβια σκευάσματα).

Aliases (separate with |): Φαρμακολογική δράση
φαρυγγίτιδα

Φλεγμονή του βλεννογόνου και του λεμφικού ιστού του φάρυγγα, συνήθως ως αποτέλεσμα λοίμωξης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος προκαλείται συνήθως από ιογενείς ή βακτηριακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων του ιού της γρίπης, του πυογόνου στρεπτόκοκκου (streptococcus pyogenes) ή του μυκοπλάσματος της πνευμονίας (Mycoplasma pneumoniae). Περιστασιακά ευθύνονται η διφθερίτιδα και η μυκητίαση με Candida.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Το κύριο σύμπτωμα είναι η φαρυγγαλγία. Μπορεί να υπάρξει επίσης πυρετός, κακουχία, μυαλγίες, και επώδυνη κατάποση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι γαργάρες με αλατούχο νερό παρέχουν τοπική ανακούφιση. Τα αναλγητικά, τα υγρά, οι παστίλιες του φάρυγγα ή τα τοπικά αναισθητικά είναι επίσης βοηθητικά. Αν τα αποτελέσματα των εξετάσεων ή των καλλιεργειών δείξουν στρεπτόκοκκους, τότε η χορήγηση πενικιλλίνης ή ερυθρομυκίνης έχει θεραπευτικά αποτελέσματα.

Aliases (separate with |): Φαρυγγίτιδα
φεριτίνη

Σιδηρο-φωσφορικό πρωτεϊνικό σύμπλεγμα που περιέχει περίπου 23% σίδηρο. Σχηματίζεται στον εντερικό βλεννογόνο από τη σύνδεση τρισθενούς σιδήρου με μια πρωτεΐνη, την αποφεριτίνη. Οι ιστοί αποθηκεύουν με αυτή τη μορφή σίδηρο, κυρίως στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα του ήπατος, του σπλήνα και του μυελού των οστών.

Aliases (separate with |): Φεριτίνη
φλέβα

Αγγείο που μεταφέρει αποξυγονωμένο (σκούρο κόκκινο) αίμα προς την καρδιά, εκτός από τις πνευμονικές φλέβες που μεταφέρουν οξυγονωμένο αίμα. Το τοίχωμα της φλέβας αποτελείται από τρεις χιτώνες: το ενδοθήλιο που επενδύει το εσωτερικό του αγγείου σχηματίζοντας τις βαλβίδες, τον λεπτό μέσο λείο μυ'ίκό χιτώνα και τον λεπτό ινώδη εξωτερικό χιτώνα. Οι φλέβες διαφέρουν από τις αρτηρίες στο ότι έχουν μεγαλύτερη χωρητικότητα και είναι περισσότερες· επίσης έχουν λεπτότερο τοίχωμα, μεγαλύτερες και συχνότερες αναστομώσεις και εμφανίζουν βαλβίδες που αποτρέπουν την παλινδρόμηση αίματος. Οι συστηματικές φλέβες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, τις επιπολής ή υποδόριες και τις εν τω βάθει με πολλαπλές αναστομώσεις μεταξύ των δύο κατηγοριών. Οι πρώτες δεν συνοδεύουν συνήθως κάποια αρτηρία, όπως συμβαίνει με τις τελευταίες. Οι συστηματικές φλέβες μπορούν επίσης να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες - σε αυτές που εισέρχονται στον δεξιό κόλπο μέσω της κάτω κοίλης φλέβας, σε αυτές που εισέρχονται μέσω της άνω κοίλης φλέβας και σε αυτές που εισέρχονται μέσω του στεφανιαίου κόλπου.

Aliases (separate with |): Φλέβα
φλεβική πίεση

Η πίεση του αίματος εντός των φλεβών. Είναι υψηλότερη κοντά στην περιφέρεια και ελαττώνεται βαθμιαία από τα τριχοειδή προς την καρδιά. Κοντά στην καρδιά η πίεση μπορεί να είναι κοντά στο μηδέν (αρνητική πίεση), λόγω της αρνητικής ενδοθωρακικής πίεσης.

Aliases (separate with |): Φλεβική πίεση
φλεβικός σφυγμός

Ο σφυγμός σε μια φλέβα και ιδιαίτερα ο σφυγμός σε μεγάλες φλέβες κοντά στην καρδιά, όπως η έσω ή έξω σφαγίτιδα. Φυσιολογικά είναι ελάχιστα ψηλαφητός. Είναι έκδηλος σε καταστάσεις όπως η παλινδρόμηση του αίματος στην τριγλώχινα βαλβίδα.

Aliases (separate with |): Φλεβικός σφυγμός
φλεβίτιδα

Φλεγμονή μιας φλέβας.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι κοινές αιτίες περιλαμβάνουν τον χημικό ή μηχανικό ερεθισμό φλεβών από σκληρυντικά ενδοφλέβια υγρά ή μόνιμους καθετήρες, την θρόμβωση ή τις λοιμώξεις.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η προσβεβλημένη φλέβα είναι συχνά επώδυνη, ευαίσθητη, ερυθρή, ή οιδηματώδης. Η φλεγμονή ή η απόφραξη μεγάλων ή εν τω βάθη φλεβών μπορεί να προκαλέσει οίδημα περιφερικά της βλάβης.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Αν είναι δυνατό, θα πρέπει να χορηγούνται πολύ συμπυκνωμένες ή ερεθιστικές ενδοφλέβιες ουσίες, διαμέσου κεντρικών φλεβικών καθετήρων. Οι ερεθισμένες ή εξέρυθρες θέσεις της ενδοφλέβιας έγχυσης θα πρέπει να μεταβάλλονται. Οι ασθενείς με ιστορικό εν τω βάθη φλεβικής θρόμβωσης θα πρέπει να λαμβάνουν αντιπηκτικά φάρμακα και να αποφεύγουν το παρατεταμένο κάθισμα ή την κατάκλιση. Θα πρέπει να αποφεΰγουν επίσης φάρμακα, τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης, όπως είναι τα οιστρογόνα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η επιπολής θρομβοφλεβίτιδα θεραπεύεται με την ανύψωση του άκρου και την εφαρμογή θερμότητας. Κάθε ενοχλητικό διάλυμα ή καθετήρας αφαιρείται από την φλέβα. Η φλεβίτιδα που προκαλείται από θρόμβους μπορεί να θεραπευτεί με αντιαιμοπεταλιακά ή αντιπηκτικά φάρμακα, θρομβολυτικές ουσίες ή σε σπάνιες περιπτώσεις με χειρουργική επέμβαση. Μπορεί να χρειαστούν αντιβιοτικά, επέμβαση ή και τα δύο για τις λοιμώξεις των φλεβών.

Aliases (separate with |): Φλεβίτιδα
φλεγμονή

Μία ανοσολογική άμυνα έναντι τραυματισμού, λοίμωξης ή αλλεργίας, που χαρακτηρίζεται από αύξηση της τοπικής αιματικής ροής, μετανάστευση λευκών αιμοσφαιρίων, και απελευθέρωση χημικών τοξινών. Η φλεγμονή είναι ένας μηχανισμός που χρησιμοποιεί το σώμα για να προστατεύεται από την εισβολή ξένων οργανισμών και για την αποκατάσταση των ιστικώντραυμάτων. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της είναι η ερυθρότητα, η θερμότητα, το οίδημα, το άλγος, και η απώλεια λειτουργικότητας του τμήματος του σώματος. Συστηματικά, η φλεγμονή μπορεί να δημιουργήσει πυρετούς, αρθραλγίες και μυαλγίες, δυσλειτουργίες οργάνων και καταβολή.

Η ΦΛΕΓΜΟΝΩΔΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Οι τοπικές φλεγμονώδεις απαντήσεις ξεκινούν όταν ο τραυματισμένος ή μολυσμένος ιστός ενεργοποιεί την χυμική και κυτταρική ανοσία. Κατασκευάζονται πρωτείνες του συμπληρώματος και κυττα-ροκίνες. Αυτές οι πρωτείνες ενεργοποιούν έναν καταρράκτη χημικών γεγονότων τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της τοπικής αιματικής ροής και το τακτισμό λευκών αιμοσφαιρίων στους κατεστραμμένους ιστούς. Τα λευκά αιμοσφαίρια με την σειρά τους καταναλώνουν ξένα ή τραυματισμένα κύτταρα και απελευθερώνουν μεταβολίτες του αραχιδονικού οξέος, κινίνες, ισταμίνη και συμπλήρωμα, και με τον τρόπο αυτό ενισχύεται και παρατείνεται η ανοσολογική απάντηση. Τα λευκά αιμοσφαίρια απελευθερώνουν επίσης τοξικές ρίζες οξυγόνου, οξείδιο του αζώτου, και ένζυμα καταστροφής των ιστών σε μία απόπειρα να φονευθούν οι εισβάλλοντες μικροοργανισμοί. Σε υγιή άτομα, η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι να απομακρυνθούν όλοι οι κατεστραμμένοι ιστοί ή οι εισβάλλοντες παθογόνοι οργανισμοί (συνήθως γύρω στις 5 ημέρες). Ακολουθεί η συρροή ινοβλαστών οι οποίοι επιδιορθώνουν την βλάβη και δημιουργούν μία ουλή επούλωσης.

Συστηματικές φλεγμονώδεις απαντήσεις προκύπτουν όταν αναγνωρίζονται οι ξένες πρωτείνες (π.χ. στην κυκλοφορία του αίματος) και δημιουργούνται ανοσοσυμπλέγματα ή ενεργοποιούνται κυτταροτοξικά Τ κύτταρα. Αν η ανοσολογική απάντηση πυροδοτηθεί από σήψη, οι παράγοντες αυτοί βοηθούν στην κάθαρση των μικροοργανισμών από το αίμα.

Αυτοάνοσες νόσοι εμφανίζονται όταν τα χημικά και κυτταρικά όργανα της φλεγμονής κατευθύνονται επίμονα εναντίον των ιστών του σώματος.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Μη ειδικές εξετάσεις που υποδηλώνουν φλεγμονή περιλαμβάνουν τον αυξημένο αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων, αύξηση της καθίζησης ερυθρών ή των επιπέδων της C αντιδρώσας πρωτείνης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ήπια φλεγμονή (όπως η φλεγμονώδης μεταβολή που ακολουθεί μικρο-τραυ-ματισμούς) συχνά λύεται με την τοπική εφαρμογή παγοκύστεων ή παγωμένου νερού. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (π.χ. ιμπρουφαίνη) και τα στεροειδή (πχ. πρενδιζολόνη) είναι χρήσιμα στην αντιμετώπιση σοβαρότερων φλεγμονών, όπως και πολλά αντιρευματικά φάρμακα που τροποποιούν τη νόσο, όπως η μεθοτρεξάτη ή η αζαθειοπρίνη.

Aliases (separate with |): Φλεγμονή
φλεγμονώδης αντίδραση μεσολαβούμενη από την ανοσία

Η διαδικασία κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα καταστρέφει, διαλύει και αποσυνθέτει βλαπτικούς παράγοντες και τραυματισμένους ιστούς. Μικρού μεγέθους αγγεία διαστέλλονται και γίνονται διαπερατά. Αυτό αυξάνει την αιματική ροή και επιτρέπει την εξίδρωση πλάσματος και λευκοκυττάρων. Τα προερχόμενα από το αίμα κύτταρα περιλαμβάνουν μονοκύτταρα, ουδετερόφιλα, βασεόφιλα και λεμφοκύτταρα. Αυτά που προέρχονται από τους τοπικούς ιστούς αποτελούνται από ενδοθηλιακά κύτταρα, μαστοκύτταρα, ινοβλάστες του ιστού και μακροφάγα. Αλλοι μεσολαβητές της φλεγμονής είναι οι κυτοκίνες, οι ιντερ-λευκίνες και οι νευροπάθειες.

Aliases (separate with |): Φλεγμονώδης αντίδραση μεσολαβούμενη από την ανοσία
φλεγμονώδης νόσος της πυέλου

Λοίμωξη της μήτρας, των σαλπίγγων και των γειτονικών πυελικών ιστών, η οποία δεν σχετίζεται με χειρουργική επέμβαση ή εγκυμοσύνη. Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου προκαλείται συνήθως από ανιούσα λοίμωξη, κατά την οποία παθογόνοι μικροοργανισμοί εξαπλώνονται από τον κόλπο και τον τράχηλο προς τα άνω τμήματα του αναπαραγωγικού συστήματος της γυναίκας.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα χλαμύδια (Chlamydia trachomatis) και η γονόρροια (Neisseria gonorrheae) αποτελούν τις πιο συχνές αιτίες φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, αν και εμπλέκονται συχνά αναερόβια μικρόβια, όπως η Escherichia coli, και άλλοι μικροοργανισμοί.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Το πιο συχνό σύμπτωμα είναι το υπογάστριο ή πυελικό άλγος, το οποίο αρχίζει τυπικά μετά από την έναρξη της εμμήνου ρύσης. Συχνό σημείο είναι η έντονη ευαισθησία κατά την φυσική εξέταση του τραχήλου, των σαλπίγγων ή των ωοθηκών. Μερικές φορές υπάρχει διαυγές, λευκό ή πυώδες κολπικό έκκριμα. Σε λιγότερους ασθενείς μπορεί να εμφανιστεί πυρετός, ρίγη, ναυτία, έμετος, κολπική αιμόρροια, δυσουρία, δυσπαρεύνια ή άλγος του πρωκτού και του ορθού.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ο διαχωρισμός της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου από άλλες αιτίες κατώτερου κοιλιακού ή πυελικού άλγους μπορεί να είναι δύσκολος. Η νόσος μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ως σκωληκοειδίτιδα, εκκολπωματίτιδα, σαλπιγγοωοθηκικό απόστημα, ενδομητρίτιδα, εξωμήτρια κύηση ή ως κάποια άλλη σοβαρή νόσος. Απαντάται πιθανότερα σε νέες, σεξουαλικά δραστήριες ασθενείς, με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, ειδικά αν υπάρχει προηγούμενο ιστορικό σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων ή κατάχρησης ουσιών. Ανευρίσκεται συχνά λευκοκυττάρωση και αυξημένη ταχύτητα καθίζησης, ενώ κατά την πυελική εξέταση συχνά εμφανίζεται βλεννοπυώδες έκκριμα. Οι καλλιέργειες από τον κόλπο ή τον τράχηλο ενδέχεται να αποβούν βοηθητικές στην εξακρίβωση του αιτιολογικού μικροοργανισμού. Σε ασθενείς, όπου η διάγνωση δεν έχει διευκρινιστεί, μπορεί να χρειαστεί λαπαροσκόπηση, υπερηχογραφία ή αξονική τομογραφία.

ΕΠΙΠλΟΚΕΣ: Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου μπορεί να προκαλέσει συμφύσεις ή ουλοποίηση των σαλπίγγων και της πυέλου και αποτελεί συχνή αιτία πυελικού άλγους και εξωμήτριας κύησης. Σχεδόν το ένα τρίτο όλων των γυναικών που είναι υπογόνιμες, έχουν απολέσει την ικανότητά τους να συλλάβουν λόγω φλεγμονώδους νόσου της πυέλου. Περιστασιακά, η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου προκαλεί ενδοπεριτοναϊκά αποστήματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αντιβιοτικά που είναι αποτελεσματικά έναντι των γονοκόκκων, των χλαμυδίων, των αναερόβιων και των gram-αρνητικών βακτηρίων χρησιμοποιούνται συνήθως για την θεραπεία της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου. Η συνήθης θεραπεία περιλαμβάνει τετρακυκλίνες, όπως την δοξυκυκλίνη και μια κεφαλοσπορίνη. Η πρώιμη θεραπεία προλαμβάνει την υπογονιμότητα που προκαλείται από συμφύσεις ή ουλοποίηοη των σαλπίγγων. Σε ασθενείς με σαλπιγγικό ή πυελικό απόστημα απαιτείται παροχέτευση. Οι ερωτικοί σύντροφοι θα πρέπει να εξετάζονται για την ύπαρξη σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων ώστε να τους χορηγηθεί θεραπεία, αν τα αποτελέσματα των καλλιεργειών αποβούν θετικά.

Aliases (separate with |): Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου
φλεγμονώδης νόσος του εντέρου

Ένας όρος που χρησιμοποιείται για έναν αριθμό χρόνιων φλεγμονωδών νόσων του γαστρεντερικού συστήματος άγνωστης αιτιολογίας. Οι δύο συχνότερες είναι η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος του Crohn.

ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΑ: Η ελκώδης κολίτιδα περιορίζεται στις επιφανιακές στοιβάδες του τοιχώματος του εντέρου, ενώ η νόσος του Crohn μπορεί να περικλείει όλες τις στοιβάδες του εντερικού τοιχώματος από τον στοματοφάρυγγα μέχρι τον πρωκτό. Η φλεγμονή της ελκώδους κολίτιδας είναι συνεχής κατά μήκος του προσβεβλημένου εντέρου, δημιουργώντας έναν τραχύ, ελκωτικό, διαβρωμένο αυλό. Αντίθετα, η νόσος του Crohn χαρακτηρίζεται από πλάκες κοκκιωματώδους φλεγμονής, που δημιουργούν μία βλεννογονική επιφάνεια από στρογγυλές πλάκες οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν βαθιές σχισμές ή έναν παχύ, ελαστικό ιστό. Στη νόσος του Crohn μπορεί να δημιουργηθούν συρίγγια μεταξύ παρακειμένων τμημάτων του εντέρου, του κόλπου και της ουροδόχου κύστης, όχι όμως και στην ελκώδη κολίτιδα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Για τη διάγνωση των IBD χρησιμοποιούνται εξετάσεις του ανωτέρου και κατωτέρου πεπτικού συστήματος με βάριο και ενδοσκοπήσεις

Aliases (separate with |): Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
φλυκταινώδες έκζεμα

Θυλακιώδες, κηρώδες ή συνεχές έκζεμα, που περιλαμβάνει το εξέρυθρο έκζεμα (ερυθρή, στιλπνή επιφάνεια με μικρή παραγωγή ορώδους υγρού), το ερυθρό έκζεμα (τραχεία, ερυθρή επιφάνεια με άφθονη παραγωγή ορώδους υγρού), το ραγαδωτό έκζεμα (παχύ, ξηρό, ανελαστικό δέρμα με ραγάδες και σχισμές), το λεπιδώδες ή πιτυρώδες έκζεμα (χρόνιο σε πέλματα, κάτω άκρα και τριχωτό κεφαλής με πολλαπλές, περιγεγραμμένες, διαβρωμένες πλάκες με λεπτά, ξηρά λέπια).

Aliases (separate with |): Φλυκταινώδες έκζεμα
φορέας
  1. Άτομο το οποίο περιθάλπει ειδικό παθογόνο οργανισμό, δε φέρει διακριτά συμπτώματα της νόσου και είναι δυνητικά ικανός να εξαπλώσει τον οργανισμό σε άλλους.

  2. Ένα ζώο, έντομο, ή ουσία (πχ., τροφή, νερό, κόπρανα) που μπορεί να μεταδώσει μολυσματικούς οργανισμούς.

  3. Μόριο το οποίο όταν συνδυασθεί με άλλη ουσία, μπορεί να διέρχεται μέσω της κυτταρικής μεμβράνης, όπως συμβαίνει κατά τη διευκολυνόμενη διάχυση ή ορισμένους μηχανισμούς ενεργού μεταφοράς.

  4. Ένας ετεροζυγώτης, ένας ο οποίος φέρει ένα υπολειπόμενο γονίδιο μαζί με το φυσιολογικό του αλληλόμορφο.

  5. Εργαλείο ή συσκευή για μεταφορά. Στην οδοντιατρική για παράδειγμα, ένας μεταφορέας αμαλγάματος.

Aliases (separate with |): Φορέας
φόρμα συγκατάθεσης

Νομικό έγγραφο, με ημερομηνία και υπογεγραμμένο από έναν ασθενή και τον επιβλέποντα ιατρό του, το οποίο δηλώνει ότι ο ασθενής έχει συμβουλευθεί σχετικά με τη φροντίδα που πρόκειται να λάβει. Το έγγραφο πρέπεινα καθορίζειτη φύση της παρακολούθησης καιτα προτεινόμενα οφέλη και κινδύνους. Εάν η παρακολούθηση περιλαμβάνει επεμβατική διαδικασία, το έγγραφο πρέπεινα παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τη διαδικασία, έτσι ώστε ένας λογικός άνθρωπος να μπορεί να αποφασίσει εάν ενδιαφέρεται να προχωρήσει. Πρέπει επίσης να καταγράφονται οι κίνδυνοιτης διαδικασίας καθώςκαι εκείνοιπου υπάρχουν εάν δεν ακολουθηθεί. Πρέπει επίσης να απαριθμηθούν εναλλακτικές της διαδικασίας. Πρέπει να διατυπωθούν στο έγγραφο με σαφήνεια οποιοιδήποτε ειδικοί όροιή συνθήκες. Το έγγραφο επικυρώνεται όταν αναγραφεί η ημερομηνία και υπογραφεί από όλα τα ενδιαφερόμενα μέλη.

Aliases (separate with |): Φόρμα συγκατάθεσης
Φρόιντ, Σίγκμουντ

Διάσημος Αυστριακός νευρολόγος και ψυχαναλυτής (1856-1939) του οποίου οι διδασκαλίες περιλάμβαναν την ανάλυση αντοχής και μεταβίβασης και μία διαδικασία έρευνας της διανοητικής λειτουργίας με χρήση ελεύθερου συνειρμού και ερμηνεία ονείρων. Ο Φρόιντ δε θεωρούσε την ψυχανάλυση επιστημονική. Πίστευε ότι ο σκοπός της ήταν η διασαφήνιση των σκοτεινότερων μύχιων του μυαλού και η διευκόλυνση ατόμων να ενσωματώσουν τις συναισθηματικές και διανοητικές πλευρές της φύσης τους (π.χ. τις δυνάμεις ζωής και θανάτου) και να αναπτύξουν καλύτερη αυτογνωσία και ένα επίπεδο ωριμότητας και ηρεμίας μυαλού που θα μπορούσαν να βοηθήσουν το άτομο και τους άλλους να έχουν καλύτερες ζωές.

Aliases (separate with |): Φρόιντ, Σίγκμουντ
φρουκτόζη

Σάκχαρο φρούτων. Ένας μονοσακχαρίτης και μία εξόζη που έχει τον ίδιο εμπειρικό τύπο με την γλυκόζη, C6H12O6, και βρίσκεται σε σιρόπι αραβόσιτου, μέλη, χυμούς φρούτων και ως μέρος του δισακχαρίτη σακχαρόζη. Στο ήπαρ, η φρουκτόζη μετατρέπεται σε γλυκόζη ώστε να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ενέργειας ή για την αποθήκευσή της ως γλυκογόνο.

Aliases (separate with |): Φρουκτόζη
φυλετική επιλογή
  1. Επιλογή του φύλου ενός απογόνου μέσω μεθόδων οι οποίες αυξάνουν την πιθανότητα σύλληψης αγοριού ή κοριτσιού.
  2. Θεωρία, οι ρίζες της οποίας εντοπίζονται στην προσπάθεια αναζήτησης διαφορών στα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου μεταξύ αρσενικών και θηλυκών ζώων (συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων). Υποστηρίζεται ότι τα άτομα ζευγαρώνουν με άτομα του αντίθετου φύλου τα οποία φέρουν ταυτοποιήσιμους διακριτούς φαινοτύπους.
Aliases (separate with |): Φυλετική επιλογή
φυλοσύνδετο γονίδιο

Γονίδιο στο χρωμόσωμα Χ για το οποίο δεν υπάρχει αντίστοιχο γονίδιο στο χρωμόσωμα Y. Τα γονίδια αυτά είναι συνήθως υπολειπόμενα, αλλά στους άρρενες που δε διαθέτουν αντίστοιχα γονίδια για την αναστολή της έκφρασής τους, τα χαρακτηριστικά (π.χ., αχρωματοψία ερυθρού-πράσινου) εκφράζονται παρουσία ενός μόνο υπολειπόμενου γονιδίου.

Aliases (separate with |): Φυλοσύνδετο γονίδιο
φυματίωση

Μια λοιμώδης νόσος που προκαλείται από βάκιλλο φυματίου, Mycobacterium tuberculosis, και χαρακτηρίζεται παθολογικά από φλεγμονώδη διήθηση, σχηματισμό φυματίων, τυροειδοποίηση ιστών, νέκρωση, αποστήματα, ίνωση και αποτιτάνωση. Επηρεάζει συνηθέστερα το αναπνευστικό σύστημα, αλλά μπορούν να προσβληθούν και άλλα σημεία του οργανισμού όπως η γαστρεντερική και ουροποιογεννητική οδός, οστά, αρθρώσεις, νευρικό σύστημα, λεμφαδένες, και δέρμα. Ψάρια, αμφίβια, πτηνά και θηλαστικά (ειδικότερα βοοειδή) υπόκεινται στη νόσο. Υπάρχουν τρεις τύποι βακίλλων φυματίωσης: ανθρώπειοι, βόειοι, και των πτηνών. Οι άνθρωποι μπορούν να προσβληθούν από οποιονδήποτε από τους τρεις τύπους, αλλά στις ΗΠΑ ο ανθρώπειος τύπος κυριαρχεί. Η μόλυνση συνήθως αποκτάται μέσω της επαφής με ένα προσβεβλημένο άτομο ή μια προσβεβλημένη αγελάδα ή μέσω της πόσης μολυσμένου γάλακτος. Στις ΗΠΑ, περίπου 10 έως 15 εκατομμύρια άτομα έχουν προσβληθεί από φυματίωση. Παγκοσμίως, περίπου 1,7 δισεκατομμύρια άτομα φέρουν τη λοίμωξη. Περίπου 3% των περιστατικών ΤΒ είναι ανθεκτικά σε φάρμακα.

Η φυματίωση συνήθως προσβάλλει τους πνεύμονες, αλλά η νόσος μπορεί να εξαπλωθεί σε άλλα όργανα συμπεριλαμβανομένων των γαστρεντερικών και ουροποιογεννητικών οδών, οστών, αρθρώσεων, νευρικού συστήματος, λεμφαδένων, και δέρματος. Τα μακροφάγα περιβάλλουν τους βακίλλους σε μία προσπάθεια εγκόλπωσής τους αλλά δεν μπορούν, παράγοντας κοκκιώματα με έναν μαλακό, τυροειδή πυρήνα. Από αυτήν την κατάσταση, οι αλλοιώσεις μπορεί να επουλωθούν από ίνωση και αποτιτάνωση και η νόσος να υπάρχει σε ένα ανεσταλμένο ή ανενεργό στάδιο. Επανενεργοποίηση ή επιδείνωση της νόσου ή επαναμόλυνση οδηγούν στη χρόνια προοδευτική μορφή.

Η συχνότητα εμφάνισης της ΤΒ μειώθηκε σταδιακά από τα 1950 έως περίπου το 1990, όταν το επιδημικό σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας, μία αύξηση στον πληθυσμό των αστέγων, μία αύξηση στους μετανάστες από ενδημικές περιοχές, και μία μείωση στην δημόσια επαγρύπνηση προκάλεσαν ανάκαμψη της νόσου. Οι πληθυσμοί σε υψηλότερο κίνδυνο ΤΒ περιλαμβάνουν ασθενείς με ανθρώπινο ιό ανοσοανεπάρκειας (HIV), Ασιάτες και άλλους πρόσφυγες, άστεγους των πόλεων, αλκοολικούς και άλλους χρήστες ουσιών, τρόφιμους φυλακών και ψυχιατρικών ιδρυμάτων, εσωτερικούς ασθενείς ιδιωτικών κλινικών, ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, και άτομα με χρόνιες αναπνευστικές διαταραχές, σακχαρώδη διαβήτη, νεφρική δυσλειτουργία, ή με υποσιτισμό. Άτομα από αυτές τις ομάδες κινδύνου πρέπει να εκτιμώνται για ΤΒ εάν αναπτύξουν πνευμονία. Όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας πρέπει να εξετάζονται ετησίως.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ: Περίπου 4 έως 12 εβδομάδες θα παρέλθουν μεταξύ του χρόνου της λοίμωξης και του χρόνου εμφάνισης μιας ευαπόδεικτης πρωτογενούς αλλοίωσης ή θετικής δερματικής δοκιμής φυματίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η πνευμονική ΤΒ παράγει χρόνιο βήχα, παραγωγή πτυέλων, πυρετό, ιδρώτα, και απώλεια βάρους. Η ΤΒ μπορεί επίσης να προκαλέσει νευρολογική νόσο (μηνιγγίτιδα), μολύνσεις των οστών, ουροποιητική αιμορραγία, και άλλα συμπτώματα εάν εξαπλωθεί σε άλλα όργανα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Μία θετική δερματική δοκιμή φυματίνης υποδεικνύει ότι ο ασθενής παρουσιάζει φυματιώδη λοίμωξη. Ωστόσο, εκτός και εάν επαναλαμβανόμενες εξετάσεις υποδείξουν μία πρόσφατη αλλαγή από αρνητική, είναι απίθανο να γνωρίζουμε πόσο πρόσφατα συνέβη η λοίμωξη. Μία τεκμαρτή διάγνωση ενεργούς νόσου πραγματοποιείται μέσω της εύρεσης οξεάντοχων βακίλλων σε κεχρωσμένα επιχρίσματα από πτύελο ή άλλα σωματικά υγρά. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με την απομόνωση του Mycobacterium tuberculosis σε καλλιέργεια ή ταχείς δοκιμαστικούς ανιχνευτές νουκλεϊνικών οξέων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Θεραπευτικές αγωγές για ΤΒ έχουν αναπτυχθεί για ασθενείς ανάλογα με την κατάσταση HlV, την επικράτηση στην κοινωνία νόσου ανθεκτικής σε πολλαπλά φάρμακα, αλλεργίες φαρμάκων, και αλληλεπιδράσεις φαρμάκων. ΤΒ χωρίς επιπλοκές στον μη-HlV προσβεβλημένο ασθενή τυπικά αντιμετωπίζεται με θεραπευτική αγωγή τεσσάρων φαρμάκων για 2 μήνες (ισονιαζίδη, ριφαμπίνη, εθαμπουτόλη, και πυραζιναμίδη), ακολουθούμενη από ισονιαζίδη και ριφαμπίνη για 4 μήνες επιπλέον. Κάποιοι ειδικοί συνιστούν μία μεγαλύτερη σε χρονική διάρκεια θεραπεία σε ασθενείς που έχουν προσβληθεί συγχρόνως και με HIV. Για τη διασφάλιση συμμόρφωσης και για την αποτροπή της εξέλιξης ανθεκτικών σε φάρμακα στελεχών των Mycobacteria, πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα παρατηρούμενη θεραπεία. Η ανθεκτική σε πολλαπλά φάρμακα ΤΒ είναι δυσκολότερο να αντιμετωπισθεί επιτυχώς. Έχει ποσοστό θνησιμότητας έως 80% και μπορεί να απαιτεί θεραπεία έως 2 έτη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Όλοι οι ασθενείς με HIV πρέπει να ελέγχονται για ΤΒ, και όλοι οι ασθενείς με ΤΒ πρέπει να ελέγχονται για HIV, επειδή περίπου ένα τέταρτο όλων των ασθενών με τη μία νόσο μπορούν να προσβληθούν από την άλλη.

Aliases (separate with |): Φυματίωση
φύσημα

Ένας παθολογικός ήχος που ακούγεται κατά την ακρόαση της καρδιάς ή των γειτονικών μεγάλων αιμοφόρων αγγείων. Τα φυσήματα μπορεί να είναι ήπια, σαν φύσημα ανέμου, τραχέα, βύθια, δυνατά ή ποικίλα σε ένταση. Μπορεί να ακούγονται κατά τη συστολή, τη διαστολή ή και τα δύο. Ένα φύσημα δεν υποδεικνύει απαραίτητα καρδιακή νόσο και πολλές καρδιακές νόσοι δεν παράγουν φυσήματα.

Aliases (separate with |): Φύσημα
φυσιολογικός φλεβοκομβικός ρυθμός

Φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός του οποίου ο βηματοδότης εντοπίζεται στον φλεβόκομβο και του οποίου η αγωγιμότητα μέσω των κόλπων, του κολποκοιλιακού κόμβου και των κοιλιών είναι διαρκής. Το μεσοδιάστημα μεταξύ των συμπλεγμάτων είναι φυσιολογικό, ο κοιλιακός ρυθμός είναι μεταξύ 60 ως 100, παρατηρούνται θετικά P κύματα στις απαγωγές Ι και ΙΙ, αρνητικό κύμα P στην απαγωγή AVR, διάστημα P-R 0,12 ως 0,20 sec και ένα κύμα P να προηγείται κάθε QRS συμπλέγματος.

Aliases (separate with |): Φυσιολογικός φλεβοκομβικός ρυθμός
φωσφορικό άλας

Κάθε άλας του φωσφορικού οξέος που περιέχει την ρίζα ΡΟ4. Τα φωσφορικά άλατα είναι σημαντικά στην διατήρηση της οξεοβασικής ισορροπίας του αίματος, τα κυριότερα των οποίων είναι το μονονατρικό και δινατρικό φωσφορικό άλας. Το πρώτο είναι όξινο, το δεύτερο αλκαλικό. Στο αίμα, λόγω της χαμηλής τους συγκέντρωσης, ασκούν ελάσσονα ρυθμιστική δράση.

Aliases (separate with |): Φωσφορικό άλας
φωτοδυναμική θεραπεία

Έγχυση φωτοευαίσθητης χημικής ουσίας ή χρωστικής στην περιοχή ενός όγκου, που ακολουθείται από την έκθεση της περιοχής αυτής σε φως (συνήθως λέιζερ) με σκοπό την θανάτωση των καρκινικών κυττάρων.

Aliases (separate with |): Φωτοδυναμική θεραπεία
φωτοευαισθησία

Η ευαισθησία στο φως, είτε λόγω αυτοάνοσης πάθησης, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, είτε λόγω χρήσης ή εφαρμογής ευαισθητοποιητικών φαρμάκων ή χημικών ουσιών.

ΦΑΡΜΑΚΟ-ΕΠΑΓΟΜΕΝΗ ΦΩΤΟΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ: Τα άτομα που χρησιμοποιούν συγκεκριμένα φάρμακα ή άλλες χημικές ουσίες μπορεί να αναπτύξουν δερματίτιδα ή ηλιακό έγκαυμα, μετά την έκθεση στο φως συγκεκριμένης έντασης και διάρκειας, το οποίο φυσιολογικά δεν θα τους επηρέαζε. Αυτές οι φωτοτοξικές αντιδράσεις προκαλούνται από την αλληλεπίδραση του υπεριώδους φωτός και των χημικών ουσιών που εμπεριέχονται στο φάρμακο, αλλά δεν επάγονται από το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι ουσίες που σχετίζονται με φωτοευαισθησία περιλαμβάνουν τα παράγωγα της πίσσας που ανευρίσκονται σε αρώματα και βαφές, τα αντιεμετικά φάρμακα, τα οιστρογόνα και τα προγεσταγόνα, τα ψωραλένια, τις σουλφοναμίδες, τις σουλφονυλουρίες (από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα), τα θειαζιδικά διουρητικά, και τις τετρακυκλίνες. Τα άτομα που είναι γνωστό ότι έχουν αυξημένη ευαισθησία στο φως, η οποία προκαλείται από τα φάρμακα που λαμβάνουν, θα πρέπει να αποφεύγουν την έκθεση στο φως ή όταν εκτίθενται σε αυτό να χρησιμοποιούν ηλιοπροστασία ή ενδύματα που να καλύπτουν τις εκτιθέμενες περιοχές του δέρματος.

Aliases (separate with |): Φωτοευαισθησία
χαλαρή διαστολή ιστών

Μια τεχνική που χρησιμοποιείται στην πλαστική χειρουργική για την διαστολή του δέρματος πριν την εκτομή μιας περιοχής για την επίτευξη ενός περισσότερο αισθητικού κλεισίματος πληγής. Ένα ή περισσότερα διαστελλόμενα μπαλόνια εισάγονται κάτω από το δέρμα. Τα μπαλόνια στην συνέχεια διαστέλλονται αυξάνοντας σταδιακά το ποσό του φυσιολογικού ορού εντός τους. Αυτό πραγματοποιείται σε εβδομαδιαία βάση για όσο χρόνο απαιτείται για να εκταθεί επαρκώς το υπερκείμενο δέρμα. Έπειτα από την ολοκλήρωση της διαστολής, πραγματοποιείται η διαδικασία της πλαστικής χειρουργικής. Έτσι, επιτρέπεται η απομάκρυνση του δέρματος χωρίς να απαιτείται η κάλυψη της περιοχής με μόσχευμα δέρματος.

Aliases (separate with |): Χαλαρή διαστολή ιστών
χαλκός

ΣΥΜΒ.: Cu. Μέταλλο, μικρές ποσότητες του οποίου χρησιμοποιούνται από τον οργανισμό, με ατομικό βάρος 63,54, ατομικό αριθμό 29 και ειδικό βάρος 8,96. Τα άλατά του είναι ερεθιστικά δηλητήρια. Τα συμπτώματα της έλλειψης περιλαμβάνουν αναιμία, αδυναμία, μειωμένη αναπνοή και αύξηση και κακή χρήση του σιδήρου. Βλ.: Παράρτημα Δηλητηρίων και Δηλητηριάσεων.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Το συνολικό περιεχόμενο του οργανισμού σε χαλκό είναι 100 ως 150 mg. Το ποσό το οποίο φυσιολογικά προσλαμβάνεται κάθε ημέρα είναι λιγότερο από 2 mg. Βρίσκεται σε πολλούς φυτικούς και ζωικούς ιστούς. Ο χαλκός είναι σημαντικό συστατικό διαφόρων ενζύμων, περιλαμβανομένων εκείνων της σύνθεσης αιμοσφαιρίνης και της κυτταρικής αναπνοής. Αποθηκεύεται στο ήπαρ και η περίσσειά του απεκκρίνεται στη χολή ή από τους νεφρούς.

Aliases (separate with |): Χαλκός
χαμηλό βάρος γέννησης

Παθολογικά χαμηλό βάρος ενός νεογνού, συνήθως λιγότερο από 2.500 g. Ένα νεογνό βάρους 280 g έχει επιζήσει, αλλά με σωματικά και διανοητικά προβλήματα.

Για να αναγνωριστούν οι μητέρες που διατρέχουν κίνδυνο να γεννήσουν νεογνά LΒW, απαιτείται προσεκτική εκτίμηση. Στους δημογραφικούς παράγοντες αυξημένου κινδύνου περιλαμβάνεται η ηλικία της μητέρας (εφηβεία) και η φυλή, με τις υπόλοιπες φυλές πλην της λευκής να εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο. Οι πρωτοτόκες γυναίκες κάτω των 15 ετών διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο. Η εξέταση του ατομικού ιστορικού της μητέρας συχνά αποκαλύπτει χαμηλό βάρος γέννησης ή χαμηλό βάρος πριν την κύηση, προηγούμενο πρόωρο τοκετό ή αυτόματη αποβολή, γέννηση και άλλων νεογνών με LBW ή έκθεση του εμβρύου σε διαιθυλοστιλβεστρόλη. Πιθανόν να αναφερθεί επίσης κάπνισμα ή κατάχρηση άλλων ουσιών (π.χ. οινοπνεύματος, ναρκωτικών). Αλλοι παράγοντες είναι το ύψος της μητέρας, όταν είναι κάτω από 1,50 m, το βάρος όταν είναι κάτω από το 80% του τυπικού βάρους για το ύψος της μητέρας, διαβήτης με αγγειακές διαταραχές, λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων με Chlamydia trachomatis και λοιμώξεις του ουροποιητικού.

Aliases (separate with |): Χαμηλό βάρος γέννησης
χειρισμός του Valsalva

Προσπάθεια βίαιης εκπνοής με κλειστή τη γλωττίδα, τη μύτη και το στόμα. Ο χειρισμός αυτός προκαλεί αυξημένη ενδοθωρακική πίεση, μείωση της καρδιακής συχνότητας, μείωση της φλεβικής επαναφοράς αίματος και αυξημένη φλεβική πίεση. Εφόσον οι ευσταχιανές σάλπιγγες δεν είναι αποφραγμένες, θα αυξηθεί επίσης η πίεση στην τυμπανική μεμβράνη. Όταν ο χειρισμός γίνεται με μόνο τη γλωττίδα κλειστή, θα αυξηθεί μόνο η ενδοθωρακική πίεση. Ο χειρισμός μπορεί να βοηθήσει στη μετατροπή μιας υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας σε φλεβοκομβικό ρυθμό ή στο άνοιγμα των έξω ακουστικών πόρων που αποφράχθηκαν κατά τη διάρκεια μιας απότομης κατάβασης από υψόμετρο.

Aliases (separate with |): Χειρισμός του Valsalva
χειρουργική επέμβαση παράκαμψης των στεφανιαίων αρτηριών

Η χειρουργική δημιουργία παράκαμψης, η οποία επιτρέπει στο αίμα να μετακινηθεί από την αορτή ή την έσω μαστική αρτηρία σε κλάδο της στεφανιαίας αρτηρίας σε σημείο μετά από μία απόφραξη. Χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Εξηγείται η χειρουργική επέμβαση, ο εξοπλισμός και οι διαδικασίες που ακολουθούνται στην μεταναισθητική μονάδα και στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Εάν είναι δυνατό, προγραμματίζεται ξενάγηση του ασθενούς στις εγκαταστάσεις. Ο νοσηλευτής βοηθά στην εισαγωγή αρτηριακών και κεντρικών καθετήρων και ξεκινά την παρακολούθηση της καρδιάς όταν ο ασθενής εισάγεται στο χειρουργικό θάλαμο.

Μετεγχειρητική: Αρχικά, μετά τη χειρουργική επέμβαση, ο ασθενής θα φέρει ενδοτραχειακή διασωλήνωση. Θα αερίζεται μηχανικώς και θα είναι συνδεδεμένος με συσκευή καρδιακής παρακολούθησης. Θα φέρει ρινογαστρικό σωλήνα, σωλήνα και σύστημα παροχέτευσης στο θώρακα, έναν μόνιμο ουροκαθετήρα, αρτηριακές και φλεβικές γραμμές, επικαρδιακά σύρματα βηματοδότησης και καθετήρα της πνευμονικής αρτηρίας.

Παρακολουθούνται σημεία αιμοδυναμικής καταστολής, όπως βαριά υπόταση, ελαττωμένη καρδιακή παροχή και καταπληξία, ενώ λαμβάνονται και καταγράφονται τα ζωτικά σημεία, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, έως ότου σταθεροποιηθεί ο ασθενής. Παρακολουθούνται διαταραχές στην καρδιακή συχνότητα, ή ρυθμό, ενώ καταγράφονται και αναφέρονται οποιεσδήποτε ανωμαλίες. Γίνονται οι κατάλληλες προετοιμασίες για την έναρξη, ή υποβοήθηση της επικαρδιακής βηματοδότησης, καρδιομετατροπής, ή απινίδωσης ως χρήζει. Παρακολουθούνται οι πιέσεις της πνευμονικής αρτηρίας, η κεντρική φλεβική πίεση, και η αριστερή αρτηριακή πίεση διατηρείται εντός των προδιαγεγραμμένων οδηγιών (συνήθως μεταξύ των 110 και 70 mmHg). Εξετάζονται συχνά οι περιφερικοί σφυγμοί, ο χρόνος επαναπλήρωσης των τριχοειδών και η θερμοκρασία και το χρώμα του δέρματος. Ακροάται ο θώρακας για μεταβολές των καρδιακών τόνων, ή πνευμονικής συμφόρησης. Καταγράφονται και αναφέρονται στον χειρουργό οποιεσδήποτε ανωμαλίες. Παρακολουθείται η οξυγόνωση των ιστών, εξετάζοντας τους αναπνευστικούς ήχους, τις αναπνευστικές κινήσεις του θώρακος, τη συμμετρία της διάτασης του θώρακος και τις τιμές του παλμικού οξυμέτρου και των αερίων του αρτηριακού αίματος (ABG). Προσαρμόζονται ανάλογα οι ρυθμίσεις του αερισμού. Εξετάζεται η πρόσληψη και η αποβολή υγρών καθώς και τα επίπεδα ηλεκτρολυτών για πιθανές διαταραχές. Διατηρείται η παροχέτευση του θώρακα στην ενδεδειγμένη αρνητική πίεση (συνήθως μεταξύ -10 ως -4θ cm H2O) και ελέγχονται οι σωλήνες στον θώρακα για τη βατότητα τους. Ο ασθενής εξετάζεται για αιμορραγία, υπέρμετρη παροχέτευση (>200 ml/hr) και ξαφνική ελάττωση ή παύση της παροχέτευσης. Χορηγούνται τα ενδεδειγμένα αναλγητικά και άλλα φάρμακα.

Καθ όλη την περίοδο ανάνηψης, ο ασθενής εξετάζεται για ενδείξεις αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, πνευμονικής εμβολής και ελαττωμένης νεφρικής αιμάτωσης. Αφ ότου ο ασθενής απεξαρτηθεί από τη συσκευή αερισμού και αποσωληνωθεί, αρχίζει φυσιοθεραπεία θώρακα και ασκήσεις αναπνευστικής γυμναστικής με μέτρηση της αναπνοής, ο ασθενής ενθαρρύνεται να αναπνέει βαθιά και να βήχει ενώ υποβοηθάται να αλλάζει συχνά θέση. Παρέχεται επίσης βοήθεια σε ασκήσεις εύρους κίνησης καθώς και σε ασκήσεις ενεργητικής κίνησης των ποδιών και ενδυνάμωσης των γλουτιαίων και τετρακεφάλων.

Πριν από το εξιτήριο, ο ασθενής καθοδηγείται να αναφέρει οποιαδήποτε σημάδια λοίμωξης (δηλ., πυρετό, πονόλαιμο, ερυθρότητα, πρήξιμο ή εκκρίσεις από τις τομές στο πόδι ή το στήθος), ή καρδιακές επιπλοκές (δηλ., στηθάγχη, ζάλη, ταχύ ή ακανόνιστο σφυγμό, ή αυξημένη εξάντληση, ή παρατεταμένη περίοδο ανάνηψης μετά από κάποια δραστηριότητα ή φυσική άσκηση). Μετά από εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, αναπτύσσεται συχνά το σύνδρομο μετακαρδιοτομής, χαρακτηριζόμενο από πυρετό, πόνο στους μυς και στις αρθρώσεις, αδυναμία, ή δυσφορία στο στήθος. Μπορεί επίσης να εκδηλωθεί μετεγχειρητική κατάθλιψη ως και εβδομάδες μετά το εξιτήριο. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του καθησυχάζονται ότι αυτό είναι φυσιολογικό και συνήθως παρέρχεται γρήγορα. Ο ασθενής συμβουλεύεται να παρακολουθεί οποιουσδήποτε περιορισμούς σχετικά με το κάπνισμα, το νάτριο, τη χοληστερόλη, τα λίπη και τις θερμίδες, γεγονός το οποίο μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου υποτροπής της αρτηριακής απόφραξης. Ο ασθενής πρέπει να διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ της δραστηριότητας και της ανάπαυσης και πρέπει να προγραμματίζει μια μικρή περίοδο απογευματινής ανάπαυσης και ύπνο 8 ωρών τη νύκτα. Οποιαδήποτε κουραστική δραστηριότητα πρέπει να ακολουθείται από συχνή ανάπαυση. Συνιστάται η συμμετοχή σε ενδεικνυόμενες ασκήσεις καρδιακής αποκατάστασης και ενισχύονται οποιοιδήποτε περιορισμοί των δραστηριοτήτων (αποφυγή ανασήκωσης βαρέων αντικειμένων, οδήγηση ή εντατική εργασία έως ότου δοθεί ειδική άδεια). Προσφέρεται ο κατάλληλος εφησυχασμός ως προς τη δυνατότητα του ασθενούς να ανέβει σκάλες, να έχει σεξουαλική δραστηριότητα, να πλένεται ή να κάνει ελαφρές εργασίες στο σπίτι. Ο ασθενής παραπέμπεται σε τοπικές ομάδες πληροφόρησης και υποστήριξης, ή οργανισμούς όπως η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία.

Aliases (separate with |): Χειρουργική επέμβαση παράκαμψης των στεφανιαίων αρτηριών
χημειοθεραπεία

Φαρμακευτική θεραπεία, η οποία χρησιμοποιείται πχ., στη θεραπεία λοιμώξεων, καρκίνων και άλλων νόσων ή παθήσεων.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι θεραπευτικοί παράγοντες οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου είναι δηλητήρια και ενέχουν κινδύνους σε εκείνους που τους χειρίζονται και πρωταρχικά στους φαρμακοποιούς και στους νοσηλευτές. Συνήθως μόνο οι ογκολόγοι οι οποίοι είναι ειδικά εκπαιδευμένοι στη χορήγηση χημειοθεραπείας πρέπει να αναλαμβάνουν αυτό το καθήκον. Ο πιο σημαντικός παράγοντας ελάττωσης της έκθεσης, είναι η χρήση κατάλληλης προστασίας κατά την προετοιμασία και χορήγηση αυτών των παραγόντων. Μετά από το πλύσιμο των χεριών, ο ιατρός φορά κατάλληλη ενδυμασία. Ο προστατευτικός ρουχισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όταν τα φάρμακα παρασκευάζονται στον ειδικό θάλαμο, αλλά συνήθως μόνο χειρουργικά γάντια χωρίς ταλκ, ή γάντια χημειοθεραπείας άνευ ελαστικού χρησιμοποιούνται κατά τις περισσότερες χορηγήσεις. Στη συνέχεια, ο υπεύθυνος συγκεντρώνει τον εξοπλισμό για τη χορήγηση των φαρμάκων, περιλαμβανομένου διαλύματος φυσιολογικού ορού, ή διαλύματος γλυκόζης 5% (πρέπει να χρησιμοποιηθεί το ίδιο διάλυμα τόσο κατά την έναρξη όσο και κατά την ανάμιξη), ενδοφλέβιων γραμμών, των φαρμάκων, μάκτρων αιθανόλης, στείρας γάζας, καθώς και όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για την εγκατάσταση ενδοφλέβιας γραμμής και απορροφητικά επιθέματα υποστηριζόμενα από πλαστικό. Συχνά οι ασθενείς μπορούν να σιτίζονται ή να πίνουν κατά τη χορήγηση χημειοθεραπείας. Τα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται σε ήρεμο περιβάλλον, και όλα τα απορρίμματα της χημειοθεραπείας και ο εξοπλισμός πρέπει να απορρίπτονται σε ενδεδειγμένους κάδους απορριμμάτων. Οι φροντιστές πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες OHSA κατά τον καθαρισμό διαρροών των φαρμάκων. Πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα και να χρησιμοποιούνται σύνεργα καθαρισμού διαρροών και οι περιοχές στις οποίες συνέβη διαρροή να καθαριστούν τρεις φορές χρησιμοποιώντας νερό και σαπούνι (για το δέρμα) ή απορρυπαντικό ακολουθούμενο από καθαρό νερό (για άλλες επιφάνειες). Η έκθεση θέτει επιπρόσθετους κινδύνους στην αναπαραγωγική υγεία των γυναικών, περιλαμβανομένων έκτοπης εγκυμοσύνης, αυτόματων αποβολών και εμβρυικών ανωμαλιών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες φονεύουν τα καρκινικά κύτταρα, αλλά φονεύουν επίσης ή τραυματίζουν και φυσιολογικά κύτταρα, θέτοντας σε κίνδυνο την άνεση και ασφάλεια του ασθενούς. Μια συνήθης και δυνητικά σοβαρή παρενέργεια είναι η καταστολή του μυελού των οστών.Η χημειοθεραπεία μπορεί να ελαττώσει τους αριθμούς των λευκοκυττάρων, ερυθροκυττάρων και αιμοπεταλίων στην περιφέρεια. Η λευκοπενία αυξάνει τον κίνδυνο του ασθενούς για λοιμώξεις, ιδιαίτερα εάν οι αριθμοί κοκκιοκυττάρων κατέλθουν κάτω από 1000/ mm3. Παρέχονται πληροφορίες στον ασθενή σχετικά με την προσωπική υγιεινή και για τις θέσεις δυνητικής μόλυνσης και διδάσκεται να αναγνωρίζει σημάδια και συμπτώματα, όπως ο πυρετός, ο βήχας, ο πονόλαιμος ή η αίσθηση καύσου κατά τη διούρηση. Επισημαίνεται στον ασθενή να αποφεύγει τα πλήθη και άτομα με κρυολογήματα ή γρίπη. Χορηγείται filgrastim (Neupogen) ως ενδείκνυται, προκειμένου να διεγείρει τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση αιμοποιητικών κυττάρων, ιδιαίτερα των ουδετεροφίλων. Η θρομβοκυτταροπενία (παθολογικά χαμηλές τιμές αιμοπεταλίων) αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας του ασθενούς, όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων πέσει κάτω από 50000/ mm3, ενώ ο κίνδυνος είναι μέγιστος όταν ο αριθμός αιμοπεταλίων πέσει κάτω από 20000/ mm3. Ο ασθενής εξετάζεται και διδάσκεται να παρακολουθεί για αιμορραγία στα ούλα, αυξημένη τάση για μώλωπες ή πετέχειες, υπερεμμηνόρροια, μαύρα σαν πίσσα κόπρανα αιματουρία, και καστανόχρωμη έμεση. Ο ασθενής πρέπει να συμβουλευθεί να αποφεύγει τα κοψίματα και τους μώλωπες και να χρησιμοποιεί μαλακή οδοντόβουρτσα και ηλεκτρική μηχανή ξυρίσματος. Ο ασθενής πρέπει να αναφέρει αιφνίδιους πονοκεφάλους, οι οποίοι μπορεί να υποδεικνύουν ενδοκρανιακή αιμορραγία. Πρέπει να χρησιμοποιεί μαλακτικό κοπράνων ως ενδείκνυται, προκειμένου να αποφευχθεί ο ερεθισμός του εντέρου και η αιμορραγία. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, αναπτύσσεται σταδιακά αναιμία, επομένως, η αιμοσφαιρίνη, ο αιματοκρίτης και ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων του ασθενούς, παρακολουθούνται. Η αφυδάτωση μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς φυσιολογικό αιματοκρίτη, ο οποίος ακολούθως ελαττώνεται καθώς ο ασθενής ενυδατώνεται. Ο ασθενής ελέγχεται για, και διδάσκεται να αναφέρει οποιαδήποτε ζάλη, εξάντληση, ωχρότητα, ή δυσκολία αναπνοής με ελάχιστη άσκηση. Πρέπει να αναπαύεται συχνότερα, να αυξήσει τη διαιτητική πρόσληψη τροφών πλούσιων σε σίδηρο και να λαμβάνει πολυβιταμινούχα σκευάσματα με σίδηρο, ως ενδείκνυται. Χορηγούνται αυξητικοί παράγοντες ή παράγοντες διέγερσης αποικιών ως ενδείκνυνται, και μεταγγίζεται ολόκληρο αίμα ή συμπυκνωμένα κύτταρα ως ενδείκνυται για έναν συμπτωματικό ασθενή.

Τα αντινεοπλασματικά επιτίθενται στα καρκινικά κύτταρα, διότι τα τελευταία πολλαπλασιάζονται γρήγορα. Για τον ίδιο λόγο, καταστρέφουν επίσης φυσιολογικά κύτταρα τα οποία διαιρούνται γρήγορα. Ενώ η επιθηλιακή βλάβη μπορεί να επηρεάσει οποιονδήποτε βλεννογόνο, η πλέον κοινή θέση βλάβης είναι ο στοματικός βλεννογόνος. Η στοματίτιδα αποτελεί παροδικό μεν, αλλά καταστροφικό φαινόμενο, το οποίο μπορεί να παρεμποδίσει τη θρέψη και την πόση. Μπορεί να κυμαίνεται από ήπια και μόλις διακριτή έως βαριά και επιφέρουσα τον υποσιτισμό. Εφαρμόζεται και διδάσκεται στον ασθενή η προληπτική στοματική φροντίδα ώστε να παράσχει ανακούφιση και ελάττωση της έντασης του στοματικού πόνου. Παρέχεται επίσης θεραπευτική στοματική φροντίδα, περιλαμβανομένων τοπικών αντιβιοτικών εάν ενδείκνυνται. Ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει ναυτία και εμέτους, λόγω ερεθισμού του γαστρικού βλεννογόνου (από του στόματος χημειοθεραπευτικά φάρμακα), χημικό ερεθισμό του κεντρικού νευρικού συστήματος (παρεντερική χημειοθεραπεία), ή ψυχογενείς εκδηλώσεις λόγω από αισθηματικών διαταραχών, υποψιών, ή άγχους. Η ναυτία και έμεση που επάγονται από τη χημειοθεραπεία αποτελούν κύριο μέλημα, διότι μπορούν να προκαλέσουν διαταραχή υγρών και ηλεκτρολυτών, ασυμβατότητα με το θεραπευτικό σχήμα και εκδορές στην γαστροοισοφαγική συμβολή, οι οποίες οδηγούν σε μαζική αιμορραγία (σύνδρομο Mallory-Weiss), ρήξη των τραυμάτων και παθολογικά κατάγματα. Ελαττώνει επίσης την ποιότητα ζωής του ασθενούς, παρεμβαίνοντας στην ικανότητα και το κίνητρο του να αναλάβει ενεργό ρόλο στη φροντίδα του/της. Αυτές οι επιπλοκές αξιολογούνται και προλαμβάνονται όσο είναι δυνατό. Ο χημικός ερεθισμός ελέγχεται χορηγώντας ενδεικνυόμενους συνδυασμούς αντιεμετικών τα οποία λειτουργούν μέσω διαφορετικών μηχανισμών, όπως ανταγωνιστές σεροτονίνης, προχλωρπεραζίνη, διφαινυδραμίνη, δροπεριδόλη και δροναβινόλη. Παρακολουθούνται σημεία και συμπτώματα εισ-ρόφησης, επειδή τα περισσότερα αντιεμετικά είναι καταπραϋντικά. Οι ψυχογενείς εκδηλώσεις μπορούν να ανακουφισθούν χρησιμοποιώντας τεχνικές χαλάρωσης προκειμένου να ελαττωθούν τα αισθήματα απομόνωσης και άγχους πριν και κατά τη διάρκεια κάθε θεραπείας. Ενθαρρύνεται ο ασθενής να εκφράζει τα αισθήματα άγχους και να ακούει μουσική, να ασχοληθεί με τεχνικές χαλάρωσης, διαλογισμό ή αυτοΰπνωση ώστε να βοηθήσει στην προώθηση αισθήματος ευεξίας και μιας αίσθησης ελέγχου.

Η απώλεια των μαλλιών είναι μια απογοητευτική παρενέργεια για τον ασθενή, ιδιαίτερα όταν η εικόνα την οποία έχει για το σώμα του ή ο αυτοσεβασμός του συνδέεται στενά με τον ευπρεπισμό ή την εμφάνισή του/της. Ο ασθενής πληροφορείται ότι η απώλεια των μαλλιών είναι συνήθως σταδιακή, επηρεάζει τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες και μπορεί να είναι μερική ή πλήρης. Καθησυχάζεται, εάν η αλωπεκία είναι αναστρέψιμη μετά το πέρας της θεραπείας.

Η εξαγγείωση της χημειοθεραπείας μπορεί να προκαλέσει νέκρωση ιστών και για το λόγο αυτό, ο ασθενής διδάσκεται να αναφέρει αμέσως οποιονδήποτε πόνο, τσίμπημα, καύσο, πρήξιμο ή ερύθημα στη θέση της ένεσης. Η εξαγγείωση πρέπει να διαφοροποιηθεί από τον ερεθισμό των αγγείων ή την αντίδραση ερυθήματος. Ο φλεβικός ερεθισμός γίνεται αισθητός ως πόνος ή σφίξιμο κατά μήκος του αιμοφόρου αγγείου, και η φλέβα καθ' όλο το μήκος της μπορεί να γίνει ερυθρωπή ή να σκουρύνει συνοδευόμενη από οίδημα. Στην αντίδραση ερυθήματος, ο κνησμός είναι το μείζον αίσθημα δυσφορίας. Το ερύθημα παρατηρείται κατά στίγματα κατά μήκος του αγγείου, μπορεί να ομοιάζει με κνίδωση και υποχωρεί εντός 30 λεπτών. Επιστροφή αίματος από τον ενδοφλέβιο σωλήνα μπορεί συνήθως να ληφθεί τόσο με ερεθισμό όσο και με αντίδραση ερυθήματος. Προκειμένου να βοηθηθεί η πρόληψη εξαγγείωσης, τα περιφερικά χορηγούμενα τοξικά φλυκταινογόνα φάρμακα χορηγούνται σε μικρές ποσότητες μέσω ενδοφλέβιας προώθησης από πλευρική θύρα της κύριας ενδοφλέβιας μονάδας. Εάν υποπτευόμαστε εξαγγείωση, η έγχυση διακόπτεται και αναρροφάται οποιοδήποτε φάρμακο. Ανασηκώνεται το άκρο και εφαρμόζονται ψυχρά επιθέματα, εκτός από την περίπτωση των αλκαλοειδών της Vinca, για τα οποία συνιστάται θερμότητα. Ανάλογα με το πρωτόκολλο της υπηρεσίας, ενημερώνεται ο ογκολόγος και εάν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για το φάρμακο, χορηγείται ως ενδείκνυται. Η κύρια ενδοφλέβια γραμμή παρέχει απευθείας πρόσβαση στον ασθενή εάν προκύψει κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια. Μπορούν επίσης να χορηγηθούν γρήγορα άλλα φάρμακα ώστε να αντισταθμιστούν οι παρενέργειες.

Aliases (separate with |): Χημειοθεραπεία
χλωριούχο αιθύλιο

C2H5Cl. Πτητικό αναισθητικό υγρό που χρησιμοποιείται τοπικά. Όταν ψεκάζεται στο δέρμα εξατμίζεται τόσο γρήγορα που το δέρμα ψύχεται αμέσως.

ΧΡΗΣΕΙΣ: Το χλωριούχο αιθύλιο χρησιμοποιείται ως τοπικό αναισθητικό σε μικροεπεμβάσεις. Χρησιμοποιείται μόνο για πολύ σύντομες χρονικές περιόδους.

Aliases (separate with |): Χλωριούχο αιθύλιο
χλωριούχο κάλιο

Ηλεκτρολύτης που χορηγείται από το στόμα για την θεραπεία και πρόληψη της ένδειας καλίου, σε ασθενείς που δεν δύνανται να λάβουν με την διατροφή τους επαρκείς ποσότητες καλίου. Χρησιμοποιείται επίσης για την θεραπεία των ουρολοιμώξεων και την πρόληψη των νεφρικών λίθων. Αποτελεί φαρμακευτική ουσία κατά του σχηματισμού ουρόλιθων και συμπλήρωμα ιχνοστοιχείων και ηλεκτρολυτών.

Aliases (separate with |): Χλωριούχο κάλιο
χολέρα

Οξεία λοίμωξη η οποία περιλαμβάνει ολόκληρο το λεπτό έντερο, χαρακτηριζόμενη από ακατάσχετη, υδαρή, εκκριτική διάρροια. Χωρίς θεραπεία, η έντονη απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσει αφυδάτωση και κυκλοφορική κατάρρευση. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται μεταξύ λίγων ωρών έως 4 με 5 ημερών. Η χολέρα ενδημεί στην Ινδία, σε περιοχές της Ασίας και στην υποσαχάρια Αφρική.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο αιτιολογικός οργανισμός, Vibrio cholerae, είναι βραχύς, κεκαμμένος, κινητός αρνητικός κατά Gram βάκιλος. Έχουν ταυτοποιηθεί δύο ορότυποι, ο 01 και ο 0139 (της Βεγγάλης). Τα βακτήρια δεν εισβάλλουν στο εντερικό τοίχωμα, αλλά παράγουν μια ισχυρή εντεροτοξίνη η οποία προκαλεί αυξημένη έκκριση χλωριούχων, διττανθρακικών και ύδατος στο λεπτό έντερο, η οποία υπερνικά την ικανότητα του παχέος εντέρου να επαναρροφά. Μεταδίδεται μέσω του νερού και τροφής μολυσμένης με τα εκκρίματα μολυσμένων ατόμων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Το 80% περίπου των ασθενών παρουσιάζουν ήπια νόσο χαρακτηριζόμενη από διάρροια και αδυναμία. Οι οξείες προσβολές χαρακτηρίζονται από μαζική διάρροια όμοια με ρυζόνερο, έμεση και μυικές κράμπες. Χωρίς θεραπεία αναπτύσσεται έντονη αφυδάτωση, χαρακτηριζόμενη από απώλεια της σπαργής του δέρματος, ζάλη, αυξημένο καρδιακό ρυθμό και αναπνοές, ελαττωμένη παραγωγή ούρων και τελικά κυκλοφοριακή κατάρρευση και υποογκοαιμική καταπληξία. Η υπογλυκαιμία μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα στα πολύ μικρά παιδιά.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η χρήση από του στόματος διαλυμάτων για να αντικατασταθούν οι απώλειες ύδατος, νατρίου, χλωριούχων και διτταν-θρακικών έχει ελαττώσει τις συχνότητες θανάτων από τη χολέρα, προλαμβάνοντας το θάνατο, λόγω της αφυδάτωσης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί εμπορικό ή εμπειρικό διάλυμα επα-νενυδάτωσης από του στόματος, ή διάλυμα παρασκευασμένο προσθέτωντας μια κουταλιά του γλυκού αλάτι και μια μεγάλη κουταλιά ζάχαρης σε 1 λίτρο ύδατος. Οι ασθενείς πρέπει να αντικαταστήσουν το 5 ως 7% του σωματικού τους βάρους (π.χ., ένα παιδί βάρους 20 κιλών πρέπει να λαμβάνει 1 ως 1,4 λίτρα υγρού ημερησίως). Απαιτείται εισαγωγή στο νοσοκομείο και ενδοφλέβια αντικατάσταση των υγρών εάν ο ασθενής είναι ήδη αφυδατωμένος. Τα αντιβιοτικά τύπου κινολόνης ελαττώνουν τη διάρκεια και βαρύτητα της νόσου.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Το εμβόλιο κατά της χολέρας είναι σχετικά αναποτελεσματικό. Οι ταξιδιώτες σε αναπτυσσόμενες χώρες δεν πρέπει να πίνουν νερό που δεν έχει βράσει ή να προσθέτουν πάγο στα αναψυκτικά και δεν πρέπει να καταναλώνουν ωμά ή μερικώς μαγειρεμένα όστρακα, αμαγεί-ρευτα λαχανικά, ή φρούτα τα οποία δεν έχουν ξεφλουδίσει οι ίδιοι. Δεν πρέπει να υποθέτουν ότι το εμφιαλωμένο νερό είναι ασφαλές και θα πρέπει να κολυμπούν μόνο σε χλωριωμένες πισίνες.

Aliases (separate with |): Χολέρα
χολή

Παχύ, γλοιώδες και πικρό υγρό, το οποίο εκκρίνεται από το ήπαρ. Διέρχεται διαμέσου του ηπατικού πόρου στον κυστικό πόρο της χοληδόχου κύστης και διαμέσου του κοινού χοληδόχου πόρου στο δωδεκαδάκτυλο. Η χολή του ήπατος έχει αχυρένιο χρώμα, ενώ αυτό της χοληδόχου κύστης κυμαίνεται από κίτρινο ως καφέ ή πράσινο. Η χολή αποθηκεύεται στη χοληδόχο κύστη, όπου και συμπυκνώνεται και στη συνέχεια απεκκρίνεται στο δωδεκαδάκτυλο, κατά την άφιξη του λιπώδους χυλού από τον στόμαχο. Η σύσπαση της χοληδόχου κύστης προκαλείται από τη χολοκυστοκινίνη- παγκρεοζυμίνη, μια ορμόνη που παράγεται από τον δωδεκαδάκτυλο. Η έκκρισή της διεγείρεται από την είσοδο των λιπαρών οξέων στον δωδεκαδάκτυλο. Η προσθήκη νερού μειώνει την επιφανειακή τάση της χολής, σχηματίζοντας ένα αφρώδες διάλυμα και εξυπηρετώντας έτσι την γαλακτωματοποίηση των λιπών και ελαίων. Αυτή η δράση οφείλεται στα χολικά άλατα, κυρίως στο γλυκοχολικό και στο ταυροχολικό άλας.

ΣΥΣΤΑΣΗ: Οι χρωστικές της χολής (κυρίως χολερυθρίνη και χολοπρασίνη) είναι υπεύθυνες για την ποικιλία των παρατηρούμενων χρωμάτων. Επιπλέον, η χολή περιέχει χοληστερόλη, λεκιθίνη, βλεννίνη και άλλες οργανικές και ανόργανες ουσίες.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Η λειτουργία της χολής στην πέψη είναι η γαλακτωματοποίηση των λιπών, η οποία διευκολύνει την πέψη τους στο λεπτό έντερο, μέσω της παγκρεατικής λιπάσης. Η χολή διεγείρει επίσης την περισταλτικότητα. Φυσιολογικά, η έκκριση της χολής λαμβάνει χώρα μόνο κατά τη δωδεκαδακτυλική πέψη. Η χολή είναι και αντισηπτική και καθαρτική. Σε ένα φυσιολογικό ενήλικα εκκρίνονται περίπου 800-1000 ml/24ωρο. Βλ.: gallbladder.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ: Η παρεμπόδιση της ροής της χολής προκαλεί ίκτερο και την εμφάνιση λιπών στα κόπρανα. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζονται τα λίπη στις τροφές. Η περιορισμένη ροή της χολής μπορεί να προκαλέσει επίσης τη δημιουργία χολόλιθων στη χοληδόχο κύστη. Βλ.: jaundice.

Aliases (separate with |): Χολή
χοληδόχος κύστη

Απιοειδής ασκός στην κάτω επιφάνεια του δεξιού ηπατικού λοβού που αποθηκεύει τη χολή που προέρχεται από το ήπαρ. Εντός της χοληδόχου κύστης, η χολή συμπυκνώνεται με απομάκρυνση ύδατος. Καθημερινά εκκρίνονται 500 έως 600 ml χολής, εκ των οποίων το 82% περίπου είναι νερό. Η χολή στη συνέχεια αποβάλλεται μέσω του κυστικού πόρου, ο οποίος έχει μήκος 3 έως 4 in (7,6 έως 10,2 cm). Ο κυστικός πόρος, με διάμετρο περίπου 0,25 in (6 mm), συνενώνεται με τον ηπατικό πόρο για να σχηματίσουν τον χοληδόχο πόρο, ο οποίος εκβάλλει στο δωδεκαδάκτυλο, στο φύμα του Vater.

Aliases (separate with |): Χοληδόχος κύστη
χολοκυστεκτομή

Αφαίρεση της χοληδόχου κύστης με λαπαροσκοπική ή ανοικτή χειρουργική επέμβαση. Η διαδικασία πραγματοποιείται στην περίπτωση συμπτωματικής χολολιθίασης. Μόνο στις ΗΠΑ, πραγματοποιούνται περισσότερες από μισό εκατομμύριο επεμβάσεις ετησίως, αλλά ορισμένα νοσοκομεία, έχουν αναφέρει αύξηση αυτού του αριθμού κατά 20% μετά την εισαγωγή της λαπαροσκοπικής χειρουργικής. Οι χειρουργικές επιπλοκές, περιλαμβανομένων των χειρουργικών λοιμώξεων, ανεπιθύμητων επιδράσεων στα αναισθητικά και τραυματισμών του ήπατος, της χοληδόχου κύστης ή γειτονικών οργάνων συμβαίνουν στο 5% περίπου των περιπτώσεων.

Η οξεία, η χρόνια, η μη χολολιθιασική χολοκυστίτιδα (δηλ. η χολική φλεγμονή η οποία δεν προκαλείται από χολόλιθους), επαναλαμβανόμενα επεισόδια κολικού της χολής, χολική δυσκινησία, η χολολιθιασική παγκρεατίτιδα και περιστασιακά η χολαγγειΐτιδα αποτελούν ένδειξη για επέμβαση. Συνήθως, η χοληδόχος κύστη δεν χρειάζεται να αφαιρεθεί στην περίπτωση της ασυμπτωματικής χολολιθίασης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά: Πληροφορείται ο ασθενής σχετικά με τη διαδικασία, περιλαμβανομένης της ανάγκης για παροχέτευση, καθετήρα, ρινογαστρικού σωλήνα, κλπ.

Μετεγχειρητικά: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και επιθεωρούνται οι επίδεσμοι. Ελέγχεται ο ασθενής για πόνο και ως προς τη γαστρεντερική και ουροποιητική λειτουργία. Χορηγούνται αναλγητικά και αντιεμετικά ως ενδείκνυται. Παρακολουθείται η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών και χορηγείται η ενδεικνυόμενη θεραπεία αποκατάστασης. Εξετάζεται η αναπνευστική λειτουργία, και προτρέπεται ο ασθενής να αναπνέει βαθιά και να πραγματοποιεί αναπνευστική γυμναστική ως ενδείκνυται. Υποβοηθείται ο ασθενής κατά τη βάδιση καθώς και στο να προστατεύει την κοιλιά όταν βήχει. Αξιολογείται η περιφερειακή κυκλοφορία και προάγεται η φλεβική επιστροφή με ασκήσεις των ποδιών και ελαστικές κάλτσες ή πνευματικά καλσόν ως ενδείκνυται.

Εάν χρησιμοποιηθεί λαπαροσκοπική προσέγγιση, μπορεί να δοθεί εξιτήριο στον ασθενή την ίδια ή την επόμενη ημέρα από την επέμβαση. Προσφέρονται αποκλειστικά υγρά μετά την ανάνηψη από τη γενική αναισθησία και ο ασθενής λαμβάνει εκ νέου φυσιολογική δίαιτα εντός ολίγων ημερών. Εάν χρησιμοποιηθεί ανοικτή τομή, ο ασθενής τοποθετείται σε άνετη θέση. Εάν χρησιμοποιείται ρινογαστρικός σωλήνας, συνδέεται με ήπια διαλείπουσα αναρρόφηση. Καταχωρείται ο όγκος και τα χαρακτηριστικά των παροχετεύσεων από το ρινογαστρικό σωλήνα και από την κοιλιά. Παρέχεται δερματική φροντίδα και οι απαραίτητοι επίδεσμοι γύρω από τις θέσεις παροχέτευσης.

Όταν επιστρέψει ο περισταλτισμός των εντέρων, ο ρινογαστρικός σωλήνας, εφόσον χρησιμοποιείται, αφαιρείται όπως υποδεικνύεται. Ξεκινά η από του στόματος σίτιση, αρχικά μόνο με υγρά. Ο σωλήνας T μπορεί να κλείνει πριν και μετά από κάθε γεύμα ώστε να επιτρέψει στην περίσσεια χολής να απάγεται στο έντερο. Αναφέρονται σημάδια και συμπτώματα συνδρόμου μετά χολοκυστεκτομής (π.χ., πυρετός, κοιλιακός πόνος και ίκτερος) και άλλες επιπλοκές που αφορούν σε παρεμπόδιση της παροχέτευσης χολής. Συλλέγονται δείγματα ούρων και κοπράνων με στόχο την ανάλυση του περιεχομένου σε χολή εάν προκύψουν τέτοιες επιπλοκές.

Η καθοδήγηση του ασθενούς και της οικογένειάς του μετά το εξιτήριο περιλαμβάνει την περιποίηση των πληγών και τη φροντίδα του σωλήνος T εάν υπάρχει (ο T-σωλήνας μπορεί να παραμείνει επί 2 εβδομάδες), την αναφορά οποιονδήποτε σημείων απόφραξης των χοληφόρων (π.χ., πυρετός, ίκτερος, κνησμός, πόνος, σκούρα ούρα και κόπρανα χρώματος πηλού), τη σημασία της καθημερινής άσκησης, όπως το περπάτημα, την αποφυγή άρσης βαρέων αντικειμένων ή έντονης άσκησης για την ενδεδειγμένη περίοδο και οποιουσδήποτε περιορισμούς στην οδήγηση. Παρ' ότι η δίαιτα δεν είναι περιορισμένη, ο ασθενής μπορεί να είναι πιο άνετα αποφεύγοντας την υπερβολική πρόσληψη λιπαρών ή τροφών που φέρνουν αέρια επί 4 έως 6 εβδομάδες. Ενδέχεται να χρειασθούν προετοιμασίες για κατ' οίκον ιατρική παρακολούθηση.

Aliases (separate with |): Χολοκυστεκτομή
χολοκυστίτιδα

Φλεγμονή της χοληδόχου κύστης, προκαλούμενη συνήθως από απόφραξη των χοληφόρων πόρων με χολόλιθους. Η προκαλούμενη από χολόλιθους χολοκυστίτιδα, παρατηρείται συχνά, ιδιαίτερα σε γυναίκες, παχύσαρκους ασθενείς καθώς και σε εκείνους που είναι σε δίαιτα. Η νόσος χαρακτηρίζεται από κολικό πόνο στο δεξί άνω τεταρτημόριο της κοιλιάς και αναπτύσσεται σε μικρό χρονικό διάστημα μετά από ένα γεύμα.

Η μη χολολιθική χολοκυστίτιδα, δηλ. η χολική φλεγμονή που δεν οφείλεται στην παρουσία χολόλιθων, είναι πάθηση των κρίσιμα ασθενών. Σχετίζεται με υψηλή πιθανότητα σχηματισμού αποστήματος, διάτρησης της χοληδόχου κύστης, γάγγραινα και θάνατο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η οξεία χολοκυστίτιδα προκαλείται συνήθως από απόφραξη των χοληφόρων πόρων, χημικό ερεθισμό και συχνά λοίμωξη της χοληδόχου κύστης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η χολοκυστίτιδα εξαιτίας χολόλιθων, προκαλεί πόνο στο άνω δεξί τεταρτημόριο, ο οποίος εκδηλώνεται συνήθως μετά από ένα λιπαρό γεύμα, καθώς επίσης και πυρετό, ρίγη, ναυτία και έμετο. Ο πόνος της χολοκυστίτιδας συχνά εξαπλώνεται στο δεξί ώμο ή στη δεξιά πλευρά της πλάτης. Παρατηρείται ίκτερος στο 20% περίπου των ασθενών. Σε ασθενείς μονάδων εντατικής παρακολούθησης, μπορεί να παρουσιασθεί μη χολολιθική χολοκυστίτιδα με πυρετό και λίγα εύκολα αναγνωρίσιμα συμπτώματα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η υπερηχογραφία του άνω δεξιού τεταρτημορίου, διαγνωστική εξέταση εκλογής, αποκαλύπτει τη χολοκυστίτιδα στο 90% περίπου των ασθενών. Η από του στόματος χολοκυστογραφία, η αξονική τομογραφία της κοιλιάς καθώς και άλλοι διαγνωστικοί έλεγχοι χρησιμοποιούνται όταν υπάρχει κλινική υποψία της ασθένειας αλλά το υπερηχογράφημα δεν ήταν διαγνωστικό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η συνήθης θεραπεία συνίσταται στη χολοκυστεκτομή. Η παροχέτευση της χοληδόχου κύστης (χολοκυστοστομία) χρησιμοποιείται ορισμένες φορές ως αναβλητική διαδικασία σε ασταθείς ασθενείς. Οι ενσφηνωμένοι στη λήκυθο του Vater χολόλιθοι, μπορούν ορισμένες φορές να αφαιρεθούν με παλίνδρομη ενδοσκοπική χολαγγειοπαγκρεατογραφία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά την διάρκεια της οξείας προσβολής, παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και η ισορροπία υγρών του ασθενούς, αναστέλλεται η στοματική πρόσληψη, χορηγούνται τα ενδεδειγμένα αντιεμετικά, όπως είναι απαραίτητο και χορηγείται θεραπεία με ενδοφλέβια υγρά και ηλεκτρολύτες, ως ενδείκνυται. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ρινογαστρικός σωλήνας. Εξασφαλίζεται η άνεση του ασθενούς και χορηγούνται ενδεδειγμένα ναρκωτικά αναλγητικά και χολινεργικά για να ανακουφίσουν τον πόνο.

Εξηγούνται οι διαγνωστικές δοκιμασίες, περιλαμβανομένων των οδηγιών προ του ελέγχου και μετά την παρακολoύθηση. Επίσης εξηγούνται από το χειρουργό οι διαδικασίες για οποιαδήποτε ενδεδειγμένη χειρουργική παρέμβαση, περιλαμβανομένων των οποιονδήποτε επιπλοκών και προετοιμάζεται ο ασθενής σωματικά και συναισθηματικά για τις διαδικασίες αυτές.

Aliases (separate with |): Χολοκυστίτιδα
χόνδρος

Ειδικευμένος τύπος πυκνού συνδετικού ιστού, αποτελούμενος από κύτταρα εμφυτευμένα σε θεμέλια εξωκυττάρια ουσία. Η θεμέλια εξωκυττάρια ουσία είναι πυκνή και συμπαγής και μπορεί να αντισταθεί σε σημαντική πίεση ή έκταση. Ο χόνδρος είναι κυανόλευκος ή φαιός και ημιαδιαφανής και δεν διαθέτει ίδια νεύρωση ή αιμάτωση. Τα κύτταρα τοποθετούνται σε κοιλότητες καλούμενες βοθρία (lacunae). Μπορεί να είναι μονήρη ή σε ομάδες των δύο, τριών ή τεσσάρων.

Ο χόνδρος σχηματίζει τμήμα των αρθρώσεων στον ενήλικο σκελετό, όπως μεταξύ των σπονδυλικών σωμάτων και των αρθρικών επιφανειών των οστών. Παρατηρείται επίσης στους πλευρικούς χόνδρους των πλευρών, στο ρινικό διάφραγμα, στο εξωτερικό ους ενώ επενδύει την ευσταχιανή σάλπιγγα, το τοίχωμα του λάρυγγα και την τραχεία και τους βρόγχους. Σχηματίζει το μεγαλύτερο τμήμα του εμβρυϊκού σκελετού, προσφέροντας το πρότυπο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν τα περισσότερα οστά.

Aliases (separate with |): Χόνδρος
χορήγηση φαρμάκου

Οξέα: Τα οξέα, όταν χορηγούνται από το στόμα, πρέπει να δίνονται καλά αραιωμένα μέσω ενός υάλινου σωλήνα ή από σωλήνα στον στόμαχο επειδή είναι διαβρωτικά στην αδαμαντίνη και την οδοντίνη των δοντιών. Πρέπει να χορηγούνται με πολύ νερό και ο σωλήνας πόσης πρέπει να είναι τοποθετημένος αρκετά πίσω στο στόμα, ώστε να αποτραπεί η επαφή του υγρού με τα δόντια προτού περάσει στον λάρυγγα. Ένα παρασκεύασμα που πρέπει να χορηγείται πάντα με την παραπάνω τεχνική είναι το αραιωμένο υδροχλωρικό οξύ.

Εξαρτησιογόνα φάρμακα: Τα συγκεκριμένα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται σύμφωνα με τις εντολές του ιατρού.

Ορός αλόγου: Όταν χορηγούνται ενέσεις που το περιέχουν, πρέπει υπάρχουν πληροφορίες για το εάν ο ασθενής έχει λάβει ποτέ εμβόλιο που περιέχει ορό αλόγου και ποια ήταν η αντίδρασή του. Εάν ο ασθενής είναι αλλεργικός στον ορό αλόγου, πρέπει να πραγματοποιείται πάντα μια δοκιμασία ευαισθησίας με την έγχυση υποδερμικά λίγων σταγόνων υλικού με ορό αλόγου αλλά με πολύ μεγάλη αραίωση. Η αντίδραση εμφανίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Εάν ο ασθενής είναι αλλεργικός, στη θέση της έγχυσης ο ασθενής εμφανίζει μια μικρή κηλίδα. Ο ιατρός παρέχει οδηγίες για την απευαισθητοποίηση του ατόμου που είναι αλλεργικό στον ορό του αλόγου.

Ινσουλίνη: Όταν χορηγείται ινσουλίνη, πρέπει να γίνεται υποδερμικά ή ενδοφλέβια σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού. Ο τύπος της ινσουλίνης, η δοσολογία και η συχνότητα της δόσης, κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό σε κάθε ασθενή.

Υπακτικά: Αυτά είναι καλύτερα να χορηγούνται το βράδυ επειδή συνήθως χρειάζονται 6 έως 8 ώρες για την επίτευξη κάποιας επίδρασης. Τα αλατούχα καθαρτικά, συνήθως χορηγούνται καλά αραιωμένα με κενό στομάχι, τις πρωινές ώρες. Άλλα καθαρτικά συνήθως χορηγούνται σύμφωνα με τις οδηγίες και τις ανάγκες.

Στοματική πλύαη: Τα πυκνά διαλύματα που προορίζονται για στοματική πλύση, πρέπει να αραιώνονται κατά το ήμισυ ή περισσότερο προτού δοθούν σε κάποιον ασθενή. Στον ασθενή πρέπει να χορηγείται μόνο η απαραίτητη ποσότητα στοματικής πλύσης για τη συγκεκριμένη στιγμή.

Οξυγόνο: Η πιο συνήθης μέθοδος για τη χορήγηση του οξυγόνου είναι η εισαγωγή ενός σωλήνα και στα δύο ρουθούνια. Το οξυγόνο μπορεί επίσης να χορηγείται από ένα δοχείο με τη βοήθεια μιας μάσκας που τοποθετείται πάνω στο στόμα και τη μύτη του ασθενούς, ενός ενδοτραχειακού σωλήνα ή ο ασθενής να τοποθετηθεί εντός σκηνής, θαλάμου ή αίθουσας με οξυγόνο. Οι τελευταίες δύο μέθοδοι, όχι μόνο είναι δαπανηρές και λιγότερο αποτελεσματικές σε σχέση με τη χρήση της μάσκας ή των ρινικών καθετήρων, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνες και πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω του κινδύνου πυρκαγιάς. Το οξυγόνο που χορηγείται με σωλήνα και προτού φτάσει στη μύτη, πρέπει να ενυδατώνεται με τη δημιουργία φυσαλίδων διερχόμενο μέσα από νερό. Το ξηρό οξυγόνο σε υψηλή συγκέντρωση και για παρατεταμένη περίοδο προκαλεί ερεθισμό τη μύτης και της βλεννογόνου του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος.

Αλατούχα καθαρτικά: Αυτά πρέπει πάντα να χορηγούνται στους ασθενείς με το στομάχι κενό, κατά προτίμηση το πρωί.

Υπνωτικά χάπια: Όλα τα παρασκευάσματα αυτού του είδους πρέπει να χορηγούνται από 30 min έως 1 ώρα πριν την επιθυμητή ώρα για ύπνο. Όλες οι διαδικασίες πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί πριν τη χορήγηση του φαρμάκου, έτσι ώστε τίποτε να μην διαταράσσει τον ασθενή μετά τη λήψη του φαρμάκου.

Εμβόλια: Η οδός χορήγησης διαφέρει μεταξύ συγκεκριμένων εμβολίων· τα περισσότερα χορηγούνται από του στόματος ή ενδομυϊκά.

Aliases (separate with |): Χορήγηση φαρμάκου
χοριοκαρκίνωμα

Καρκίνωμα αποτελούμενο από γεννητικά (αρχέγονα) κύτταρα, που προέρχονται από τον πλακούντα, την ωοθήκη ή τους όρχεις. Εντοπίζεται (συνήθως) στις γονάδες ή σε άλλες περιοχές του σώματος.

Aliases (separate with |): Χοριοκαρκίνωμα
χορτοφαγία, φυτοφαγία

Η πρακτική και η φιλοσοφία του να τρέφεται κανείς με σπόρους, καρπούς, λαχανικά και φρούτα, αλλά όχι με κρέας ή ζωικά προϊόντα. Οι προσεγγίσεις της χορτοφαγίας ποικίλλουν - μερικοί χορτοφάγοι καταναλώνουν αυγά, ψάρια και/ή γαλακτοκομικά, ενώ άλλοι όχι.

Aliases (separate with |): Χορτοφαγία, φυτοφαγία
χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια

Ομάδα εξουθενωτικών, προοδευτικών και δυνητικά θανατηφόρων πνευμονοπαθειών, οι οποίες παρουσιάζουν ως κοινό χαρακτηριστικό την αυξημένη αντίσταση στην κίνηση του αέρα, παράταση της εκπνευστικής φάσης της αναπνοής και απώλεια της ελαστικότητας του πνεύμονα. Οι χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες περιλαμβάνουν το εμφύσημα, τη χρόνια αποφρακτική βρογχίτιδα και την ασθματική βρογχίτιδα. Συνολικά, οι ΧΑΠ αποτελούν την τέταρτη συχνότερη αιτία θανάτου στις ΗΠΑ.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι περισσότεροι ασθενείς με χρόνιους περιορισμούς ροής αέρα, είναι ή ήταν καπνιστές και η πνευμονοπάθειά τους είναι απευθείας συνέπεια των τοξικών επιδράσεων του καπνού στους πνεύμονες. Ένας μικρότερος αριθμός αυτών έχουν εκτεθεί σε περιβαλλοντικό καπνό (παθητικοί καπνιστές) ή σε σκόνες, ή καπνό στον εργασιακό τους χώρο. Άτομα από τα οποία λείπει γενετικά το ένζυμο α-1 αντιθρυψίνη αναπτύσσουν επίσης ΧΑΠ, τυπικά σε μικρότερη ηλικία σε σχέση με τους καπνιστές (στα 40 χρόνια τους αντί για τα 50 ή 60).

Στις ΗΠΑ, περίπου 16 εκατομμύρια άτομα πάσχουν από ΧΑΠ. Περίπου μισό εκατομμύριο Αμερικανών παραπέμπονται στο νοσοκομείο με επιδεινώσεις της πάθησης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι παθήσεις αυτής της ομάδας χαρακτηρίζονται τυπικά από δυσχέρεια στην αναπνοή κατά τη σωματική άσκηση, όπως και από χρόνιο βήχα και πτύελα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι οξείες παροξύνσεις των ΧΑΠ πρέπει να αντιμετωπίζονται με εισπνεόμενους βρογχοδιασταλτικούς παράγοντες (όπως το ipratroprium με ή χωρίς αλβουτερόλη), χαμηλή ροή οξυγόνου (με στόχο της αύξηση του κορεσμού σε οξυγόνο σε περίπου 90% με 92%), αντιβιοτικά (εάν οι ασθενείς παρουσιάζουν παραγωγικότερο βήχα από το φυσιολογικό) και κορτικοστεροειδή. Για τους περισσότερους από τους πάσχοντες οι οποίοι καπνίζουν, οι παροξύνσεις παρατηρούνται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του έτους. Μεταξύ των παροξύνσεων, η αντιμετώπιση της νόσου, επαφίεται στη διακοπή του καπνίσματος επειδή η παύση του καπνίσματος επιβραδύνει την επιδείνωση της πνευμονικής λειτουργίας στη ΧΑΠ. Αλλες προληπτικές θεραπείες περιλαμβάνουν εμβολιασμούς έναντι της γρίππης και του πνευμονόκοκκου. Τα φάρμακα έναντι των ΧΑΠ περιλαμβάνουν αντιχολινεργικούς παράγοντες όπως το ipratropium. Τα προγράμματα πνευμονικής ανάνηψης είναι επίσης βοηθητικά. Η αμινοφυλλίνη και τα κορτικοστεροειδή έχουν λιγότερα οφέλη στη χρόνια αντιμετώπιση και περιστασιακά μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές παρενέργειες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο αναπνευστικός θεραπευτής διδάσκει ασκήσεις αναπνοής και βήχα καθώς και παροχέτευσης στάσης ώστε να ενδυναμωθούν οι αναπνευστικοί μύες και να κινητοποιηθούν οι εκκρίσεις. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να συμμετάσχει σε πρόγραμμα πνευμονικής ανάνηψης, όπως και να διακόψει το κάπνισμα και να αποφεύγει άλλες αναπνευστικές ερεθιστικές ουσίες. Συμβουλεύονται οι ασθενείς να αποφύγουν την επαφή με άτομα με αναπνευστικές λοιμώξεις και διδάσκονται τη χρήση ενδεδειγμένων, προφυλακτικών αντιβιοτικών και βρογχοδιασταλτικής θεραπείας. Ενθαρρύνονται τα συχνά, μικρά γεύματα και η επαρκής πρόσληψη υγρών. Το πρόγραμμα του πάσχοντος, εναλλάσσει περιόδους δραστηριότητας και ανάπαυσης. Ο ασθενής και η οικογένειά του, υποβοηθούνται σε αλλαγές του τρόπου ζωής σχετικών με την ασθένεια και ενθαρρύνονται να εκφράζουν τα αισθήματα και τις ανησυχίες τους σχετικά με την ασθένεια και τη θεραπεία της.

Ο αναπνευστικός θεραπευτής παρακολουθεί τα αέρια του αρτηριακού αίματος και τις εξετάσεις των πνευμονικών λειτουργιών συμβουλευόμενος τον επιβλέποντα ιατρό. Η οξεία επιδείνωση συμβαίνει όταν ο ασθενής αποκτήσει αναπνευστική λοίμωξη, η οποία πρέπει να αναγνωρισθεί και να αντιμετωπισθεί άμεσα. Η θεραπεία με αερολύματα και υγραντήρες είναι χρήσιμη για ρευστοποίηση των πτύελων, για την κινητοποίηση παχύρρευστων πτυέλων και για να προωθήσουν την υγιεινή των βρόγχων. Η θεραπεία χαμηλής συγκέντρωσης οξυγόνου εφαρμόζεται όπως είναι απαραίτητο προκειμένου να διατηρήσει την PaO2 μεταξύ των 60 και 80 mm Hg. Οι βρογχοδιασταλτικοί παράγοντες χορηγούνται σε αερόλυμα για να ελαττώσουν τη δύσπνοια και να προάγουν αποτελεσματικότερο βήχα. Ο μηχανικός αερισμός επιφυλάσσεται για τους ασθενείς με οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, λόγω συνυπάρχουσας πάθησης, η οποία είναι αναστρέψιμη και δεν αποκρίνεται στην αρχική θεραπεία.

ΠΡΟΣΟΧΗ: 1. Σε υποξικούς ασθενείς, η θεραπεία οξυγόνου πρέπει να ρυθμιστεί προσεκτικά ώστε να βελτιστοποιήσει τον κορεσμό του αρτηριακού οξυγόνου. 2. Πριν ταξιδέψουν με αεροπλάνο, οι ασθενείς με ΧΑΠ πρέπει να συμβουλευθούν τους φροντιστές τους σχετικά με ιδιαίτερες ανάγκες σε οξυγόνο.

Aliases (separate with |): Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
χρόνια βρογχίτιδα

Βρογχίτιδα που χαρακτηρίζεται από την αυξημένη έκκριση βλέννης από το τραχειοβρογχικό δέντρο. Για να τεθεί η διάγνωση της χρόνιας βρογχίτιδας, θα πρέπει να υπάρχει παραγωγικός βήχας για τουλάχιστον 3 μήνες το χρόνο και για δύο συνεχόμενα χρόνια, ενώ θα πρέπει να αποκλειστούν άλλες βρογχοπνευμονικές παθήσεις (π.χ. βρογχεκτασία, φυματίωση, όγκος).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο χρόνιος ερεθισμός από εισπνεόμενες ερεθιστικές ουσίες (ειδικά νικοτίνη) και οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις αποτελούν τους πρωτεύοντες παράγοντες. Η χρόνια βρογχίτιδα είναι 4-10 φορές πιο συχνή στους βαρείς καπνιστές. Ο καπνός του τσιγάρου παρεμποδίζει την κίνηση των κροσσών και αναστέλλει την δραστικότητα των λευκοκυττάρων στους βρόγχους και τις κυψελίδες. Οι κύριες παθολογικές αλλαγές είναι η υπερτροφία και η υπερπλασία των βλεννοπαραγωγών αδένων των μεγάλων και μικρών αεροφόρων οδών. Μερικοί ασθενείς επίσης έχουν υπεραντιδραστικές αεροφόρες οδούς. Οι αλλαγές του αναπνευστικού επιθηλίου μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Αν και η νόσος ξεκινά νωρίτερα, τα σημεία και τα συμπτώματα μπορεί να μην εμφανιστούν πριν ο ασθενής φθάσει στην ηλικία των 40-50 ετών. Ο χρόνιος παραγωγικός βήχας με παραγωγή άφθονων πτυέλων εμφανίζεται νωρίς και οι ασθενείς έχουν συχνά προβλήματα, τα οποία συχνά αποτελούν συνέπεια οξειών βρογχοπνευμονικών λοιμώξεων. Η δύσπνοια γενικά είναι μέτρια και εμφανίζεται σχετικά αργά κατά την πορεία της νόσου. Με το χρόνο αναπτύσσεται δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια (πνευμονική καρδιά), η οποία χαρακτηρίζεται από οίδημα, διάταση των τραχηλικών φλεβών, πνευμονική υπέρταση και υπερτροφία της δεξιάς κοιλίας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Για την αποτροπή του βρογχόσπασμου, τη βελτίωση της ροής του αέρα και την απομάκρυνση των εκκρίσεων, χορηγούνται βρογχοδιασταλτικά, εισπνεόμενα στεροειδή και άλλα φάρμακα. Για την αποβολή των εκκρίσεων μπορεί να χρειαστεί αυξημένη λήψη υγρών (περίπου 3 λίτρα την μέρα). Οι οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις θεραπεύονται με αντιβιοτικά, όπως μεταξύ άλλων με αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη. Οι ασθενείς με υποκείμενη χρόνια βρογχίτιδα θα πρέπει να εμβολιάζονται ενάντια στον πνευμονιόκοκκο και στον ιό της γρίπης. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία είναι συμπτωματική. Η διακοπή του καπνίσματος αποτελεί σημαντικό τμήμα της συνολικής θεραπείας. Συχνά χρειάζεται οξυγονοθεραπεία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ιστορικό σχετικά με το κάπνισμα, την ύπαρξη άλλων γνωστών αναπνευστικών ερεθιστικών ουσιών και αλλεργιογόνων, τον βαθμό της δύσπνοιας, τη χρήση βοηθητικών μυών για την αναπνοή, την ύπαρξη συριγμού ή ρόγχων, το χρώμα και τα χαρακτηριστικά των πτυέλων, τη διατροφική κατάσταση και την επίδραση της νόσου στην επιθυμητή δραστηριότητα του ασθενούς. Οι ασθενείς που καπνίζουν παραπέμπονται σε ένα πρόγραμμα διακοπής του καπνίσματος. Η ακρόαση των πνευμόνων του ασθενούς γίνεται πριν και μετά την εισπνοή των εκνεφωμάτων, ώστε να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των βρογχοδιασταλτικών. Ο ασθενής/ η οικογένειά του χρειάζονται συνεχή εκπαίδευση και ψυχολογική υποστήριξη, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή την χρόνια νόσο. Διδάσκεται η απλή παθοφυσιολογία της νόσου και χρησιμοποιείται ως βάση για την παροχή επεξηγήσεων σχετικά με τις διαγνωστικές δοκιμασίες (π.χ. πνευμονικές λειτουργικές δοκιμασίες) και με όλες τις παρεμβάσεις, ώστε να αυξηθεί η συνεργασία του ασθενούς στο πολύπλοκο θεραπευτικό σχήμα. Το γραπτό υλικό συνήθως ενισχύει τις προφορικές οδηγίες. Οι ασθενείς και οι οικογένειές τους διδάσκονται πώς να διασφαλίζουν και να καταγράφουν την επαρκή λήψη υγρών (περίπου 3 λίτρα/ημέρα, εκτός και αν έχουν δοθεί άλλες εντολές), ώστε να ρευστοποιούν τις εκκρίσεις, πώς να προγραμματίζουν μικρά και συχνά γεύματα, με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, ώστε να καταπολεμήσουν την ανορεξία και την απώλεια βάρους, πώς να χρησιμοποιούν την αναπνοή με ζαρωμένα χείλη και τον ελεγχόμενο βήχα, ώστε να αυξήσουν τη ροή του αέρα, αποτρέποντας την κόπωση από τον σπασμωδικό βήχα, πώς να προσέχουν συχνά την υγιεινή του στόματος, ώστε να ελαχιστοποιήσουν την ανορεξία και τον κίνδυνο λοίμωξης και πως να διατηρούν την μυϊκή ισχύ, συνεχίζοντας την σωματική άσκηση, αλλά με προγραμματισμό, ώστε να αποφύγουν την κόπωση. Διδάσκονται επίσης να παρακολουθούν και να αναφέρουν σημεία πιθανής καρδιακής ανεπάρκειας (οίδημα, ρόγχους ή αύξηση του βάρους πάνω από 1 κιλό την ημέρα) ή οξείας αναπνευστικής λοίμωξης (π.χ. επιδεινούμενη δύσπνοια και αλλαγές των χαρακτηριστικών των πτυέλων, όπως το χρώμα και η ποσότητα). Καθώς εξελίσσεται η νόσος, παρέχεται βοήθεια στην οικογένεια να λάβει αποφάσεις σχετικά με την αλλαγή των συνηθειών, ώστε να αντιμετωπιστούν με τον καλύτερο τρόπο οι ατομικές ανάγκες.

Ο γιατρός χορηγεί βρογχοδιασταλτικά και θεραπεία με υδρατμούς, όπως αυτό υπαγορεύεται από την ύπαρξη δύσπνοιας ή κατακράτησης εκκρίσεων στις αεροφόρους οδούς. Η αναπνευστική φυσιοθεραπεία μπορεί να αποβεί χρήσιμη, όταν ο ασθενής δεν μπορεί να αποβάλλει τις εκκρίσεις με τον βήχα. Ο ασθενής με οξεία βρογχίτιδα μπορεί να χρειαστεί παροδική οξυγονοθεραπεία, αν διαπιστωθεί ότι η οξυγόνωση δεν είναι επαρκής.

Aliases (separate with |): Χρόνια βρογχίτιδα
χρόνια γαστρίτιδα

Παρατεταμένη συνεχής ή διαλείπουσα φλεγμονή του γαστρικού βλεννογόνου. Το Helicobacter pylori αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία. Τυπικά προκαλεί επιφανειακές αλλοιώσεις στο βλεννογόνο του άντρου του στομάχου. Η παρατεταμένη γαστρίτιδα από H. pylori προδιαθέτει στην ανάπτυξη γαστρικού αδενοκαρκινώματος και γαστρικού λεμφώματος

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται πλήρες ιστορικό για τον προσδιορισμό της αιτίας. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ασαφή και στη περίπτωση της ατροφικής γαστρίτιδας, να απουσιάζουν. Ο ασθενής προετοιμάζεται για τις διαγνωστικές εξετάσεις. Συστήνεται η αποφυγή καρυκευμάτων και άλλων τροφών που επιτείνουν τα συμπτώματα, καθώς και η αποφυγή ασπιρίνης. Αν τα συμπτώματα επιμένουν, ο ασθενής μπορεί να λάβει αντιόξινα. Όταν η υποκείμενη αιτία είναι η κακοήθης αναιμία, ο ασθενής (ή κάποιος άλλος σημαντικός φροντίζων) εκπαιδεύεται στη χορήγηση βιταμίνης Β12, παρεντερικά ή από το στόμα.

Aliases (separate with |): Χρόνια γαστρίτιδα
χρόνια δηλητηρίαση με μόλυβδο, μολυβδίαση

Η χρόνια λήψη ή εισπνοή μόλυβδου, η οποία προκαλεί καταστροφή του κεντρικού και περιφερικού νευρικού συστήματος, των νεφρών, των αιμοποιητικών οργάνων και του γαστρεντερικού συστήματος. Τα πρώιμα συμπτώματα περιλαμβάνουν την απώλεια της όρεξης, την απώλεια βάρους, την αναιμία, τον έμετο, την κόπωση, την αδυναμία, την κεφαλαλγία, την ύπαρξη κυανής γραμμής στα ούλα, την απάθεια ή την ευερεθιστότητα και την μεταλλική γεύση στο στόμα. Αργότερα αναπτύσσονται συμπτώματα παράλυσης, απώλειας της αισθητικότητας, απώλειας του συντονισμού και ασαφή άλγη. Η εργαστηριακή διάγνωση γίνεται διαμέσου της αναιμίας, των επιπέδων μόλυβδου στο αίμα πάνω από 5 μg/dl, της αύξησης της ελεύθερης πρωτοπορφυρίνης των ερυθροκυττάρων, της αυξημένης αποβολής μόλυβδου στα ούρα, των χαρακτηριστικών ακτινογραφικών αλλαγών στα άκρα των αναπτυσσόμενων οστών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Θα πρέπει να περιοριστεί η έκθεση στο μόλυβδο και να παρασχεθεί μια επαρκής διατροφή με επιπρόσθετες βιταμίνες. Χορηγούνται χηλικές ουσίες, όπως διμερκαπρόλη, διμερκαπρο-ηλεκτρικό οξύ (σουκκιμέρη) ή EDTA για την πτώση των επιπέδων μόλυβδου στα φυσιολογικά επίπεδα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ένα ιστορικό για να καθοριστούν οι περιβαλλοντολογικές, οι εργασιακές ή οι εναλλακτικές φαρμακευτικές πηγές της λήψης ή της εισπνοής μόλυβδου, ενώ λαμβάνονται μέτρα για την απομάκρυνσή τους. (σε πολλές αμερικανικές πολιτείες, η απομάκρυνση του μόλυβδου από τα νοικοκυριά πρέπει να γίνεται από ειδικούς και όχι τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, σύμφωνα με τους κανονισμούς της πολιτείας). Τα κέντρα για τον Έλεγχο και την Πρόληψη των Νοσημάτων και τα τοπικά Κέντρα Ελέγχου των Δηλητηριάσεων παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες. Ένα θρύμμα ενός τετραγωνικού εκατοστού μολυβδούχου βαφής μπορεί να περιέχει κατά 1000 φορές μεγαλύτερη από τη συνήθη ασφαλή δόση μόλυβδου. Κατά τη λήψη του ιστορικού λαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη κίσσας, πρόσφατων αλλαγών της συμπεριφοράς, απώλειας ενδιαφέροντος για παιχνίδι και προβλήματα συμπεριφοράς, όπως επιθετικότητα και υπερευερεθιστότητα. O ασθενής αξιολογείται για καθυστέρηση της ανάπτυξης ή την απώλεια επίκτητων ικανοτήτων και ειδικά της ομιλίας. Τα σημεία από το κεντρικό νευρικό σύστημα που είναι ενδεικτικά της δηλητηρίασης με μόλυβδο ενδέχεται να είναι μη αντιστρέψιμα. Το μικρό παιδί αξιολογείται για επικίνδυνα χαρακτηριστικά, όπως για το υψηλό επίπεδο στοματικής δραστηριότητας στην όψιμη βρεφική ή την νηπιακή ηλικία, για χαμηλό ανάστημα, το οποίο αυξάνει την εισπνοή μολυσμένης σκόνης σε περιοχές που είναι πολύ μολυσμένες με μόλυβδο και για διατροφικές ελλείψεις ασβεστίου, ψευδαργύρου και σιδήρου, τον μόνο σοβαρότερο προδιαθεσικό παράγοντα για την αυξημένη απορρόφηση του μόλυβδου. Τα μεγαλύτερα παιδιά ελέγχονται για αναπνοή με οσμή βενζίνης, η λήψη της οποίας είναι διαδεδομένη και ειδικά σε παιδιά ορισμένων χωρών. Αξιολογείται η σχέση γονέα-παιδιού για ενδείξεις πλημμελούς γονικής φροντίδας, συμπεριλαμβανομένης της φτωχής υγιεινής, της ανεπαρκούς σίτισης, της σπάνιας χρήσης ιατρικών μέσων, της ανεπαρκούς ανάπαυσης, της λιγότερης χρησιμοποίησης μεθόδων για τη δημιουργική απασχόληση του παιδιού, της λιγότερης στοργής και των ανώριμων συμπεριφορών προς διατήρηση της πειθαρχίας. Χορηγούνται χηλικές ουσίες για την μετακίνηση του μόλυβδου από το αίμα και τους μαλακούς ιστούς, αυξάνοντας την κινητοποίησή του από τα οστά και την αποβολή του στα ούρα. Ένας συνδυασμός φαρμάκων μπορεί να προκαλέσει λιγότερες παρενέργειες και καλύτερη απομάκρυνση του μόλυβδου από τον εγκέφαλο. Αν υπάρχει εγκεφαλοπάθεια, περιορίζονται τα υγρά για να αποτραπεί το επιπρόσθετο εγκεφαλικό οίδημα. Oι ενέσεις γίνονται ενδομυϊκά και οι θέσεις τους εναλλάσσονται σε περίπτωση επώδυνων ενέσεων (μπορούν να περιλαμβάνουν την ταυτόχρονη έγχυση προκαΐνης για τοπική αναισθησία). Στο παιδί επιτρέπεται να εκφράσει πόνο και θυμό, ενώ παρέχονται σωματικά και ψυχικά μέτρα για την ελάττωση του σχετικού στρες. Επί απουσίας εγκεφαλοπάθειας, οι εγχύσεις γίνονται ενδοφλέβια και διατηρείται η ενυδάτωση. O ασθενής αξιολογείται για τα επιθυμητά αποτελέσματα των φαρμάκων, τα οποία προσδιορίζονται από τα επίπεδα του μόλυβδου στο αίμα και την αποβολή του στα ούρα (σημείωση: οι ειδικές αιμοληψίες και τα δοχεία συλλογής ούρων είναι αναγκαία για μερικές εξετάσεις παρακολούθησης. Θα πρέπει να ληφθούν πληροφορίες από το εργαστήριο πριν την συλλογή) και για σημεία τοξικότητας από τις χηλικές ουσίες. Για τον έλεγχο των σπασμών, οι οποίοι είναι συχνά σοβαροί και παρατεινόμενοι, χορηγούνται αντισπασμωδικά φάρμακα, αντιεμετικά για την ναυτία και τον εμετό, σπασμολυτικά για τους μυϊκούς σπασμούς και αναλγητικά και μυοχαλαρωτικά για τις μυαλγίες και αρθραλγίες. Oι ηλεκτρολύτες του ορού παρακολουθούνται καθημερινά και ελέγχεται συχνά η νεφρική λειτουργία. Όταν υπάρχει ορατός μόλυβδος στο γαστρεντερικό σύστημα (ή σε επεισόδια οξείας λήψης μόλυβδου από το στόμα) γίνεται εντερόκλυση. Παρέχεται επαρκής διατροφή και διορθώνονται οι συνυπάρχουσες διατροφικές ελλείψεις, χορηγώντας, για παράδειγμα, συμπλήρωμα σιδήρου. Επίσης εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα ενεργητικής η παθητικής άσκησης, ώστε να διατηρηθεί η κινητικότητα της άρθρωσης και να αποτραπεί η μυϊκή ατροφία. Oι γονείς μαθαίνουν και υποβοηθούνται σχετικά με την πρόληψη των υποτροπών και το κοινό ενημερώνεται για τους κινδύνους της λήψης μολύβδου, την σπουδαιότητα ελέγχου των μικρών παιδιών (και ειδικά της προσχολικής ηλικίας) που διατρέχουν κίνδυνο για τα σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν τη δηλητηρίαση και την ανάγκη θεραπείας.

Aliases (separate with |): Χρόνια δηλητηρίαση με μόλυβδο, μολυβδίαση
χρόνια κοκκιωματώδης νόσος

Σπάνια, συγγενής και συχνά θανατηφόρος ανοσοανεπάρκεια, χαρακτηριζόμενη από υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, προκαλούμενη από βλάβη των λευκών αιμοσφαιρίων. Τα πολυμορφοπύρηνα λευκά των πασχόντων παιδιών είναι ικανά να εγκολπώνουν αλλά όχι να φονεύουν συγκεκριμένα βακτήρια. Η χρόνια κοκιωματώδης νόσος παρατηρείται κυρίως στα αγόρια με φυλοσύνδετη κληρονομικότητα, παρ' ότι είναι επίσης γνωστή μια αυτοσωμική, υπολειπόμενη παραλλαγή της νόσου. Το είκοσι τοις εκατό των αναφερθέντων περιστατικών παρατηρείται στα κορίτσια. Οι εκδηλώσεις της νόσου περιλαμβάνουν εκτεταμένες κοκκιωματώδεις βλάβες στο δέρμα, στους πνεύμονες και στους λεμφαδένες. επίσης, παρουσιάζονται υπεργαμμασφαιριναιμία, αναιμία και λευκοκυττάρωση.

ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ: Για την ανίχνευση ατόμων σε υψηλό κίνδυνο (π.χ., μέλη της οικογένειας) χρησιμοποιείται η δοκιμασία του νιτροκυανού τετράζολίου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν χρόνιες και οξείες λοιμώξεις του δέρματος, του ήπατος, των λεμφαδένων, της εντερικής οδού και των οστών, οι οποίες συχνά περιλαμβάνουν βακτήρια ή άλλους μικροοργανισμούς οι οποίοι δεν προκαλούν συνήθως λοιμώξεις σε άτομα με φυσιολογική ανοσολογική λειτουργία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η πορεία της νόσου, έχει βελτιωθεί χάρη στη συνεχή ή διαλείπουσα χρήση αντιβιοτικών και την έλευση της μεταμόσχευσης μυελού των οστών. Ερευνώνται ως πιθανές θεραπείες, η χορήγηση ιντερφερόνης και η γονιδιακή θεραπεία.

Aliases (separate with |): Χρόνια κοκκιωματώδης νόσος
χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

Μια κακοήθεια, στην οποία ανώμαλα λεμφοκύτταρα, συνήθως Β κύτταρα, πολλαπλασιάζονται και διηθούν τους σωματικούς ιστούς, προκαλώντας συχνά διόγκωση των λεμφαδένων και δυσλειτουργία του ανοσολογικού συστήματος. Οι λοιμώξεις είναι συχνές. Το μέσο προσδόκιμο ζωής είναι περίπου 4 έτη. Η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία είναι η πιο κοινή λευχαιμία στα ανεπτυγμένα κράτη. Εμφανίζεται συνήθως σε άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών. Η επίπτωσή της αυξάνει στα 20 περιστατικά ανά 100.000, στα άτομα ηλικίας άνω των 80 ετών. Η επιλογή του χρόνου αντιμετώπισης και η πρόγνωση στη CLL εξαρτάται από το στάδιο της νόσου. Ο προσδιορισμός του σταδίου περιλαμβάνει παράγοντες όπως ο αριθμός των ανώμαλων λεμφοκυττάρων στο αίμα, η ταχύτητα του διπλασιασμού και η παρουσία λεμφαδενοπάθειας, οργανομεγαλίας και κυτοπενιών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Οι ασθενείς σε προχωρημένο στάδιο της νόσου συχνά αντιμετωπίζονται με χλωραμβουκίλη, φλουδαραβίνη, ή άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες. Οι ασθενείς σε αρχικό στάδιο της νόσου δεν λαμβάνουν συνήθως θεραπεία.

Aliases (separate with |): Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία
χρόνια μυελογενής λευχαιμία

Μια αιματολογική κακοήθεια που χαρακτηρίζεται από εμμένουσα αύξηση στον αριθμό των κοκκιοκυττάρων, σπληνομεγαλία και μια συγκεκριμένη κυτταρογενετική ανωμαλία -το χρωμόσωμα Philadelphia- στον μυελό των οστών σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90% των ασθενών. Η νόσος επηρεάζει 1 ή 2 άτομα ανά 100.000. Η πορεία της νόσου έχει τρεις φάσεις: μία χρόνια, στην οποία ο αριθμός των κυττάρων του αίματος ελέγχεται σχετικά εύκολα με φάρμακα, μια επιταχυνόμενη φάση, στην οποία ο αριθμός των κοκκιοκυττάρων ανθίσταται στη χημειοθεραπεία, και μια βλαστική φάση, η οποία προσομοιάζει με την οξεία λευχαιμία. Η μέση επιβίωση είναι περίπου 4 έτη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η CML οφείλεται σε μια μετάθεση γενετικού υλικού μεταξύ των χρωμοσωμάτων 9 και 22. Η μετάθεση έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μιας ανώμαλης κινάσης τυροσίνης, η οποία καθιστά τα κύτταρα αθάνατα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η CML συχνά διαγιγνώσκεται σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, στους οποίους εντοπίζεται μια αναιτιολόγητη λευκοκυττάρωση σε ένα πλήρες αιμοδιάγραμμα. Η επακόλουθη αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης της λήψης μυελού των οστών και βιοψίας με κυταρρογενετική ανάλυση, αποκαλύπτει το χρωμόσωμα Philadelphia.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Το imatinib mesylate, ένα φάρμακο που αποκλείει την ανώμαλη κινάση που παράγεται από θετικά για το χρωμόσωμα Philadelphia CML κύτταρα, μειώνει αποτελεσματικά τον αριθμό των ογκοκυττάρων, στη χρόνια φάση της CML, στα φυσιολογικά επίπεδα σχεδόν στο 90% των ασθενών.

Aliases (separate with |): Χρόνια μυελογενής λευχαιμία
χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυνευροπάθεια

Βαθμιαία εξελισσόμενη, αυτοάνοση μυϊκή αδυναμία των χεριών και των ποδιών το οποίο προκαλείται από φλεγμονή του ελύτρου μυελίνης που καλύπτει τους νευράξονες των περιφερικών νεύρων. Η καταστροφή μυελίνης (απομυελίνωση) επιβραδύνει ή παρεμποδίζει την μετάδοση των νευρικών ερεθισμάτων στους μυς. Η αιμωδία και η παραισθησία δυνατόν να συνοδεύσει ή να προηγείται της απώλειας της κινητικής λειτουργίας, η οποία μπορεί να είναι από ήπια ως και σοβαρή. Τα εργαστηριακά ευρήματα περιλαμβάνουν την αύξηση των πρωτεϊνών στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η νόσος χαρακτηρίζεται από υφέσεις και εξάρσεις. Η φλεγμονώδης καταστροφή δεν αφορά μόνο τα φαγοκύτταρα (ουδετερόφιλα και μακροφάγα), αλλά επίσης ανοσοσυμπλέγματα και την ενεργοποίηση του συμπληρώματος από αυτόλογα αντιγόνα μυελίνης. Για την θεραπεία της νόσου χρησιμοποιούνται ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Συχνά προηγούνται η πλασμαφαίρεση και οι εγχύσεις ανοσοσφαιρινών για την πρόκληση ύφεσης.

Aliases (separate with |): Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυνευροπάθεια
χρόνιο γλαύκωμα

Γλαύκωμα στο οποίο η τονομετρία αποκαλύπτει ενδοφθάλμια πίεση της τάξης του 45 ή 50, οι πρόσθιες ακτινοειδείς φλέβες είναι διατεταμένες, ο κερατοειδής χιτώνας είναι διαφανής, η κόρη είναι διεσταλμένη και συνυπάρχει πόνος. Κατά τη διάρκεια των εξάρσεων η όραση είναι περιορισμένη. Το οπτικό πεδίο μπορεί να είναι φυσιολογικό. Η παραμόρφωση του οπτικού δίσκου δεν παρατηρείται στα πρώιμα στάδια.

Aliases (separate with |): Χρόνιο γλαύκωμα
χρόνιο μεταναστευτικό ερύθημα

Αποτελεί χαρακτηριστικό εξάνθημα της νόσου του Lyme. Το ECM είναι ένα εξαπλούμενο ερυθρό εξάνθημα με σαφώς αφορζόμενα χείλη και (τυπικά) κεντρική ύφεση. Το εξάνθημα συνήθως εμφανίζεται εντός 3- 32 ημερών από το δήγμα του κρότωνα. Το κέντρο του εξανθήματος αποτελεί το σημείο ενοφθαλμισμού. Ο αιτιολογικός παράγοντας είναι η Borrelia burgdorferi, μια σπειροχαίτη, η οποία στη συνέχεια μπορεί να επεκταθεί στις αρθρώσεις, στο κεντρικό νευρικό σύστημα ή στο σύστημα αγωγής της καρδιάς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αντιβιοτική θεραπεία που χορηγείται στη νόσο του Lyme.

Aliases (separate with |): Χρόνιο μεταναστευτικό ερύθημα
χρόνος ροής

Ο χρόνος που απαιτείται ώστε να σταματήσει να ρέει το αίμα από μια μικρή πληγή ή τσίμπημα του ωτός. Εκτιμάται χρησιμοποιώντας μία από πολλές τεχνικές. Ανάλογα με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται, ο χρόνος μπορεί να ποικίλλει από 1 έως 3 λεπτά (μέθοδος Duke) ή από 1 έως 9 λεπτά (μέθοδος Ivy). Η μέθοδος Duke αποτελείται από χρονομέτρηση της παύσης της αιμορραγίας ύστερα από προτυποποιημένη παρακέντηση του λοβίου του ωτός. Η μέθοδος Ivy πραγματοποιείται με παρόμοιο τρόπο ύστερα από παρακέντηση του δέρματος του αντιβράχιου. Η ισχύς αυτής της δοκιμής για την πρόγνωση κλινικά σημαντικής αιμορραγίας έχει αμφισβητηθεί.

Aliases (separate with |): Χρόνος ροής
χρωμόσωμα

Ευθύγραμμη αλυσίδα αποτελούμενη από DNA (και συνδεόμενες με αυτό πρωτεΐνες), η οποία φέρει τη γενετική πληροφορία. Τα χρωμοσώματα χρωματίζονται έντονα με βασικές χρωστικές και είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτα κατά τη μίτωση. Ο φυσιολογικός διπλοειδής αριθμός χρωμοσωμάτων είναι σταθερός σε κάθε είδος. Για τους ανθρώπους, ο διπλοειδής αριθμός είναι46 (23 ζεύγη σε όλα τα σωματικά κύτταρα). Κατά το σχηματισμό των γαμετών (του ωαρίου και του σπερματοζωαρίου), ο αριθμός μειώνεται στο ήμισυ (απλοειδής αριθμός), δηλαδή κάθε ωάριο και σπερματοζωάριο περιέχει 23 χρωμοσώματα. Από αυτά, τα 22 είναι σωματικά και ένα είναι φυλετικό χρωμόσωμα (Χ ή Υ). Κατά τη γονιμοποίηση, τα χρωμοσώματα του σπερματοζωαρίου ενώνονται με τα χρωμοσώματα του ωαρίου. Το φύλο του εμβρύου καθορίζεται από το σπερματοζωάριο. Το ωάριο συνεισφέρει πάντα ένα Χ χρωμόσωμα. Το σπερματοζωάριο μπορεί να συνεισφέρει ένα Χ ή ένα Υ χρωμόσωμα. Ένα έμβρυο με χρωμοσώματα ΧΧ θα είναι θήλυ. Ένα έμβρυο με χρωμοσώματα ΧΥ θα είναι άρρεν.

Aliases (separate with |): Χρωμόσωμα
χυμική ανοσία

Μέρος της ανοσολογικής απάντησης, που εξασφαλίζεται με τα αντισώματα (ανοσοσφαιρίνες ή γ σφαιρίνες) τα οποία παράγονται από τα ενεργοποιημένα Β λεμφοκύτταρα.

Aliases (separate with |): Χυμική ανοσία
ψευδαίσθηση

Μια εσφαλμένη αντίληψη που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και δεν οφείλεται σε εξωτερικό ερέθισμα· μια αντίληψη που μοιάζει με όνειρο (ή εφιάλτη) και εκδηλώνεται, ενώ το άτομο είναι σε εγρήγορση. Μπορεί να είναι οπτική (ειδ. σε κάποιες νόσους ή στερητικά σύνδρομα), ακουστική (ειδ. σε ψυχώσεις), απτική, γευστική ή οσφρητική. Τυπικά, οι ασθενείς εμφανίζονται σε σύγχυση και εκνευρισμένοι. Δεν μπορούν να διακρίνουν το πραγματικό από το φανταστικό.

Aliases (separate with |): Ψευδαίσθηση
ψευδάργυρος

Γαλαζόλευκο κρυσταλλικό μέταλλο που βράζει στους 906oC. Έχει ατομικό βάρος 65,37, ατομικό αριθμό 30 και ειδικό βάρος 7,13. Ανευρίσκεται σε μορφή ανθρακικού και πυριτικού άλατος (καλαμίνα) και σε μορφή θειούχου άλατος (σφαλερίτης). Διατροφικές πηγές ψευδαργύρου είναι το κρέας, συμπεριλαμβανομένου του συκωτιού, των αυγών, των θαλασσινών και, σε μικρότερο βαθμό, των σιτηρών. ΣΥΜΒ.: Zn.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Ο ψευδάργυρος αποτελεί απαραίτητο διατροφικό στοιχείο για τα ζώα και τον άνθρωπο, καθώς συμμετέχει στις περισσότερες μεταβολικές οδούς. Η συνιστώμενη ημερήσια διατροφική δόση ψευδαργύρου είναι 12-15 mg για τους ενήλικες, 19 mg κατά τους πρώτους 6 μήνες της εγκυμοσύνης και 5 mg για τα βρέφη.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΛΛΕΙΨΗΣ: Η κατάσταση χαρακτηρίζεται από απώλεια ορέξεως, καθυστέρηση ανάπτυξης, υπογοναδισμό και νανισμό, δερματικές μεταβολές, ανοσολογικές ανωμαλίες, μείωση της ταχύτητας επούλωσης των πληγών και διαταραγμένη γεύση. Η έλλειψη ψευδαργύρου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε αναπτυξιακές διαταραχές στο παιδί.

Aliases (separate with |): Ψευδάργυρος
ψευδοφάρμακο, εικονικό φάρμακο
  1. Μια ανενεργός ουσία που χορηγείται στον ασθενή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του για κάποιο φάρμακο.

  2. Ένα μη ειδικό, αδρανές φάρμακο (εικονικό φάρμακο) που χρησιμοποιείται ως μέσο ελέγχου στη δοκιμασία μιας θεραπείας, για την οποία υπάρχει η υπόνοια ότι είναι χρήσιμη για μια συγκεκριμένη νόσο ή κατάσταση. Το εικονικό φάρμακο χορηγείται σε μια ομάδα ασθενών και το φάρμακο που δοκιμάζεται χορηγείται σε μια άλλη όμοια ομάδα. Στην συνέχεια συγκρίνονται τα αποτελέσματα που λαμβάνονται από τις δύο ομάδες. Αν και το εικονικό φάρμακο θεωρείται ότι δεν έχει κάποια ειδική δράση, φαίνεται συχνά ότι η χορήγησή του προκαλεί μια θετική αντίδραση στον ασθενή. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι υπεύθυνες για το αποτέλεσμα αυτό είναι οι ψυχολογικές επιδράσεις των προσδοκιών του ασθενούς για κάποιο όφελος.

Aliases (separate with |): placebo|Ψευδοφάρμακο, εικονικό φάρμακο
ψιττάκωση

Σχετικά σπάνια νόσος όμοια με την γρίππη, η οποία προκαλείται από το Chlamydia psittaci, ένα μικρόβιο που μεταδίδεται στους ανθρώπους από μολυσμένα πτηνά. Προκαλεί άτυπη πνευμονία με κεφαλαλγία, φαρυγγαλγία, πυρετό και ρίγη, βήχα, ανορεξία, μυαλγίες και άλλα μη ειδικά συμπτώματα. θεραπεύεται με τετρακυκλίνες.

Aliases (separate with |): Ψιττάκωση
ψυχική διαταραχή

Ένας μη ειδικός όρος για ένα κλινικά σημαντικό συμπεριφορικό ή ψυχολογικό σύνδρομο ή πρότυπο, τυπικά συσχετιζόμενο είτε με ένα σύμπτωμα που επιφέρει δυσφορία είτε με διαταραγμένη λειτουργικότητα. Είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι διαφορετικά άτομα που περιγράφονται να έχουν την ίδια ψυχική διαταραχή, δεν είναι όμοια στον τρόπο που αντιδρούν στην ασθένειά τους και στο πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Aliases (separate with |): Ψυχική διαταραχή
ψυχική υγεία

Ψυχολογική προσαρμογή στις περιστάσεις ή στο περιβάλλον που έχει κανείς να αντιμετωπίσει· η ικανότητα αντιμετώπισης ή πραγματοποίησης των βέλτιστων δυνατών αλλαγών των στρεσσογόνων καταστάσεων και ερεθισμάτων. Τα άτομα θεωρούνται ψυχικά υγιή, αν έχουν προσαρμοστεί στη ζωή με τέτοιο τρόπο ώστε να νιώθουν άνετα με τον εαυτό τους και ταυτόχρονα να μπορούν να ζήσουν έτσι, ώστε η συμπεριφορά τους να μη συγκρούεται με τους συνεργάτες τους ή την υπόλοιπη κοινωνία. Σε αυτή την ιδανική κατάσταση, για τα περισσότερα άτομα, περιλαμβάνονται συναισθήματα αυτοεκτίμησης και επιτυχίας και η ικανότητα να εργάζεται κανείς επικερδώς με επαρκή αμοιβή, ώστε να ικανοποιεί τις οικονομικές του ανάγκες.

Aliases (separate with |): Ψυχική υγεία
ψυχολογία

Η επιστήμη που ασχολείται με τις ψυχικές διαδικασίες, φυσιολογικές και μη, και τις επιδράσεις τους πάνω στην συμπεριφορά. Υπάρχουν δυο κύριες προσεγγίσεις στην έρευνα: Η ενδοσκοπική, δηλαδή η συμμετοχή στην αυτοεξέταση των ψυχικών διαδικασιών ενός ατόμου και η αντικειμενική μελέτη των ψυχικών και διανοητικών καταστάσεων άλλων ατόμων.

Aliases (separate with |): Ψυχολογία
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL