Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Term Definition
προφυλακτικό

Λεπτό, ελαστικό κάλυμμα του πέους κατασκευασμένο από συνθετικά ή φυσικά υλικά. Τα προφυλακτικά χρησιμοποιούνται συνήθως κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής συνεύρεσης, προκειμένου να αποτρέψουν τη σύλληψη, παγιδεύοντας το εκχεόμενο σπέρμα. Τα προφυλακτικά από λάτεξ προφυλάσσουν επίσης εναντίον σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων. Η αποτελεσματικότητά τους επηρεάζεται από τον προσεκτικό χειρισμό τους (ώστε να αποφευχθούν τρύπες, σχισίματα, ή γλίστρημα), τη χρήση πριν από τη σεξουαλική επαφή (προκειμένου να αποφευχθεί η αθέλητη μετάδοση σπέρματος ή μικροβίων) και αφήνοντας αρκετό χώρο για την εκσπερμάτιση (προκειμένου να αποφευχθεί η ρήξη του προφυλακτικού). Για να αποφευχθούν βλάβες στο προφυλακτικό, πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο υδατοδιαλυτά λιπαντικά. προκειμένου να διευκολυνθεί η είσοδος στον κόλπο. Τα προφυλακτικά δεν πρέπει να επαναχρησιμοποιούνται.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μόνο λιπαντικά υδατικής βάσης, όπως το ζελέ Κ-Υ, πρέπει να χρησιμοποιούνται με ένα προφυλακτικό. Τα λιπαρά προϊόντα αρχίζουν να καταστρέφουν το λάτεξ σε λιγότερο από 1 λεπτό.

Aliases (separate with |): Προφυλακτικό
προωρότητα

Ο τοκετός ενός εμβρύου πριν από την 37η εβδομάδα κύησης. Η φυσιολογική περίοδος κύησης στον άνθρωπο είναι 40 εβδομάδες. Λόγω της δυσκολίας στην λήψη ακριβών και αντικειμενικών στοιχείων σχετικά με την ακριβή διάρκεια της κύησης, το βάρος γέννησης 2500 κιλά ή λιγότερο αποτελεί διεθνώς ένα κλινικά αποδεκτό κριτήριο προωρότητας, ανεξάρτητα από την περίοδο κύησης. Άλλα ενδεικτικά στοιχεία προωρότητας είναι το μήκος κεφαλής-πτέρνας (32 cm ή λιγότερο), το κεφαλομηριαίο μήκος (47 cm ή λιγότερο), η μετωπιαίο-ινιακή περιφέρεια (33 cm ή λιγότερο), η μετωπιαίο-ινιακή διάμετρος (11,5 cm ή λιγότερο) και το πηλίκο της περιφέρειας του θώρακα και προς την περιφέρεια της κεφαλής (λιγότερο από 93%). Η χρήση ενός μοναδικού κριτηρίου (βάρος γέννησης) θέτει περιορισμούς στην ακριβή εξακρίβωση των νεογνών που γεννιούνται πριν την επίτευξη επαρκούς ανάπτυξης των οργάνων και συστημάτων του σώματος. Μπορεί εύκολα να περιλαμβάνει ώριμα βρέφη που έχουν χαμηλό βάρος γέννησης, για διαφορετικούς λόγους από αυτόν της μικρής διάρκειας κύησης. Η Επιτροπή Ειδικών Προωρότητας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (1961) πρότεινε να αντικατασταθεί ο όρος της προωρότητας από αυτόν του χαμηλού βάρους γέννησης. Ο όρος "χαμηλό βάρος γέννησης" περιγράφει επακριβέστερα τα βρέφη που ζυγίζουν λιγότερο από 2500 g κατά την γέννησή τους από ότι ο όρος προωρότητα. Ο τελευταίος αυτός όρος θα πρέπει να χρησιμοποιείται για νεογνά με χαμηλό βάρος γέννησης και με σημεία ατελούς ανάπτυξης.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες περίπου το 7,1% των λευκών ζώντων νεογνών και το 13,4% των μη-λευκών ζώντων νεογνών ζυγίζουν 2500 g ή λιγότερο. Οι πιθανότητες επιβίωσης εξαρτώνται από τον βαθμό της ωριμότητας που έχει επιτευχθεί, την γενική κατάσταση της υγείας τους και την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας.

Η προωρότητα είναι η κύρια αιτία θανάτου κατά τη νεογνική περίοδο. Η θνησιμότητα μεταξύ των νεογνών που ζυγίζουν λιγότερο από 2500 g κατά την γέννηση είναι 17 φορές υψηλότερη από αυτή μεταξύ των νεογνών με βάρος γέννησης πάνω από 2500 γραμμάρια. Οι κύριες αιτίες θνησιμότητας είναι ο μη φυσιολογικός πνευμονικός αερισμός, η λοίμωξη, η ενδοκρανιακή αιμορραγία, οι διαταραχές του αίματος και οι συγγενείς ανωμαλίες.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η επίπτωση των νεογνών με χαμηλό βάρος γέννησης είναι πιο μεγάλη στο θηλυκό φύλο, στην μη-λευκή φυλή, στις πολύδυμες κυήσεις και στο πρώτο και πέμπτο (και άνω) βρέφος. Ο τοκετός βρεφών με χαμηλό βάρος γέννησης αναφέρεται ότι είναι συχνότερος στις γυναίκες με ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω χαρακτηριστικά: σε αυτές που γεννούν το πρώτο παιδί σε πολύ μικρή ηλικία ή σε ηλικία μεταξύ του 45ου και 49ου έτους ζωής, στις ανύπαντρες, σε αυτές που γεννούν τα παιδιά τους σε στενά χρονικά διαστήματα (δηλ. χρονική διαφορά μεταξύ των γεννήσεων λιγότερη από 2-4 χρόνια) και η διαβίωση σε μεγάλη αστική περιοχή.

Ένας άλλος παράγοντας που σχετίζεται με χαμηλό βάρος γέννησης είναι η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας, όπως αυτή καθορίζεται από το μορφωτικό επίπεδο της μητέρας. Η αναλογία των βρεφών με χαμηλό βάρος γέννησης από μητέρες με 16 ή περισσότερα χρόνια εκπαίδευσης ήταν η μισή από εκείνη των βρεφών, οι μητέρες των οποίων είχαν 9 χρόνια εκπαίδευσης ή λιγότερο. Το χαμηλό βάρος γέννησης σχετίζεται επίσης με γενικά αυξημένο κίνδυνο βρεφικής θνησιμότητας, συγγενών διαμαρτιών, διανοητικής καθυστέρησης και άλλων φυσικών ή νευρολογικών βλαβών.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Συχνά, τα πρόωρα βρέφη εμφανίζουν ποικιλία ανατομικών και φυσιολογικών ανωμαλιών. Αυτές οι ανωμαλίες ποικίλουν ανάλογα με τον βαθμό της υπάρχουσας προωρότητας. Οι ανωμαλίες περιλαμβάνουν την αδυναμία των αντανακλαστικών θηλασμού και κατάποσης, την μικρή χωρητικότητα του στομάχου, την διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, την ατελή ανάπτυξη των τριχοειδών των πνευμόνων, τις ανώριμες κυψελίδες των πνευμόνων, την ελάττωση των αντανακλαστικών του βήχα και πνιγμού, την αδυναμία των θωρακικών μυών και άλλων μυών που χρησιμοποιούνται στην αναπνοή, την ανεπαρκή ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος, την ατελή ή φτωχή ανάπτυξη των ενζυμικών συστημάτων, την ανωριμότητα του ήπατος και την πλημμελή πλακουντιακή μεταφορά και προγεννητική αποθήκευση ιχνοστοιχείων, βιταμινών και ανοσολογικών ουσιών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Γίνεται σωματική αξιολόγηση ανάλογα με την αναμενόμενη ωρίμανση για την εμβρυϊκή ηλικία. Οι ιατροί προχωρούν σε νευρολογική εξέταση, υπολογίζουν τη βαθμολογία APGAR, διασφαλίζουν την κατάλληλη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, χορηγούν τα κατάλληλα υγρά και θερμίδες, προτρέπουν τη γονική σύνδεση και υποστήριξη, αξιολογούν τα εργαστηριακά αποτελέσματα, παρακολουθούν την λήψη και αποβολή των υγρών, ενημερώνουν την νοσηλεύτρια για την πρόωρη κύηση, ζυγίζουν καθημερινά το βρέφος την ίδια ώρα, χωρίς ρούχα και στην ίδια ζυγαριά, παρακολουθούν την συγκέντρωση οξυγόνου ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κρατούν και αγκαλιάζουν το βρέφος κατά την σίτιση, σκεπάζουν το παιδί όταν απομακρύνεται από την θερμοκοιτίδα και αφιερώνουν αρκετό χρονικό διάστημα για την σίτιση του βρέφους.

Φροντίδα των βρεφών με χαμηλό βάρος γέννησης: Η φροντίδα των βρεφών με χαμηλό βάρος γέννησης θα πρέπει να εξατομικεύεται και να καλύπτει τις ανάγκες του αναπτυσσόμενου βρέφους, ανάλογα με τις ανατομικές και φυσιολογικές διαταραχές.

Η αξιολόγηση του βαθμού προωρότητας και η αναγνώριση των ειδικών προβλημάτων μετά την γέννηση υπαγορεύουν την φροντίδα που απαιτείται για αυτά τα νεογνά. Γενικά, η φροντίδα επικεντρώνεται στην πρόληψη των λοιμώξεων, στην σταθεροποίηση της θερμοκρασίας του σώματος, στην διατήρηση της αναπνοής και στην παροχή επαρκούς σίτισης και ενυδάτωσης.

Απαιτείται άσηπτη τεχνική. Η θερμοκοιτίδα ή μια θερμαινόμενη κλίνη παρέχει σταθερό περιβάλλον για την διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος. Για βρέφη με αναπνευστικές δυσχέρειες, ένα περιβάλλον με μεγάλη υγρασία μπορεί να είναι ωφέλιμο. Η ήπια ρινική και φαρυγγική αναρρόφηση βοηθά στην διατήρηση καθαρών αεραγωγών. Η χρήση οξυγόνου θα πρέπει να περιορίζεται στις ελάχιστες απαιτούμενες ποσότητες για την επιβίωση του βρέφους. Λόγω του κινδύνου οπισθοφακικής ινοπλασίας, η συγκέντρωση οξυγόνου δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 30%.

Ανάλογα με την ικανότητα του βρέφους για θηλασμό και κατάποση, η σίτιση δια ρινογαστρικού καθετήρα δυνατόν να καταστεί αναγκαία. Σε μερικά από αυτά τα βρέφη ενδέχεται να μην χορηγηθεί τίποτα από το στόμα για ένα χρονικό διάστημα μέχρι και 72 ώρες μετά τον τοκετό. Η λήψη θερμίδων και υγρών αυξάνεται βαθμιαία εντός του πρώτου 24ωρου μέχρι 100-120 cal/kg και 140-150 cal/kg αντίστοιχα. Το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για να επιτευχθούν αυτά τα χορηγούμενα επίπεδα εξαρτάται από την κατάσταση του βρέφους. Το βρέφος χρειάζεται μικρά και συχνά γεύματα, λόγω της μικρής χωρητικότητας του στομάχου, ώστε να αποφύγει τον εμετό και την διάταση, και για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του σώματος σε θερμίδες και υγρά. Η υπερβολική σίτιση θα πρέπει να αποφεύγεται. Τις πρώτες ημέρες της ζωής γίνονται μερικές φορές υποκλυσμοί για την διατήρηση επαρκούς ενυδάτωσης. Το βρέφος δεν θα πρέπει να κουράζεται από την υπερβολική μεταχείριση, την παρατεταμένη σίτιση ή το πολύ κλάμα. Η θέση του βρέφους θα πρέπει να μεταβάλλεται ανά 2-4 ώρες και να υπάρχει ήπια μεταχείριση. Καλό είναι τα νεογνά και τα βρέφη θα πρέπει να παίρνονται στην αγκαλιά πολλές φορές την ημέρα.

Λόγω της πιθανότητας καταστροφής του αμφιβληστροειδούς, τα πρόωρα νεογνά δεν θα πρέπει να εκτίθενται στο φως.

Aliases (separate with |): prematurity|Προωρότητα
πρωινή ναυτία

Η ναυτία και ο έμετος που επηρεάζει πολλές γυναίκες κατά τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης. Η κατάσταση τυπικά ξεκινά περίπου 4 με 6 εβδομάδες από τη σύλληψη, κορυφώνεται σε επίπτωση και βαρύτητα μεταξύ 8ης και 11ης εβδομάδας και υποχωρεί αυτόματα μεταξύ 12ης και 16ης εβδομάδας την κύησης. Συμβαίνοντας στο 50% με 88% των κυήσεων, η ναυτία είναι το συνηθέστερο ενόχλημα του πρώτου τριμήνου· πιθανώς προκαλείται από το υψηλό επίπεδο ανθρώπινης χορειακής γοναδοτροπίνης, το χαμηλό σάκχαρο του αίματος που σχετίζεται με τη νηστεία κατά τον ύπνο και τις αλλαγές στο μεταβολισμό των υδατανθράκων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα παράπονα της ασθενούς ποικίλλουν από ήπια ναυτία, φτάνοντας σε βαριά διαλείπουσα ναυτία και έμετο καθ' όλη την ημέρα. Η γυναίκα βιώνει επίσης κεφαλαλγία, ίλιγγο και εξάντληση. Βαριά επίμονη έμεση και ναυτία μεταξύ των γευμάτων θα πρέπει να αναφέρονται και να διερευνώνται.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στις περισσότερες περιπτώσεις απλής πρωινής ναυτίας, η κατάλληλη διατροφή θα μειώσει ή θα εξαλείψει τα συμπτώματα. Η γυναίκα συνιστάται να καταναλώνει ξηρά κράκερ ή ψωμί πριν την έγερση· να τρώει κάτι κάθε 2 ώρες· να πίνει υγρά μεταξύ των γευμάτων· και να αποφεύγει πικάντικα, λιπαρά ή τηγανιτά φαγητά και φαγητά με έντονες οσμές. Σπανίως, η ασθενής θα χρειαστεί αντιεμετικά.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η χρήση οποιουδήποτε φαρμάκου κατά την εγκυμοσύνη, θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά πριν τη χορήγησή του για να αποφευχθεί πιθανή βλάβη στο έμβρυο.

Aliases (separate with |): Πρωινή ναυτία
πρωκτίτιδα

Φλεγμονή του ορθού και του πρωκτού που μπορεί να προκληθεί από σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες (π.χ. λοιμώξεις με απλό έρπητα, Neisseria gonorrhoeae, χλαμύδια και άλλους μικροοργανισμούς), ακτινοβολία (π.χ. μετά από την θεραπεία πυελικών καρκίνων), φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (π.χ. ελκώδη κολίτιδα), αλλεργία, τραύμα ή ισχαιμία.

Aliases (separate with |): Πρωκτίτιδα
πρωκτοσκόπηση ή σιγμοειδοσκόπηση

Εξέταση του ορθού και του κατώτερου τμήματος του παχέος εντέρου με ειδικό λεπτό, φωτιζόμενο ενδοσκόπιο. Εφαρμόζεται για τη διερεύνηση αιμορραγιών ή τον εντοπισμό πολυπόδων ή όγκων στο παχύ έντερο.

Aliases (separate with |): Πρωκτοσκόπηση ή σιγμοειδοσκόπηση
πρωτεΐνη

Σύνθετη αζωτούχα ένωση που συντίθενται από όλους τους ζώντες οργανισμούς και αποδίδει αμινοξέα κατά την υδρόλυσή της. Οι πρωτεΐνες που περιέχονται στην διατροφή παρέχουν τα απαραίτητα αμινοξέα για την ανάπτυξη και επιδιόρθωση του ζωικού ιστού.

ΣΥΣΤΑΣΗ: Όλα τα αμινοξέα περιέχουν άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο και άζωτο. Μερικά περιέχουν θείο. Περίπου 20 διαφορετικά αμινοξέα αποτελούν τις ανθρώπινες πρωτεΐνες, οι οποίες μπορεί να περιέχουν και άλλα ιχνοστοιχεία, όπως σίδηρο ή χαλκό. Μια πρωτεΐνη αποτελείται από 50 ως χιλιάδες αμινοξέα, τα οποία είναι τακτοποιημένα με μια συγκεκριμένη σειρά. Τα βασικά αμινοξέα είναι αυτά που δεν μπορεί να συνθέσει το ήπαρ (τρυπτοφάνη, λυσίνη, μεθειονίνη, βαλίνη, λευκίνη, ισολευκίνη, φαινυλαλανίνη, θρε-ονίνη, αργινίνη και ιστιδίνη). Είναι βασικά στην διατροφή και μια πρωτεΐνη που τα περιέχει όλα αυτά ονομάζεται πλήρης πρωτεΐνη. Μια ατελής πρωτεΐνη δεν διαθέτει ένα ή περισσότερα βασικά αμινοξέα. Τα μη βασικά αμινοξέα συντίθενται στο ήπαρ.

ΠΗΓΕΣ: Το γάλα, τα αυγά, το τυρί, το κρέας, το ψάρι, και μερικά λαχανικά είναι οι καλύτερες πηγές. Οι πρωτεΐνες ανευρίσκονται και στις φυτικές και στις ζωικές τροφές. Πολλές ατελείς πρωτεΐνες ανευρίσκονται στα λαχανικά. Περιέχουν μερικά από τα βασικά αμινοξέα. Η διατροφή με συνδυασμό λαχανικών μπορεί να αναπληρώσει αυτά τα αμινοξέα. Έτσι παρέχονται στον οργανισμό πλήρεις πρωτεΐνες.

Οι κύριες ζωικές πρωτεΐνες είναι η λακταλβουμίνη και λακτοσφαιρίνη στο γάλα, η ωο-λευκωματίνη και η ωοσφαιρίνη στα αυγά, η λευκωματίνη του ορού, η μυοσίνη και η ακτίνη στους γραμμωτούς μυς, το ινωδογόνο στο αίμα, η σφαιρίνη στον ορό, η θυρεοσφαιρίνη στον θυρεοειδή, η αιμοσφαιρίνη του αίματος, οι ιστόνες του θύμου αδένα, το κολλαγόνο και η ζελατίνη στον συνδετικό ιστό, το κολλαγόνο και η ελαστίνη στο συνδετικό ιστό και η κερα-τίνη στην επιδερμίδα. Οι χονδροπρωτεΐνες ανευρίσκονται στους τένοντες και στους χόνδρους. Η βλεννίνη και τα βλεννοειδή ανευρίσκονται σε διάφορους αδένες και ζωικές κολλώδεις ουσίες, το τυριογόνο στο γάλα, η κροκίνη στον κρόκο του αυγού, η αιμοσφαιρίνη στα ερυθρά αιμοσφαίρια και η λεκιθοπρω-τεΐνη στο αίμα, τον εγκέφαλο και την χολή.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Οι λαμβανόμενες με την τροφή πρωτεΐνες αποτελούν πηγή αμινοξέων, τα οποία είναι αναγκαία για την σύνθεση των πρωτεϊνών του σώματος οι οποίες με την σειρά τους είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη νέου ή την επιδιόρθωση κατεστραμμένου ιστού. Οι πρωτεΐνες αποτελούν τμήματα όλων των κυτταρικών μεμβρανών. Η περίσσεια αμινοξέων στην διατροφή μπορεί να ανταλλαχθεί με απλούς υδατάνθρακες που οξειδώνονται για την παραγωγή τριφωσφορικής αδενοσίνης και θερμότητας. Ένα γραμμάριο αποδίδει 4 kcal θερμότητας.

Τα βρέφη και τα παιδιά χρειάζονται από 2 ως 2,2 g πρωτεΐνης ανά κιλό βάρους κάθε ημέρα για την ομαλή τους ανάπτυξη. Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας προτείνει να καταναλώνουν οι υγιείς ενήλικες περίπου 0,8 g πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους καθημερινά. Ο υπολογισμός θα πρέπει να γίνεται με βάση το ιδανικό βάρος σώματος αντί του πραγματικού βάρους σώματος του ενήλικα ή του παιδιού. Η άσκηση, η έμμηνος ρύση, η εγκυμοσύνη, η γαλουχία και η ανάρρωση από σοβαρές παθήσεις απαιτούν αυξημένη λήψη πρωτεϊνών. Η περίσσεια πρωτεϊνών με την διατροφή προκαλεί αύξηση της αποβολής αζώτου με τα ούρα.

Aliases (separate with |): Πρωτεΐνη
πρωτεϊνουρία

Απώλεια πρωτεϊνών, όπως λευκωματίνης ή σφαιρινών, στα ούρα. Αυτό το εύρημα μπορεί να είναι παροδικό και καλοήθες ή να αντικατοπτρίζει μια σοβαρή υποκείμενη νεφροπάθεια ή συστηματική νόσο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η απώλεια πρωτεϊνών στα ούρα αποτελεί συχνό εύρημα στις παθήσεις των νεφρικών σπειραμάτων και/ή των νεφρικών σωληναρίων. Οι συχνές παθήσεις που επιφέρουν στην πρωτεϊνική απώλεια δια των ούρων περιλαμβάνουν τον σακχαρώδη διαβήτη, την υπέρταση, τους νεφρικούς λίθους, το πολλαπλό μυέλωμα, την νόσο των πολυκυστικών νεφρών και την στένωση της νεφρικής αρτηρίας. Όλες αυτές οι παθήσεις ενδέχεται να καταλήξουν σε προοδευτική νεφρική ανεπάρκεια. Ο βαθμός πρωτεϊνουρίας μπορεί να υπολογιστεί με την συλλογή των ούρων που παράγει ένας ασθενής καθ όλη την διάρκεια της ημέρας (συλλογή ούρων 24ωρου) ή με την μεμονωμένη συλλογή ενός δείγματος ούρων και μέτρηση της ημερήσιας πρωτεϊνικής απώλειας. Ο έλεγχος της υψηλής αρτηριακής πίεσης και της υπεργλυκαιμίας, η λήψη του ΜΕΑ αναστολέων και ο περιορισμός την λήψης πρωτεϊνών με την διατροφή μπορούν όλα μαζί να έχουν ωφέλιμη επίδραση στους ασθενείς με απώλεια πρωτεϊνών στα ούρα. Η αδιάγνωστη πρωτεϊνουρία σχετίζεται με προοδευτική νεφρική ανεπάρκεια, ενδεχόμενη ανάγκη αιμοκάθαρσης και θάνατο από καρδιαγγειακές παθήσεις.

Aliases (separate with |): Πρωτεϊνουρία
πρωτόκολλο
  1. Επίσημες ιδέες, σχέδια ή προσδοκίες που αφορούν τις δράσεις ατόμων που ενέχονται στην φροντίδα ασθενών, στην γραφειοκρατική δουλειά, στην διοίκηση ή στην έρευνα.

  2. Στην επιστήμη των Υπολογιστών, οι κανόνες ή οι συμβάσεις που ελέγχουν την αποθήκευση των δεδομένων και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των επικοινωνούντων συσκευών.

  3. Περιγραφή των βημάτων που γίνονται σε ένα πείραμα ή μια διαδικασία.

Aliases (separate with |): Πρωτόκολλο
πρωτοπαθής δυσμηνόρροια

Επώδυνες εμμηνορρυσίες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο πόνος συνήθως ξεκινά ακριβώς πριν ή κατά την εμμηναρχή. Ο πόνος είναι σπασμωδικός και εντοπίζεται στο υπογάστριο, μπορεί όμως να ακτινοβολεί στη ράχη και τους μηρούς. Ορισμένα άτομα εμφανίζουν ναυτία, έμετο, διάρροια, πόνο στην οσφυϊκή μοίρα, πονοκέφαλος, λιποθυμική τάση και σε σοβαρές περιπτώσεις, συγκοπή και κατάρρευση. Τα συγκεκριμένα συμπτώματα μπορεί να διαρκούν από λίγες ώρες έως αρκετές ημέρες, όμως σπανίως εμμένουν για περισσότερο από 3 ημέρες. Τείνουν να μειώνονται ή να εξαφανίζονται μετά την πρώτη γέννα της γυναίκας, και να μειώνονται με την ηλικία. Η πρωτοπαθής δυσμηνόρροια είναι περισσότερο κοινή από τη δευτεροπαθή δυσμηνόρροια.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το ακριβές αίτιο είναι άγνωστο, πιστεύεται όμως ότι ο βασικός μηχανισμός είναι η ισχαιμία της μήτρας που οφείλεται στην αυξημένη παραγωγή των προσταγλανδινών και την αυξημένη συσταλτικότητα των μυών της μήτρας (δηλ. του μυομητρίου). Όπως και σε κάθε νόσημα ή σύμπτωμα, η αντίδραση του ατόμου και ανοχή του στον πόνο επηρεάζει το μέγεθος της ανικανότητας. Η πρωτοπαθής δυσμηνόρροοια δεν είναι μια συμπεριφορική ή ψυχολογική διαταραχή.

Μια μελέτη αποκάλυψε ότι ο επιπολασμός και η σοβαρότητα της δυσμηνόρροιας θα μπορούσε να έχει μειωθεί στα άτομα εκείνα που χρησιμοποιούν αντισυλληπτικά από το στόμα και ότι η σοβαρότητα ήταν αυξημένη στα άτομα εκείνα με μεγάλης διάρκειας έμμηνο ρύση, στα άτομα που κάπνιζαν και που παρουσίασαν πρώιμη εμμηναρχή. Η άσκηση δεν επηρέαζε τον επιπολασμό ή τη σοβαρότητα της δυσμηνόρροιας.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Οι κράμπες και οι πόνοι όμοιοι με εκείνους του τοκετού που εμφανίζονται ακριβώς πριν ή κατά την έναρξη της εμμηνορυσίας, είναι χαρακτηριστικά της δυσμηνόρροιας.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Αποτελεσματικά φάρμακα είναι τα αντισυλληπτικά από το στόμα και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, συμπεριλαμβανομένης και της ασπιρίνης. Τα συγκεκριμένα φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται στις κατάλληλες δόσεις, 3 έως 4 φορές την ημέρα, μαζί με γάλα ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα ερεθισμού του στομάχου.

Aliases (separate with |): Πρωτοπαθής δυσμηνόρροια
πτύελο, σίελο, σάλιο

Το υγρό που παράγεται από τους σιελογόνους αδένες και το βλεννογόνιο αδένα του στόματος. Είναι η έκκριση με την οποία ξεκινά η διαδικασία της πέψης της τροφής. Το σίελο υγραίνει την τροφή διευκολύνοντας τη γευστική αντίληψη, τη μάσηση και την κατάποση· ξεκινά την πέψη του αμύλου· υγραίνει και λιπαίνει το στόμα· λειτουργεί ως διαλύτης για την αποβολή απορριμμάτων.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Φυσιολογικά το πτύελο είναι άγευστο, διαυγές, άοσμο, ιξώδες και ελαφρά αλκαλικό και εξουδετερώνεται όταν έρθει σε επαφή με το γαστρικό υγρό στο στομάχι. Το ειδικό του βάρος είναι μεεταξύ 1,0θ2 έως 1,0θ6. Η συνολική ποσότητα η οποία εκκρίνεται εντός 24ώρου υπολογίζεται στα 1500 ml. Η ροή ποικίλει από 0,2 ml ανά λεπτό, όταν οι σιελογόνοι αδένες τελούν υπό ηρεμία, έως 4 ml ανά λεπτό κατά τη μέγιστη έκκριση.

ΣΥΝΘΕΣΗ: Το σίελο αποτελείται κατά 99,5% από νερό. Τα ανόργανα συστατικά του περιλαμβάνουν άλατα (χλωριούχα, ανθρακικά, φωσφορικά και θειικά) και διαλελυμένα αέρια. Τα οργανικά συστατικά του περιλαμβάνουν ένζυμα (αμυλάση και λυσοζύμη), πρωτεΐνες (βλεννίνη, αλβουμίνη και σφαιρίνες), μικρές ποσότητες ουρίας και ασυνήθη παραπροϊόντα όπως η ακετόνη. Εντοπίζονται επίσης επιθηλιακά κύτταρα και λευκά αιμοσφαίρια.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ: Όπως τα ούρα και το αίμα έτσι καιτο σίελο είναι άμεσα προσβάσι-μοκαι εύκολο στη μεταφοράκαι αποθήκευση. Έτσι, έχει αποτελέσει στόχο κλινικών εργαστηριακών δοκιμών. Κατά το έτος 2000, οι διαγνωστικές δοκιμές στο σίελο που είχαν εγκριθεί από τον Αμερικάνικο Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων περιελάμβαναν δοκιμασίες για αντισώματα έναντι του ιού της ανθρώπινης ανοσολογικής ανεπάρκειας, γιατα επίπεδα των οιστρογόνων, για την κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών και για τα επίπεδατου αλκοόλ. Αλλοι διαθέσιμοιπροσδιορισμοί, οι οποίοι όμως δεν έχουν λάβει έγκριση, περιλαμβάνουν δοκιμασίες για μολύνσεις από ιούς ηπατίτιδας, γιατο προστατικό αντιγόνο και για τη χοληστερόλη.

Aliases (separate with |): Πτύελο, σίελο, σάλιο
πτωχής (χαμηλής διαφοροποίησης) όγκος

Όγκος, τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο φαίνονται σημαντικά διαφορετικά σε σχέση με τα κύτταρα του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο αφαιρέθηκε. Σχετίζεται με κακή πρόγνωση.

Aliases (separate with |): Πτωχής (χαμηλής διαφοροποίησης) όγκος
πυελονεφρίτιδα

Φλεγμονή του νεφρού και της νεφρικής πυέλου, η οποία είναι συνήθως αποτέλεσμα ανιούσας λοίμωξης από βακτήρια της ουροδόχου κύστης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τις περισσότερες περιπτώσεις η Escherichia coli αποτελεί το υπεύθυνο μικρόβιο. Για τον καθορισμό της θεραπείας λαμβάνονται καλλιέργειες ούρων και αίματος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η νόσος χαρακτηρίζεται από αιφνίδια έναρξη ρίγους και πυρετού, με αμβλύ άλγος στην πλευρο-οσφυϊκή χώρα, στο ένα ή και στα δύο νεφρά. Υπάρχει ευαισθησία του νεφρού κατά την ψηλάφηση. Συνήθως υπάρχουν σημεία κυστίτιδας (δηλ. πυουρία, έπειξη προς ούρηση και αίσθημα καύσου, και συχνουρία).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Αναμένοντας τις καλλιέργειες, χορηγούνται αντιβιοτικά (π.χ. φθοριοκινολόνες ή αμινογλυκοσίδες) που θεραπεύουν αποτελεσματικά τα συχνά παθογόνα μικρόβια του ουροποιητικού συστήματος. Για τον έλεγχο της ναυτίας και του εμετού χορηγούνται αντιεμετικά. Αν οι ασθενείς δεν είναι σε θέση να λάβουν φάρμακα από το στόμα ή αν έχουν προδιαθεσικές καταστάσεις (π.χ. εγκυμοσύνη ή διαβήτη) που αυξάνουν την πιθανότητα δυσμενούς έκβασης, εισάγονται στο νοσοκομείο για παρακολούθηση και ενυδάτωση.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η έκβαση εξαρτάται από τον χαρακτήρα και την σοβαρότητα της λοίμωξης, τους επικουρικούς αιτιολογικούς παράγοντες, την παροχέτευση των νεφρών, την ύπαρξη ή την απουσία επιπλοκών και την γενική φυσική κατάσταση του ασθενούς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Χορηγούνται αντιβιοτικά και αντιπυρετικά. Ο ασθενής παροτρύνεται να ολοκληρώσει το πλήρες αντιβιοτικό σχήμα και να πίνει 2 με τρία λίτρα υγρά την ημέρα, ώστε να αποτρέψει την στάση των ούρων και να αποβάλει τα παραπροϊόντα της φλεγμονώδους διαδικασίας. Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, ο ασθενής θα πρέπει να αναφέρει οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης κατά την διάρκεια της προγραμματισμένης παρακολούθησης.

Aliases (separate with |): Πυελονεφρίτιδα
πύελος
  1. Κάθε μορφολογικός σχηματισμός ή κοιλότητα με την μορφή λεκάνης.

  2. Το οστικό τμήμα που αποτελείται από τα ανώνυμα οστά, το ιερό οστό και τον κόκκυγα, τα οποία ενώνονται στην ηβική σύμφυση, στην ιερό-ισχιακή και ιερό-κοκκυγική άρθρωση, μέσω δικτύου χόνδρων και συνδέσμων. Η δομή υποστηρίζει την σπονδυλική στήλη και συνδέεται με τα κάτω άκρα.

  3. H κοιλότητα που περιστοιχίζεται από τα ανώνυμα οστά, το ιερό οστό και τον κόκκυγα.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Η πύελος χωρίζεται στην ψευδή ή άνω πύελο και στην αληθή ή κάτω πύελο διαμέσου της λαγονοκτενικής γραμμής και του άνω ορίου της ηβικής σύμφυσης. Η περιφέρεια αυτής της περιοχής αποτελεί την είσοδο της αληθούς πυέλου. Το κάτω όριο της κάτω πυέλου, που ονομάζεται έξοδος της πυέλου, σχηματίζεται από τον κόκκυγα, τις ισχιακές ακρολοφίες, τον ανιόντα κλάδο των ισχίων και τον κατιόντα κλάδο του ηβικού οστού και των ιερό-ισχιακών συνδέσμων. Ο πυθμένας της πυέλου σχηματίζεται από την περινεϊκή περιτονία, τον ανελκτήρα μυ του πρωκτού και τους κοκκυγικούς μυς. Όλες οι διάμετροι είναι φυσιολογικά μεγαλύτερες στην γυναίκα από ότι στον άνδρα.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΜΕΤΡΟΙ: Μεσακάνθιος: η απόσταση μεταξύ των εξωτερικών ορίων των προσθίων-άνω λαγόνιων ακανθών, η οποία είναι φυσιολογικά 26 cm. μεσολαγόνιος: η απόσταση μεταξύ των εξωτερικών ορίων του πλέον προεξέχοντος τμήματος των λαγόνιων ακρολοφιών, η οποία είναι φυσιολογικά 28 cm. Μεσο-τροχαντήριος ή διατροχαντήριος: η απόσταση μεταξύ των πλέον προεξεχόντων σημείων των μηριαίων τροχαντήρων, η οποία είναι 32 cm. Λοξή (δεξιά και αριστερή): η απόσταση από την μια οπίσθια-άνω λαγόνια άκανθα έως την άλλη, η οποία είναι 22 cm, με την δεξιά να είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από την αριστερή. Ευθεία εξωτερική: η απόσταση μεταξύ της ακανθώδους απόφυσης του τελευταίου οσφυϊκού σπονδύλου και του άνω ορίου της πρόσθιας επιφάνειας της ηβικής σύμφυσης, η οποία είναι 20 cm.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΜΕΤΡΟΙ: Αληθής ευθεία: η προσθιοπίσθια διάμετρος της εισόδου της πυέλου, 11 cm, η οποία είναι η πιο σημαντική μονή διάμετρος της πυέλου. Διαγώνιος: η απόσταση μεταξύ του ακρωτηρίου των μαιευτήρων και της ηβικής σύμφυσης, η οποία είναι 13 cm. Για τον υπολογισμό της διαγώνιας διαμέτρου αφαιρούνται δύο cm από το ύψος και την κλίση της ηβικής σύμφυσης. Εγκάρσια: η απόσταση μεταξύ των ισχιακών κυρτωμάτων, η οποία είναι 11 cm. Προσθιοπίσθια (της εξόδου): η απόσταση μεταξύ της ηβικής σύμφυσης και της κορυφής του ιερού οστού, είναι 11 cm. Πρόσθια οβελιαία: η απόσταση μεταξύ της κάτω επιφάνειας και του κέντρου της γραμμής που συνδέει τα ισχιακά κυρτώματα. Είναι 7 cm. Οπίσθια οβελιαία: η απόσταση μεταξύ του κέντρου της γραμμής που ενώνει τα ισχιακά ογκώματα και της άκρης του ιερού οστού. Είναι 10 cm.

Aliases (separate with |): Πύελος
πυκνότητα
  1. Το σχετικό βάρος μιας ουσίας σε σύγκριση με ένα πρότυπο αναφοράς.

  2. Η ιδιότητα του να είναι πυκνός.

  3. Ο βαθμός μελανότητας μιας ακτινογραφίας ή η σχέση ανάμεσα στο παρεχόμενο φως και το φως που διέρχεται μέσω της ακτινογραφίας.

Aliases (separate with |): Πυκνότητα
πυλαιοσυστηματική εγκεφαλοπάθεια

Εγκεφαλική δυσλειτουργία που παρατηρείται σε ασθενείς με χρόνια ηπατοπάθεια και πυλαία υπέρταση, κατά την οποία οι χημικές ουσίες, που κανονικά το ήπαρ εξουδετερώνει, το παρακάμπτουν και κυκλοφορούν στο αίμα. Μερικοί ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί, ενώ άλλοι εμφανίζουν ήπιες διαταραχές στη μνήμη, στην ικανότητα υπολογισμών, στην ομιλία, στο συναίσθημα ή στην κρίση. Οι βαρέως πάσχοντες ασθενείς μπορεί να πέσουν σε κώμα.

Aliases (separate with |): Πυλαιοσυστηματική εγκεφαλοπάθεια
πυρετός

Παθολογική αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος πάνω από το φυσιολογικό (37ο C). Δεκατική πυρετική κίνηση μπορεί να εμφανιστεί σαν σύμπτωμα της ίδιας της νόσου.

Aliases (separate with |): Πυρετός
πυρετός Lassa

Μια δυνητικά θανατηφόρος ίωση, η οποία χαρακτηρίζεται από αιμορραγία, ισχυρές μυαλγίες και σε κάποιες περιπτώσεις καταπληξία. Μπορεί να μεταδοθεί αποκλειστικά στην Αφρική. Ο υπεύθυνος παράγοντας, ένας αρενάίός, εξαπλώνεται στους ανθρώπους μετά από επαφή με μολυσμένα τρωκτικά ή τις απεκκρίσεις τους. Κάθε χρόνο, περίπου 300.000 άνθρωποι μολύνονται.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς εμφανίζουν αιφνίδια εκδήλωση υψηλού πυρετού, ο οποίος είναι διαρκής ή διαλείπων και οξύς, με γενικευμένη μυαλγία, θωρακικό και κοιλιακό άλγος, κεφαλαλγία, πονόλαιμο, βήχα, ζαλάδα με ερυθρότητα του προσώπου, συμφόρηση επιπεφυκότων, ναυτία, διάρροια και έμεση. Κατά την τέταρτη ημέρα ενδέχεται να εμφανισθούν αιμορραγικές περιοχές στο δέρμα και στους βλεννογόνους. Η θνησιμότητα των ασθενών στην Αφρική κυμαίνεται από 16% έως 45%.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Η ριμπαβιρίνη που χορηγείται την πρώτη εβδομάδα της νόσου και συνεχίζεται για 10 ημέρες έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στη μείωση του ποσοστού θανάτου. Το φάρμακο αυτό θα πρέπει να χορηγείται από του στόματος επί 10 ημέρες προφυλακτικά σε αυτούς που έχουν εκτεθεί διαδερμικά στον ιό. Οι ασθενείς απομονώνονται σε ειδικές μονάδες απομόνωσης, στις οποίες φιλτράρεται ο αέρας που εξέρχεται από το χώρο και διατηρείται αρνητική πίεση. Το σύνολο των πτυέλων, του αίματος, των απεκκριμάτων και των αντικειμένων με τα οποία έχει έλθει σε επαφή ο ασθενής, απολυμαίνονται.

Aliases (separate with |): Πυρετός Lassa
πυρετός Q

To Q προέρχεται από τη λέξη "query" (απορία), επειδή η αιτιολογία της νόσου ήταν άγνωστη]. Οξεία λοιμώδης νόσος που χαρακτηρίζεται από κεφαλαλγία, πυρετό, έντονη εφίδρωση, κακουχία, μυαλγία και ανορεξία. Ο πυρετός Q προκαλείται από τη ρικέτσια Coxiella burnetii, ένα ενδοκυτταρικό gram-αρνητικό βακτήριο και μεταδίδεται με την εισπνοή μολυσμένης σκόνης, την κατανάλωση μη παστεριωμένου γάλακτος από μολυσμένα ζώα ή η ενασχόληση με μολυσμένα ζώα, όπως αίγες, αγελάδες και πρόβατα. Η μετάδοση μέσω ανθρώπινης επαφής είναι σπάνια, αλλά έχει συμβεί. Υπάρχει αποτελεσματικό εμβόλιο για την πρόληψη της λοίμωξης σε άτομα που έχουν μεγάλη πιθανότητα να έχουν εκτεθεί στη νόσο. Για την αντιμετώπιση της λοίμωξης χρησιμοποιούνται τετρακυκλίνες.

Aliases (separate with |): Πυρετός Q
πυρετός άγνωστης αιτιολογίας

Νόσημα διάρκειας τουλάχιστον τριών εβδομάδων με πυρετό που υπερβαίνει τους 38,3ο C σε αρκετές περιπτώσεις και για το οποίο δεν έχει τεθεί διάγνωση μετά από μια εβδομάδα νοσηλείας. Οι κυριότερες αιτίες είναι συστηματικές και εντοπισμένες λοιμώξεις, νεοπλάσματα η νοσήματα του κολλαγόνου όπως είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η οζώδης πολυαρτηριίτιδα. Λιγότερο συχνές αιτίες είναι τα κοκκιωματώδη νοσήματα, η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, η πνευμονική εμβολή, ο πυρετός φαρμακευτικής αιτιολογίας, η κίρρωση του ήπατος και σπάνιες καταστάσεις όπως η νόσος Whipple. Νοσήματα όπως το AIDS, το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, η η νόσος Lyme μπορεί να ενταχθούν στη λίστα των πιθανών αιτιών FUO, παρόλα αυτά η σωστή διαγνωστική μεθοδολογία μπορεί να αποτρέψει την είσοδο στη λίστα πιθανών αιτιών. Μερικές περιπτώσεις παραμένουν χωρίς διάγνωση.

Aliases (separate with |): Πυρετός άγνωστης αιτιολογίας
πυρήνας
  1. Κεντρικό σημείο, γύρω από το οποίο συγκεντρώνεται ύλη, όπως σε έναν λίθο.
  2. Η δομή εντός ενός κυττάρου, η οποία περιέχει τα χρωμοσώματα. Είναι υπεύθυνη για τον κυτταρικό μεταβολισμό, αύξηση και αναπαραγωγή.
  3. Ομάδα κυτταρικών σωμάτων νευρώνων που σχηματίζουν μάζα φαιάς ουσίας στο κεντρικό νευρικό σύστημα και ιδιαιτέρως στον εγκέφαλο.
  4. Στη χημεία, ο πυρήνας ενός ατόμου ο οποίος αποτελείται από ένα ή περισσότερα πρωτόνια και συνήθως ένα ή περισσότερα νετρόνια Φέρει το θετικό φορτίο και το μεγαλύτερο μέρος της μάζας ενός ατόμου.
Aliases (separate with |): Πυρήνας
πυριδοξίνη

Aνευρίσκεται στο ρύζι, στα πίτουρα και στη ζύμη. H πρόσληψη υπερβολικών δόσεων (2-5 g/ημέρα για μήνες) προκαλεί βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Aliases (separate with |): vitamin B6|Πυριδοξίνη
πυρίτιο

Aμέταλλο στοιχείο του εδάφους.

ΣΥΜΒ: Si. Ατομικό βάρος 28,086· ατομικός αριθμός 14· ειδικό βάρος 2,33. Το πυρίτιο αποτελεί το 25% του φλοιού της Γης, και υπερβαίνεται μόνο από το οξυγόνο. Εντοπίζεται σε ίχνη σε σκελετικές δομές (οστά και δόντια). Το πυρίτιο συνδυάζεται συχνά με το οξυγόνο σχηματίζοντας διοξείδιο του πυριτίου (SiO2), το οποίο συναντάται σε πολλές μορφές τόσο κρυσταλλικές όσο και άμορφες. Σε καθαρή μορφή σχηματίζει χαλαζιακούς ή βραχώδεις κρυστάλλους. Απαντά σε πολλά λειαντικά υλικά και είναι το κύριο συστατικό του γυαλιού.

Aliases (separate with |): Πυρίτιο
ραβδομυόλυση

Οξεία και μερικές φορές θανατηφόρος ασθένεια, κατά την οποία τα υποπροϊόντα της λύσης των μυϊκών κυττάρων συσσωρεύονται στα νεφρικά σωληνάρια και οδηγούν σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Η ραβδομυόλυση μπορεί να είναι αποτέλεσμα τραυματισμού, τοξικής δράσης φαρμάκων ή χημικών στους γραμμωτούς μύες, υπερβολικής άσκησης, σήψης, σοκ, και σοβαρής υπονατριαιμίας, μεταξύ άλλων ασθενειών και καταστάσεων. Απειλητική για τη ζωή υπερκαλιαιμία και μεταβολική οξέωση μπορεί να επακολουθήσουν. Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει τη χορήγηση υγρών πλούσιων σε διττανθρακικά (με σκοπό τη διευκόλυνση της απέκκρισης μυοσφαιρίνης και σιδήρου στα ούρα) ή την αιμοδιάλυση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι θεραπευτικοί στόχοι είναι

  1. Παρεμπόδιση και θεραπεία της νεφρικής δυσλειτουργίας.
  2. Αποκατάσταση των ηλεκτρολυτικών διαταραχών.
  3. Θεραπεία της υποκείμενης αιτίας. Οι ασθενείς ενυδατώνονται επιθετικά με στόχο την επίτευξη παροχής ούρων 200 με 300 ml/ώρα. Εάν η παροχή ούρων δεν αυξάνει με την ενυδάτωση, χορηγούνται διουρητικά αγκύλης (ωσμωτικά διουρητικά) για να προαχθεί η ούρηση. Η αλκαλοποίηση των ούρων (π.χ., με διττανθρακικό νάτριο) αυξάνει τη διαλυτότητα της μυοσφαιρίνης στα ούρα και ως εκ τούτου την αποβολή της από τον οργανισμό. Ο ασθενής με ραβδομυόλυση θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για ηλεκτρολυτικές διαταραχές (υποκαλιαιμία, υπερκαλιαιμία), ανωμαλίες του ρυθμού και σύνδρομο διαμερισματοποίησης (εάν ήταν τραυματισμός υπεύθυνος για την εμφάνιση του συνδρόμου). Όταν υπάρχει υποψία συνδρόμου διαμερισματοποίησης, άμεση μέτρηση της ιστικής πίεσης του διαμερίσματος χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της αναγκαιότητας διατομής του περιτοναίου. Καθώς ο ασθενής αναρρώνει, η φυσιοθεραπεία θα βοηθήσει στη διατήρηση του εύρους κίνησης και σε άλλες επιπλοκές, οφειλόμενες στην ακινητοποίηση εντός του νοσοκομείου.
Aliases (separate with |): Ραβδομυόλυση
ραδιενεργό ισότοπο

Χρησιμοποιείται για την διάγνωση ή την θεραπεία του καρκίνου.

Aliases (separate with |): Ραδιενεργό ισότοπο
ράδιο

Μεταλλικό στοιχείο που συναντάται σε πολύ μικρές ποσότητες σε μεταλλεύματα ουρανίου όπως στον πισσουρανίτη. Ατομικός αριθμός 88, ατομικό βάρος 226, χρόνος ημίσειας ζωής 1622 έτη. Είναι ραδιενεργό και φθορίζον. Το ραδόνιο παράγεται από τη διάσπαση του ραδίου. Το πιο σταθερό ισότοπο 226 Ra έχει χρησιμοποιηθεί ως πηγή ραδιενέργειας στην ιατρική έρευνα και θεραπεία.

Aliases (separate with |): Ράδιο
ραιβόκρανο

Άκαμπτος λαιμός που συνδέεται με μυϊκό σπασμό, κλασσικά προκαλώντας σύσπαση πλευρικής κάμψης του μυϊκού συστήματος των αυχενικών σπονδύλων. Μπορεί να είναι συγγενής ή όχι. Οι μύες που προσβάλλονται είναι κυρίως αυτοί που παρέχονται από το νωτιαίο επικουρικό νεύρο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η κατάσταση μπορεί να προκληθεί από ουλές, νόσο των αυχενικών σπονδύλων, αδενίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ρευματισμό, μεγεθυμένους αυχενικούς αδένες, οπισθοφαρυγγικό απόστημα, ή παρεγκεφαλιδικούς όγκους. Μπορεί να είναι σπασμωδική (κλονική) ή μόνιμη (τονική). Ο τελευταίος τύπος ενδεχομένως οφείλεται σε νόσο Pott (φυματίωση της σπονδυλικής στήλης).

Aliases (separate with |): Ραιβόκρανο
ρακεμική επινεφρίνη

Μείγμα δεξιόστροφων και αριστερόστροφων ισομερών επινεφρίνης το οποίο όταν νεφελοποιηθεί, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αντιμετώπιση της ψευ-δομεμβρανώδους λαρυγγίτιδας και της βρογ-χιολίτιδας. Το φάρμακο συνήθως συγχορηγείται με παρεντερική δεξαμεθαζόνη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μερικά βρέφη και παιδιά που ανταποκρίνονται αρχικά σε αυτή τη θεραπεία θα υποτροπιάσουν. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ρακεμική επινεφρίνη πρέπει να παρακολουθούνται για αρκετές ώρες για να καθορισθεί αν πρέπει να εισαχθούν στο νοσοκομείο ή αν είναι σε αρκετά σταθερή κατάσταση ώστε να επιστρέψουν σπίτι τους.

Aliases (separate with |): Ρακεμική επινεφρίνη
ραχιαίος πόνος

Αίσθηση πόνου στην ή κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης ή στο μυϊκό σύστημα της οπίσθιας επιφάνειας του θώρακα. Χαρακτηρίζεται συνήθως από αμβλύ, συνεχή πόνο και ευαισθησία των μυών ή των προσφύσεών τους στην κατώτερη οσφυική, οσφυοϊερή ή ιερολαγόνιο περιοχή. Ο πόνος συχνά επεκτείνεται στο κάτω άκρο, ακολουθώντας την κατανομή του ισχιακού νεύρου.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Στις συνηθισμένες αιτίες του ραχιαίου πόνου συγκαταλέγονται ο πόνος που προκαλείται από υπερέκταση των μυών ή των τενόντων, κήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου, στένωση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, ή σπονδυλολίσθηση. Ασθενείς με ιστορικό καρκίνου ενδέχεται να υποφέρουν από οσφυϊκό πόνο οφειλόμενο σε μεταστατικούς όγκους στους σπονδύλους, και πρέπει να αξιολογούνται προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι δεν επίκεινται βλάβες στο νωτιαίο μυελό. Ασθενείς με ραχιαίο πόνο και πυρετό (ειδικά αυτοί με ιστορικό χρήσης ενέσιμων φαρμάκων, φυματίωσης, ή πρόσφατης χειρουργικής επέμβασης στην ράχη) πρέπει να αξιολογούνται για επισκληρίδιο απόστημα ή οστεομυελίτιδα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ανάλογα με την υποκείμενη αιτία του ραχιαίου πόνου, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει χορήγηση φαρμάκων, σύντομη κλινανάπαυση, χειρομαλάξεις, φυσιοθεραπεία, χειροπρακτική, διατατικές ασκήσεις, χειρουργική επέμβαση και/ή ακτινοθεραπεία. Οι περισσότερες μη κακοήθεις μορφές του ραχιαίου πόνου παρουσιάζουν βελτίωση κατόπιν ολιγοήμερης ανάπαυσης, ακολουθούμενης από αντιφλεγμονώδη αγωγή 2 έως 4 εβδομάδων, κατάλληλης μυϊκής ενδυνάμωσης και υπομονής. Ο πόνος που προκαλείται από οστεοπορωτικό κάταγμα μπορεί να αποδειχθεί εντονότερος και μακροχρόνιος. Ο ραχιαίος πόνος που παράγεται από σπονδυλική μετάσταση μπορεί να υποχωρήσει με ακτινοθεραπεία, η χρήση της οποίας μειώνει επίσης τις πιθανότητες συμπίεσης του νωτιαίου μυελού και επακόλουθης παράλυσης. Ασθενείς με σπονδυλικό επισκληρίδιο απόστημα χρειάζονται παροχέτευση της μόλυνσης και λήψη αντιβιοτικών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρατεταμένη κλινανάπαυση αντενδείκνυται για τους περισσότερους ασθενείς με ραχιαίο πόνο. Η τοπική θερμότητα εφαρμόζεται καθ' υπόδειξη. Το θεραπευτικό σχήμα πρέπει να εξηγείται, να εφαρμόζεται και να ενισχύεται αναλόγως. Οι παράγοντες που επισπεύδουν την εμφάνιση των συμπτωμάτων αναγνωρίζονται και συζητούνται προληπτικές δράσεις.

Aliases (separate with |): Ραχιαίος πόνος
ραχίτιδα

Νόσος της ανάπτυξης των οστών στα παιδιά, συχνότερα ως αποτέλεσμα ανεπάρκειας βιταμίνης D, που χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή εναπόθεση μεταλλικών στοιχείων στους χόνδρους και τα νεοσχηματιζόμενα οστά, με αποτέλεσμα ανωμαλίες στο σχήμα, τη δομή και την ισχύ του σκελετού. Η κατάσταση αυτή μπορεί να προληφθεί με έκθεση στο υπεριώδες φως (ηλιακό ή τεχνητό φως) και τη χορήγηση βιταμίνης D σε ποσότητες, που παρέχουν 400 I.U. ενεργούς βιταμίνης D την ημέρα. Η ασθένεια της ανεπάρκειας βιταμίνης D στους ενήλικες είναι γνωστή ως οστεομαλακία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ραχίτιδα έχει πολλά αίτια, συμπεριλαμβανομένων παθήσεων που επηρεάζουν την πρόσληψη, την απορρόφηση και το μεταβολισμό της βιταμίνης D ή του φωσφόρου· νεφρικές σωληναριακές διαταραχές· και παθήσεις στις οποίες το παιδί είναι χρόνια οξεωτικό, μεταξύ άλλων.

ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Τα πάσχοντα παιδιά είναι συχνά ληθαργικά και μπορεί να εμφανίζουν αδύναμο μυϊκό σύστημα και ελαττωμένη μυϊκή ισχύ. Στη φυσική εξέταση παρατηρουνται πολλoπλές οστικές ανωμαλίες, όπως μετωπιαίο υβος, ραιβότητα των μακρών οστών, επιπέδω-ση των πλευρών της θωρακικής κοιλότητας, κυφωση, σκολίωση ή λόρδωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία και η πρόγνωση εξαρτώνται από την αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας. Συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D είναι η κατάλληλη θεραπεία για ορισμένους ασθενείς.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Υπερβολική λήψη βιταμίνης D (στα βρέφη, περισσότερο από 20.000 I.U. ημερησίως· στους ενήλικες περισσότερο από 100.000 IU ημερησίως) θα πρέπει να αποφευγεται λόγω κινδύνου υπερβιταμίνωσης D.

Aliases (separate with |): Ραχίτιδα
ρενίνη

Ένζυμο που παράγεται από τους νεφρούς, το οποίο καταλύει τη μετατροπή του αγγειοτασινογόνου σε αγγειοτασίνη Ι, και στη συνέχεια μετατρέπεται σε αγγειοτασίνη ΙΙ, η οποία διεγείρει την αγγειοσύσπαση και την έκκριση αλδοστερόνης. Τα επίπεδα της ρενίνης στο αίμα είναι αυξημένα σε κάποιες μορφές υπέρτασης.

Aliases (separate with |): Ρενίνη
ρετινόλη

Μορφή της βιταμίνης Α που ανευρίσκεται στα ηπατικά έλαια ψαριών.

Aliases (separate with |): vitamin A1|Ρετινόλη
ρευματικός πυρετός

Πολυσυστηματική, εμπύρετος φλεγμονώδης νόσος, που αποτελεί μακροπρόθεσμη επιπλοκή ατελώς θεραπευθείσας στρεπτοκοκκικής φαρυγγικής λοίμωξης από στελέχη της ομάδας Α. Πιστεύεται ότι οφείλεται σε αυτοάνοση απάντηση έναντι των βακτηριακών αντιγόνων του στρεπτόκοκκου, αλλά δεν έχει αναγνωρισθεί ο ακριβής μηχανισμός που είναι υπεύθυνος για την εμφάνιση της ασθένειας. Η νόσος δεν είναι συχνή στην εποχή μας στις δυτικές κοινωνίες, αλλά παραμένει σημαντική αιτία νοσηρότητας στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μετά από φαρυγγική λοίμωξη από στρεπτόκοκκους της ομάδας Α, μερικοί ασθενείς εμφανίζουν αιφνίδιο πυρετό και άλγος στις αρθρώσεις· αυτός είναι ο συχνότερος τύπος έναρξης της νόσου. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, μεταναστευτική πολυαρθρίτιδα, άλγος στην κίνηση, κοιλιακό άλγος, χορεία και καρδιακή συμπτωματολογία (περικαρδίτιδα, μυοκαρδίτιδα, ενδοκαρδίτιδα). Δυσφορία στο προκάρδιο και καρδιακό φύσημα αναπτύσσονται αιφνίδια. Εκδηλώσεις από το δέρμα περιλαμβάνουν δισκοειδές ή γυροειδές ερύθημα και ανάπτυξη υποδόριων οζιδίων. Ο ρευματικός πυρετός μπορεί να εμφανισθεί χωρίς οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα συμμετοχής των αρθρώσεων. Δυο μείζονες βλάβες (καρδίτιδα, πολυαρθρίτιδα, χορεία, δισκοειδές ερύθημα, υποδόρια οζίδια) ή ένα μείζον και δυο ελάσσονα κριτήρια (πυρετός, αρθραλγία, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων ή θετική C αντιδρώσα πρωτεΐνη, παρατεταμένο P-R διάστημα στο ηλεκτροκαρδιογράφημα) απαιτούνται για να μπει η διάγνωση του οξέος ρευματικού πυρετού.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ: Άμεση και επαρκής θεραπεία της στρεπτοκοκκικής λοίμωξης με πενικιλλίνη ή κεφαλοσπορίνη από του στόματος χορηγείται για διάστημα τουλάχιστον 10 ημερών. Η ερυθρομυκίνη αποτελεί εναλλακτική λύση στους ασθενείς που είναι αλλεργικοί στην πενικιλλίνη. Οι ασθενείς που είναι γνωστό ότι έχουν καρδίτιδα και πρόκειται να υποστούν οδοντιατρική ή χειρουργική επέμβαση (ειδ. αυτές που περιλαμβάνουν όργανα της ουροφόρου οδού, του ορθού ή του κόλου) θα πρέπει να καλυφθούν πρόσθετα με αντιβιοτικά την ημέρα της επέμβασης και αρκετές ημέρες μετά. Για την παρεμπόδιση επανεμφάνισης του ρευματικού πυρετού σε έναν ασθενή που έχει νοσήσει, απαιτείται λήψη πενικιλλίνης, ερυθρομυκίνης ή σουλφοναμιδών επί τουλάχιστον 5 έτη από την αρχική λοίμωξη (10 έτη για ασθενείς με συμμετοχή των καρδιακών βαλβίδων).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία περιλαμβάνει επίσης κατάκλιση μέχρι την πλήρη υποχώρηση σημείων ενεργού ρευματικού πυρετού. Σαλικυλικά μπορεί να δοθούν για συμπτωματική ανακούφιση. Διουρητικά ή αντιαρρυθμικά μπορεί να δοθούν σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή διαταραχές του καρδιακού ρυθμού.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες υγείας συμβουλεύουν τον ασθενή για την τροποποίηση του τρόπου ζωής και των δραστηριοτήτων του, καθώς και για τη σπουδαιότητα της λήψης των συνταγογραφούμενων αντιβιοτικών καθ' όλη την πορεία της θεραπείας και της προφύλαξης. Η σημασία της διατήρησης μιας δίαιτας πτωχής σε αλάτι και της προσήλωσης στη θεραπεία με διουρητικά, διγοξίνη ή φάρμακα μείωσης του μεταφορτίου τονίζεται στους ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Aliases (separate with |): Ρευματικός πυρετός
ρευματισμός

Γενική, αλλά μάλλον παρωχημένη ορολογία για οξείες και χρόνιες καταστάσεις, που χαρακτηρίζονται από φλεγμονή, μυϊκή ευαισθησία και ακαμψία και άλγος στις αρθρώσεις και τις παρακείμενες δομές. Περιλαμβάνει φλεγμονώδη αρθρίτιδα (λοιμώδη, ρευματοειδή, ουρική), αρθρίτιδα λόγω ρευματικού πυρετού ή τραύματος, εκφυλιστική νόσο των αρθρώσεων, νευρογενή αρθροπάθεια, ύδραρθρο, μυοσίτιδα, θυλακίτιδα, ινομυαλγία και πολλές άλλες καταστάσεις.

Aliases (separate with |): Ρευματισμός
ρευματοειδής αρθρίτιδα

Χρόνιο συστηματικό νόσημα το οποίο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή πολλαπλών αρθρικών επιφανειών. Το νόσημα συνήθως προσβάλλει παρόμοιες ομάδες αρθρώσεων και στις δύο πλευρές του σώματος και μπορεί να προκαλέσει διαβρώσεις των οστών, οι οποίες απεικονίζονται με την ακτινογραφία. Είναι συχνή η δημιουργία υποδόριων οζιδίων και η αύξηση του ρευματοειδούς παράγοντα στον ορό. Οι ασθενείς κατά κανόνα παραπονούνται για ακαμψία των αρθρώσεων κατά τις πρωινές ώρες και όχι τόσο πολύ μετά από δραστηριότητες. Οι γυναίκες προσβάλλονται 3 φορές συχνότερα σε σχέση με τους άνδρες. Σε μερικές εθνότητες, όπως είναι κάποιοι ιθαγενείς Αμερικανοί, τα ποσοστά της νόσου είναι υψηλότερα σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Η νόσος συνήθως πρωτοεκδηλώνεται κατά την μέση ηλικία, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί και σε οποιαδήποτε ηλικία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι παράγοντες εκείνοι οι οποίοι ενοχοποιούνται για την εμφάνιση και σχετίζονται με τη σοβαρότητα της νόσου είναι γενετικοί (π.χ. HLA απλότυπος), αυτοάνοσα φαινόμενα και περιβαλλοντικές επιδράσεις.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Υπάρχουν αρθραλγίες, πρωϊνή δυσκαμψία, δυσκαμψία η οποία επανέρχεται όταν ο ασθενής καθίσει ή αναπαυθεί, κακουχία και καταβολή. Το συστηματικό νόσημα χαρακτηρίζεται από πλευριτική συλλογή, περικαρδίτιδα, πνευμονική ίνωση, νευροπάθειες και οφθαλμικές διαταραχές και είναι δυνατόν να προκληθούν συμπτώματα από κάθε ένα από αυτά τα όργανα. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται σταδιακά μετά από αρκετούς μήνες αλλά είναι δυνατόν να εμφανιστούν ξαφνικά σε μερικούς ασθενείς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι περισσότεροι ρευματολόγοι πλέον συνιστούν να γίνεται επιθετική θεραπεία με τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs) ήδη νωρίς στην πορεία της νόσου προκειμένου να αποφευχθεί η διάβρωση των οστών και η απώλεια της λειτουργικότητας των αρθρώσεων. Στα φάρμακα αυτής της κατηγορίας ανήκουν παράγοντες όπως η μεθοτρεξάτη. Επίσης συχνά χορηγούνται μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (π.χ. ιβουπροφαίνη) ή κορτικοστεροειδή. Πολλοί ασθενείς είναι δυνατόν να συνεχίσουν να λαμβάνουν χαμηλές δόσεις κορτικοστεροειδών για χρόνια, αλλά τα πλεονεκτήματα της μακροχρόνιας λήψης κορτικοστεροειδών είναι λιγότερα από τα μειονεκτήματά τους όπως είναι η πρόκληση διαβήτη, οστεοπόρωσης και επινεφριδιακής ανεπάρκειας. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενώσεις χρυσού, που είναι όμως ασθενέστερες σε σχέση με τα DMARDs ή άλλες νεότερες θεραπείες. Στους νεότερους παράγοντες συμπεριλαμβάνονται τα αντισώματα απέναντι στον παράγοντα νέκρωσης όγκου και άλλα ανοσορρυθμιστικά φάρμακα. Επίσης χρησιμοποιούνται ισχυροί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες όπως είναι η κυκλοσπορίνη, η αζαθειοπρίνη και η μυκοφαινολάτη. Μπορούν να χρησιμοποιηθεί συνδυασμός φαρμάκων από διαφορετικές κατηγορίες. Η χειρουργική αντικατάσταση κάποιας άρθρωσης μπορεί να βοηθήσει ορισμένους ασθενείς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Όλες οι αρθρώσεις ελέγχονται για τυχόν εμφάνιση φλεγμονής, παραμόρφωσης και σπασμού. Εκτιμάται η ικανότητα του ασθενούς να πραγματοποιεί τις δραστηριότητες της καθημερινότητάς του (ADLs). Επίσης αξιολογείται ο βαθμός της κόπωσης του ασθενούς. Παρακολουθούνται και καταγράφονται τα ζωτικά του σημεία· οι μεταβολές του βάρους του· τα χαρακτηριστικά του πόνου του (εντόπιση, ποιότητα, ένταση, παράγοντες που τον προκαλούν ή τον ανακουφίζουν), η πρωινή δυσκαμψία (κυρίως η διάρκειά της). Ενθαρρύνεται η χρήση θερμών λουτρών για την ανακούφιση από τον πόνο και την δυσκαμψία. Χορηγείται και εκτιμάται η αποτελεσματικότητα της ενδεικνυόμενης αντιφλεγμονώδους και αναλγητικής φαρμακευτικής αγωγής· ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τη χρησιμότητα αυτών των φαρμάκων. Εκτιμάται η ανταπόκριση του ασθενούς σε όλα τα φάρμακα και ειδικά μετά από κάποια αλλαγή στο θεραπευτικό σχήμα. Ο ασθενής και η οικογένειά του εκπαιδεύονται στο να αναγνωρίζουν το στόχο, το χρονοδιάγραμμα της δράσης και τις ανεπιθύμητες ενέργειες του καθενός. Τα φάρμακα και τα βότανα χωρίς συνταγή γιατρού μπορεί αλληλεπιδράσουν με τα συνταγογραφούμενα φάρμακα και δε θα πρέπει να λαμβάνονται εκτός και εάν έχουν εγκριθεί από κάποιον ειδικό γιατρό ή φαρμακοποιό. Οι φλεγμένουσες αρθρώσεις μερικές φορές καθηλώνονται σε έκταση για να προληφθούν οι σπασμοί. Σημειώνονται οι περιοχές πίεσης και διατηρείται το εύρος της κινητικότητας με απαλές, παθητικές ασκήσεις, εάν ο ασθενής δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει ενεργητικές κινήσεις. Όταν υποχωρήσει η φλεγμονή, εξηγείται στον ασθενή το πώς να κάνει ενεργητικές ασκήσεις κάποιων συγκεκριμένων αρθρώσεων σε όλο το εύρος της κίνησης. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να κάνει θερμά λουτρά ή να εμβαπτίζει τα μέλη σε θερμό νερό πριν και κατά τη διάρκεια της άσκησης. Υγρά και έλαια πλύσεων θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε περίπτωση ξηροδερμίας. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να πραγματοποιεί τις ADL εάν αυτό είναι δυνατόν και να αφήνει κάποιο περιθώριο επιπλέον χρόνου εάν αυτό είναι αναγκαίο. Σε ορισμένους ασθενείς είναι δυνατόν να συσταθεί η χρήση κάποιων συσκευών, μηχανημάτων ή οργάνων που μπορούν να τους βοηθήσουν ή να τους προστατεύσουν. Ο ασθενής θα πρέπει να βρει εναλλακτικούς τρόπους για να πραγματοποιεί τις δραστηριότητές του, να κάθεται και να στέκεται όρθιος, αλλά θα πρέπει να βρίσκει και επαρκή χρόνο για να ξεκουράζεται. Η παραπομπή σε κάποιον εργοθεραπευτή ή φυσιοθεραπευτή μπορεί να κριθεί αναγκαία. Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί τόσο στον ασθενή όσο και στην οικογένειά του ότι είναι σημαντικό να συνεχίζονται οι συναντήσεις / συνεδρίες με τον εργοθεραπευτή / φυσιοθεραπευτή καθώς και ότι ακολουθούνται οι οδηγίες για τις κατ' οίκον δραστηριότητες. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του θα πρέπει να παραπέμπονται στις τοπικές και εθνικές ομάδες υποστήριξης και πληροφόρησης. Επιδιωκόμενος στόχος είναι η συμμόρφωση με την συνιστώμενη θεραπεία και τις ασκήσεις, η ικανότητα πραγματοποίησης των ADLs, η βραδεία εξέλιξη των παραμορφωτικών αλλοιώσεων, ο έλεγχος του πόνου και η σωστή χρήση των βοηθητικών οργάνων. Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με την Εταιρεία Αρθρίτιδας (www.arthritis.org).

Aliases (separate with |): Ρευματοειδής αρθρίτιδα
ρευματοειδής παράγοντας

Αντισώματα, που παράγονται από τον οργανισμό έναντι των ανοσοσφαιρινών. Είναι παρόντα σε σχεδόν 80% των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα και σε πολλους ασθενείς με άλλες ρευματολογικές και φλεγμονώδεις ασθένειες. Ο παράγοντας αυτός χρησιμοποιείται, μαζί με άλλους κλινικούς δείκτες, στη διάγνωση και την αντιμετώπιση της ρευματοειδής αρθρίτιδας.

Aliases (separate with |): Ρευματοειδής παράγοντας
ρήξη του Αχίλλειου τένοντα

Ρήξη των προσφύσεων του γαστρο-κνημίου και των πελματιαίων μυών στην οπίσθια επιφάνεια της πτέρνας, τραυματισμός ο οποίος συνήθως συμβαίνει σε μέσης ηλικίας αθλητές που συμμετέχουν σε καλαθοσφαίριση ή άλλα αθλήματα με μπάλα, μερικούς δύτες ή ασθενείς που θεραπεύονται με ενέσιμα στεροειδή για τενοντίτιδα του Αχίλλειου τένοντα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο τραυματισμός συνήθως συμβαίνει κατά τη διάρκεια αιφνίδιας, βίαιης πελματιαίας κάμψης του αστραγάλου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μετά την αρχική αίσθηση του χτυπήματος στην οπίσθια επιφάνεια του κάτω άκρου, ο ασθενής συνήθως αναφέρει αδυναμία να ανασηκωθεί στα δάκτυλα των ποδιών του.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: H αντιμετώπιση μπορεί να συμπεριλάβει τοποθέτηση γυψονάρθηκα στο κάτω άκρο ή χειρουργική αποκατάσταση ή ενίσχυση του τένοντα που έχει υποστεί βλάβη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πρώιμη υποβοήθηση της κίνησης του αστραγάλου μειώνει τη διάρκεια της αποκατάστασης από ρήξη του Αχίλλειου τένοντα, που μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να παραταθεί ή να επιπλακεί με μυϊκή ατροφία ή υποτροπιάζουσα κάκωση του τένοντα.

Aliases (separate with |): Ρήξη του Αχίλλειου τένοντα
ρήξη του σπλήνα

Μια κοιλιακή καταστροφή χαρακτηριζόμενη από εκτεταμένο, συχνά πλευριτικό άλγος, αιμοδυναμική αστάθεια, απώλεια αίματος στο περιτόναιο και μερικές φορές καρδιαγγειακή κατάρρευση και θάνατο. Μπορεί να συμβεί ως αποτέλεσμα τραυματισμού ή σπανιότερα σε ασθενείς με λοιμώδη μονοπυρήνωση. Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική ή να περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση του σπλήνα. Σε καθυστερημένη ρήξη του σπλήνα, η καταστροφική ασθένεια μπορεί να μην εκδηλωθεί παρά ημέρες ή εβδομάδες μετά τον υπαίτιο τραυματισμό.

Aliases (separate with |): Ρήξη του σπλήνα
ριβονουκλεϊκό οξύ (RNA)

Νουκλεϊκό οξύ παρόμοιο με το DNA. Συμμετέχει στην παραγωγή πρωτεϊνών στα κύτταρα.

Aliases (separate with |): Ριβονουκλεϊκό οξύ (RNA)
ριβοφλαβίνη

C17H20N4O6. Υδατοδιαλυτή βιταμίνη του συμπλέγματος των Β βιταμινών. Είναι μια πορτοκαλοκίτρινη κρυσταλλική σκόνη. Συμπτώματα της ανεπάρκειας ριβοφλαβίνης είναι η φωτοφοβία, η χειλίτιδα, η γλωσσίτιδα και η σμηγμα-τορροϊκή δερματίτιδα, ειδικά του προσώπου και του τριχωτού της κεφαλής.

ΛΕΙΤΟΥΡΓIΑ H ριβοφλαβίνη είναι συστατικό κάποιων φλαβοπρωτεϊνών που λειτουργούν ως συνένζυμα της κυτταρικής οξείδωσης. Είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση των ιστών.

ΠΗΓΕΣ: Η ριβοφλαβίνη ευρίσκεται στο γάλα και σε παράγωγα γάλακτος, στα πράσινα λαχανικά, στο συκώτι, το βοδινό κρέας, τα ψάρια και ξηρούς ζυμομύκητες. Συντίθεται επίσης από βακτήρια του σώματος.

ΗΜΕΡΗΣΙΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ: Οι ημερήσιες ανάγκες ενός ενήλικα είναι 0,6 mg/1000 kcal προσλαμβανόμενης τροφής. Βρέφη, παιδιά και γυναίκες σε κυηση και θηλασμό χρειάζονται αυξημένες ποσότητες.

Aliases (separate with |): vitamin B2|Ριβοφλαβίνη
ριζική μαστεκτομή

Αφαίρεση ολόκληρου του μαστού μαζί με τους υποκείμενους μύς και τους λεμφαδένες της μασχάλης.

Aliases (separate with |): Ριζική μαστεκτομή
ριζική χειρουργική επέμβαση

Εκτεταμένη επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται ο όγκος, παρακείμενοι ιστοί και οι λεμφαδένες της περιοχής.

Aliases (separate with |): Ριζική χειρουργική επέμβαση
ρινική κοιλότητα

Μια εκ των δυο κοιλοτήτων μεταξύ της βάσης του κρανίου και της οροφής του στόματος, το οποίο διανοίγεται πρόσθια στη ρίνα και οπίσθια στον ρινοφάρυγγα Η επίστρωση του με τριχωτό επιθήλιο, θερμαίνει και υγραίνει τον εισπνεόμενο αέρα, παγιδεύει τη σκόνη και τα παθογόνα στη βλέννα που στη συνέχεια διοχετεύεται προς το φάρυγγα. Το ρινικό διάφραγμα (ηθμοειδές και ύνιδα) χωρίζει τις ρινικές κοιλότητες, και οι οσφρητικοί υποδοχείς ευρίσκονται στο άνω μέρος κάθε κοιλότητας. Οι παραρρίνιοι κόλποι (μετωπιαίοι, άνω γναθιαίοι, σφηνοειδείς και ηθμοειδείς) διοχετεύονται στον πόρο κάτωθεν των κογχών. Τα στόμια των μετωπιαίων, οπίσθιων ηθμοειδών, και άνω γναθιαίων κόλπων ευρίσκονται στο μέσο πόρο. Τα στόμια των πρόσθιων ηθμοειδών και σφηνοειδών κόλπων βρίσκονται στον άνω πόρο. Ο ρινικός βλενογόννος είναι αγγειοβριθής, η αιμάτωση προέρχεται από τις άνω γναθιαίες αρτηρίες από τις έξω καρωτίδες αρτηρίες, και από τις ηθμοειδείς αρτηρίες εκ των έσω καρωτίδων.

Aliases (separate with |): Ρινική κοιλότητα
ρινοφάρυγγας

Περιοχή της ρινικής κοιλότητας πίσω από τη μύτη και πάνω από το ορατό τμήμα του φάρυγγα.

Aliases (separate with |): Ρινοφάρυγγας
ροδόχρους νόσος, ροδόχρους ακμή

Χρόνιο εξάνθημα που εντοπίζεται συνήθως στη μεσότητα του προσώπου (μύτη, παρειές, μέτωπο, περιοφθαλμικά, στο πηγούνι), στην οποία εμφανίζονται βλατίδες και εφελκίδες σε ένα ερυθηματώδες ή ερυθρό υπόβαθρο. Καθώς η κατάσταση εξελίσσεται, μικρές αγγειακές δυσμορφίες του δέρματος μπορεί να εμφανιστούν και τελικά οι σμηγματογόνοι αδένες της ρινός μπορεί να διογκωθούν και να οδηγήσουν σε δυσμορφίες (ρινόφυμα). Η κατάσταση είναι συνήθης, ειδικά σε άτομα μέσης ηλικίας, που κατάγονται από τη Νότια Ευρώπη. Οι γυναίκες προσβάλλονται περισσότερο από τους άνδρες.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τοπική εφαρμογή μετρονιδαζόλης, κλινδαμυκίνης ή ερυθρομυκίνης· τετρακυκλίνες από του στόματος· και ρετινοειδή μπορεί να βοηθήσουν, αλλά η κατάσταση είναι χρόνια. H ασθένεια αντιμετωπίζεται, δεν θεραπεύεται.

ΠΕΡΙΘΑΛΨH ΑΣΘΕΝΟΥΣ: H ροδόχρους ακμή επηρεάζει περίπου 14 εκατομμύρια Αμερικανών. Σε πολλούς, η κατάσταση είναι αρκετά ήπια· μπορεί να παρερμηνευθεί ως ηλιακό έγκαυμα, ήπια ακμή ή αλλαγές στη χροιά του δέρματος, που σχετίζονται με τη γήρανση. Όταν γίνεται πιο προεξέχουσα, αν δεν ανταποκρίνεται σε φαρμακευτική αγωγή, θεραπεία με λέιζερ και παλμικό φως μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση επιπλοκών, όπως είναι οι τηλεαγγειεκτασίες και το ρινόφυμα. Επιβαρυντικοί παράγοντες είναι το κλίμα, το ψυχολογικό στρες, μερικές τροφές και ροφήματα και προϊόντα περιποίησης του δέρματος. Ο θεραπευτής θα πρέπει να παρέχει στον ασθενή ένα κατάλογο με τους συχνότερους επιβαρυντικούς παράγοντες και έντυπο υλικό με συμβουλές για την αντιμετώπισή τους. Οι ασθενείς με ροδόχροη ακμή θα πρέπει να αποφεύγουν ερεθισμούς του δέρματος του προσώπου κατά τη διάρκεια καθαρισμού και να φοράνε γυαλιά ηλίου, τα οποία αναστέλλουν τόσο την υπεριώδη Α, όσο και την υπεριώδη Β ακτινοβολία, με βαθμό προστασίας ή 15 ή μεγαλύτερο σε ετήσια βάση. Οι προστατευτικοί φακοί που περιέχουν οξείδια ψευδαργύρου ή τιτανίου, μεγέθους της τάξης του μm, για την απορρόφηση φωτονίων, μπορεί να είναι λιγότερο ερεθιστικοί για το ευαίσθητο δέρμα. Υπαρκτές ή επίφοβες αλλαγές στο πρόσωπο επηρεάζουν την εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του και μπορεί να προκαλέσουν ντροπή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος και κατάθλιψη. Εμπαθητική υποστήριξη μπορεί να είναι χρήσιμη.

Aliases (separate with |): Ροδόχρους νόσος, ροδόχρους ακμή
ρυθμός (ταχύτητα) καθιζήσεως

Μια μη ειδική εργαστηριακή εξέταση της ταχύτητας με την οποία τα ερυθροκύτταρα καθιζάνουν σε μη πηγμένο αίμα. Σε αυτή την εξέταση, το αίμα στο οποίο έχει προστεθεί ένα αντιπηκτικό τοποθετείται σε ένα λεπτό στενό σωλήνα και η απόσταση που πέφτουν τα ερυθροκύτταρα σε μια ώρα είναι η ταχύτητα καθίζησης. Φυσιολογικά, είναι λιγότερος από 10 mm/ώρα στους άνδρες και ελαφρά υψηλότερος στις γυναίκες.

Η ταχύτητα με την οποία τα κύτταρα καθιζάνουν εξαρτάται από το πόσα ερυθροκύτταρα είναι μαζί. Η συστάδα αυξάνεται από τις πρωτεΐνες οξείας φάσης που απελευθερώνονται κατά τη φλεγμονή. Επομένως, η ταχύτητα καθίζησης υποδεικνύει την παρουσία φλεγμονής και χρησιμοποιείται για να διαπιστώσει την έναρξη και την πρόοδο των φλεγμονωδών διαταραχών. Μια αυξημένη ταχύτητα καθίζησης βοηθά να διαφοροδιαγνωσθεί το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου από την ασταθή στηθάγχη, επειδή δεν παρατηρείται φλεγμονή στη δεύτερη κατάσταση.

Aliases (separate with |): ESR (erythrocyte sedimentation rate)|Ρυθμός (ταχύτητα) καθιζήσεως
ρυθμός περιγεννητικής θνησιμότητας

Ο αριθμός των θνησιγενών (στα οποία η διάρκεια εγκυμοσύνης ήταν 28 εβδομάδες ή περισσότερο) στις πρώτες 7 μέρες της ζωής, διαιρούμενος με τον αριθμό των ζωντανών και των θνησιγενών γεννήσεων στο ίδιο έτος. Αυτή η τιμή εκφράζεται συνήθως ως θάνατοι ανά 100.000 γεννήσεων ζωντανών και θνησιγενών.

Aliases (separate with |): Ρυθμός περιγεννητικής θνησιμότητας
σακχαρώδης διαβήτης

Χρόνια διαταραχή του μεταβολισμού που χαρακτηρίζεται από υπεργλυκαιμία. O σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) είναι αποτέλεσμα είτε της αδυναμίας του παγκρέατος να παράγει ινσουλίνη (ΣΔ τύπου 1) είτε λόγω ινσουλινοαντοχής με ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης για τη διατήρηση του φυσιολογικού μεταβολισμού (ΣΔ τύπου 2). Και οι δύο τύποι ΣΔ μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στα αιμοφόρα αγγεία, στα νεύρα, στους νεφρούς, στους αμφιβληστροειδείς χιτώνες, ενώ κατά την εγκυμοσύνη στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. O επιπολασμός του ΣΔ τύπου 1 ή αλλιώς του ινσουλινοεξαρτώμενου είναι μόλις 0,3% έως 0,4%. O επιπολασμός του ΣΔ τύπου 2 (γνωστός παλαιότερα και ως σακχαρώδης διαβήτης «του ενηλίκου») στον γενικό πληθυσμό είναι 6,6%. Σε ορισμένους πληθυσμούς (π.χ. ηλικιωμένα άτομα, ιθαγενείς Αμερικάνοι, μαύροι, νησιώτες του Ειρηνικού Ωκεανού, Μεξικανοί) παρουσιάζεται στο 20% σχεδόν των ενηλίκων. O ΣΔ τύπου 2 επηρεάζει κυρίως τα παχύσαρκα και μεσήλικα άτομα με καθιστικό τρόπο ζωής, ενώ ο ΣΔ τύπου 1 (άλλοτε αποκαλούμενος «νεανικός» ΣΔ) εμφανίζεται συνήθως σε παιδιά, τα περισσότερα από τα οποία είναι λεπτά και δραστήρια.

Συνήθως, ο ΣΔ τύπου 1 εμφανίζεται ως μια οξεία νόσος με αφυδάτωση και συχνά διαβητική κετοξέωση. O ΣΔ τύπου 2 συχνά είναι ασυμπτωματικός κατά τα πρώτα χρόνια και ως εκ τούτου παραμένει κρυφός. Η Αμερικάνικη Ένωση για τον Διαβήτη (American Diabetes Association) εκτιμά ότι περισσότεροι από 5 εκατομμύρια Αμερικάνοι πάσχουν από ΣΔ τύπου 2 χωρίς να το γνωρίζουν.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο ΣΔ τύπου 1 προκαλείται από την αυτοάνοση καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος που εκκρίνουν την ινσουλίνη. Η απώλεια των συγκεκριμένων κυττάρων οδηγεί στην σχεδόν πλήρη έλλειψη ινσουλίνης· χωρίς εξωγενή ινσουλίνη, ο ΣΔ τύπου 1 είναι θανατηφόρος. Ο ΣΔ τύπου 2 προκαλείται εν μέρει από τη μειωμένη ευαισθησία των μυϊκών κυττάρων να προσλαμβάνουν γλυκόζη με την ινσουλίνη και εν μέρει από τη σχετική μείωση στην έκκριση της παγκρεατικής ινσουλίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κλασικά συμπτώματα της ΣΔ είναι η πολυουρία, πολυδιψία και η απώλεια βάρους. Επιπλέον, οι ασθενείς με υπεργλυκαιμία συχνά εμφανίζουν θολή όραση, αυξημένη κατανάλωση τροφής (πολυφαγία) και γενικευμένη αδυναμία. Όταν ένας ασθενής με ΣΔ τύπου 1 χάνει τον έλεγχο του μεταβολισμού (π.χ. κατά τη διάρκεια μιας λοίμωξης ή περιόδων ασυνέπειας προς την θεραπεία), εμφανίζονται τα συμπτώματα της διαβητικής κετοξέωσης. Στα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνεται η ναυτία, ο έμετος, η λιποθυμική τάση κατά την έγερση, η μέθη, το παραλήρημα, το κώμα ή ο θάνατος. Στις χρόνιες επιπλοκές της υ-περγλυκαιμίας περιλαμβάνονται η αμφιβληστροειδοπάθεια και η τύφλωση, οι περιφερικές και αυτόνομες νευροπάθειες, η σπειραματοσκλήρυνση των νεφρών (με πρωτεϊνουρία, το νεφρωτικό σύνδρομο ή νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου), στεφανιαία και περιφερική αγγειοπάθεια και μειωμένη αντίσταση στις λοιμώξεις. Επίσης, οι ασθενείς με ΣΔ συχνά υπόκειται σε εξελκώσεις των ποδιών, που μπορεί να οδηγήσουν σε οστεομυελίτιδα και την ανάγκη για ακρωτηριασμό.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Πολλές δοκιμασίες βοηθούν στη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη. Σε αυτές περιλαμβάνονται δοκιμασίες των νηστικών επιπέδων της γλυκόζης, τα περιστασιακά (τυχαίως αξιολογούμενα) επίπεδα της γλυκόζης ή τα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Πρόσφατα η εξακρίβωση για τον διαβήτη πραγματοποιείται όταν οι ασθενείς έχουν τα κλασικά συμπτώματα του διαβήτη και όταν σε δύο περιπτώσεις τα νηστικά επίπεδα της γλυκόζης υπερβαίνουν τα 126 mg/dl (>7 mmol/L) ή τα τυχαία επίπεδα γλυκόζης υπερβαίνουν τα 200 mg/dL (11,1 mmol/L). Υποδηλωτικό της νόσου είναι και η δοκιμασία της αιμοσφαιρίνης A1c όταν σε δύο τυπικές αποκλίσεις είναι πάνω από το κανονικό και πρέπει να επιβεβαιώνεται με τα αυξημένα επίπεδα είτε της νηστικής είτε της τυχαίας γλυκόζης.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Οι τύποι 1 και 2 του ΣΔ αντιμετωπίζεται με εξειδικευμένες δίαιτες, τακτική άσκηση, επισταμένη φροντίδα των ποδιών και των ματιών και φάρμακα.

Οι ασθενείς με ΣΔ τύπου 1, εκτός εάν έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση παγκρέατος, χρεάζονται ινσουλίνη για να ζήσουν· η εντατική θεραπεία με ινσουλίνη για τον περιορισμό της υπεργλυκαιμίας («στενός έλεγχος») είναι πιο αποτελεσματική από τη συμβατική θεραπεία στην αποτροπή της εξέλιξης σοβαρών μικροαγγειακών επιπλοκών, όπως οι νεφροπάθειες και οι νόσοι του αμφιβληστροειδούς.

Η εντατική θεραπεία συνιστάται από τρεις ή περισσότερες δόσεις ινσουλίνης οι οποίες εγχέονται ή χορηγούνται καθημερινά με αντλία έγχυσης μαζί με τον καθημερινό αυτοέλεγχο των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα αλλά και συχνές αλλαγές στη θεραπεία ως αποτέλεσμα των επαφών με τους επαγγελματίες υγείας. Στις αρνητικές πλευρές της εντατικής θεραπείας περιλαμβάνεται ο τριπλασιασμός των εκδηλώσεων σοβαρής υπογλυκαιμίας, η αύξηση του βάρους και το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα στα επίπεδα των λιπιδίων του ορού (δηλαδή, αύξηση στην ολική χοληστερόλη, χοληστερόλη LDL και τρι-γλυκερίδια και μια μείωση στη χοληστερόλη HDL). Η συμμετοχή σε κάποιο πρόγραμμα εντατικής θεραπείας απαιτεί ασθενή με κίνητρο.

Ορισμένοι ασθενείς με ΣΔ τύπου 2 μπορούν να ελέγξουν την πάθησή τους με δίαιτα περιορισμένη σε θερμίδες (π.χ.1.600 έως 1.800 θερμ./ημέρα) και τακτική αερόβια άσκηση. Ωστόσο, ορισμένοι ασθενείς απαιτούν την προσθήκη κάποιας μορφής υπογλυκαιμικού φαρμάκου από το στόμα ή ινσουλίνη. Στους παράγοντες που χορηγούνται από στόμα για τον έλεγχο του ΣΔ περιλαμβάνονται τα φάρμακα σουλφονυλουρίας (π.χ. τολαζαμίδη, τολμπουταμίδη, γλυβουρίδη ή γλιπιζίδη), τα οποία τυπικά αυξάνουν την έκκριση της ινσουλίνης από το πάγκρεας· οι βιγουανίδες ή οι θειαζολιδινεδιόνες (π.χ. μετφορμίνη ή τρογλιταζόνη) που αυξάνουν την ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη· ή οι αναστολείς α-γλυκοσιδάσης (π.χ. ακαρβόζη), που μειώνουν την απορρόφηση των υδατανθράκων από τη γαστρεντερική οδό. Όταν ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων αποτυγχάνουν να κανονι-κοποιήσουν τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα, προστίθενται και ενέσεις ινσουλίνης.

ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΛOΚΩΝ: Oι ασθενείς με ΣΔ πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση προϊόντων καπνού, να διαχειρίζονται δραστικά τα επίπεδα των λιπιδίων του ορού και να ελέγχουν με βέλτιστο τρόπο την υπέρταση, αφού η αδυναμία τήρησης των παραπάνω μπορεί να οδηγήσει σε πολύ υψηλότερο κίνδυνο αθηρο-σκλήρυνσης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Στα υπόλοιπα στοιχεία της σωστής φροντίδας του διαβήτη περιλαμβάνονται οι τακτικοί εμβολιασμοί (π.χ. για την πρόληψη της γρίπης και πνευμοκοκκική πνευμονία).

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: O διαβήτης είναι μια χρόνια και ανίατη πάθηση, όμως με τη σωστή θεραπεία τα συμπτώματα μπορούν να βελτιωθούν και να παραταθεί ο χρόνος ζωής. Η απομόνωση και η παραγωγή ινσουλίνης το 1922 από τους Καναδούς ιατρούς Banting και Best κατέστησε εφικτό στα άτομα με την πάθηση αυτή να έχουν μια φυσιολογική ζωή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝOΥΣ: O διαβητικός πρέπει να μάθει να αναγνωρίζει τα συμπτώματα των χαμηλών επιπέδων του σακχάρου στο αίμα (όπως σύγχυση, εφίδρωση και παλμοί), καθώς και εκείνα των υψηλών επιπέδων του σακχάρου, όπως η πολυουρία και πολυδιψία. Όταν μία από τις δύο καταστάσεις οδηγήσει σε νοσηλεία, πρέπει να καταγράφονται με ακρίβεια οι ζωτικές ενδείξεις, η πρόσληψη υγρών, η παραγωγή των ούρων και η πρόσληψη θερμίδων. Αξιολογούνται τα επίπεδα της γλυκόζης του ορού και της κετόνης των ούρων. Επίσης, η χρόνια διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη βασίζεται στην περιοδική μέτρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c). Τα αυξημένα επίπεδα της HbA1c υποδηλώνουν ανεπαρκή έλεγχο της γλυκόζης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποτιμούνται οι επιδράσεις του διαβήτη στα υπόλοιπα συστήματα του σώματος, όπως είναι η εγκεφαλοαγγειακή βλάβη, η στεφανιαία βλάβη και η περιφερική αγγειοπάθεια· η οπτική βλάβη· καθώς επίσης περιφερική βλάβη και βλάβη του αυτόνομου νευρικού συστήματος. O ασθενής παρατηρείται για ενδείξεις και συμπτώματα της διαβητικής νευροπάθειας, όπως αιμωδία ή πόνο στα χέρια και τα πόδια, μειωμένη αίσθηση δόνησης, πτώση του άκρου ποδός και νευρογενής ουροδόχο κύστη. Τα ούρα ελέγχονται για μικρολευκωματίνη ή έκδηλη απώλεια πρωτεΐνης, μια πρώιμη ένδειξη νεφροπάθειας. O αυτοέλεγχος από το σπίτι των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα είναι απολύτως αναγκαίος βοηθώντας τους ασθενείς να ρυθμίζουν σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων τις ημερήσιες δόσεις ινσουλίνης και να πετύχουν τον βέλτιστο μακροχρόνιο έλεγχο του διαβήτη.

Η ινσουλίνη ή οι υπογλυκαιμικοί παράγοντες χορηγούνται σύμφωνα με τη συνταγή, ενώ εξηγείται η δράση και η χρήση τους. Με τη βοήθεια ενός διαιτολόγου, σχεδιάζεται η δίαιτα βασιζόμενη στην προτεινόμενη ποσότητα θερμίδων, πρωτεϊνών, υδατανθράκων και λιπών. O ασθενής μαθαίνει με ποιον τρόπο να επιλέγει την ανταλλαγή των τροφίμων και με ποιον τρόπο να διαβάζει τις ετικέτες στα δοχεία των τροφίμων. Υπαγορεύεται ένα σταθερό και συνεπές επίπεδο καθημερινής άσκησης, ενώ συνιστάται και συμμετοχή σε ασκήσεις υπό επιτήρηση.

Oι υπογλυκαιμικές αντιδράσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται γρήγορα με τη χορήγηση υδατανθράκων (χυμός πορτοκαλιού, μπάρα γλυκού, μέλι ή οποιαδήποτε τροφή που περιέχει ζάχαρη)· εφόσον είναι απαραίτητο, χορηγείται SC ή γλυκαγόνη IM ή δεξτρόζη IV (εάν ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του). Oι κρίσεις υπεργλυκαιμίας αντιμετωπίζονται αρχικά με τη συνταγογράφηση ενδοφλέβιων υγρών και ινσουλίνης και αργότερα με αντικατάσταση του καλίου με βάση τις εργαστηριακές τιμές.

Παρέχεται και δίνεται έμφαση στη φροντίδα του δέρματος και ειδικότερα των ποδιών και των άκρων των ποδιών. Oι ασθενείς πρέπει να μάθουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξετάζουν καθημερινά τα πόδια τους, να κοιτούν για αίσθηση στην αφή και στη δόνηση όπως επίσης για κίνηση, σφίξεις, την επαναπλήρωση τριχοειδών και την ακεραιότητα του δέρματος. Όλες οι κακώσεις, τα κοψίματα και οι φλύκταινες πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα. O ασθενής πρέπει να αποφεύγει τις σφικτές κάλτσες, παντόφλες, υποδήματα, τα λινά σεντόνια, καθώς και να περπατά ξυπόλυτος. O ασθενής πρέπει να προστρέχει σε κάποιον ποδίατρο για την αυξημένη φροντίδα των ποδιών και προειδοποιείται ότι η μειωμένη αίσθηση μπορεί να καλύπτει τις κακώσεις. Για τον έγκαιρο εντοπισμό της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας συνιστάται η τακτική οφθαλμολογική εξέταση.

O ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τον διαβήτη, τις πιθανές επιπλοκές και τη διαχείρισή τους, καθώς και τη σημασία τήρησης της συνταγογραφημένης θεραπείας. O ασθενής μαθαίνει τη σημασία διατήρησης των κανονικών επιπέδων της αρτηριακής πίεσης (120/80 ή χαμηλότερα). O έλεγχος ακόμα και της ήπιας έως μέτριας υπέρτασης οδηγεί σε λιγότερες διαβητικές επιπλοκές, ειδικότερα των νεφροπαθειών, εγκεφα-λοαγγειακών και καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Για την αυτοδιαχείριση σημαντικός είναι και ο περιορισμός της κατανάλωσης οινοπνεύματος σε περίπου ένα ποτό την ημέρα και την αποφυγή όλων των προϊόντων του καπνού. Προσφέρεται συναισθηματική υποστήριξη και μια ρεαλιστική αποτίμηση για την κατάσταση του ασθενούς· στη συγκεκριμένη αποτίμηση πρέπει να τονιστεί ότι με τη σωστή αντιμετώπιση μπορεί να πλησιάζει στον κανονικό τρόπο ζωής και τον προσδόκιμο χρόνο ζωής. Στον ασθενή βοηθιέται να αναπτύξει θετικές στρατηγικές ώστε να αντεπεξέλθει. Ο ασθενής και η οικογένεια μπορούν να προστρέχουν για την παροχή συμβουλών καθώς και σε τοπικές και εθνικές ομάδες υποστήριξης και ενημέρωσης.

Aliases (separate with |): σακχαρώδης διαβήτης
σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1a

Η συνηθέστερη μορφή σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1a, η οποία προκαλείται από την αυτοάνοση καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος και την ανεπαρκή παραγωγή ινσουλίνης. Στον ΣΔ τύπου 1a, συχνά απαντώνται στο αίμα αντισώματα έναντι της ινσουλίνης, των κυττάρων των νησίδων του παγκρέατος ή της δεκαρβοξυλάσης του γλουταμικού οξέος.

O ασθενής είναι επιρρεπής στην εμφάνιση διαβητικής κετοξέωσης όταν αυτός δεν αντιμετωπιστεί με ινσουλίνη.

Aliases (separate with |): type 1a diabetes mellitus|Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1a
σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ib

Σε αυτόν τον τύπο διαβήτη, ο οποίος είναι λιγότερο συνηθισμένος (παρατηρείται μόνο στο 10% περίπου των διαβητικών τύπου 1) δεν απαντώνται στο αίμα τα αυτοάνοσα αντισώματα έναντι της ινσουλίνης, των β-κυττάρων του παγκρέατος ή των πρωτεϊνών τους. Ωστόσο, τα β-κύτταρα καταστρέφονται (από άγνωστη αιτία) και ο ασθενής αναπτύσσει υπεργλυκαιμία ή κετοξέωση, εκτός εάν λάβει ινσουλίνη.

Aliases (separate with |): type lb diabetes meliitus|Σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ib
σαλπιγγίτιδα

Φλεγμονή του ωαγωγού (σάλπιγγας) συνήθως ως αποτέλεσμα σεξουαλικά μεταδιδόμενης λοίμωξης.

Η πρόγνωση επηρεάζεται από τη μολυσματικότητα του οργανισμού, το βαθμό της φλεγμονής και την έγκαιρη εφαρμογή της θεραπείας. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της μόλυνσης μπορεί να περιλαμβάνουν τη δημιουργία ουλών και στειρότητα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι συνηθέστεροι οργανισμοί που προκαλούν σαλπιγγίτιδα είναι οι Neisseria gonorrhoae και Chlamydia trachomatis. Επιπρόσθετα μικρόβια περιλαμβάνουν τον Staphylococcus aureus, Escherichia coli και άλλους αερόβιους και αναερόβιους βάκιλλους και κόκκους. Παρότι είναι συνήθης μεταξύ άλλων πολιτισμών, η φυματιώδης σαλπιγγίτιδα είναι σπάνια στις ΗΠΑ. Είναι πιθανότερο να εμφανιστεί σε ανοσοκατεσταλμένες γυναίκες και σε πληθυσμούς μεταναστών. Η μετά τον τοκετό σαλπιγγίτιδα συχνά καταλήγει στην ανάδρομη μετανάστευση συμβιωτικών κολπικών στρεπτόκοκκων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Παρότι η ασθένεια ενδέχεται να είναι ασυμπτωματική, οι ασθενείς συχνά εμφανίζουν σημεία οξείας πυελικής λοίμωξης. Η πάθηση περιλαμβάνει μονόπλευρο ή αμφίπλευρο πυελικό άλγος ή άλγος της κάτω κοιλιακής χώρας, πυρετό και ρίγη.

ΕΞΕΤΑΣΗ: Εάν σχηματισθεί απόστημα, η αμφίχειρη ψηλάφηση ή η υπερηχογραφία μπορεί να αποκαλύψει μαλακή μάζα σε επικουρικές δομές.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι εμπειρικές θεραπείες με αντιβιοτικά μπορεί να περιλαμβάνουν φλου-οροκινολόνες ή συνδυαστικές θεραπείες με παράγωγα τετρακυκλίνης και κεφαλοσπορί-νες. Η χορήγηση φλουοροκινολονών και τε-τρακυκλινών δε συνιστάται κατά την εγκυμοσύνη. Η κατάκλιση και η χορήγηση αναλγητικών μπορεί να συμβάλλει στην ανακούφιση από τους πόνους.

Aliases (separate with |): Σαλπιγγίτιδα
σαρκοείδωση

Χρόνια πολυσυστηματική νόσος, αγνώστου αιτιολογίας, που χαρακτηρίζεται από σκληρά κοκκιώματα και λεμφοκυτταρική κυψελιδίτιδα. Η σαρκοείδωση παρατηρείται κυρίως στις νοτιοανατολικές ΗΠΑ και είναι 10 φορές πιο κοινή μεταξύ μαύρων παρά λευκών και μεταξύ γυναικών παρά αντρών. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Στο 90% των περιπτώσεων εμπλέκονται οι πνεύμονες, οι οποίοι αποτελούν και τη βάση των αρχικών συμπτωμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν κόπωση, απώλεια βάρους, ανορεξία, νυχτερινή εφίδρωση, δύσπνοια και μη παραγωγικό βήχα. Η πυλαία λεμφαδενοπάθεια ενδέχεται να προηγηθεί της ανάπτυξης αναπνευστικών συνδρόμων εξαιτίας κυψελιδίτιδας. Περιφερειακή λεμφαδενοπάθεια, ιρίτιδα, δερματικές αλλοιώσεις, σπληνομεγαλία, ηπατομεγαλία, διάμεση νεφρίτιδα, περιτοναϊκή συμμετοχή, η συμμετοχή άλλων σπλαγχνικών οργάνων και σκελετικές αλλοιώσεις παρατηρούνται σε ασθενείς με εκτεταμένη νόσο. Οι ανοσολογικές ανωμαλίες περιλαμβάνουν λεμφοκυτταροπενία των Τ-κυττάρων, αυξημένο αριθμό μονοκυττάρων στο αίμα, και ανεργικές αντιδράσεις σε δερματικούς ελέγχους έναντι κοινών αλλεργιογό-νων. Σε ένα ποσοστό περίπου 60-70% των ασθενών δεν προκαλούνται μόνιμες βλάβες στους πνεύμονες ή άλλα όργανα. Περίπου το 20% αναπτύσσει υπολειπόμενη πνευμονική ή οφθαλμική βλάβη και το 10% περίπου πεθαίνει από προϊούσα πνευμονική ίνωση ή από πνευμονική καρδία της δεξιάς κοιλίας (cor pulmonale).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση επιτυγχάνεται μέσω ενός συνδυασμού κλινικών, ακτινολογικών και ιστολογικών ευρημάτων. Η σαρκοείδωση μπορεί να διαφοροποιηθεί από άλλες ασθένειες που προκαλούν κοκκιώματα όπως η φυματίωση, η ιστοπλάσμωση και ορισμένες άλλες μυκητιακές μολύνσεις.

Aliases (separate with |): Σαρκοείδωση
σαρκομερές, σαρκομερίδιο

Η μονάδα σύσπασης των μυοϊνιδίων του μυϊκού κυττάρου, το οποίο σχηματίζεται από πρωτεϊνικά ινίδια τοποθετημένα μεταξύ δύο Ζ δίσκων. Τα παχιά ινίδια αποτελούνται κυρίως από μυοσίνη ενώ τα λεπτά από ακτίνη, τροπονίνη, και τροπο-μυοσίνη. Η δεσμίνη, η μυομεσίνη, η νεμπουλίνη και η τιτίνη αποτελούν στηρικτικές πρωτεΐνες.

Aliases (separate with |): Σαρκομερές, σαρκομερίδιο
σάρκωμα

Όγκος συνδετικού ή ερειστικού ιστού (χόνδροι, οστά, μύες, λιπώδης ιστος). Συχνά είναι υψηλής κακοήθειας όγκος, αλλά αφορά μόνο το 2% των περιπτώσεων καρκίνου.

Aliases (separate with |): Σάρκωμα
σάρκωμα του Kaposi

Αγγειακή κακοήθεια η οποία αποτελείται από πολλαπλούς ερυθρούς ή πορφυρούς σπίλους, βλατίδες ή οζίδια και η οποία εμφανίζεται αρχικά στο δέρμα ή στους βλεννογόνους υμένες ,αλλά μπορεί να ενέχει και συμμετοχή των εσωτερικών οργάνων. Παλαιότερα ήταν σπάνια νόσος που παρατηρούταν σε ηλικιωμένους άντρες από τη Μεσόγειο, την Αφρική ή με εβραϊκή καταγωγή Ασκενάζι (γνωστό και ως κλασικό KS), αλλά σήμερα αποτελεί συνήθη δείκτη του συνδρόμου επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS). Σε ασθενείς με AIDS, πιστεύεται ότι το KS μεταδίδεται μέσω σεξουαλικής επαφής ως αποτέλεσμα της μόλυνσης με τον ανθρώπινο ερπητοϊό 8. Όταν το KS σχετίζεται με AIDS, εξελίσσεται και εξαπλώνεται σε πολλά σημεία στο δέρμα, στους λεμφαδένες και στα σπλαχνικά όργανα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι βλάβες δεν είναι επώδυνες αλλά συχνά είναι παραμορφωτικές.

Στους ασθενείς με κλασικό KS, οι βλάβες εντοπίζονται κυρίως στη ραχιαία επιφάνεια του ποδιού και στα κάτω άκρα, ενώ στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς στο πρόσωπο, στον κορμό, στη στοματική κοιλότητα και στα εσωτερικά όργανα (η «επιδημική» μορφή). Σε προχωρημένο στάδιο, οι βλάβες μπορεί να συρρέουν και σχηματίζουν μεγάλες πλάκες, οι οποίες κάποιες φορές αποφράσσουν τα λεμφαγγεία προκαλώντας τοπικό οίδημα. Η συμμετοχή των εσωτερικών οργάνων όπως η γαστρεντερική οδός ή οι πνεύμονες, μπορεί να προκαλέσει μεταξύ άλλων δυσπεψία ή δύσπνοια.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Χαρακτηριστικοί όγκοι στο δέρμα παραπέμπουν σε αυτή τη διάγνωση, η οποία θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με βιοψία.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Οι επιλογές περιλαμβάνουν την ακτινοθεραπεία, τη χημειοθεραπεία κατά του καρκίνου, την ορμονοθεραπεία και την ιντερφερόνη α.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ: Το επιδημικό KS μπορεί να τροποποιήσει έντονα την εμφάνιση του ασθενούς. Η συναισθηματική υποστήριξη του ασθενούς και της οικογένειας μπορεί να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν τη διάγνωση και τις επιδράσεις της στην εικόνα του σώματος.

Aliases (separate with |): Σάρκωμα του Kaposi
σεκρετίνη ή εκκριματίνη

Ορμόνη η οποία εκκρίνεται από το βλεννογόνο του δωδεκαδακτύλου, η οποία διεγείρει την έκκριση διττανθρακικού νατρίου από το πάγκρεας και χολής από το ήπαρ. Ελαττώνει την γαστρεντερικη περίσταλση και κινητικότητα.

Aliases (separate with |): Σεκρετίνη ή εκκριματίνη
σελήνιο

ΣΥΜΒ.: Se. Χημικό στοιχείο το οποίο παρουσιάζει ομοιότητες με το θείο. Ατομικό βάρος 78,96· ατομικός αριθμός 34. Θεωρείται απαραίτητο ιχνοστοιχείο στη διατροφή. Η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να προκαλέσει τοξικότητα, που χαρακτηρίζεται από ξινή μυρωδιά εκπνοής, ναυτία, εμετό, ανησυχία, έντονη σιελόρροια και μυϊκούς σπασμούς.

Aliases (separate with |): Σελήνιο
σεμίνωμα

Καρκίνος ο οποίος προέρχεται από τα ανδρικά γεννητικά κύτταρα (στον όρχι) και στα οποία οφείλονται οι μισές περίπου κακοήθειες των όρχεων.

Θεραπεία: Τα σεμινώματα τα οποία περιορίζονται στους όρχεις αφαιρούνται χειρουργικά. Μεταστατικές παθήσεις αντιμετωπίζονται χειρουργικά (για την απομάκρυνση του όρχι) και με ακτινοβολίες και χημειοθεραπεία.

Aliases (separate with |): Σεμίνωμα
σεξουαλική δυσλειτουργία

Ανεπαρκής ευχαρίστηση από τη σεξουαλική πράξη, ή πλήρης ανικανότητα απόλαυσης της σεξουαλικής συνεύρεσης σε οποιαδήποτε μορφή. Ενδέχεται να υπάρχουν πολλαπλά αίτια συμπεριλαμβανομένου της έλλειψης σεξουαλικού ενδιαφέροντος ή επιθυμίας, ανεπάρκεια της σεξουαλικής διέγερσης (όπως η στυτική λειτουργία στους άνδρες και η κολπική λίπανση ή η μεγέθυνση της κλειτορίδας στις γυναίκες), αδυναμία οργασμού, ή καθυστέρηση του οργασμού έως ότου επέλθει η ικανοποίηση του συντρόφου, πόνος κατά τη συνουσία, κλινικές ή ορμονικές καταστάσεις που απορρυθμίζουν τη σεξουαλική λειτουργία, θέματα κατάχρησης ουσιών, ή προβλήματα που σχετίζονται με τη λήψη συνταγογραφημένων φαρμάκων. Μια προσεκτική κλινική εξέταση και μελέτη του ιστορικού θα βοηθήσει στον προσδιορισμό των πιθανών παθολογικών διαστάσεων των διαφόρων φάσεων. Η επιθυμία απουσιάζει, είναι υπερβολική ή υπάρχει αποστροφή; Είναι ο ερεθισμός επαρκής ώστε να συντηρήσει την επιθυμία και στους άνδρες να διατηρήσει τη στύση; Παρατηρείται οργασμός και αν ναι είναι καθυστερημένος ή πρόωρος; Βιώνουν ικανοποίηση οι σύντροφοι κατά την ολοκλήρωση του οργασμού; Παρατηρείται πόνος σε οποιοδήποτε στάδιο της σεξουαλικής δραστηριότητας;

Οι φυσικοί ή οι πνευματικοί παράγοντες οι οποίοι εμπλέκονται πρέπει να αντιμετωπισθούν και, όταν ευθύνεται η φαρμακευτική αγωγή, θα πρέπει τα φάρμακα που προκαλούν επιπλοκές να αντικαθίσταται από εναλλακτικά.

Aliases (separate with |): Σεξουαλική δυσλειτουργία
σεξουαλικότητα
  1. Η φυλετική κατάσταση· τα συλλογικά χαρακτηριστικά τα οποία διαφοροποιούν τα αρσενικά από τα θηλυκά άτομα.
  2. Η διαγωγή και ο τρόπος ζωής ενός ατόμου σε σχέση με το σεξ· όλες οι προδιαθέσεις οι οποίες σχετίζονται με την οικειότητα, είτε σχετίζονται με τα γεννητικά όργανα είτε όχι.
Aliases (separate with |): Σεξουαλικότητα
σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα

Κάθε ασθένεια η οποία μεταδίδεται ως το αποτέλεσμα σεξουαλικής επαφής ή άλλης στενής επαφής με μολυσμένο άτομο. Πιο περιεκτικός όρος από τον όρο «αφροδίσια νοσήματα», τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα περιλαμβάνουν ασθένειες προκαλούμενες από βακτήρια, ιούς, πρωτόζωα, μύκητες και εξωπαράσιτα.

Aliases (separate with |): Σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα
σημείο Homan

[John Homans, Αμερικανός χειρουργός, 1877-1954]. Πόνος στην γαστροκνημία, όταν το πόδι καμφθεί παθητικά ραχιαία. Είναι ένα αντικειμενικό εύρημα ενδεικτικό φλεβικής θρόμβωσης των εν τω βάθει φλεβών της γαστροκνημίας· ωστόσο, η διαγνωστική αξιοπιστία περιορίζεται, επειδή ο εκλυόμενος πόνος της γαστροκνημίας μπορεί να σχετίζεται με καταστάσεις άλλες, εκτός της θρόμβωσης και η απουσία πόνου της γαστροκνημίας δεν αποκλείει την θρόμβωση.

Aliases (separate with |): Σημείο Homan
σημείο Hoover

[Charles F.Hoover, Αμερικανός ιατρός, 1865-1927]. Δοκιμασία που χρησιμοποιείται σε υποψία μονόπλευρης υστερικής παράλυσης. Ο εξεταστής τοποθετεί ένα χέρι κάτω από την πτέρνα του παραλυμένου ποδός και ζητά από τον ασθενή να ανυψώσει το φυσιολογικό πόδι έναντι της αντίστασης. Στην υστερική παράλυση, ο εξεταστής θα νιώσει πίεση στο χέρι κάτω από το υποτιθέμενο παράλυτο πόδι. Στην αληθή παράλυση, δεν θα γίνει αντιληπτή καμία πίεση.

Aliases (separate with |): Σημείο Hoover
σηπτικό σοκ

Υπόταση και ανεπαρκής ροή αίματος στα όργανα ως το αποτέλεσμα σήψης (παρουσίας παθογόνων στο αίμα). Οι πιο κοινοί οργανισμοί που προκαλούν σηπτικό σοκ είναι αρνητικά ή θετικά κατά gram βακτήρια, αλλά μπορεί να ευθύνονται και μύκητες ή άλλοι οργανισμοί. Το σηπτικό σοκ αποτελεί στάδιο του συνδρόμου συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης (SIRS).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οργανισμοί και απελευθερού-μενες ενδοτοξίνες ή εξωτοξίνες θέτουν σε λειτουργία μια συστηματική φλεγμονώδη αντίδραση καιτην κυτταρική ανοσία (κυρίως τον παράγοντα νέκρωσης όγκων καιτην ιντερλευκίνη 1) προκαλώντας τις φυσιολογικές μεταβολές που οδηγούν σε σηπτικό σοκ. Αρχικά η αγγειοδιαστολή, η αυξημένη διαπερατότητα των τριχοειδών και η μετακίνηση πλάσματος έξω από τα αιμοφόρα αγγεία προκαλούν υπογκαιμία και υπόταση. Αντισταθμιστική αγγειοσυστολή παρατηρείται σε μια προσπάθεια διατήρησης της ροής του αίματος στα ζωτικά όργανα. Καθώς προχωράη σήψη, απελευθερώνονται διαμεσολαβητές δευτερογενούς φλεγμονής αυξάνοντας τις βλάβες του ενδοθηλίου των αγγείων.

Η επιλεκτική αγγειοσυστολή προκαλεί υπο-ξία των ιστών και δυσλειτουργίες ενός ή περισσοτέρων οργάνων. Η υποξία των ιστών αυξάνεται από την ανώμαλη διέγερση των καταρρακτών της θρόμβωσης και της κινίνης στα τριχοειδή, που επάγει τη δημιουργία μικροθρόμ-βων. Στον πνεύμονα, οι βλάβες του ενδοθηλίου των τριχοειδών ενδέχεται να προκαλέσουν σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων. Το σηπτικό σοκ συχνά εξελίσσεται σε σύνδρομο δυσλειτουργίας πολλαπλών οργάνων (MODS), που συνιστά τη συνηθέστερη αιτία θανάτων σε μονάδες εντατικής θεραπείας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η εμπειρική θεραπεία με ευ-ρέος φάσματος πενικιλίνη (λ.χ. τικαρσιλλίνη/κλα- βουλανικό, πιπερακιλλίνη/ ταζοβακτάμη) ή κε-φαλοσπορίνες 3ης γενιάς (κεφτριαξόνη) μαζί με κλινταμυκίνη, ή μετρονιδαζόλη, παρέχουν αντιβιοτική κάλυψη έως ότου ταυτοποιηθεί θετικά ένας οργανισμός στη θέση της πρωτογενούς λοίμωξης. Ενδοφλέβια θεραπεία υγρών, ή χορήγηση αγγειοσυσταλτικών, όπως η ντοπαμίμη και η νορεπινεφρίνη, χρησιμοποιούνται για τη σταθεροποίηση της πίεσης του αίματος. Οξυγόνο και άλλες υποστηρικτικές παρεμβάσεις χρησιμοποιούνται για την ελαχιστοποίηση βλαβών στα όργανα. Η χρήση κορτικοστεροειδών δεν υποστηρίζεται από μελέτες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι κλασικές διαδικασίες εντατικής φροντίδας χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της πίεσης του αίματος, της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών, της οξυγόνωσης, της νεφρικής λειτουργίας και των μεταβολών της νευρολογικής κατάστασης. Αρχικά η θερμοκρασία και η πίεση του αίματος μπορεί να ποικίλλουν σημαντικά, εξαιτίας της επίδρασης των τοξινών στο αγγειακό σύστημα. Η εμφάνιση προοδευτικής ευερεθιστότητας ή σύγχυσης πρέπει να τονίσουν τον κίνδυνο υποξίας. Λαμβάνονται τα συνήθη μέτρα μείωσης του κινδύνου ελκών κατάκλισης, μυϊκής ατροφίας και συσπάσεων. Είναι απαραίτητη η επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση των μελών της οικογένειας για την κατανόηση της παθολογίας, του σκοπού των παρεμβάσεων, των σημείων βελτίωσης και της πιθανότητας θανάτου.

Aliases (separate with |): Σηπτικό σοκ
σήψη

Συστηματική φλεγμονώδης αντίδραση έναντι λοίμωξης κατά την οποία αναπτύσσεται πυρετός ή υποθερμία, ταχυκαρδία, ταχύπνοια, και ένδειξη ανεπαρκούς ροή αίματος στα εσωτερικά όργανα. Το σύνδρομο αποτελεί κοινό αίτιο θανάτου ασθενών σε κρίσιμη κατάσταση. Περίπου το 40% των ασθενών με σήψη πεθαίνουν· στις ΗΠΑ παρατηρούνται περίπου 200.000 έως 400.000 θάνατοι λόγω σήψης, ετησίως. Παθογόνοι οργανισμοί όπως βακτήρια, μυκοβακτηρίδια, μύκητες, πρωτόζωα και ιοί ενδέχεται να πυροδοτούν την έναρξη των φλεγμονωδών αντιδράσεων που συνιστούν τη σήψη. Ο αριθμός ασθενών με σήψη έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία 25 χρόνια ως το αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων περιλαμβανομένου της γήρανσης του πληθυσμού, του αυξημένου αριθμού ασθενών με ανοσοκατασταλτικές παθήσεις (λ.χ. λόγω μεταμόσχευσης οργάνων), του αυξημένου αριθμού ασθενών με πολλαπλές παθήσεις και της αυξημένης χρήσης επεμβατικών ή εσωτερικά εγκατεστημένων συσκευών ιατρικής μέριμνας, οι οποίες λειτουργούν ως πύλες εισόδου της μόλυνσης.

Οι επιπλοκές της σήψης ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταπληξία, ανεπάρκεια οργάνων (π.χ. σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων ή οξεία νεφρική ανεπάρκεια), διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη, τροποποιημένη πνευματική κατάσταση, ίκτερο, μεταστατικό σχηματισμό αποστημάτων και πολλαπλή ανεπάρκεια οργανικών συστημάτων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η σήψη προέρχεται από συνδυασμένη επίδραση μιας ιογενούς λοίμωξης και μιας ισχυρής απόκρισης του ξενιστή στη λοίμωξη (λ.χ. έκλυση κυτοκινών ή χημειοκινών, όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκων, το νιτρικό οξείδιο, οι ιντερλευκίνες και άλλες). Οι λοιμώξεις στους πνεύμονες, στην κοιλιακή χώρα και στην ουρογεννητική οδό εμπλέκονται στη σήψη συχνότερα από ότι οι λοιμώξεις σε άλλες περιοχές του σώματος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι πρωτογενείς στόχοι είναι η επαναφορά του ασθενούς, η εξάλειψη των αιτιών της λοίμωξης, η υποστήριξη των οργανικών συστημάτων που ανεπαρκούν και η πρόληψη των επιπλοκών. Οι προσπάθειες επαναφοράς περιλαμβάνουν τη διατήρηση της βατότητας των αεραγωγών, τον υποστηρικτικό αερισμό, και την επιθετική παροχή υγρών (κυρίως κατά τις πρώτες ώρες), τη διατήρηση αυστηρού ελέγχου του σακχάρου του αίματος (βέλτιστος εάν η γλυκόζη διατηρείται μεταξύ 80-110 mg/dL), τη χορήγηση αγγειοσυσταλτικών φαρμάκων για την εμμένουσα υπόταση και την εντατική παρακολούθηση. Η εξάλειψη των υποκείμενων λοιμώξεων περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος έως ότου ταυτοποιηθεί η ακριβής αιτία, την απομάκρυνση των πυλών εισόδου της λοίμωξης ή των μολυσμένων προσθετικών υλικών και την παροχέτευση ή αποστράγγιση αποστημάτων εάν υπάρχουν. Οι επιπλοκές σε ασθενείς με σήψη προλαμβάνονται με επαρκή υποστηρικτική φροντίδα: χορήγηση ηπαρίνης για την ελάττωση του κινδύνου φλεβικής θρόμβωσης, φροντίδα του δέρματος για την πρόληψη ελκών κατάκλισης, παρεντερική λήψης τροφής για την αποφυγή ασιτίας και άσηπτη τεχνική για τον περιορισμό δευτεροπαθών νοσοκομειακών λοιμώξεων.

ΚΡΙΣΙΜΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ: Η επεμβατική αιμοδυναμική παρακολούθηση ασθενών με σήψη τυπικά αποκαλύπτει αυξημένο καρδιακό δείκτη, ελαττωμένη συστηματική αντίσταση των αγγείων, ελαττωμένη παροχή οξυγόνου στους ιστούς και μειώσεις στον μικτό φλεβικό κορεσμό οξυγόνου. Συνήθως, οι εργαστηριακές εξετάσεις σε σήψη, αποκαλύπτουν λευκοκυττά-ρωση (ή βαριά λευκοπενία), θρομβοκυτοπενία, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, υποασβεστιαιμία, υποαλβουμιναιμία, και αύξηση του χρόνου προθρομβίνης και των επιπέδων κρεατινίνης ορού.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Συλλέγονται και καλλιεργούνται δείγματα αίματος και σωματικών υγρών. Λαμβάνονται δύο έως τρεις διαδοχικές καλλιέργειες αίματος όταν ο ασθενής είναι ακόμα εμπύρετος. Τα συμπτώματα του ασθενή και τα ζωτικά σημεία εκτιμούνται προσεκτικά και οι πνεύμονες ακροάζονται για φυσιολογικούς ή παθολογικούς πνευμονικούς ήχους. Η παραγωγή ούρων του ασθενούς παρακολουθείται για ολιγουρία και ο ασθενής παρακολουθείται για κάθε αλλαγή της πνευματικής του κατάστασης. Η καθημερινή πρόσληψη και αποβολή υγρών του ασθενούς καθώς και το σωματικό του βάρος μετρώνται και καταγράφονται.

Τοποθετείται ενδοφλέβιος καθετήρας για τη χορήγηση της συνταγογραφημένης αντιβιοτικής θεραπείας. Ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τη θεραπεία και παρακολουθείται για τις επιθυμητές αντιδράσεις και παρενέργειες. Μπορούν επίσης να χορηγηθούν αντιπυρετικά. Χορηγούνται υγρά και ηλεκτρολύτες για τη διατήρηση της επιθυμητής ισορροπίας ή για τη διόρθωση αποκλίσεων. Χορηγείται οξυγόνο βάσει των τιμών κορεσμού οξυγόνου (SaO2), ταχύπνοιας και ταχυκαρδίας. Αμέσως μετά την ταυτοποίηση του υπεύθυνου οργανισμού μέσω καλλιέργειας, τροποποιείται η αντιβιοτική αγωγή, με τη χρήση του αντιβιοτικού στο οποίο είναι ευαίσθητος ο βλαπτικός οργανισμός. Αφότου χορηγηθούν τα φάρμακα αυτά, καταγράφονται τα επίπεδα του αντιβιοτικού στον ορό (κατώτατα και μέγιστα) ώστε να αποφευχθούν τοξικές επιδράσεις και να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητά τους. Ο ασθενής παρακολουθείται προσεκτικά για το ενδεχόμενο εμφάνισης διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης, συνδρόμου αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων, νεφρικής ανεπάρκειας, καρδιακής ανεπάρκειας, γαστρεντερικού έλκους και ηπατικών ανωμαλιών, δεδομένου ότι οποιοδήποτε από τα παραπάνω δύναται να επιπλέξει την κλινική εικόνα.

Εάν προκύψει σηπτική καταπληξία, υποστηρίζεται δυναμικά η οξυγόνωση και η αιμάτωση των ιστών. Μπορεί να τοποθετηθεί αρτηριακός καθετήρας για τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης και τον προσδιορισμό των αερίων του αρτηριακού αίματος. Η αιμοδυναμική κατάσταση του ασθενούς μπορεί να παρακολουθηθεί με την τοποθέτηση καθετήρα στην πνευμονική αρτηρία. Η ομάδα ιατρικής περίθαλψης παρακολουθεί στενά για το ενδεχόμενο υπερφόρτωσης υγρών. Για την αντιμετώπιση υποξίας ενδέχεται να χρειασθεί ρινοτραχειακή διασωλήνωση ενώ πρέπει να παρακολουθούνται τα αέρια του αρτηριακού αίματος για τον προσδιορισμό της Fio2 και των αναπνευστικών όγκων. Εάν η σηπτική καταπληξία παραμένει μετά από την αύξηση των όγκων, ενδέχεται να χρειαστεί η χορήγηση αγγειοσυσταλτικών για τη διατήρηση επαρκούς νεφρικής και εγκεφαλικής αιμάτωσης. Κατά τη χορήγηση αγγειοσυσταλτικών, οι κεντρικές πιέσεις και η καρδιακή συχνότητα και ρυθμός παρακολουθούνται στενά. Τυχόν μεταβολική οξέωση μπορεί να διορθωθεί με ενδοφλέβια χορήγηση διττανθρακικών. Μπορεί να χορηγηθεί εμβόλιο ενδοτοξίνης gram αρνητικών βακτηρίων καθώς και άλλες πειραματικές θεραπείες για την παρεμπόδιση της ταχείας φλεγμονώδους διαδικασίας (κορτικοστεροειδή, ανταγωνιστές οπιοειδών, αναστολείς προσταγλαδινών, και αναστολείς διαύλων ασβεστίου). Η αντίδραση του ασθενούς παρακολουθείται για τον εντοπισμό τυχόν παρενεργειών.

Οι βαριά ασθενείς τοποθετούνται σε ήσυχο και ήρεμο περιβάλλον. Παρέχεται ψυχολογική υποστήριξη. Παρέχεται στοματική υγιεινή για την πρόληψη στοματίτιδας, επιχρίσματος και απόφραξης των σιελογόνων αδένων, ιδιαίτερα όταν στον ασθενή δεν επιτρέπεται η λήψη από το στόμα. Οι διατροφικές ανάγκες παρακολουθούνται και με συμβουλές από το διατροφολόγο αποφασίζεται η παρεντερική ή εντερική χορήγηση τροφής. Το δέρμα του ασθενούς και η λειτουργία των αρθρώσεων πρέπει να προστατεύονται με την παροχή της απαραίτητης φροντίδας του δέρματος όπως επίσης και με συχνή και προσεκτική επανατοποθέτηση, ασκήσεις εύρους κίνησης και σωστή ευθυγράμμιση του σώματος, χρησιμοποιώντας υποστηρικτικές συσκευές όπως κρίνεται απαραίτητο. Η ομάδα ιατρικής περίθαλψης οφείλει να λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ των μελών της οικογένειας προσφέροντάς τους συναισθηματική υποστήριξη και βοηθώντας τους να κατανοήσουν την ασθένεια και το πρωτόκολλο θεραπείας.

Aliases (separate with |): Σήψη
σιδηροπενική αναιμία

Αναιμία η οποία οφείλεται στο ότι οι ανάγκες του οργανισμού σε σίδηρο είναι μεγαλύτερες από την αποθηκευμένη ποσότητα σιδήρου. Ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων μπορεί κάποιες φορές να είναι φυσιολογικός, αλλά η αιμοσφαιρίνη δεν είναι επαρκής. Τα ερυθροκύτταρα είναι ωχρά (υποχρωμα) και έχουν μη φυσιολογικό σχήμα (ποικιλλοκυττάρωση). Αυτή η αναιμία εμφανίζεται στο 8% των ανδρών και στο 14% των γυναικών ηλικίας 3 έως 74 ετών στις Η.Π.Α.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η αναιμία αυτή οφείλεται σε ανεπαρκή πρόσληψη σιδήρου, σε δυσαπορρόφηση του σιδήρου, σε απώλεια αίματος, στην εγκυμοσύνη, στον θηλασμό, σε ενδοαγγειακή αιμόλυση ή σε συνδυασμό των παραπάνω αιτιών.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με χρόνια αναιμία συχνά παραπονιούνται για κόπωση και δύσπνοια προσπαθείας. Η έλλειψη σιδήρου όταν οφείλεται σε ραγδαία αιμορραγία μπορεί να προκαλέσει ταχυκαρδία, ορθοστατική ζάλη ή συγκοπή.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Οι εργαστηριακές εξετάσεις αποκαλύπτουν μειωμένα επίπεδα σιδήρου στο αίμα, αυξημένη σιδηροδεσμευτική ικανότητα και μειωμένο κορεσμό της τρανσφερίνης. Τα επίπεδα της φεριττίνης είναι μειωμένα. Στη χρώση του μυελού των οστών δεν φαίνεται ο σίδηρος.

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ: Οι ενήλικες ασθενείς με σιδηροπενική αναιμία και χωρίς έμμηνο ρύση θα πρέπει να εξετάζονται για τυχόν ύπαρξη κάποιας εστία αιμορραγίας στην γαστρεντερική οδό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η διαιτητική πρόσληψη σιδήρου θα πρέπει να συμπληρώνεται με από του στόματος θειικό σίδηρο ή γλυκονικό σίδηρο (μαζί με βιταμίνη C για την αύξηση της απορρόφησής του). Όταν υπάρχει κάποια υποκείμενη βλάβη στην γαστρεντερική οδό (πχ. έλκος, οισοφαγίτιδα, καρκίνος του εντέρου) αντιμετωπίζεται με φάρμακα, κάποια ενδοσκοπική ή χειρουργική επέμβαση.

Aliases (separate with |): Σιδηροπενική αναιμία
σίδηρος

ΣΥMΒ.: Fe. Μεταλλικό στοιχείο ευρέως διεσπαρμένο στην φύση. Ατομικό βάρος 55,847, ατομικός αριθμός 26. Τα μείγματα (οξείδια, υδροξείδια, άλατα) βρίσκονται σε δύο μορφές: σιδηρούχος, στην οποία ο σίδηρος έχει φορτίο δύο Fe2+), και σιδηρικός, όπου έχει φορτίο τρία (Fe3+). Χρησιμοποιείται ευρέως στην θεραπεία συγκεκριμένων τύπων αναιμίας. Ο σίδηρος είναι βασικός στην δημιουργία της χλωροφύλλης στα φυτά, αν και δεν είναι συστατικό της. Αποτελεί τμήμα της αιμοσφαιρίνης και της μυοσφαιρίνης.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Ο σίδηρος, ως τμήμα της αιμοσφαιρίνης, είναι βασικός για την μεταφορά του οξυγόνου στο αίμα. Αποτελεί επίσης μέρος ορισμένων ενζύμων απαραίτητων για την κυτταρική αναπνοή. Στον ανδρικό οργανισμό υπάρχουν περίπου 3,45 g σιδήρου και στον γυναικείο περίπου 2,45 g που κατανέμονται ως εξής: 60% με 70% στην αιμοσφαιρίνη, 10% με 12% στην μυοσφαιρίνη και στα ένζυμα, και με την μορφή της φερριτίνης, 29% στους άνδρες και 10% στις γυναίκες, αποθηκευμένος στο ήπαρ, στον σπλήνα και στον μυελό των οστών. Ο σίδηρος αποθηκεύεται στους ιστούς κυρίως με την μορφή της φερριτίνης. Απορροφάται από την τροφή στο λεπτό έντερο και περνά στο αίμα και στον μυελό των οστών. Εκεί χρησιμοποιείται στην παρασκευή αιμοσφαιρίνης, η οποία ενσωματώνεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Ένα ερυθρό αιμοσφαίριο, μετά από την κυκλοφορία του στο αίμα για 120 ημέρες περίπου, καταστρέφεται, και ο σίδηρος του χρησιμοποιείται ξανά.

Οι άνδρες χρειάζονται από 0,5 έως 1,0 mg σιδήρου την ημέρα. Μία γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία χρειάζεται στο διπλάσιο ποσό. Στην διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας απαιτείται από 2 έως 4 mg σιδήρου ημερησίως. Πριν την εφηβεία και μετά την εμμηνόπαυση, οι γυναίκες δεν χρειάζονται περισσότερο σίδηρο από τους άντρες. Επειδή μόνο ένα κλάσμα του σιδήρου της τροφής απορροφάται, είναι απαραίτητο στην δίαιτα να χορηγούνται από 15 έως 30 mg σιδήρου για να είναι βέβαια η απορρόφηση 1 έως 4 mg.

Στους πρώτους μήνες της ζωής τα βρέφη θα χρησιμοποιήσουν το μεγαλύτερο μέρος των αποθηκών σιδήρου και το τυπικό διαιτολόγιο ίσως να μην περιέχει αρκετό σίδηρο για την αναπλήρωσή τους. Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να προσθέτονται τροφές που περιέχουν σίδηρο στο διαιτολόγιο των νεογνών μετά την ηλικία των 6 μηνών.

Το μαγνήσιο, ο χαλκός και το κοβάλτιο είναι απαραίτητα για την κατάλληλη χρήση του σιδήρου. Ο χαλκός αποθηκεύεται στον οργανισμό και χρησιμοποιείται επανειλημμένα.

Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες σιδήρου στην τροφή. Το 90% του σιδήρου της τροφής είναι στην μορφή αλάτων του σιδήρου και ονομάζεται μη-αιματινικός σίδηρος και έχει πτωχή απορρόφηση. Το υπόλοιπο 10% είναι στην μορφή του αιματινικού σιδήρου και κυρίως παρέχεται από την αιμοσφαιρίνη και την μυοσφαιρίνη του κρέατος και έχει καλή απορρόφηση. Περίπου το 50% του σιδήρου του μητρικού γάλακτος απορροφάται αλλά μόνο το 10% περίπου του σιδήρου του αγελαδινού γάλακτος απορροφάται. Οι λόγοι υψηλότερης βιοδιαθεσιμότητας του σιδήρου του μητρικού γάλακτος είναι άγνωστοι. Το ασκορβικό οξύ, το κρέας το ψάρι και τα πουλερικά προάγουν την απορρόφηση του μη αιματινικού σιδήρου. Τα δημητριακά, τα οξαλικά, οι φυτικές ίνες, οι τανίνες του τσαγιού και τα φωσφορικά αναστέλλουν την απορρόφηση του σιδήρου. Ο χυμός πορτοκαλιού διπλασιάζει την απορρόφηση του σιδήρου από το γεύμα ενώ το τσάι την ελαττώνει κατά 75%.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΣΙΔΗΡΟΠΕΝΙΑΣ: Η σιδηροπενία χαρακτηρίζεται από αναιμία, ελαττωμένη ζωτικότητα, δύσπνοια κατά την άσκηση, ωχρότητα δέρματος, ωχρότητα επιπεφυκότα, καθυστέρηση ανάπτυξης και ελαττωμένη ποσότητα αιμοσφαιρίνης σε κάθε ερυθρό αιμοσφαίριο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ορισμένες φορές προκύπτει μία διαταραχή στον μεταβολισμό του σιδήρου, στην οποία μία χρωστική που περιέχει σίδηρο, η αιμοσιδηρίνη, και η αιμοφουσκίνη εναποτίθενται στους ιστούς, οδηγώντας σε αιμοχρωμάτωση. Η υπερβολική εναπόθεση αιμοσιδηρίνης στους ιστούς, όπως συμβαίνει ως αποτέλεσμα υπερβολικής καταστροφής ερυθρών αιμοσφαιρίων, ονομάζεται αιμοσιδήρωση.

ΠΗΓΕΣ: Οι παρακάτω τροφές παρέχουν σίδηρο στο διαιτολόγιο: αμύγδαλα, σπαράγγια, δημητριακά, φασόλια, μαύρο ψωμί, κουνουπίδι, σέλινο, σέσκουλο, ραδίκια, κρόκος αυγού, ψωμί ολικής άλεσης, νεφρό, μαρούλι, ήπαρ, κουάκερ, σόγια, σιτάρι. Άλλες καλές πηγές είναι βερύκοκο, παντζάρι, λάχανο, καλαμπόκι, αγγούρι, σταφίδα, χουρμάδες, πάπια, χήνα, πράσινα λαχανικά, αρνί, πετιμέζι, μανιτάρια, πορτοκάλια, κουκιά, φιστίκια, αχλάδια, πιπέρι, πατάτες, δαμάσκηνα, ραπανάκι, σταφίδα, ραβέντιο, ανανάς, ντομάτες και γογγύλι.

Aliases (separate with |): Σίδηρος
σιδήρωση
  1. Μορφή πνευμονοκονίωσης, ως αποτέλεσμα εισπνοής σκόνης ή ατμών που περιέχουν σωματίδια σιδήρου.

  2. Η ανώμαλη απόθεση ή συσσώρευση σιδήρου στο αίμα ή στους σωματικούς ιστούς.

siderotic, επίθ. σιδηρωτικός.

Aliases (separate with |): Σιδήρωση
σιρόπι

Συμπυκνωμένο υδατικό διάλυμα ζάχαρης στο οποίο προστίθενται ειδικές φαρμακευτικές ουσίες. Τα σιρόπια συνήθως δεν αντιστοιχούν σε πολύ υψηλό ποσοστό του δραστικού φαρμάκου. Ορισμένα σιρόπια χρησιμοποιούνται κυρίως για να προσδώσουν ευχάριστη οσμή και γεύση στα διαλύματα.

Aliases (separate with |): Σιρόπι
σίτιση με εντερικό σωλήνα

Μέσο παροχής θρέψης σε ασθενή που δεν μπορεί να προσλάβει τροφή διαφορετικά. Ο ασθενής μπορεί να εμφανίζει δυσκολία στη μάσηση, στην κατάποση, ή κάποια στοματική, φαρυγγική ή οισοφαγική δυσμορφία. Στον ασθενή χορηγείται το κατάλληλο διάλυμα διατροφής μέσω ενός σωλήνα ο οποίος εισέρχεται στο στομάχι ή στο δωδεκαδάκτυλο δια της ρινός (ρινογαστρικός ή ρινοδωδεκαδακτυλικός σωλήνας) ή μέσω ενός σωλήνα γαστροστομίας ή νηστιδοστομίας.

ΤΥΠΟΙ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΩΝ ΔΙΑΛΥΜΑΤΩΝ: Άθικτες θρεπτικές ουσίες (ομογενοποιημένα διαλύματα): Τα διαλύματα αυτά καλούνται «τυποποιημένα». Επειδή περιέχουν «πλήρεις» θρεπτικές ουσίες είναι κατάλληλα για τη σίτιση ασθενών οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα πέψης. Παρέχουν συνήθως 1 Kcal/ ml και μπορούν να ληφθούν από το στόμα. Yδρολυμένες θρεπτικές ουσίες (πολυμερή διαλύματα): Στα διαλύματα αυτά τα θρεπτικά συστατικά είναι ήδη «προχωνεμένα» και είναι κατάλληλα για τις περιπτώσεις όπου υπάρχει διαταραχή στην απορρόφηση ή όταν το σημείο έγχυσης είναι η νήστιδα. Τα διαλύματα αυτά δεν είναι κατάλληλα για από του στόματος χορήγηση εξαιτίας της γεύσης τους. Είναι πιο ακριβά από τα διαλύματα πλήρων θρεπτικών ουσιών. Στοιχειακά ή μονομερή: Επειδή οι θρεπτικές ουσίες στα διαλύματα αυτά βρίσκονται στην απλούστερη, στοιχειακή τους μορφή, απορροφώνται ταχέως από το έντερο. Τα διαλείμματα αυτά δεν είναι κατάλληλα για από του στόματος χορήγηση. Ο τύπος αυτός είναι και ο πιο ακριβός. Υπάρχουν διαθέσιμα διαλύματα αυτού του τύπου για ειδικές περιπτώσεις παθήσεων. Ειδικά διαλύματα: Προϊόντα διατροφής που κυκλοφορούν στο εμπόριο μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως συμπληρώματα σε τυποποιημένα διαλύματα. Έτσι, η προσθήκη πρωτεΐνης μετατρέπει ένα τυποποιημένο διάλυμα σε διάλυμα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη.

ΤΡΟΠΟΙ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ: Συνεχής έγχυση: Το διάλυμα χορηγείται 4 έως 6 φορές την ημέρα μέσω μιας μεγάλης σύριγγας που εφαρμόζεται στο σωλήνα σίτισης, ο οποίος καταλήγει στο στομάχι. Ο τρόπος αυτός χορήγησης είναι ο λιγότερο καλά ανεκτός. Διαλείπουσα έγχυση: Το διάλειμμα χορηγείται 4 έως 6 φορές την ημέρα για διάστημα 30 έως 60 λεπτών με τη βοήθεια αντλίας ή με φυσική ροή. Κυκλική έγχυση: Μια αντλία έγχυσης χορηγεί το θρεπτικό διάλυμα συγκεκριμένες ώρες της ημέρας και η λειτουργία της διακόπτεται τις υπόλοιπες ώρες. Συνεχής στάγδην έγχυση: Μια αντλία έγχυσης χορηγεί το διάλυμα σε όλη τη διάρκεια της ημέρας,

Aliases (separate with |): Σίτιση με εντερικό σωλήνα
σκέψη

Διανοητική δραστηριότητα. Η σκέψη περιλαμβάνει την ερμηνεία και ταξινόμηση συμβόλων, τη μάθηση, το σχεδιασμό και τη διαμόρφωση ιδεών και απόψεων, την οργάνωση πληροφοριών και την επίλυση προβλημάτων.

Aliases (separate with |): Σκέψη
σκληρό ερύθημα

Χρόνια αγγειίτιδα του δέρματος που εμφανίζεται σε νέες γυναίκες. Τα σκληρά δερματικά οζίδια διαλύονται και σχηματίζουν νεκρωτικά έλκη και καταλείπουν ατροφικές ουλές.

Aliases (separate with |): erythema induratum|Σκληρό ερύθημα
σκληροίδημα

Ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από οίδημα και σκλήρυνση του δέρματος συνήθως ως το αποτέλεσμα οξείας μόλυνσης. Είναι καλοήθης αυτοπεριοριζόμενη ασθένεια, η οποία εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες εν συγκρίσει προς τους άντρες. Πολύ συχνά συγχέεται με τη σκληροδερμία.

Aliases (separate with |): Σκληροίδημα
σκωληκοειδίτιδα

Φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης που οφείλεται σε απόφραξη του αυλού της, η οποία ακολουθείται από μόλυνση. Μπορεί να είναι οξεία, υποξεία ή χρόνια και σε ορισμένες περιπτώσεις η διάγνωσή της μπορεί να είναι δύσκολη εξαιτίας του ότι πολλές ασθένειες είναι δυνατόν να προκαλέσουν οξύ κοιλιακό άλγος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Κατά κανόνα απαιτείται χειρουργική επέμβαση. Στις περισσότερες περιπτώσεις χορηγούνται υγρά και αντιβιοτικά ενδοφλεβίως.

Aliases (separate with |): appendicitis|Σκωληκοειδίτιδα
σμήγμα

Λιπαρή έκκριση των σμηγματογόνων αδένων. Ποικίλει μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του σώματος. Το σμήγμα που παράγεται από τα αυτιά ονομάζεται κυψελίδα (cerumen), ενώ αυτό της ακροποσθίας ονομάζεται σμήγμα (smegma).

Aliases (separate with |): Σμήγμα
σμηγματορροϊκή δερματίτιδα

Oξεία ή υποξεία φλεγμονώδης δερματοπάθεια αγνώστου αιτίας, που ξεκινά από το κρανίο και χαρακτηρίζεται από στρογγυλές, ακανόνιστες ή γυροειδείς βλάβες, καλυμμένες από κίτρινα ή λιπαρά καφέ-γκρίζα λέπια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Στο κρανίο, ενδέχεται να είναι ξηρή με άφθονα γκριζωπά και κιτρινωπά λέπια ή εξιδρωμένη και εφελκιδοποιημένη, δημιουργώντας έκζεμα της κεφαλής που μπορεί να εξαπλωθεί στο μέτωπο και τις μετα-ωτιαίες περιοχές. Το μέτωπο παρουσιάζει λεπιδώδεις και διηθημένες βλάβες με σκούρες κόκκινες βάσεις, κάποιο κνησμό και τοπική απώλεια τριχών. Τα φρύδια και οι βλεφαρίδες παρουσιάζουν ξηρά, και υπόλευκα λέπια μαζί με κνησμό. Στις ρινοχειλικές πτυχώσεις ή του κόκκινου ορίου των χειλών, υπάρχει φλεγμονή με κνησμό. Στην περιοχή του στέρνου, οι βλάβες είναι λιπαρές στην αφή. Επίσης, στις ενδοωμοπλατιαίες, μασχαλιαίες και μηρογεννητικές περιοχές υπάρχει το ενδεχόμενο εμφάνισης εκθύσεων.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Επειδή δεν υπάρχει καμία γνωστή θεραπεία για τη συγκεκριμένη πάθηση, η αγωγή έχει ως σκοπό τον έλεγχο της διαταραχής και να αφήσει το δέρμα να επιδιορθωθεί από μόνο του. Όταν η πάθηση περιορίζεται στο κρανίο, ενδείκνυται η συχνή χρήση σαμπουάν και η χρήση ήπιων κερατολυτικών παραγόντων. Τα σαμπουάν με σελήνιο έχουν αποδειχθεί χρήσιμα. Η γενικευμένη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα χρήζει προσεκτικής φροντίδας μεταξύ των οποίων η σχολαστική υγιεινή του δέρματος, η διατήρηση του δέρματος όσο γίνεται πιο στεγνό και η χρήση σκονών. Μπορεί να απαιτηθούν παρασκευάσματα κορτιζόνης τοπικής και περιφερικής χρήσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝOΥΣ: O νοσηλευτής ή ο επαγγελματίας υγείας πρωτοβάθμιαιας περίθαλψης εξηγεί στον ασθενή ότι η πάθηση παρουσιάζει υφέσεις και εξάρσεις· επίσης, η διαταραχή στην ισορροπία των ορμονών, η θρεπτική κατάσταση η φλεγμονή και το συναισθηματικό στρες, επηρεάζουν την πορεία της.

Για τον κατευνασμό τυχόν δευτεροπαθούς φλεγμονής, ο ασθενής εκπαιδεύεται στην τοπική εφαρμογή της συνταγογραφημένης κρέμας των κορτικοστεροειδών στο σώμα και στο πρόσωπο. Αυτός ή αυτή προειδοποιείται να χρησιμοποιεί με προσοχή το συγκεκριμένο φαρμακευτικό σκεύασμα γύρω από τα βλέφαρα, επειδή μπορεί να προκαλέσει γλαύκωμα στους ασθενείς που κινδυνεύουν. Για την αποφυγή δευτεροπαθούς λοίμωξης από τον μύκητα Candida στις ρυτίδες ή στις πτυχές του δέρματος, συνιστάται στον ασθενή να καθαρίζει προσεκτικά τις συγκεκριμένες περιοχές, να τις στεγνώνει απαλά αλλά καλά και να εξασφαλίζει τον καλό αερισμό του δέρματος. Αυτός ή αυτή εκπαιδεύεται να αντιμετωπίζει τις σμηγματορροϊκές παθήσεις του κρανίου (πιτυρίδα) με σωστό και συχνό λούσιμο με σαμπουάν, εναλλάσσοντας δύο ή τρεις διαφορετικούς τύπους σαμπουάν ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανθεκτικότητας σε ένα συγκεκριμένο προϊόν. Αυτός ή αυτή πρέπει επίσης να αφαιρούν τα εξωτερικά ερεθίσματα και να αποφεύγουν την υπερβολική θερμότητα και εφίδρωση. Αποθαρρύνεται το τρίψιμο και το ξύσιμο του δέρματος, αφού παρατείνουν τις εξάρσεις και αυξάνουν τον κίνδυνο δευτεροπαθούς λοίμωξης και εκδορών, και ιδιαίτερα τη στιγμή που υπάρχουν λεπιδώδεις και κνησμώδεις βλάβες σε περιοχές του δέρματος με υψηλό αριθμό βακτηρίων. Για να μειωθεί ο αποικισμός των βακτηρίων, μπορούν να συνταγογραφηθούν μικρές δόσεις αντιβιοτικών (πχ, τετρακυκλίνη) από το στόμα (όπως στην κοινή ακμή) για μια παρατεταμένη περίοδο. Στον ασθενή συνιστάται να λαμβάνει τετρακυκλίνη τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά τα γεύματα, αφού η απορρόφηση του φαρμάκου με την τροφή είναι ανεπαρκής. Επίσης ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (φωτοευαισθησία, γενετικές ανωμαλίες, ναυτία, έμετος και κολπίτιδα από Candida) και την διαχείρισή τους. O ασθενής ενθαρρύνεται να τηρεί το θεραπευτικό σχήμα, να αντιμετωπίζει την αυξημένη απογοήτευση και να χειρίζεται τα προβλήματα από την εικόνα του σώματος του.

Aliases (separate with |): Σμηγματορροϊκή δερματίτιδα
σπειραματονεφρίτιδα

Ένας τύπος νεφρίτιδας στον οποίο οι βλάβες αφορούν κυρίως τα σπειράματα. Η κατάσταση αυτή μπορεί να είναι οξεία, υποξεία ή χρόνια. Η οξεία σπειραματονεφρίτιδα, που ονομάζεται και οξύ νεφριτικό σύνδρομο ακολουθεί συχνά λοιμώξεις, ειδ. της ανώτερης αναπνευστικής οδού που οφείλονται σε συγκεκριμένα στελέχη στρεπτοκόκκου. Επίσης μπορεί να οφείλεται σε συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, υποξεία βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, κρυοσφαιριναιμία, διάφορους τύπους αρτηρίτιδας, όπως οζώδης πολυαρτηρίτιδα, πορφύρα Henoch-Schönlein, καθώς επίσης και σε σπλαγχνικά αποστήματα. Η πάθηση χαρακτηρίζεται από αιματουρία, πρωτεϊνουρία, ερυθροκυτταρικούς κυλίνδρους, ολιγουρία, οίδημα, κνησμό, ναυτία, δυσκοιλιότητα και υπέρταση. Η εξέταση του συμπληρώματος του ορού και η βιοψία νεφρού διευκολύνουν τη διάγνωση και βοηθούν στην εκτίμηση της πρόγνωσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται τα επίπεδα της κρεατινίνης στον ορό, η συγκέντρωση της ουρίας στο αίμα και η κάθαρση της κρεατινίνης και της ουρίας και ελέγχονται πιθανές διαταραχές των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας. Παρακολουθούνται επίσης το ισοζύγιο των υγρών και καταγράφονται καθημερινά οι μεταβολές των οιδημάτων, του σωματικού βάρους και η πρόσληψη και αποβολή υγρών. Ελέγχονται τα ζωτικά σημεία του ασθενούς κάθε 4 ώρες ή όποτε κρίνεται απαραίτητο και το δέρμα για σημεία ρήξης. Παρέχεται επίσης φροντίδα του δέρματος και συχνή μετακίνηση του σώματος. Ο ασθενής συμβουλεύεται να περιορίσει τις δραστηριότητές του κατά τις οξείες φάσεις αιματουρίας, αζωθαιμίας, έντονου οιδήματος και αρτηριακής υπέρτασης· ωστόσο, ενθαρρύνεται η αυτοεξυπηρέτηση όταν τα οξέα συμπτώματα υποχωρήσουν, ανάλογα με το βαθμό της καταβολής και τις μεταβολές της αρτηριακής πίεσης. Ενθαρρύνεται η εκτέλεση κατάλληλων δραστηριοτήτων. Οι οδηγίες που δίνονται στον ασθενή αφορούν διαιτητικούς περιορισμούς καθώς και έλεγχο των υγρών· τονίζεται η σημασία του χαμηλού νατρίου στη δίαιτα, των γευμάτων με πολλές θερμίδες και επαρκή ποσότητα (αν και περιορίζεται μερικές φορές) πρωτεΐνης. Τα χορηγούμενα φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με το πρόγραμμα που έχει τεθεί.

Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τα άτομα που πάσχουν από μεταδοτικά νοσήματα και να αναφέρει άμεσα τα πιθανά σημεία λοίμωξης, ειδικά του ουροποιητικού. Η σημασία της παρακολούθησης σε τακτική βάση υπερτονίζεται. Παρακολουθείται η ανταπόκριση του ασθενούς, ενώ σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία εφαρμόζεται αιμοκάθαρση.

Aliases (separate with |): Σπειραματονεφρίτιδα
σπειρόμετρο

Συσκευή η οποία χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των πνευμονικών όγκων και της ροής αέρα. Οι ακόλουθες είναι τυπικές μετρήσεις ενηλίκων όπως προκύπτουν από τη χρήση σπειρομέτρου: εισπνευστικός εφεδρικός όγκος: το ποσό που το άτομο μπορεί να εισπνεύσει με επιπλέον προσπάθεια μετά από κανονική εισπνοή· εκπνευστικός εφεδρικός όγκος: το ποσό του αέρα που μπορεί να εκπνευστεί μετά από κανονική εκπνοή· ανα-πνεόμενος όγκος αέρα: ο όγκος εισπνεόμενου ή εκπνεόμενου αέρα κατά την κανονική αναπνοή· ζωτική χωρητικότητα: ο μέγιστος όγκος αέρα που μπορεί να εκπνευσθεί μετά από μέγιστη εισπνοή· βίαιη ζωτική χωρητικότητα: ο εκπνεόμενος όγκος αέρα κατά τη μέγιστη εκπνοή.

Aliases (separate with |): Σπειρόμετρο
σπέρμα

Παχιά, αδιαφανής, πυκνόρρευστη έκκριση, η οποία απελευθερώνεται μέσω της ουρήθρας του άντρα κατά την κορύφωση της σεξουαλικής διέγερσης (οργασμός). Το σπέρμα είναι μίγμα εκκριτικών προϊόντων διαφόρων αδένων (προστάτη και βολβουρηθραίοι αδένες) σε συνδυασμό με τα σπερματοζωάρια,τα οποία αφότου παρήχθησαν στους όρχεις αποθηκεύτηκαν στα σπερματικά κυστίδια.

Οι φυσιολογικές τιμές του εκσπερματούμενου σπερματικού υγρού έχουν ως ακολούθως: όγκος, 2 έως 5 ml, pH, 7,8-8,0, λευκά αιμοσφαίρια απόντα ή μόνο ένα περιστασιακά μετά από παρατήρηση σε μεγάλη μεγέθυνση, αριθμός σπερματοζωαρίων, 60 έως 150 εκατομμύρια/ml, το 80% και άνω αυτών πρέπει να είναι κινούμενα, και το 80-90% αυτών πρέπει να έχει φυσιολογική μορφολογία.

Aliases (separate with |): Σπέρμα
σπερματοζωάριο

Το ώριμο αρσενικό φυλετικό ή γεννητικό κύτταρο, το οποίο σχηματίζεται μέσα στα σπερματοφόρα σωληνάρια των όρχεων. Το σπερματοζωάριο έχει ευρεία, ελλειπτική, πεπλατυσμένη κεφαλή, που φέρει τον πυρήνα, και έναν πρωτοπλασματικό αυχένα ή ενδιάμεσο τμήμα και μαστίγιο. Έχει μήκος περίπου 51 μ. και μοιάζει με γυρίνο. Έχει τη δυνατότητα αυτοπροώθησης μέσω του μαστιγίου. Αναπτύσσεται κατά την εφηβεία από τις σπερματίδες στους όρχεις σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Η κεφαλή διαπερνά την κυτταρική μεμβράνη του ωαρίου και χάνει την ουρά του όταν τα δύο κύτταρα συντήκονται. Η διαδικασία αυτή καλείται γονιμοποίηση.

Aliases (separate with |): Σπερματοζωάριο
σπινθηρογράφημα οστών

Απεικόνιση των οστών με ραδιενεργές ουσίες. Ο όρος θερμές κηλίδες αναφέρεται σε οστικές βλάβες που μπορεί να είναι φλεγμονές ή όγκοι. Η εξέταση συμβάλλει στη διάγνωση μεταστάσεων ή την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Σπινθηρογράφημα οστών
σπλήνας

Σκούρο, ερυθρό, ελλειψοειδές λεμφικό όργανο στο ανώτερο αριστερό κοιλιακό τεταρτημόριο, πίσω και ελαφρώς κάτω από το στομάχι. Στην κάτω πλευρά βρίσκεται η πύλη, μια εντομή μέσω της οποίας εισέρχονται και εξέρχονται τα σπληνικά νεύρα και αιμοφόρα αγγεία. Ο σπλήνας περιβάλλεται από εξωτερική κάψα συνδετικού ιστού, από την οποία ίνες συνδετικού ιστού (δοκίδες) εκτείνονται μέσα στο μαλακό πολφό (λειτουργικό ιστό), διαχωρίζοντας το σπλήνα σε διαμερίσματα.

Ο λευκός πολφός αποτελούμενος από λεμφοκύτταρα και θυλάκια, σχηματίζει έλυτρα γύρω από αρτηριακά αγγεία και οργανώνεται σε μεγαλύτερα φυμάτια, τα οποία περιέχουν βλαστικά κέντρα. Ο ερυθρός πολφός περιέχει αγγειακούς κόλπους και κολποειδή, με τοιχώματα υψηλής διαπερατότητας, και σπογγόμορφες σπληνικές χορδές πληρωμένες με μακροφάγα και δενδριτικά κύτταρα. Ο σπλήνας είναι τμήμα του φαγοκυτταρικού συστήματος των μονοπύρηνων κυττάρων και η αφαίρεσή του (σπληνεκτομή), παρότι υποκαθίσταται από τους λεμφαδένες και το ήπαρ, ελαττώνει την ανοσολογική λειτουργία και μπορεί να θέσει τον ασθενή σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, κυρίως από Streptococcus pneumoniae και Haemophilus influenzae.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Στο έμβρυο ο σπλήνας σχηματίζει τόσο ερυθρά όσο και λευκά αιμοσφαίρια. Μετά τη γέννηση παράγει μόνο λεμφοκύτταρα, με εξαίρεση την περίπτωση βαριών αναιμιών, οπότε και η παραγωγή ερυθροκυττάρων μπορεί να επανενεργοποιηθεί. Το αίμα εισάγεται μέσω της σπληνικής αρτηρίας και διέρχεται μέσω προοδευτικά μικρότερων αρτηριακών αγγείων. Τα ξένα αντισώματα παγιδεύονται στο λευκό πολφό, επάγοντας τον πολλαπλασιασμό των ειδικών για το αντιγόνο λεμφοκυττάρων και την παραγωγή αντισωμάτων. Τα αρτηρίδια καταλήγουν στον ερυθρό πολφό, όπου τα μακροφάγα απομακρύνουν κυτταρικά κατάλοιπα, μικροοργανισμούς και κύτταρα γηρασμένα, κατεστραμμένα, ανώμαλα ή επενδυμένα με αντισώματα.

Η αγγειακή χωρητικότητα του σπλήνα, περίπου 100 ως 300 ml, αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 4% του συνολικού αίματος και ο σπλήνας μπορεί να περιέχει ως και το 30% των συνολικών αιμοπεταλίων. Σε συνθήκες καταπόνησης, συμπαθητικές ώσεις διεγείρουν τη σύσπαση των φλεβωδών κόλπων, σπρώχνοντας το πλείστο του σπληνικού αίματος στην κυκλοφορία. Εάν ο σπλήνας είναι διογκωμένος, η αγγειακή χωρητικότητά του αυξάνει δραματικά και η αυξημένη επαφή με μακροφάγα μπορεί να προκαλέσει αναιμία, λευκοπενία και θρομβοκυτταρική αναιμία. Η αφαίρεση του σπλήνα ενδέχεται να καταστεί απαραίτητη σε ασθενείς με θρομβοπενία. Πολλές διαταραχές προκαλούν σπληνομεγαλία, συμπεριλαμβανομένου της πυλαίας υπέρτασης (π.χ. στην κίρρωση), της καρδιακής ανεπάρκειας και ορισμένων λοιμώξεων. Οι πρωτογενείς διαταραχές του σπλήνα είναι παρόλα αυτά σπάνιες.

Aliases (separate with |): Σπλήνας
σπληνεκτομή
  1. Χειρουργική αφαίρεση του σπλήνα.
  2. Καταστροφή του σπλήνα από τραύμα ή ασθένεια (π.χ. από έμφραξη, ως το αποτέλεσμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Επειδή ο σπλήνας απομακρύνει εγκυστωμένα βακτήρια από τη ροή του αίματος, η απουσία του ή η αφαίρεσή του αυξάνει τον κίνδυνο πολλών σοβαρών λοιμώξεων. Για την πρόληψη λοιμώξεων που απειλούν τη ζωή, όλοι οι ασθενείς οι οποίοι έχουν προγραμματισθεί για σπληνεκτομή πρέπει να εμβολιασθούν έναντι Haemophilus influenzae, Neisseria meningococcus και Streptococcus pneumoniae περίπου 10 ημέρες πριν την επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Μετά τη σπληνεκτομή ο ασθενής πρέπει να διαθέτει ενδοφλέβια γραμμή και να λαμβάνει υγρά, φάρμακα και προϊόντα αίματος, όπως συνιστάται. Βοηθήστε τον ασθενή να λάβει βολική θέση στο κρεβάτι με το σωστό προσανατολισμό του σώματος και πραγματοποιείστε μια αρχική κοιλιακή εξέταση. Π κοιλιακή εξέταση πρέπει να περιλάβει την αναζήτηση εκδορών ή κακώσεων, περιομφάλιας εκχύμωσης, και κοιλιακής διόγκωσης, αιμορραγίας από την τομή, ή λοίμωξης ή υπερβολικής παροχέτευσης. Αύξηση της κοιλιακής περιφέρειας του ασθενούς ενδεχομένως να υποδηλώνει επιπρόσθετη απώλεια αίματος στην κοιλιακή κοιλότητα, απόφραξη του εντέρου ή παραλυτικό ειλεό. Ακροαστείτε τους εντερικούς ήχους, ψηλαφίστε για περιοχές ευαισθησίας, άλγους, ή ακαμψίας και επικρούστε για υπόκωφους ή αμβλείς ήχους (οι υπόκωφοι ήχοι υποδηλώνουν διάταση λόγω αερίων και οι αμβλείς ήχοι υποδηλώνουν ενδοκοιλιακό υγρό, αίμα ή συμπαγή ιστό). Επαναλαμβανόμενες εξετάσεις του ασθενούς θα πρέπει να λαμβάνουν χώρα σε μία προγραμματισμένη βάση έως ότου εξασφαλισθεί η μετεγχειρητική σταθερότητα. Οι πυρετοί μπορεί να υποδηλώνουν περιτονίτιδα· η ελαττωμένη παραγωγή ούρων, η ταχυκαρδία και υπόταση μπορεί να υποδεικνύουν συλλογή υγρών ή εσωτερική αιμορραγία. Εξετάστε τον ασθενή για ανησυχία, ευερεθιστότητα και αποπροσανατολισμό, παρατηρώντας για ανεπαίσθητες αλλαγές που να υποδηλώνουν υποξαιμία ή ανεπαρκή αιμάτωση των οργάνων. Αξιολογείστε το επίπεδο πόνου του ασθενούς ως «αμείωτος», «επιδεινούμενος», ή ως «αναφερόμενος» ή «βελτιούμενος». Οι διαδοχικές εργαστηριακές εξετάσεις περιλαμβάνουν μετρήσεις του αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων, των επιπέδων αιμοσφαιρίνης, των βιοχημικών δεικτών του ορού, των παραγόντων πήξης, και των αιμοπεταλίων. Πρέπει να σημειώνονται οποιεσδήποτε σημαντικές μεταβολές σε σχέση με τα επίπεδα προηγούμενων μετρήσεων. Π ξαφνική ή προοδευτική επιδείνωση της αιμοδυναμικής κατάστασης του ασθενούς μπορεί κάλλιστα να χρήζει επανεπέμβασης. Εάν ένας ασθενής με σπληνεκτομή γίνει ασταθής, υποστηρίξτε την αναπνοή του με υψηλή ροή οξυγόνου μέσω μάσκας που δεν επιτρέπει την επανεισπνοή, εξασφαλίστε επιπρόσθετη αγγειακή πρόσβαση χρησιμοποιώντας έναν 16 ή 18 G ενδοφλέβιο καθετήρα, χορηγείστε φυσιολογικό ορό ή διάλυμα Ringer με γαλακτικά σε μία μεγάλη δόση προκειμένου να αυξηθεί η πίεση του αίματος, να ελαττωθεί ο καρδιακός ρυθμός και να αυξηθεί η παραγωγή ούρων σε 50 ως 100 ml/ώρα. Εάν δεν είναι ήδη διαθέσιμο συμβατό αίμα, βρείτε τον τύπο και διασταυρώστε για 4 ως 6 μονάδες κεκαθαρμένων ερυθροκυττάρων και να είστε έτοιμοι να χορηγήσετε το αίμα ως συνιστάται. Καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής στο νοσοκομείο ο ασθενής και η οικογένειά του θα χρειασθούν φυσική, ψυχική και πνευματική υποστήριξη και φροντίδα. Παράσχετε βασικές εξηγήσεις όλων των διαδικασιών και δράσεων, ενθαρρύνεται και απαντήστε σε ερωτήσεις και διορθώστε οποιαδήποτε εσφαλμένη πληροφορία. Με την επίδοση του εξιτηρίου παρέχονται οδηγίες, οι οποίες πρέπει να μελετώνται με τον ασθενή και να παρέχεται σε αυτόν ένα τυπωμένο αντίγραφο για ενίσχυση. Μπορούν να τεθούν περιορισμοί που αφορούν την άρση βαρών, τις διατάσεις και τις αθλητικές δραστηριότητες για μια περίοδο 6 εβδομάδων ως 6 μηνών. Βοηθήστε τον ασθενή στον προγραμματισμό των επισκέψεων παρακολούθησης για αξονικές τομογραφίες κοιλιακής χώρας ή υπερήχους, εάν ζητηθούν, και με τον θεράποντα ιατρό, χειρούργο ή το βασικό νοσηλευτή, όπως απαιτείται. Οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε σπληνεκτομή πρέπει να φορούν περιβραχιόνιο ιατρικού συναγερμού ώστε να προειδοποιούνται οι μελλοντικοί πάροχοι βοήθειας.

Aliases (separate with |): Σπληνεκτομή
σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών

Μια προοδευτική νευρολογική νόσος των βοοειδών, που χαρακτηρίζεται από σπογγόμορφες αλλοιώσεις στον εγκέφαλο και στο νωτιαίο μυελό και σχετίζεται από ταχεία και θανατηφόρα επιδείνωση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η BSE παρατηρείται σε βοοειδή τα οποία έχουν καταναλώσει εντόσθια σφαγμένων ζώων (ζωικά άλευρα). Μια λοιμογόνος πρωτεΐνη (prion) θεωρείται ότι ευθύνεται για τη νόσο.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Εξαιτίας της πιθανής συσχέτισης ανάμεσα στη BSE και σε ταχέως θανατηφόρες νευρολογικές παθήσεις στον άνθρωπο, πολλές χώρες έχουν απαγορεύσει τη χρήση ζωικών πρωτεϊνών στη διατροφή των βοοειδών. Αυτό φαίνεται να έχει οδηγήσει σε μείωση της επίπτωσης της BSE.

Aliases (separate with |): Σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών
σπόνδυλος

Οποιοδήποτε από τα 33 οστικά τμήματα της σπονδυλικής στήλης: 7 αυχενικοί, 12 θωρακικοί, 5 οσφυϊκοί, 5 ιεροί και 4 κοκκυγικοί σπόνδυλοι. Στους ενήλικες, οι 5 ιεροί σπόνδυλοι συνενώνονται για να σχηματίσουν το ιερό οστό και οι 4 υπολειμματικοί κοκκυγικοί για να σχηματίσουν τον κόκκυγα. Ένας τυπικός σπόνδυλος αποτελείται από το σπονδυλικό σώμα και ένα ραχιαίο ή νωτιαίο τόξο. Στη θωρακική μοίρα, το σώμα φέρει εκατέρωθεν δυο πλευρικά ημιγλήνια για την υποδοχή της κεφαλής των πλευρών. Το τόξο που περιβάλλει το σπονδυλικό τρήμα αποτελείται από δύο ρίζες ή ποδίσκους και δύο πέταλα. Το τόξο φέρει επτά αποφύσεις: την ραχιαία ακανθώδη απόφυση, δύο πλάγιες εγκάρσιες αποφύσεις και τέσσερις αρθρικές αποφύσεις (δύο άνω και δύο κάτω). Ένα βαθύ κοίλωμα, στο κάτω όριο του τόξου, παρέχει δίοδο στο νωτιαίο νεύρο. H συνένωση των διαδοχικών σπονδύλων σχηματίζει το σπονδυλικό ή νωτιαίο σωλήνα που περικλείει τον νωτιαίο μυελό. Τα σώματα των διαδοχικών σπονδύλων ενώνονται μεταξύ τους και διαχωρίζονται με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους, που αποτελούνται περιφερικά από έναν ινώδη χόνδρο και κεντρικά από τον πηκτοειδή πυρήνα. Οι κάτω αρθρικές αποφύσεις ενώνονται με τις άνω αρθρικές αποφύσεις του επόμενου σπονδύλου προς την ουραία κατεύθυνση. Αρκετοί σύνδεσμοι (ο υπερακάνθιος, ο έσω ακανθώδης, ο πρόσθιος και οπίσθιος επιμήκης και οι εγκάρσιοι) συγκρατούν την σπονδυλική στήλη και επιτρέπουν ένα περιορισμένο εύρος κινήσεων. Οι κινήσεις που εκτελεί η σπονδυλική στήλη είναι η πρόσθια κάμψη, η οπίσθια κάμψη (έκταση), η πλάγια κάμψη και οι στροφικές κινήσεις. Οι δύο τελευταίες συνδυάζονται έτσι ώστε κάθε φορά που οι σπόνδυλοι. κάμπτονται πλευρικά, συγχρόνως συστρέφονται και το αντίστροφο.

Aliases (separate with |): Σπόνδυλος
σταδιοποίηση

Διαδικασία προσδιορισμού της έκτασης της νόσου. Περιλαμβάνει κλινική εξέταση, αιματολογικές και απεικονιστικές εξετάσεις και πιθανώς χειρουργική επέμβαση. Είναι σημαντική για τον καθορισμό της θεραπευτικής αγωγής και της πρόγνωσης.

Aliases (separate with |): Σταδιοποίηση
στατίνες

Οποιοδήποτε από τα φάρμακα της τάξης γνωστής ως αναστολείς της αναγωγάσης του 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο συνενζύμου Α (HMG CoA), τα οποία έχουν ισχυρές ιδιότητες ελάττωσης των λιπιδίων. Τα ονόματα όλων των φαρμάκων της τάξης έχουν την κατάληξη «-στατίνη». Ορισμένα παραδείγματα είναι η ατορβαστατίνη, η πραβαστατίνη, η λοβαστατίνη και η σιμβαστατίνη.

Aliases (separate with |): Στατίνες
στέλεχος Escherichia coli O157:H7

Στέλεχος της Escherichia coli που μπορεί να προκαλέσει αιματηρή διάρροια (και άλλες πιο σοβαρές παθήσεις) ως αποτέλεσμα παραγωγής μιας πολύ ισχυρής τοξίνης. Εξάρσεις διαρροϊκών λοιμώξεων που προκαλούνται από το O157:H7 έχουν παρατηρηθεί σε κέντρα ημερήσιας φροντίδας, οικογένειες, φάρμες, ταχυφαγεία, οικοτροφεία, χώρους περίθαλψης κατοικιδίων ζώων και σχολεία. Το βακτήριο μπορεί να μολύνει το υπομαγειρεμένο κρέας, ιδίως των χάμπουργκερ, το μη συντηρημένο χυμό μήλων, τα λαχανικά που μεγαλώνουν με κοπριά, ή τα αποθέματα νερού. Η λοίμωξη που προκαλείται από αυτό τον βάκιλλο μπορεί να μεταδοθεί από ζώο σε άνθρωπο, από άνθρωπο σε άνθρωπο, ή μέσω των μολυσμένων τροφών και του νερού.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η ασυμπτωματική λοίμωξη είναι συνήθης. Σε άλλες περιπτώσεις, μετά από την περίοδο επώασης διάρκειας 3-8 ημερών εκδηλώνεται μια απύρετη και αυτοπεριοριζόμε-νη διάρροια. Ωστόσο, η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί σε αιμορραγική κολίτιδα με αιματηρή διάρροια, σοβαρό κοιλιακό άλγος και χαμηλό πυρετό. Η υποχώρηση των συμπτωμάτων συμβαίνει συνήθως μετά από 1 εβδομάδα. Στο 15% περίπου των περιπτώσεων, οι ασθενείς αναπτύσσουν αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (HUS). Η θνησιμότητα μεταξύ των ασθενών με αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο κυμαίνεται από 3- 5%. Η υψηλότερη επίπτωση του HUS παρατηρείται στα παιδιά και στους ηλικιωμένους.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Χωρίς υψηλό δείκτη υποψίας, η διάγνωση είτε σε μια μεμονωμένη περίπτωση είτε σε ομαδικά κρούσματα μπορεί να καθυστερήσει. Για την αποφυγή μη απαραίτητων διαγνωστικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων, όπως η κολονοσκάπηση και η κολεκτομή, η διάγνωση πρέπει να τεθεί το συντομότερο δυνατό.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Το νωπό κρέας πρέπει να μαγειρευτεί μέχρι να φθάσει σε θερμοκρασία 71,1°C και το κρέας δεν πρέπει να είναι ρόδινο στο εσωτερικό του. Τα υπολείμματα του κρέατος πρέπει να επαναθερμαίνονται στους 73,3°C. Τα άτομα που αλλάζουν τις πάνες ενός μωρού πρέπει να πλένουν τα χέρια τους προσεκτικά αμέσως μετά. Τα άτομα που χειρίζονται τροφές πρέπει να πλένουν τα χέρια τους αμέσως μετά τη χρήση τουαλέτας.

Aliases (separate with |): Στέλεχος Escherichia coli O157:H7
στένωση αορτής

Ελαττωματική ροή αίματος από την αριστερή κοιλία στην αορτή εξαιτίας πάθησης της αορτικής βαλβίδας ή απόφραξης ακριβώς πάνω ή κάτω από τη βαλβίδα. H στένωση μπορεί να προκύψει συγγενώς ή δευτερο-παθώς, κατόπιν παθήσεων η οποίες εκδηλώνονται κατά την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή, όπως ο ρευματικός πυρετός ή η αποτιτάνωση του ινώδους ιστού της βαλβίδας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Πολλοί ασθενείς με ήπια ή μέτρια αορτική στένωση (δηλ. με διατομή βαλβίδας μεγαλύτερη του 1 cm2 ή κλίση πίεσης της βαλβίδας που είναι μικρότερη από 50 mm Hg) δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και δεν έχουν επίγνωση της πάθησης. Τα συμπτώματα αυξημένου κινδύνου περιλαμβάνουν στηθάγχη, απώλεια αισθήσεων ή δύσπνοια κατά την άσκηση. Η πρώιμη επέμβαση διόρθωσης της παθούσας βαλβίδας, μόλις εκδηλωθούν αυτά τα συμπτώματα, ενδέχεται να αποβεί σωτήρια.

ΦΥΣΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Το φύσημα της αρτηριακής στένωσης ακροάται καλύτερα τοποθετώντας το στηθοσκόπιο πάνω από τη βάση της καρδιάς. Ο ήχος τυπικά περιγράφεται ως «αδαμαντόσχημος», δηλ. ξεκινά απαλά, αυξάνει σε ένταση και στη συνέχεια ελαττώνεται σε ψίθυρο. Η ψηλάφηση των αρτηριών σε βαριά αορτική στένωση ενδέχεται να αποκαλύψει καθυστερημένο και εξασθενημένο παλμό (π.χ. στις καρωτίδες). Η καρδιακή ώση της κορυφής της καρδιάς μπορεί να είναι μετατοπισμένη πλάγια και χαμηλότερα, λόγω υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ Εάν η διατομή της αορτικής βαλβίδας έχει αποστενωθεί σημαντικά (δηλ. < 0,8 cm2) ή ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας ή συγκοπής, μπορεί να χρήζει βαλβιδοπλαστικής ή αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται το ιστορικό σχετικών καρδιακών διαταραχών. Εκτιμάται τακτικά η καρδιοπνευμονική λειτουργία, παρακολουθώντας τα ζωτικά σημεία και το βάρος, καθώς και την πρόσληψη και παραγωγή υγρών για σημεία υπερφόρτωσης υγρών. Ο ασθενής παρακολουθείται για στηθάγχη, η οποία μπορεί να υποδηλώνει ισχαιμία, και αξιολογούνται τα ηλεκτροκαρδιογραφήματα για ισχαιμικές μεταβολές. Εκτιμάται η αντοχή σε δραστηριότητες και η κόπωση.

Μετά από τον καρδιακό καθετηριασμό, ελέγχεται, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, η θέση εισόδου (συχνά κάθε 15 λεπτά για 6 ώρες) για σημεία αιμορραγίας. Ο ασθενής ελέγχεται για στηθάγχη και ζωτικά σημεία, ενώ παρακολουθείται ο καρδιακός ρυθμός και οι περιφερειακοί παλμοί μακριά από το σημείο εισαγωγής. Τα προβλήματα αναφέρονται στον καρδιολόγο.

Τα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνουν επαρκή αιμάτωση των καρδιοπνευμονικών ιστών και καρδιακή παροχή, ελαττωμένη κόπωση κατά τη σωματική άσκηση, απουσία περίσσειας όγκου υγρών και ικανότητα διαχείρισης του θεραπευτικού σχήματος.

Aliases (separate with |): Στένωση αορτής
στέρνο

Το στενό, επίπεδο οστό, πρόσθια στη μέση γραμμή του θώρακα. Αποτελείται από τρία τμήματα: τη λαβή, το σώμα και την ξιφοειδή απόφυση.

Aliases (separate with |): Στέρνο
στεροειδή

Λιπόφιλες χημικές ουσίες (κορτιζόνη, γεννητικές ορμόνες), που έχουν ζωτική σημασία σε πολλές λειτουργίες του οργανισμού. Συνθετικά στεροειδή χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ορισμένων μορφών καρκίνου.

Aliases (separate with |): Στεροειδή
στεφανιαία νόσος

Στένωση των στεφανιαίων αρτηριών, συνήθως ως το αποτέλεσμα αθηροσκλήρωσης. Είναι η πλέον κοινή αιτία θανάτου στα βιομηχανοποιημένα έθνη. Στις ΗΠΑ, το 2001, 460.000 άτομα απεβίωσαν λόγω στεφανιαίας νόσου.

Οι στενώσεις εντός της στεφανιαίας κυκλοφορίας παρατηρούνται συνηθέστερα σε άτομα τα οποία καπνίζουν ή πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση, υπερλιπιδαιμίες, ή οικογενή προδιάθεση για στεφανιαία νόσο. Η στεφανιαία νόσος τείνει να επιδεινώνεται με την αύξηση της ηλικίας και είναι συχνότερη στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Εάν οι στενώσεις εντός των στεφανιαίων αρτηριών περιορίζουν τη ροή οξυγονωμένου αίματος στο μυοκάρδιο, μπορεί να προκύψει ισχαιμία ή έμφραγμα του μυοκαρδίου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τυπικά, οι ασθενείς οι οποίοι βιώνουν συμπτώματα λόγω στεφανιαίας νόσου, αναφέρουν πόνο, καύσο ή πίεση στο στήθος (στηθάγχη) η οποία ξεκινά ή επιδεινώνεται με τη σωματική άσκηση, τη συναισθηματική ένταση, την έκθεση στον ψυχρό αέρα, ή τρώγοντας βαρύ γεύμα. Ο πόνος μπορεί να περιγραφεί ως ασφυκτικό αίσθημα ή μπορεί να εκδηλωθεί ως δυσκολία της αναπνοής. Συχνά εντοπίζεται κάτω από το στέρνο και μπορεί να εξαπλωθεί στο ανώτερο τμήμα του στήθους, στο λαιμό, στο σαγόνι, στους ώμους, στην πλάτη ή στους βραχίονες. Μπορεί να προκαλέσει τυμπανισμό, ναυτία, έμεση ή εφίδρωση. Παρ όλα αυτά, πολλοί ασθενείς μπορεί να μην αναγνωρίσουν τα συμπτώματα της στεφανιαίας νόσου, μια πάθηση η οποία καλείται «σιωπηλή ισχαιμία», ή μπορεί να αποδώσουν τα συμπτώματα σε άλλο αίτιο (π.χ., σε δυσπεψία).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Μια χαμηλή σε λιπαρά και χοληστερόλη δίαιτα, ένα κανονικό πρόγραμμα συντηρητικής άσκησης και η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να βοηθήσουν τους ασθενείς να περιορίσουν τη στεφανιαία νόσο. Φάρμακα για τον έλεγχο της υπέρτασης, των λιπιδίων και της ισχαιμίας (όπως β-αναστολείς, στατίνες και νιτρώδη) μπορούν επίσης να απαλύνουν τα συμπτώματα. Σε ορισμένους ασθενείς, μπορεί να βοηθήσει η επεμβατική διάνοιξη των στενωμένων αρτηριών. Αυτές οι επεμβάσεις περιλαμβάνουν τη στεφανιαία αγγειοπλαστική, την τοποθέτηση στεντ, την αθηρεκτομή και τη χειρουργική επέμβαση στεφανιαίας παράκαμψης.

Aliases (separate with |): Στεφανιαία νόσος
στεφανιαίος

Ο περιβάλλων, όπως τα αιμοφόρα αγγεία τα οποία παρέχουν αίμα απευθείας στον καρδιακό μυ. Ο όρος χρησιμοποιείται γενικώς αναφερόμενος σε καρδιοπάθειες ή στη στεφανιαία νόσο. Ο στεφανιαίος πόνος είναι συνήθως αμβλύς και βαρύς και μπορεί να επεκταθεί στο βραχίονα, στη σιαγόνα, τους ώμους ή στην πλάτη. Τυπικά, ο ασθενής περιγράφει τον πόνο ως σπλαγχνικό ή πως προκαλεί αίσθημα συμπίεσης ή σύνθλιψης στο στήθος.

Aliases (separate with |): Στεφανιαίος
στηθάγχη

Ένας έντονος πόνος ή αίσθημα πίεσης στο στήθος που οφείλεται στην ανεπαρκή παροχή αίματος και οξυγόνου στον καρδιακό μυ. Συνήθως προκαλείται από την αθηροσκλήρωση των στεφανιαίων αρτηριών και στις δυτικές χώρες είναι ένα από τα πιο συχνά επείγοντα συμπτώματα για το οποίο ζητούν οι ασθενείς ιατρική βοήθεια. Τυπικά συμβαίνει μετά από (ή κατά τη διάρκεια) δραστηριοτήτων οι οποίες αυξάνουν τις ανάγκες της καρδιάς σε οξυγόνο, όπως είναι η έντονη σωματική άσκηση, ένα πλούσιο γεύμα, η έκθεση σε έντονο κρύο ή το έντονο ψυχολογικό στρες. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς τυπικά περιγράφουν κάποιο πόνο ή αίσθημα πίεσης πίσω από το στέρνο που μπορεί να είναι «συσφικτικός» ή αμβλύς· το αίσθημα αυτό μπορεί να αντανακλά στον τράχηλο, στην κάτω γνάθο, στους ώμους ή στα χέρια και να συσχετίζεται με δυσκολία στην αναπνοή, με ναυτία ή εμετό, εφίδρωση, άγχος ή φόβο. Ο πόνος συνήθως δεν περιγράφεται από τους ασθενείς σαν «οξύς» ή «διαξιφιστικός» και συνήθως δεν επιδεινώνεται με τη βαθιά εισπνοή, τον βήχα, την κατάποση ή τις κινήσεις των μυών του θώρακα, των ώμων ή των χεριών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στα κέντρα παροχής υπηρεσιών υγείας, παρέχονται οξυγόνο, νιτρογλυκερίνη, και ασπιρίνη και ο ασθενής θα πρέπει να παραμένει σωματικά και ψυχολογικά ήρεμος. Χορηγείται θειική μορφίνη όταν ο πόνος δεν υποχωρήσει μετά από περίπου 15 λεπτά θεραπείας με τα προαναφερθέντα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται βήτα αναστολείς (π.χ. προπρανολόλη, μετοπρολόλη, ατονολόλη και άλλα) για να μειωθεί ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση. Αποτελούν επίσης τη βασική θεραπεία για την χρόνια αντιμετώπιση της στεφανιαίας ανεπάρκειας και ουσιώδεις για την αντιμετώπιση της ασταθούς στηθάγχης ή του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Στο σπίτι του οι ασθενείς τυπικά θα πρέπει να αναπαύονται και να λαμβάνουν μικρής διάρκειας δράσης νιτρογλυκερίνη. Στους ασθενείς με χρόνια ή υποτροπιάζουσα στηθάγχη είναι δυνατόν να περιοριστούν τα συμπτώματα με τη λήψη νιτρογλυκερίνης μακράς διάρκειας δράσης ή αναστολείς των διαύλων ασβεστίου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο τύπος του πόνου, συμπεριλαμβανομένου του OPQRST (onset, provocation, quality, region, referral, severity και time) παρακολουθούνται και καταγράφονται. Εκτιμάται η λειτουργία της καρδιάς και της αναπνοής, για σημεία ταχύπνοιας, δύσπνοιας, εφίδρωσης, υγρών ρόγχων κατά την ακρόαση των πνευμόνων (μη φυσιολογικό αναπνευστικό ψιθύρισμα), βραδυκαρδία ή ταχυκαρδία, η ένταση του σφυγμού, ακρόαση τρίτου ή τέταρτου καρδιακού ήχου ή συστολικό φύσημα στη μέση ή στο τέλος της συστολικής φάσης πάνω από την κορυφή της καρδιάς, ωχρότητα, υπόταση ή υπέρταση, γαστρεντερικές διαταραχές ή ναυτία και εμετός. Παρακολουθείται το ηλεκτροκαρδιογράφημα 12-απαγωγών για τυχόν ανάσπαση ή κατάσπαση του ST διαστήματος, για αναστροφή του κύματος Τ και καρδιακές αρρυθμίες. Όταν σταθεροποιηθεί ο ασθενής γίνεται δοκιμασία κοπώσεως (με ή χωρίς την έγχυση ραδιοφαρμάκου) για να μελετηθεί το πώς ανταποκρίνεται η καρδιά στην άσκηση. Ο γιατρός ή η νοσηλεύτρια ελέγχει την αρτηριακή πίεση και τον ρυθμό της καρδιάς κατά τη διάρκεια και μετά τη δοκιμασία και ενθαρρύνει τον ασθενή να περιγράψει τι ακριβώς αισθάνθηκε. Παρέχονται τα συνιστώμενα φάρμακα, όπως είναι η υπογλώσσια νιτρογλυκερίνη εάν ο ασθενής παραμένει υπερτασικός ή νορμοτασικός καθώς και υψηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου ενώ παρατηρείται η ανταπόκριση του ασθενούς. Ο γιατρός ή η νοσηλεύτρια θα πρέπει να παραμένει μαζί με τον ασθενή και να του παρέχει συναισθηματική υποστήριξη σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου. Ο ασθενής εκπαιδεύεται για το πώς θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη συνιστώμενη μορφή νιτρογλυκερίνης σε περίπτωση κάποιου στηθαγχικού επεισοδίου και για τη σημασία της αναζήτησης ιατρικής βοήθειας εάν οι συνταγογραφούμενες δόσεις των φαρμάκων δεν τον ανακουφίζουν. Με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ατόμου, ο ασθενής θα πρέπει να ενθαρρύνεται και να βοηθιέται ώστε να διακόψει το κάπνισμα, να διατηρήσει ένα ιδανικό σωματικό βάρος, να μειώσει τα επίπεδα της χοληστερίνης του με μια δίαιτα φτωχή σε λιπαρά, να ελέγξει τα επίπεδα της γλυκόζης εάν είναι διαβητικός, να περιορίσει την πρόσληψη άλατος, να ξεκινήσει κάποια μορφή άσκησης, όπως είναι το περπάτημα ή η κολύμβηση για 30 λεπτά ημερησίως. Όταν κρίνεται απαραίτητο, ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τα φάρμακα του όπως είναι οι βήτα αδρενεργικοί αποκλειστές ή οι αναστολείς ασβεστίου, τα θρομβολυτικά καθώς και τον συνιστώμενο καθετηριασμό της καρδιάς και τις απαραίτητες επεμβατικές μεθόδους, ώστε να κατανοήσει τη λειτουργία καιτην ανάγκη αυτών τους σε περίπτωση που είναι αναγκαίες.

Aliases (separate with |): Στηθάγχη
στοματικό διάλυμα

Ένα φαρμακευτικό διάλυμα που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό και την αντιμετώπιση ασθενειών του στοματικού βλεννογόνου, τη μείωση της δύσοσμης απόπνοιας ή την πρόσθεση φθορίου στα δόντια για τον έλεγχο ή την πρόληψη της οδοντικής τερηδόνας. Μπορεί να περιέχει ποικίλα χημικά συστατικά, όπως το φθόριο ή χλωρίδια του ψευδαργύρου, αλκοόλη, γλυκερίνη, απορρυπαντικά, απαραίτητα έλαια για τη γεύση και χρωστικούς παράγοντες. Σύμφωνα με τη σύνθεση και προτεινόμενη λειτουργία, τα στοματικά διαλύματα μπορούν να περιγραφούν ως αντιβακτηριδιακά, στυπτικά, ρυθμιστικά, συμπυκνωμένα, καλλυντικά, αποσμητικά ή θεραπευτικά.

Aliases (separate with |): Στοματικό διάλυμα
στοματίτιδα

Φλεγμονή του στόματος (περιλαμβανομένων των χειλέων, της γλώσσας και των βλεννογόνων).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η στοματίτιδα ενδέχεται να σχετίζεται με ποικιλία παθήσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιογενών λοιμώξεων, του χημικού ερεθισμού, της ακτινοθεραπείας, της αναπνοής από το στόμα, της παράλυσης των νεύρων που νευρώνουν τη στοματική χώρα, της χημειοθεραπείας που βλάπτει ή καταστρέφει τις βλεννογόνους μεμβράνες, τις παρενέργειες άλλων φαρμάκων ή την οξεία βλάβη των χειλιών από την ηλιακή ακτινοβολία. Οι ρινικοί και στοματικοί βλεννογόνοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε τραυματισμούς από τη χρήση ρινικών καθετήρων παροχής οξυγόνου ή θρέψης και από οδοντιατρικές συσκευές. Επίσης αυτές οι περιοχές μπορεί να υποστούν βλάβες κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης, όταν έχει τοποθετηθεί ενδοτραχειακός σωλήνας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν στοματικό πόνο, ιδιαίτερα κατά τη λήψη τροφής ή υγρών, δύσοσμη αναπνοή ή δυσχέρεια κατάποσης. Η εξέταση συχνά ανευρίσκει στοματικά έλκη, θρυπτικότητα των βλεννογόνων μεμβρανών, εξοίδηση των αυχενικών λεμφαδένων και πυρετό σε ορισμένες περιπτώσεις.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία εξαρτάται από τον αιτιολογικό παράγοντα αλλά συχνά είναι συμπτωματική. Οι βλεννογόνοι πρέπει να διατηρούνται υγροί και ελεύθεροι βλεννωδών εκκρίσεων. Η φροντίδα των δοντιών και των ούλων πρέπει να είναι σχολαστική και να περιλαμβάνει τη χρήση οδοντικού νήματος. Ο πόνος της στοματίτιδας μπορεί να απαλυνθεί με συστηματικά αναλγητικά ή με την εφαρμογή αναισθητικών σκευασμάτων στις επώδυνες πληγές. Οι πάσχοντες που φορούν τεχνητές οδοντοστοιχίες πρέπει οπωσδήποτε να τις καθαρίζουν σχολαστικά. Η οδοντοστοιχία πρέπει να αφαιρείται εάν ο ασθενείς έχει χάσει τις αισθήσεις του ή βρίσκεται σε λήθαργο.

Aliases (separate with |): Στοματίτιδα
στόμαχος

Μυϊκό, εκτατό, ασκόμορφο τμήμα του πεπτικού σωλήνα μεταξύ του οισοφάγου και του δωδεκαδακτύλου. ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Βρίσκεται κάτω από το διάφραγμα, στα δεξιά του σπλήνα και μερικώς κάτω από το ήπαρ. Αποτελείται από έναν ανώτερο θόλο, ένα κεντρικό σώμα και τον περιφερικό πυλωρό. Έχει δύο ανοίγματα: το ανώτερο καρδιακό στόμιο ανοίγει προς τον οισοφάγο και περιβάλλεται από τον κατώτερο οισοφαγι-κό (καρδιακό) σφιγκτήρα. Το κατώτερο πυλωρικό στόμιο ανοίγει στο δωδεκαδάκτυλο και περιβάλλεται από τον πυλωρικό σφιγκτήρα. Το τοίχωμα του στομάχου έχει τέσσερα στρώματα. Το εξώτερο ορώδες στρώμα (σπλαγχνικό περιτόναιο) καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το όργανο. Το υποκείμενο μυϊκό στρώμα φέρει τρεις στιβάδες λείου μυός: την εξώτερη επιμήκη στιβάδα, τη διάμεση κυκλική στιβάδα και την εσωτερική πλάγια στιβάδα. Ο υποβλεννογόνος αποτελείται από συνδετικό ιστό και περιέχει αιμοφόρα αγγεία. Ο βλεννογόνος είναι η επένδυση που περιέχει τους γαστρικούς αδένες, που είναι απλοί κυλινδρικοί αδένες του κυλινδρικού επιθηλίου οι οποίοι εκκρίνουν το γαστρικό υγρό. Τα θεμέλια κύτταρα εκκρίνουν πεψινο-γόνο, τα τοιχωματικά κύτταρα εκκρίνουν υδροχλωρικό οξύ και τον ενδογενή παράγοντα, τα βλεννώδη κύτταρα εκκρίνουν βλέννα και τα κύτταρα G εκκρίνουν γαστρίνη.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Ο στόμαχος είναι το σκεύος που επιτρέπει τη σταδιακή πέψη των τροφών. Η κένωση του στομάχου βρίσκεται υπό ορμονικό και νευρικό έλεγχο. Οι εκκρίσεις και η κινητικότητα αυξάνονται μέσω παρασυμπαθητικών ώσεων (πνευμονογαστρικά νεύρα) και ελαττώνονται με συμπαθητικές ώσεις. Η παρουσία τροφής διεγεί-ρειτην παραγωγή της ορμόνης γαστρίνης, η οποία αυξάνει την έκκριση του γαστρικού υγρού. Η πέψη των πρωτεϊνών ξεκινά στον στόμαχο, όπου η πεψίνη διασπά τις πρωτεΐνες σε πεπτόνες. Το υδροχλωρικό οξύ μετατρέπει το πεψινογόνο σε ενεργή πεψίνη και έχει μικρή επίδραση στα μη γαλακτoματοποιημένα λίπη, πλην αυτών της κρέμας. Ο ενδογενής παράγοντας του γαστρικού υγρού συμπλέκεται με τη βιταμίνη Β12 και προάγει την απορρόφησή της στο λεπτό έντερο. Ελάχιστη απορρόφηση λαμβάνει χώρα στον στόμαχο επειδή η πέψη έχει μόλις αρχίσει, αλλά το νερό και το αλκοόλ απορροφώνται.

Aliases (separate with |): Στόμαχος
στρεπτοκινάση

Ένζυμο που παράγεται από ορισμένα στελέχη στρεπτόκοκκων και μετατρέπει το πλα-σμινογόνο σε πλασμίνη. Χρησιμοποιείται ως θρομβολυτικός παράγοντας για την απομάκρυνση θρόμβων από τις αρτηρίες (π.χ. στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου).

Aliases (separate with |): Στρεπτοκινάση
στυτική δυσλειτουργία

Η ανικανότητα επίτευξης ή διατήρησης της πεϊκής στύσης για σεξουαλική επαφή. Στα πολλά αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας περιλαμβάνεται η ένταση ή το άγχος, οι αγγειοπάθειες της πυέλου, οι κακώσεις της σπονδυλικής στήλης, οι διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, τα ελλείμματα τεστοστερόνης και οι παρενέργειες φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Aliases (separate with |): Στυτική δυσλειτουργία
συγγενές έλλειμμα, ελάττωμα

Συγγενής ανωμαλία. Τα συγγενή ελαττώματα αποτελούν την κύρια αιτία θνησιμότητας των βρεφών στις Η.Π.Α και στις πιο ανεπτυγμένες χώρες. Κάθε χρόνο στις ΗΠΑ γεννιούνται περίπου 150.000 βρέφη με σοβαρά συγγενή ελαττώματα. Στα γνωστά αίτια περιλαμβάνονται η τερατογένεση του ανθρώπου, τα ελλείμματα των χρωμοσωμάτων και τα ελλείμματα σε μεμονωμένα γονίδια. Στα δύο τρίτα περίπου των περιπτώσεων η αιτία είναι άγνωστη.

Aliases (separate with |): Συγγενές έλλειμμα, ελάττωμα
συγγενές καρδιακό ελάττωμα, έλλειμμα

Δομική ανωμαλία της καρδιάς και των μειζόνων αγγείων που προκύπτει στη διάρκεια της ενδομήτριας ανάπτυξης. Συνήθως οι ανωμαλίες ταξινομούνται από την παρουσία ή απουσία της κυάνωσης. Οι ακυανωτικές ανωμαλίες περιλαμβάνουν τα μεσοκολπικά και μεσοκοιλιακά ελλείμματα, τη στένωση ισθμού αορτής και τον ανοικτό αρτηριακό πόρο. Στα κυανωτικά ελλείμματα περιλαμβάνονται η τετραλογία Fallot, η μετάθεση μειζόνων αγγείων και το σύνδρομο υποπλαστικής αριστερής καρδιάς.

Aliases (separate with |): congenital heart defect|Συγγενές καρδιακό ελάττωμα, έλλειμμα
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL