Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Term Definition
νόσος του Scheuermann

[Holger W. Scheuermann, Δανός γιατρός, 1877-1960]. Παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης με αυτοσωμική επικρατή κληρονομικότητα, η οποία εμφανίζεται αρχικά κατά την ενηλικίωση και χαρακτηρίζεται από θωρακοοσφυϊκή κύφωση (αυξημένη κύρτωση της ράχης στη θωρακική περιοχή, η οποία αναφέρεται ορισμένες φορές ως «αποστρογγύλωση της πλάτης»). Η επίπτωση είναι περίπου 0,4%, ανεξαρτήτως φύλου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Περίπου το 50% των ασθενών παραπονιούνται για πόνους στην πλάτη στην προσβεβλημένη περιοχή. Άλλοι παραπονιούνται για άβολη στάση ή κούραση. Συνήθως δεν υπάρχουν νευρολογικά συμπτώματα εκτός εάν υπάρχει συμπίεση του νωτιαίου μυελού.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η ασθένεια διαγιγνώσκεται μέσω κλινικής εξέτασης και των αποτελεσμάτων εξέτασης της σπονδυλικής στήλης με ακτίνες Χ σε όρθια στάση.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Η συμπτωματική θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, ξεκούραση και μεταβολή των δραστηριοτήτων. Η εφαρμογή γύψινων ναρθήκων ή κολλάρων είναι αποτελεσματική μόνο εφόσον το παιδί δεν έχει σταματήσει να αναπτύσσεται. Η χειρουργική αντιμετώπιση αφορά σε εκείνους στους οποίους παρατηρείται έντονη παραμόρφωση και έχει σταματήσει η ανάπτυξη τους.

Aliases (separate with |): Νόσος του Scheuermann
νόσος του Schilder

[Paul Ferdinand Schilder, Αμερικανός νευρολόγος γεννημένος στην Αυστρία, 1886-1940]. Σπάνια ασθένεια απομυελίνωσης του κεντρικού νευρικού συστήματος, η οποία προκαλεί τη δημιουργία εγκεφαλικών αλλοιώσεων όμοιων με όγκους ή αποστήματα. Οι αλλοιώσεις αυτές ενδεχομένως να ανταποκριθούν σε φαρμακευτική αγωγή με ανοσοκατασταλτικά.

Aliases (separate with |): Νόσος του Schilder
νόσος του Wilson

[Samuel Alexander Kinnier Wilson, Βρετανός παθολόγος, 1877-1937]. Κληρονομικό σύνδρομο που μεταβιβάζεται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο χαρακτήρα και στο οποίο η μείωση της σερουλοπλασμίνης επιτρέπει τη συσσώρευση χαλκού σε διάφορα όργανα (εγκέφαλος, ήπαρ, νεφροί και κερατοειδής) που σχετίζεται με αυξημένη εντερική απορρόφηση του χαλκού. Ένας κεχρωσμένος δακτύλιος (δακτύλιος Kayser-Fleischer) στο εξωτερικό όριο του κερατοειδούς είναι παθογνωμονικός. Αυτό το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από εκφυλιστικές μεταβολές του εγκεφάλου, κίρρωση του ήπατος, μυϊκή ακαμψία, εκούσιες κινήσεις, σπαστικές συσπάσεις, ψυχικές διαταραχές, δυσφαγία και προοδευτική αδυναμία και απίσχανση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η νόσος χωρίς θεραπεία είναι θανατηφόρος. Ο στόχος είναι η πρόληψη της περαιτέρω άθροισης χαλκού στους ιστούς με αποφυγή των τροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε χαλκό, όπως είναι τα εντόσθια, τα μαλάκια, οι ξηροί καρποί, τα ξηρά όσπρια, η σοκολάτα και τα δημητριακά ολικής αλέσεως. Η μείωση του χαλκού στους ιστούς επιτυγχάνεται με την από του στόματος χορήγηση μιας ουσίας που δεσμεύει τον χαλκό, της D-πενικιλλαμίνης, μέχρι τα επίπεδα του χαλκού στον ορό να επιστρέψουν στο φυσιολογικό. Προσεκτικά ελεγχόμενες δόσεις αυτής της θεραπείας πιθανόν απαιτούνται για το υπόλοιπο της ζωής του ασθενούς. Ο αριθμός κυττάρων του αίματος και η αιμοσφαιρίνη πρέπει να παρακολουθούνται κάθε 2 εβδομάδες στη διάρκεια των πρώτων 6 εβδομάδων θεραπείας. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή συστηματικά κορτικοστεροειδή πιθανόν να βοηθήσουν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ουσία δέσμευσης του χαλκού, D-πενικιλλαμίνη, μπορεί να προκαλέσει ανεπάρκεια πυριδοξίνης και σιδήρου.

Aliases (separate with |): Νόσος του Wilson
νόσος των διαύλων ιόντων

Μία ομάδα νόσων που κλινικά χαρακτηρίζονται από μυϊκή αδυναμία, απουσία μυικού τόνου, και επεισόδια μυικής παράλυσης. Οι νόσοι προκαλούνται από γενετικές ανωμαλίες των πρωτεϊνών της κυτταρικής μεμβράνης, οι οποίες διακινούν ιόντα μέσα και έξω από το κύτταρο. Οι ανωμαλίες αυτές αλλάζουν το δυναμικό ηρεμίας των κυττάρων, το δυναμικό ενέργειας, ή και τα δύο, και τα καθιστούν ανενεργά.

Aliases (separate with |): Νόσος των διαύλων ιόντων
νόσος των λεγεωνάριων

Μια βαριά, συχνά θανατηφόρος νόσος, που χαρακτηρίζεται από πνευμονία, ξηρό βήχα, μυαλγία, και κάποιες φορές γαστρεντερικά συμπτώματα. Μπορεί να εμφανισθεί στη μορφή επιδημίας ή σποραδικών περιστατικών και έχει καταστεί σημαντική αιτία της ενδονοσοκομειακής πνευμονίας. Περίπου 12.000 άτομα προσβάλλονται κάθε χρόνο στις Η.Π.Α. Τα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο περιλαμβάνουν μεσήλικες ή μεγαλύτερης ηλικίας ενήλικες που καπνίζουν ή έχουν χρόνια πνευμονοπάθεια και άτομα με προσβεβλημένο ανοσολογικό σύστημα εξαιτίας διαβήτη, νεφρικής ανεπάρκειας, καρκίνου ή AIDS. Η νόσος είναι υπεύθυνη για περίπου το 5% του συνόλου των περιστατικών πνευμονίας.

ΑITIOΛΟΓΙΑ: Η λοίμωξη οφείλεται σε βακτήρια του γένους Legionella, μια ομάδα gram-αρνητικών, αερόβιων βάκιλλων. Τα βακτήρια μπορεί να εισπνευσθούν από μολυσμένες υδρονομές, όπως υδρόψυκτοι πύργοι, υγραντήρες, κλιματιστικά ή μολυσμένο εξοπλισμό αναπνευστικής θεραπείας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα σημεία και τα συμπτώματα της νόσου των λεγεωνάριων είναι παρόμοια με αυτά άλλων πνευμονιών: πυρετός, ρίγη, και ξηρός ή παραγωγικός βήχας. Επίσης, μπορεί να υπάρχει κόπωση, ανορεξία, κεφαλαλγία, μυαλγία και διάρροια. Η περίοδος επώασης είναι 2 έως 10 ημέρες. Η ήπια λοίμωξη με Legionnaires' pneumophila, η οποία χαρακτηρίζεται από πυρετό και μυαλγίες και δεν απαιτεί θεραπεία, ονομάζεται πυρετός Pontiac.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση γίνεται από καλλιέργεια των βακτηρίων σε ειδικό μέσο και χρώση αργύρου. Τα βακτήρια μπορούν επίσης να αναγνωρισθούν στα πτύελα ενώ ένα αντιγόνο της Legionella εντοπίζεται στα ούρα.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Το φάρμακο εκλογής είναι η ερυθρομυκίνη, η οποία χορηγείται νωρίς στην πορεία της νόσου και για παρατεταμένη περίοδο. Ωφέλιμη είναι επίσης η ριφαμπικίνη. Οι νεότερες μακρολίδες, όπως η κλαριθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη, καθώς και οι φθοριοκινολόνες αποτελούν αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθείται η κατάσταση του αναπνευστικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των κινήσεων του θωρακικού τοιχώματος, του βάθους και του τύπου του αερισμού, του βήχα και του θωρακικού άλγους και της ανησυχίας, η οποία μπορεί να υποδεικνύει υποξαιμία. Επίσης, παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, τα επίπεδα των αερίων στο αίμα, η ενυδάτωση και το χρώμα των χειλέων και των βλεννογόνων υμένων. Οι υγειονομικοί υπεύθυνοι βρίσκονται σε εγρήγορση για σημεία καταπληξίας (μειωμένη αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία με ασθενή, ισχνό παλμό, εφίδρωση και κρύο, υγρό δέρμα). Το επίπεδο συνείδησης παρακολουθείται για σημεία νευρολογικής επιδείνωσης, και εφαρμόζονται προληπτικά μέτρα για κρίσεις, όπως κρίνεται αναγκαίο. Χορηγείται θεραπεία με αντιβιοτικά, η οποία αξιολογείται για επιθυμητές και ανεπιθύμητες δράσεις. Παρέχεται αναπνευστική φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης της οξυγονοθεραπείας, της επανατοποθέτησης, της βρογχικής παροχέτευσης, της θωρακικής φυσιοθεραπείας και της αναρρόφησης όπως παραγγέλνεται και δικαιολογείται από την κατάσταση του ασθενούς. Ο αναπνευστικός θεραπευτής βοηθά στην ενδοτραχειακή διασωλήνωση και στην παροχή και διαχείριση του μηχανικού αερισμού ή άλλων αναπνευστικών θεραπειών, όπως κρίνεται απαραίτητο. Ο ασθενής θα πρέπει να νιώθει άνετα και να προστατεύεται από ρεύματα αέρα. Χορηγούνται αντιπυρετικά και χλιαρά μπάνια. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια ψυχόμενη κουβέρτα για τον έλεγχο του πυρετού. Παρέχεται συχνή στοματική υγιεινή και εφαρμόζεται μια ανακουφιστική αλοιφή για τα ερεθισμένα ρουθούνια, εάν χρειάζεται. Παρακολουθούνται τα υγρά και η ισορροπία των ηλεκτρολυτών, και εφαρμόζεται θεραπεία υποκατάστασης, όπως κρίνεται απαραίτητο. Χορηγούνται αντιεμετικά όπως κρίνεται απαραίτητο. Ο αναπνευστικός θεραπευτής ή η νοσηλεύτρια διδάσκουν στον ασθενή αναπνευστική υγιεινή, και του εξηγούν πώς να εκτελεί βαθιές αναπνοές και τις τεχνικές υποβοήθησης του βήχα καθώς και θωρακική φυσιοθεραπεία και βρογχική παροχέτευση. Ο ασθενής θα πρέπει να συνεχίσει αυτά τα μέτρα μέχρι να ανακάμψει πλήρως. Ο ασθενής ενημερώνεται επίσης για το πώς να μεταχειρίζεται τα χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα, ώστε να προληφθεί η μετάδοση της νόσου.

Aliases (separate with |): Νόσος των λεγεωνάριων
νόσος, πάθηση, ασθένεια

Μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά παράπονα, συγκεκριμένο ιστορικό, καθώς και κλινικές ενδείξεις, συμπτώματα και εργαστηριακά ή ακτινολογικά ευρήματα. Οι έννοιες της νόσου και της ασθένειας διαφέρουν στο γεγονός ότι η νόσος συνήθως είναι αντιληπτή ή μετρήσιμη, ενώ η ασθένεια (και ο συνοδευόμενος πόνος, ταλαιπωρία ή καταπόνηση) είναι εξαιρετικά ατομική και προσωπική. Συνεπώς, ένα άτομο μπορεί να πάσχει από μια σοβαρή αλλά χωρίς συμπτώματα νόσο (π.χ. υπέρταση) χωρίς οποιαδήποτε ασθένεια. Αντιστρόφως, ένα άτομο μπορεί να είναι εξαιρετικά άρρωστο (π.χ. με διαταραχή μετατραυματικού στρες), αλλά να μην έχει καμία εμφανή ένδειξη κάποιας νόσου. Συγκεκριμένες παθήσεις παρατίθενται κάτω από την πρώτη λέξη της πάθησης.

Aliases (separate with |): Νόσος, πάθηση, ασθένεια
νυκτoυρία

Υπέρμετρη ή συχνή διούρηση μετά την κατάκλιση, τυπικά προκαλούμενη από υπερβολική λήψη υγρών, εμφραγματική καρδιακή ανεπάρκεια, μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, μολύνσεις της ουρογεννητικής οδού, μειωμένη νεφρική λειτουργία ή τη χρήση διουρητικών. Σπανιότερα η νυκτουρία οφείλεται σε άποιο διαβήτη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Δίδεται έμφαση στην ασφάλεια των ασθενών, που χρειάζεται να σηκωθούν και να μεταβούν στην τουαλέτα τη νύκτα, διότι μπορεί να μην έχουν αφυπνισθεί πλήρως ή να μην είναι σε πλήρη εγρήγορση. Ιδιαίτερες συστάσεις περιλαμβάνουν τη στρατηγική τοποθέτησης νυχτερινού φωτισμού και την απομάκρυνση αντικειμένων, τα οποία κλείνουν το δρόμο από το υπνοδωμάτιο προς την τουαλέτα, επειδή αυτά μπορεί να προκαλέσουν παραπάτημα ή πτώση του ασθενούς.

Aliases (separate with |): Νυκτoυρία
νυκταλωπία
  1. Αδυναμία καλής όρασης στο ημίφως ή κατά τη νύχτα Αυτή η κατάσταση παρατηρείται στη μελαγχρωοτική αμφιβληστροειδίτιδα και στη χοριοειδοαμφιβληστροειδίτιδα, ή μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη βιταμίνης Α Το κάπνισμα μπορεί επίσης να ελαττώσει την ικανότητα νυκτερινής όρασης. Η υποξία η οποία σχετίζεται με την παραμονή πάνω από το επίπεδο της θάλασσας όπως πχ σε ένα αεροσκάφος θα προκαλέσει επίσης ελάττωση τηςνυχτερινής όρασης.

2.Εσφαλμένα χρησιμοποιούμενος όρος για να υποδηλώσει την ικανότητα καλύτερης όρασης κατά τη νύκτα ή το σούρουπο σε σχέση με την ημέρα.

Aliases (separate with |): Νυκταλωπία
νυσταγμός

Ακούσιες προσθιοπίσθιες ή κυκλικές κινήσεις των οφθαλμών. Οι κινήσεις μπορεί να είναι περιστροφικές, οριζόντιες ή κατακόρυφες και συχνά είναι περισσότερο εμφανείς όταν ο ασθενής παρατηρεί ταχέως κινούμενα αντικείμενα ή καθηλωμένα αντικείμενα στο περιφερειακό πεδίο όρασης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ Βλάβες του λαβυρίνθου, του αιθουσαίσυ νεύρου, της παρεγκεφαλίδας ή του εγκεφαλικού στελέχους προκαλούν συνήθως ρυθμικές οφθαλμικές κινήσεις. Μπορεί επίσης να ευθύνεται η δηλητηρίαση με ουσίες (π.χ., με αλκοόλη φαινυτοΐνη).

Aliases (separate with |): Νυσταγμός
νυχτερινή ενούρηση

Ακράτεια ούρων στη διάρκεια της νύχτας, γνωστότερη ως «βρέξιμο του κρεβατιού». Είναι ακανόνιστη και δεν συνοδεύεται από έπειξη ή συχνότητα. Είναι πιο κοινή στα αγόρια απ ό,τι στα κορίτσια.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα υγρά πρέπει να περιορίζονται κατά το τέλος της ημέρας και οι ημερήσιες ουρήσεις πρέπει να αραιώνονται σε μεγαλύτερα από το κανονικό μεσοδιαστήματα. Το παιδί μπορεί να αφυπνίζεται μία ή δύο φορές στη διάρκεια της νύκτας, να ντύνεται και να οδηγείται στην τουαλέτα. Όταν παρατηρηθεί βελτίωση, ο αριθμός των αφυπνίσεων μπορεί να ελαττωθεί. Το κάτω μέρος του κρεβατιού μπορεί να ανασηκωθεί. Οι ηλεκτρονικές συσκευές που ξυπνούν το παιδί μόλις βραχεί το κρεβάτι του μπορεί επίσης να βοηθήσουν. Η χρήση ρινικού σπρέι οξεικής δεσμοπρεσσίνης πριν από τον ύπνο ή τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, όπως η ιμιπραμίνη, έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της ενούρησης. Οι ενήλικες που εμφανίζουν νυχτερινή ενούρηση πρέπει να εκτιμηθούν για πιθανές νευρολογικές διαταραχές.

Aliases (separate with |): Νυχτερινή ενούρηση
νωτιαίο νεύρο

Ένα από τα νεύρα τα οποία εκφύονται από το νωτιαίο μυελό: 31 ζεύγη αποτελούμενα από οκτώ αυχενικά, 12 θωρακικά, πέντε οσφυϊκά, πέντε ιερά και ένα κοκκυγικό τα οποία αντιστοιχούν στους σπονδύλους της σπονδυλικής στήλης. Κάθε νωτιαίο νεύρο προσδένεται στο νωτιαίο μυελό μέσω δύο ριζών: μία ραχιαία, ή οπίσθια αισθητήρια ρίζα και μία κοιλιακή ή πρόσθια κινητική ρίζα. Η πρώτη αποτελείται από προσαγωγές ίνες, που μεταφέρουν ώσεις στο νωτιαίο μυελό, η τελευταία αποτελείται από απαγωγές ίνες, οι οποίες μεταφέρουν ώσεις από το νωτιαίο μυελό. Ένα τυπικό νωτιαίο νεύρο διερχόμενο μέσω του μεσοσπονδυλίου τρήματος διαιρείται σε τέσσερις κλάδους, έναν παλίνδρομο κλάδο, ένα ραχιαίο κλάδο, ή οπίσθια πρωτογενή διαίρεση, έναν κοιλιακό κλάδο, ή πρόσθια πρωτογενή διαίρεση και δύο συγκοινωνούντες κλάδους, οι οποίοι περνούν σε γάγγλια του συμπαθητικού κορμού.

Aliases (separate with |): Νωτιαίο νεύρο
νωτιαίος μυελός

Τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος, ο νωτιαίος μυελός είναι μια ωοειδής στήλη νευρικού ιστού με μήκος 40 έως 50 cm, η οποία εκτείνεται από τον προμήκη μυελό ως τον δεύτερο οσφυϊκό σπόνδυλο. Βρίσκεται εντός της σπονδυλικής στήλης, προστατεύεται από οστά και περιβάλλεται άμεσα από μήνιγγες. Το κέντρο του μυελού αποτελείται από φαιά ουσία σχήματος Π· περιέχει τα κυτταρικά σώματα και τους δενδρίτες των νευρώνων. Τα κοιλιακά (πρόσθια) κέρατα της φαιάς ουσίας περιέχουν τα κυτταρικά σώματα των σωματικών κινητηρίων νευρώνων, τα ραχιαία (οπίσθια) κέρατα περιέχουν τα κυτταρικά σώματα των διάμεσων νευρώνων. Π λευκή ουσία οργανώνεται σε δεσμίδες γύρω από τη φαιά ουσία. Αποτελείται από μυελινωμένους άξονες, οι οποίοι διακινούν νευρικές ώσεις από και προς τον εγκέφαλο, ή μεταξύ διαφορετικών επιπέδων της φαιάς ουσίας του νωτιαίου μυελού, καθώς και αυτούς που τον εγκαταλείπουν ως τμήματα περιφερικών νεύρων. Ο νωτιαίος μυελός είναι η οδός αισθητηρίων ώσεων προς τον εγκέφαλο και κινητηρίων ώσεων από τον εγκέφαλο· επίσης διαμεσολαβεί τα αντανακλαστικά έκτασης και τα αντανακλαστικά αφόδευσης και διούρησης. Τριανταένα ζεύγη νωτιαίων νεύρων εκφύονται από τη σπονδυλική στήλη και νευρώνουν τον κορμό και τα άκρα.

Aliases (separate with |): Νωτιαίος μυελός
ξένο σώμα στο αυτί

Αντικείμενα τα οποία εισέρχονται στο αυτί τυχαία ή εισάγονται εσκεμμένα. Συνήθως πρόκειται για έντομα, μικρούς λίθους, φασόλια, μπιζέλια, βαμβάκι για τον καθαρισμό των αυτιών ή νομίσματα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα ξένα σώματα συχνά προκαλούν πόνο, εμβοές ή βόμβους στο αυτί. Συνήθως ένα ζωντανό έντομο προκαλεί θόρυβο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Δεν πρέπει να εισάγεται νερό στο αυτί όταν το ξένο σώμα είναι κάποια φυτική ουσία, γιατί μπορεί να τη σπρώξει πιο βαθιά ή να την κάνει να διογκωθεί και να σφηνωθεί μέσα στο αυτί.

Για την απομάκρυνση των εντόμων από το αυτί πρέπει να ενσταλαχθούν μερικές σταγόνες λιδοκαΐνης. Ανόργανα ξένα σώματα μπορούν να αφαιρεθούν με τη βοήθεια μικρών λαβίδων από εξειδικευμένο ιατρό.

Aliases (separate with |): ξένο σώμα στο αυτί
ξένο σώμα στον λάρυγγα

Ένα στερεό σώμα στο λάρυγγα που έχει μεταφερθεί με την εισπνοή ή με εισρόφηση, όπως ένα τεμάχιο κρέατος, σκληρό γλυκό, παραμάνα ή νόμισμα. Έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν κίνδυνο απόφραξης του αεραγωγού.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν βήχα, πνιγμό, δύσπνοια, σταθερό άλγος ή απώλεια της φωνής.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εάν ο ασθενής μπορεί να μιλήσει ή να βήξει, ο διασώστης δεν πρέπει να παρέμβει στις προσπάθειες του ασθενούς να αποβάλει το αντικείμενο. Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να μιλήσει, να βήξει ή να αναπνεύσει, ο διασώστης θα πρέπει να εφαρμόσει ταχύτατα το χειρισμό Heimlich 6 με 10 φορές διαδοχικά. Χρησιμοποιώντας τον αέρα που βρίσκεται ήδη στους πνεύμονες, οι ωθήσεις δημιουργούν τεχνητό βήχα προωθώντας το αντικείμενο έξω από τον αεραγωγό. Εάν ο ασθενής χάσει τις αισθήσεις του, ο διασώστης τον ξαπλώνει προσεκτικά στο έδαφος, προστατεύοντας την κεφαλή και το λαιμό, και συνεχίζει τις προσπάθειες, εφαρμόζοντας κοιλιακές ωθήσεις 6 με 10 φορές από μια γονατιστή θέση, ιππαστί στους μηρούς του θύματος. Ο διασώστης εκτελεί επίσης CPR για αναίσθητους ασθενείς χωρίς σφυγμό, με βάση την εκτίμηση του αεραγωγού, της αναπνοής και της κυκλοφορίας. Μετά τις κοιλιακές ωθήσεις, ο διασώστης ανοίγει τον αεραγωγό και επιχειρεί να αφαιρέσει εμφανείς αποφράξεις, σαρώνοντας τον αεραγωγό και επιχειρώντας στη συνέχεια να αερίσει τον ασθενή. Για έναν παχύσαρκο ή εγκυμονούντα ασθενή ή για ένα παιδί, ο διασώστης εφαρμόζει θωρακικές ώσεις στο μέσο του στέρνου πάρα κοιλιακές ώσεις. Για ένα βρέφος, ο διασώστης χρησιμοποιεί χτυπήματα στην πλάτη πριν τις θωρακικές ώσεις. Μπορεί να απαιτείται άμεση λαρυγγοσκόπηση και η χρήση λαβίδων Magill για την αφαίρεση του ξένου σώματος. Εάν το αντικείμενο δεν δύναται να αφαιρεθεί άμεσα με αυτά τα μέτρα, ενδέχεται να απαιτηθεί κρικοθυρεοτομή ή τραχειοτομή εκτάκτου ανάγκης.

Aliases (separate with |): ξένο σώμα στον λάρυγγα
ξένο σώμα στον οισοφάγο

Αντικείμενα που παγιδεύονται στον οισοφάγο (συνήθως κόκαλα ψαριών, νομίσματα, ή μεγάλα αμάσητα τεμάχια τροφής). Η παρεντερική χορήγηση γλυκαγόνου μπορεί να βοηθήσει στη διέλευση των αντικειμένων από τον οισοφαγικό σφιγκτήρα στο στόμαχο, συνήθως όμως απαιτείται η ενδοσκοπική αφαίρεση των ξένων σωμάτων.

Aliases (separate with |): ξένο σώμα στον οισοφάγο
ξηρή γάγγραινα

Παρατηρείται, όταν το νεκρωτικό τμήμα διαθέτει μικρή ποσότητα αίματος και παραμένει άσηπτο. Αυτό συμβαίνει, όταν αποφράσσονται οι αρτηρίες και όχι οι φλέβες,. Οι ιστοί ξηραίνονται και αποπίπτουν και η διαδικασία αυτή συνεχίζεται για εβδομάδες ή μήνες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η ξηρή γάγγραινα προκαλεί πόνο στα αρχικά στάδια. Το προσβεβλημένο μέλος είναι ψυχρό και μελανό και αρχίζει να ατροφεί. Αρχικά προσβάλλονται τα πιο απομακρυσμένα τμήματα και στη συνέχεια η νέκρωση επεκτείνεται κεντρικά. Ξηρή γάγγραινα παρατηρείται συνήθως σε αρτηριοσκλήρυνση που σχετίζεται με διαβήτη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα ζητήματα της περίθαλψης των ασθενών με ξηρή γάγγραινα είναι παρόμοια με εκείνα των περιπτώσεων με ρευστοποιημένο υποκείμενο νεκρωτικό ιστό (υγρή γάγγραινα). Οι νεκρωμένοι ιστοί πρέπει να αφαιρούνται και να εξασφαλίζεται η κυκλοφορία στους εναπομείναντες ιστούς, προκειμένου να ξεκινήσει η επούλωση. Οι ηλικιωμένοι διαβητικοί ασθενείς με μικρο- και μακροαγγειακή νόσο μπορεί να εκδηλώνουν ήπιο πόνο, επειδή η περιφερική νευροπάθεια περιορίζει την αισθητικότητα. Η κατάσταση μπορεί να διαγνωσθεί μόνο επί υποψίας και για το λόγο αυτό, όλοι οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή περιφερική αγγειακή νόσο πρέπει να δείχνουν τα πόδια τους στο γιατρό τους σε κάθε επίσκεψη. Η συνιστώμενη θεραπευτική τακτική συχνά περιλαμβάνει την αφαίρεση του γαγγραινώδους ιστού (ακρωτηριασμός). Όλοι οι εμπλεκόμενοι λειτουργοί της υγείας πρέπει να αναγνωρίζουν το δικαίωμα του ασθενούς να αρνηθεί τέτοιου είδους θεραπεία. Αφού ο ασθενής ενημερωθεί για τα οφέλη της επικείμενης θεραπείας και τους σοβαρούς κινδύνους που συνεπάγεται η άρνησή της (απώλεια του πάσχοντος μέλους) και θεωρείται ψυχικά υγιής, θα πρέπει να υποστηρίζεται ως προς τη λήψη της απόφασης του και η οικογένειά του να ενισχύεται ως προς την αποδοχή της. Το γαγγραινώδες μέλος πρέπει να διατηρείται καθαρό και ξηρό και να προστατεύεται όσο το δυνατό περισσότερο από τραυματισμούς ή λοιμώξεις. Οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί να επιβάλλουν τη συμμετοχή ψυχιάτρου, ψυχολόγου και ενός κοινωνικού λειτουργού που θα επιλέξει ο ασθενής.

Aliases (separate with |): Ξηρή γάγγραινα
ξηροφθαλμία

Ανεπαρκής εφύγρανση του οφθαλμού και παθολογική έλλειψη υγρασίας του επιπεφυκότα. Η κατάσταση αυτή προκαλεί άλγος και δυσφορία στα μάτια. Η ξηροφθαλμία μπορεί να παρατηρηθεί σε οποιαδήποτε διαταραχή που προκαλεί ουλή στον κερατοειδή (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, τράχωμα, ή εγκαύματα του κερατοειδούς), στο σύνδρομο Sjogren, στο λαγόφθαλμο, στο σύνδρομο Riley- Day, στην απουσία ενός ή και των δύο δακρυϊκών αδένων, στην παράλυση του τριδύμου ή του προσωπικού νεύρου, στην αγωγή με ατροπίνη, στη βαθιά αναισθησία και στις νόσους που προκαλούν εξασθένιση. Για τη θεραπεία της κατάστασης αυτής, χρησιμοποιούνται κατάλληλα παρασκευασμένα υδατοδιαλυτά πολυμερή.

Aliases (separate with |): Ξηροφθαλμία
ογκογονίδια

Τμήματα του γενετικού υλικού, που εάν ενεργοποιηθούν προς λάθος κατεύθυνση είναι δυνατό να οδηγήσουν στην μετατροπή ενός φυσιολογικού κυττάρου σε καρκινικό.

Aliases (separate with |): Ογκογονίδια
ογκολόγος

Ιατρός, που έχει ειδικευτεί στην θεραπεία του καρκίνου. Υπάρχουν παθολόγοι – ογκολόγοι, χειρουργοί – ογκολόγοι, ακτινοθεραπευτές – ογκολόγοι, παιδίατροι – ογκολόγοι και γυναικολόγοι – ογκολόγοι.

Aliases (separate with |): Ογκολόγος
όγκος
  1. Μια διόγκωση ή μεγέθυνση, ένα από τα τέσσερα κλασικά σημεία της φλεγμονής.

  2. Μία ανώμαλη μάζα. Αύξηση ή πολλαπλασιασμός ανεξάρτητος από τους γειτονικούς ιστούς είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των όγκων, καλοήθων και κακοήθων.

Aliases (separate with |): Όγκος
οδοντικό κατάπλασμα

Σκόνη που όταν αναμειχθεί με νερό σκληραίνει, σχηματίζοντας ένα πετρώδες περίβλημα ή πρότυπο υλικό. Αποτελείται από ημιένυδρο γύψο (CaSO4 · 2Η2Ο), του οποίου η συμπιεστική ισχύς και ο συντελεστής διαστολής ποικίλει ανάλογα με τον τρόπο που το μεταχειριζόμαστε και το επανενυδατώνουμε. Υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες οδοντικού γύψου, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως υλικά για εκμαγεία, εντυπώματα ή πέτρινα ομοιώματα και οι οποίες βασίζονται στις διαφορές των χαρακτηριστικών τους.

Aliases (separate with |): Οδοντικό κατάπλασμα
οδοντικός πόνος

Πόνος στη στοματική περιοχή, που σε γενικές γραμμές μπορεί να έχει διπλή προέλευση. Ο πόνος του μαλακού ιστού μπορεί να είναι οξύς ή χρόνιος, ενώ είναι καυστικός και σαφώς εντοπισμένος όταν οφείλεται σε επιφανειακά τραύματα: ο πόνος του οδοντικού πολφού ή πονόδοντος ποικίλει ανάλογα με το αν είναι οξύς ή χρόνιος, ενώ είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστεί.

Aliases (separate with |): Οδοντικός πόνος
όζον

Μια μορφή οξυγόνου, που εντοπίζεται στη στρατόσφαιρα, στην οποία τρία άτομα οξυγόνου ενώνονται σχηματίζοντας το μόριο O3 Η εξάλειψη του όζοντος στη στρατόσφαιρα προκαλεί αυξημένη έκθεση στις υπεριώδεις ακτινοβολίες. Η κατάσταση αυτή ευνοεί την ανάπτυξη καρκίνων του δέρματος και καταρρακτών, και μπορεί να ελαττώσει την κυτταρική ανοσία.

Τα άτομα που εκτίθενται σε ηλεκτροσυγκόλληση, σε παράγοντες λεύκανσης του αλευριού, σε ατμούς από φωτοαντιγραφικό εξοπλισμό ή σε φωτοχημικούς ρύπους της ατμόσφαιρας, μπορεί να έρχονται σε επαφή με τοξικά επίπεδα όζοντος. Τα σημεία και τα συμπτώματα περιλαμβάνουν άσθμα, ερεθισμό των βλεννογόνων υμένων, πνευμονική αιμορραγία και οίδημα, και παροδικά μειωμένη πνευμονική λειτουργία όταν εκτίθενται σε καλοκαιρινή αχλή.

Aliases (separate with |): Όζον
οζώδες ερύθημα

Ένα επώδυνο, ερυθρό, οζώδες εξάνθημα που εμφανίζεται στο πρόσθιο χείλος της κνήμης σε συνδυασμό, συνήθως, με κάποια άλλη νόσο, όπως μια λοίμωξη από στρεπτόκοκκο, μύκητες ή φυματίωση, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, λανθάνοντα καρκίνο ή σαρκοείδωση. Βιοψίες του εξανθήματος αποκαλύπτουν φλεγμονή του υποδόριου λίπους (υποδερματίτιδα). Επειδή η νόσος σχετίζεται συχνά με άλλες σοβαρές παθήσεις, συνήθως ακολουθεί διαγνωστική διερεύνηση για την αποκάλυψη μιας υποκείμενης νόσου. Σε μερικούς ασθενείς δεν ανευρίσκεται υποκείμενη αιτία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία απευθύνεται στην αιτιολογική νόσο, όταν αυτή είναι γνωστή. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα παρέχουν συμπτωματική ανακούφιση σε πολλούς ασθενείς.

Aliases (separate with |): Οζώδες ερύθημα
οίδημα

Μια τοπική ή γενικευμένη κατάσταση κατά την οποία οι ιστοί του σώματος περιέχουν υπερβολική ποσότητα ιστικού υγρού. Ο ασκίτης και ο υδροθώρακας είναι όροι που αναφέρονται στην υπερβολική συγκέντρωση υγρού στην περιτοναϊκή και υπεζωκοτική κοιλότητα αντίστοιχα. Το γενικευμένο οίδημα παλαιότερα ονομαζόταν ύδρωψ.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το οίδημα μπορεί να προέλθει από αυξημένη διαπερατότητα των τοιχωμάτων των τριχοειδών αγγείων, αυξημένη τριχοειδική πίεση λόγω φλεβικής απόφραξης ή καρδιακής ανεπάρκειας, λεμφική απόφραξη, διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας, ελάττωση των πρωτεϊνών του πλάσματος, φλεγμονώδεις καταστάσεις, διαταραχές ύδατος και ηλεκτρολυτών, ιδίως αυτών που προκαλούν κατακράτηση ασβεστίου, κακή θρέψη, απίσχνανση ή χημικές ουσίες όπως οι βακτηριακές τοξίνες, τα δηλητήρια, οι καυστικές ουσίες και η ισταμίνη.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η κατάκλιση βοηθά στην ανακούφιση του οιδήματος των κάτω άκρων. Το αλάτι της διατροφής πρέπει να περιοριστεί σε λιγότερο από 2 g/ημέρα. Η πρόσληψη υγρών μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί σε 1500 mL το 24ωρο. Ο περιορισμός αυτός μπορεί να αρθεί όταν έχει αποκατασταθεί ελεύθερη διούρηση. Τα διουρητικά ελαττώνουν το οίδημα όταν υπάρχει καλή νεφρική λειτουργία και όταν διορθώνεται παράλληλα οποιαδήποτε υποκείμενη διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας, της τριχοειδικής πίεσης ή της κατακράτησης άλατος. Για το σκοπό αυτό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάποιο από τα διάφορα διαθέσιμα διουρητικά. Τα διουρητικά αντενδείκνυνται σε περίπτωση προεκλαμψίας και όταν τα επίπεδα καλίου ορού είναι πολύ χαμηλά (πχ. μικρότερα από 3.0 mEq/dL). Μπορεί να μην είναι αποτελεσματικά στο καρδιογενές οίδημα που σχετίζεται με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια. Η διατροφή στο οίδημα πρέπει να είναι επαρκής σε πρωτεΐνη, πλούσια σε θερμίδες και βιταμίνες. Οι ασθενείς με σημαντικό οίδημα πρέπει να ζυγίζονται καθημερινά για να εκτιμούν την απώλεια υγρών ή την κατακράτηση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το οίδημα καταγράφεται ανάλογα με τον τύπο του (ζυμώδες, μη ζυμώδες ή σκληρό), την έκταση, την εντόπιση, τη συμμετρία και το βαθμό υποχώρησης κατά την πίεση. Οι περιοχές πάνω από οστικές προεξοχές ψηλαφώνται για την ύπαρξη οιδήματος πιεζόμενες με την άκρη του δακτύλου για 5 δευτερόλεπτα και στη συνέχεια απομακρύνοντάς το. Φυσιολογικά, ο ιστός επανέρχεται αμέσως στο αρχικό του σχήμα, οπότε το βάθος του κοιλώματος μετράται και καταγράφεται. Ο ασθενής ερωτάται αν παρατήρησε να τον σφίγγουν περισσότερο τα δακτυλίδια, τα παπούτσια, τα κολάρα των ρούχων, οι ζώνες και λοιπά. Εκτιμάται το περικογχικό οίδημα, μετρώνται η περίμετρος της κοιλίας καιτων αστραγάλων και παρακολουθούνται το βάρος και η πρόσληψη και αποβολή υγρών. Οι εύθραυστοι οιδηματώδεις ιστοί προστατεύονται από βλάβη με προσεκτικούς χειρισμούς και τοποθέτηση σε ειδική θέση και παρέχονται συμβουλές σχετικά με την ειδική περιποίηση του δέρματος. Τα οιδηματώδη άκρα κινητοποιούνται και τοποθετούνται σε ανάρροπη θέση για να προαχθεί η φλεβική επαναφορά και οι πνευμονικοί ήχοι παρακολουθούνται για ένδειξη αρχόμενης πνευμονικής συμφόρησης. Παρέχονται οι κατάλληλες θεραπείες, περιλαμβανομένων του περιορισμού του άλατος, των διουρητικών, των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (Α-ΜΕΑ), η αναπλήρωση σε πρωτεΐνες και οι ελαστικές κάλτσες ή άλλα ανάλογα ενδύματα και ο ασθενής διδάσκεται στη χρήση τους.

Aliases (separate with |): Οίδημα
οικογενής πολυποδίαση (σύνδρομο Gardner)

Κληρονομική διαταραχή, εξαιτίας της οποίας τα μέλη συγκεκριμένων οικογενειών αναπτύσσουν εντερικούς πολύποδες. Αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου στην περιοχή.

Aliases (separate with |): Οικογενής πολυποδίαση (σύνδρομο Gardner)
οικονομική επωφέλεια

Εκτίμηση ή προσδιορισμός των πλέον αποτελεσματικών και ελάχιστα δαπανηρών προσεγγίσεων στην παροχή ιατρικής φροντίδας και υπηρεσιών προληπτικής ιατρικής. Ένα στοιχείο, η ιατρική εκπαίδευση, εστιάζει στη βοήθεια ατόμων να αναλάβουν ορισμένη ευθύνη για τη δική τους διατήρηση της υγείας καθώς και να αποφεύγουν δυνητικά απευκταίες παθήσεις και αναπηρίες. Τα προγράμματα αποφυγής ατυχημάτων, οι διαδοχικοί εμβολιασμοί και οι εκστρατείες ασφαλούς σεξ, είναι σχεδιασμένα για να ελαττώσουν των αριθμό των ασθενών που θα προσβληθούν από τέτοιες παθήσεις. Προκειμένου να ελεγχθούν οι δαπάνες, οι φορείς ιατρικής μέριμνας, οφείλουν επίσης να κατανοήσουν τη σχετική αξία διαδικασιών και φαρμάκων.

Aliases (separate with |): Οικονομική επωφέλεια
οισοφάγειος ομιλία

Τρόπος ομιλίας ατόμων, που έχουν υποβληθεί σε λαρυγγεκτομή. Ο ήχος παράγεται με την δόνηση των τοιχωμάτων του φάρυγγα και του οισοφάγου, καθώς ο αέρας εξέρχεται.

Aliases (separate with |): Οισοφάγειος ομιλία
οισοφαγίτιδα

Φλεγμονή του οισοφάγου. Προκαλείται από λοίμωξη, τοξική επίδραση της ακτινοθεραπείας ή της χημειοθεραπείας ή μία κάκωση της περιοχής.

Aliases (separate with |): Οισοφαγίτιδα
οισοφάγος

Ο μυϊκός σωλήνας, μήκους 25-30 εκατοστών, που μεταφέρει τις τροφές και τα υγρά που καταπίνονται από το φάρυγγα στο στόμαχο. Στο ανώτερο τρτημόρο του οισοφάγου ο μυς είναι γραμμωτός, στο μέσο τρτημόρο γραμμωτός και λείος και στο κατώτερο τριτημόριο λείος. Η περισταλτικότητα του οισοφάγου ελέγχεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Κατά τη συμβολή με το στόμαχο βρίσκεται ο κατώτερος οισοφαγικός ή καρδιακός σφιγκτήρας, ο οποίος χαλαρώνει για να επιτρέψει στην τροφή να διέλθει και στη συνέχεια συσπάται για να εμποδίσει την παλινδρόμηση του περιεχομένου του στομάχου.

Aliases (separate with |): Οισοφάγος
οιστρογόνα

Ορμόνες που παράγονται από τις ωοθήκες. Η ανάπτυξη των χαρακτήρων του φύλου, η εμμηνορρυσία και η κύηση βρίσκονται υπό τον έλεγχο αυτών των ορμονών. Συνθετικά οιστρογόνα χορηγούνται από το στόμα με σκοπό την αντισύλληψη ή την θεραπεία διαφόρων νοσημάτων.

Aliases (separate with |): Οιστρογόνα
οίστρος

Η κυκλική περίοδος της σεξουαλικής δραστηριότητας των μη ανθρώπινων θήλεων θηλαστικών, που χαρακτηρίζεται από συμφόρηση και έκκριση του βλεννογόνου της μήτρας, πολλαπλασιασμό του κολπικού επιθηλίου, διόγκωση του αιδοίου, ωορρηξία και αποδοχή του αρσενικού από το θηλυκό. Κατά τη διάρκεια του οίστρου, το ζώο λέγεται ότι βρίσκεται σε «έξαψη».

Aliases (separate with |): Οίστρος
ολική αντικατάσταση ισχίου

Χειρουργική διαδικασία που χρησιμοποιείται στην θεραπεία βαριάς αρθρίτιδας του ισχίου. Η κεφαλή του μηριαίου οστού και η κοτύλη αντικαθίστανται με συνθετικά συστατικά.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Ο ασθενής πληροφορείται σχετικά με την διαδικασία, την μετεγχειρητική φροντίδα και τα αναμενόμενα χειρουργικά αποτελέσματα. Δίνονται οδηγίες γιατους μετεγχειρητικούς περιορισμούς, τις μεθόδους απαγωγής του ισχίου, τη χρήση ενός τραπεζίου, την αγωγή κινητικότητας, τον τρόπο τοποθέτησης γλουτών και τετρακέφαλων και τις ασκήσεις των τρικέφαλων μυών. Εξηγείται η σημασία της κάθαρσης του αναπνευστικού πριν από την εγχείρηση και διδάσκεται η σωστή τεχνική. Χορηγούνται αντιβιοτικά και άλλα φάρμακα. Οι αναφορές εργαστηριακών και ακτινολογικών εξετάσεων επισκοπούνται και ο ιατρός ειδοποιείται για οποιαδήποτε παθολογικά ευρήματα. Ο ασθενής πληροφορείται σχετικά με τεχνικές εκτίμησης του πόνου και εξηγείται η διαθεσιμότητα των αναλγητικών. Πραγματοποιούνται προεγχειρητικές προετοιμασίες (δέρμα, γαστρεντερική οδός, ουροδόχος κύστη και προληπτική φαρμακευτική αγωγή) και εξηγείται η σημασία τους στον ασθενή. Ο ασθενής πρέπει να ενθαρρύνεται να εκφράζει αισθήματα και ανησυχίες.

Μετεγχειρητική: Οι επίδεσμοι και οι συσκευές παροχέτευσης παρακολουθούνται για υπερβολική αιμορραγία και η περιοχή κάτω από τους γλουτούς επιθεωρείται για συγκέντρωση εκκρίσεων λόγω της βαρύτητας. Οι επίδεσμοι αντικαθίστανται ή ισχυροποιούνται σύμφωνα με το πρωτόκολλο του χειρουργού και την ασηπτική τεχνική. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και ελέγχεται συχνά η νευροαγγειακή κατάσταση του προσβεβλημένου μέλους. Χορηγούνται αναλγητικά άπως ορίζεται και απαιτείται και εκτιμάται η ανταπόκριση του ασθενή. Ο ασθενής επανατοποθετείται συχνά σε ορισμένες θέσεις και η ακεραιότητα όλου του υποστηρικτικού εξοπλισμού (νάρθηκες, μαξιλάρια, συσκευές έλξης) διατηρείται κατά τη διάρκεια της επανατοποθέτησης. Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τη διασταύρωση των ποδιών και την έσω στροφή, που επαυξάνουν την πιθανότητα για εξάρθρωση της πρόθεσης και διαταραχή της φλεβικής επιστροφής. Εκτιμάται η αναπνευστική κατάσταση και ενθαρρύνονται η βαθιά αναπνοή και ο βήχας για την αποτροπή πνευμονικών επιπλοκών. Ένα πρόγραμμα άσκησης και βάδισης πρέπει να αρχίσει, όπως ορίζεται από τον χειρούργο (τύπος και βαθμός του ανεκτού βάρους από το προσβεβλημένο μέλος) και σε συνεργασία με τον φυσιοθεραπευτή. Ανυψωμένα καθίσματα τουαλέτας και καρέκλες ημιανάκλισης χρησιμοποιούνται για την αποτροπή της κάμψης του ισχίου. Παρέχεται διατροφή υψηλή σε πρωτείνη και βιταμίνη C, παρακολουθείται η επούλωση των τραυμάτων και αποτρέπεται η βλάβη του δέρματος. Χορηγούνται αντιεμβολικές συσκευές και αντιπηκτικά φάρμακα, όπως ορίζεται και ο ασθενής εξετάζεται για επιπλοκές, όπως θρομβοφλεβίτιδα, εμβολή κι εξάρθρωση. Η εκπαίδευση για την έξοδο του ασθενή από το νοσοκομείο εστιάζεται στην θεραπευτική αγωγή ασκήσεων και στους περιορισμούς δραστηριοτήτων, τονίζοντας τη σημασία των προγραμμάτων κολύμβησης και βάδισης. Η ορθοπεδική παρακολούθηση των εξωτερικών ασθενών και η θεραπεία ρυθμίζονται, όπως απαιτείται. Ο ασθενής πρέπει να συμμετέχει σε ένα πρόγραμμα μείωσης του σωματικού βάρους, εάν είναι απαραίτητο.

Aliases (separate with |): Ολική αντικατάσταση ισχίου
ολική παρεντερική διατροφή

Ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και θρεπτικών ουσιών σε ασθενείς, που δεν είναι δυνατή η σίτιση από το στόμα.

Aliases (separate with |): Ολική παρεντερική διατροφή
ολική παρεντερική θρέψη.

Η ενδοφλέβια χορήγηση δεξτρόζης, αμινοξέων, γαλακτωματοποιημένων λιπών, ιχνοστοιχείων, βιταμινών και μετάλλων σε ασθενείς μη δυνάμενους να λάβουν επαρκή διατροφή από του στόματος. Ασθενείς με πολλαπλές παθήσεις αναπτύσσουν υποσιτισμό εάν αδυνατούν να τραφούν με μια ισορροπημένη διατροφή για περισσότερο από λίγες εβδομάδες. Παρ' όλα αυτά, μόνο ένα μικρό ποσοστό αυτών των ασθενών ωφελούνται ξεκάθαρα από παρεντερική διατροφική υποστήριξη σε κλινικές δοκιμές. Οι ασθενείς οι οποία ωφελούνται τα μέγιστα από την ολική παρεντερική θρέψη, είναι εκείνοι που διατρέχουν ακραίο διατροφικό κίνδυνο (πχ, πρόωρα νεογνά ή βρέφη τα οποία χρήζουν χειρουργικής επέμβασης, ή ένα 5% ενηλίκων υποψήφιων για χειρουργική επέμβαση που είναι οι περισσότερο διατροφικώς ελλειματικοί). Στους ασθενείς οι οποίοι μπορεί περιστασιακής να ωφεληθούν από την ολική παρεντερική θρέψη περιλαμβάνονται εκείνοι με φλεγμονώδη εντερική πάθηση, εντερίτιδα λόγω ακτινοβολίας, εντερική απόφραξη και σχετικές εντερικές ασθένειες. Σε πολλούς άλλους ασθενείς, οι αναμενόμενοι κίνδυνοι λόγω του υποσιτισμού και της ασιτίας υπερνικώνται από τους δυνητικούς κινδύνους τους οποίους ενέχει η ολική παρεντερική θρέψη, οι οποίοι περιλαμβάνουν τραυματισμό κατά την τοποθέτηση της κεντρικής γραμμής, τη σήψη ως αποτέλεσμα μόλυνσης των ενδοφλέβιων γραμμών, και μεταβολικές επιπλοκές (πχ, σύνδρομο επανασίτισης). Ασθενείς οι οποίοι απαιτούν 7 έως 10 ημέρες διατροφικής υποστήριξης μπορεί να ωφεληθούν από τη χορήγηση παρεντερικής θρέψης μέσω καθετήρα περιφερειακής φλέβας, αυτή η μέθοδος περιορίζει τη θερμιδική ένταση της ολικής παρεντερικής θρέψης σε περίπου 2700 kcal/ημέρα (περίπου 900 mOsm/kg) επειδή περισσότερο συμπυκνωμένες συνταγές προκαλούν φλεγμονή της περιφερειακής φλέβας. Με κεντρική ολική παρεντερική θρέψη, α ασθενείς έχουν υποστηριχθεί σε ορισμένες περιπτώσεις για αρκετούς μήνες με περιορισμένες απροκάλυπτες επιπλοκές. Η μείζων κοίλη φλέβα ανέχεται τροφοδοσία ως και 1900 mOsm/kg. Τυπικώς, η κεντρική ολική παρεντερική θρέψη περιλαμβάνει τη χορήγηση δεξτρόζης, αμινοξέων, λιπιδίων, βιταμινών, ιχνοστοιχείων, ηπαρίνης, ινσουλίνης και άλλων ουσιών σε ποσότητες προσαρμοσμένες ατομικά Σε ασθενείς με ειδικές παθήσεις, ορισμένα θρεπτικά μπορούν να περιορισθούν, όπως για παράδειγμα το νάτριο (σε εμφρακτική καρδιακή ανεπάρκεια), το πρωτεϊνικό περιεχόμενο (σε ηπατική ανεπάρκεια) και το κάλιο (σε νεφρική ανεπάρκεια).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Επεξηγείται η διαδικασία στον ασθενή, και λαμβάνεται διατροφική εκτίμηση. Η πρόσληψη και η αποβολή παρακολουθούνται. Ο νοσηλευτής βοηθά στην εισαγωγή του καθετήρα και παρατηρεί για ανεπιθύμητες επιδράσεις, καταγράφει τη διαδικασία και την αρχική χορήγηση υγρών, και συνεχίζει να παρακολουθεί τη λήψη υγρών. Η θέση εισαγωγής του καθετήρα επιθεωρείται και αποκαθίσταται κάθε 25 με 48 ώρες. Για αυτή τη διαδικασία χρησιμοποιείται αυστηρά ασηπτική τεχνική. Καταγράφεται η κατάσταση της θέσης εισαγωγής και της τοποθέτησης του καθετήρα και ο καθετήρας επιθεωρείται για διαρροές, εάν ανιχνευτούν, πρέπει να αναφερθούν στον θεράποντα ιατρό. Παρακολουθούνται οι ηλεκτρολύτες. Χορηγούνται ως ενδείκνυνται συμπληρώματα βιταμινών. Ο ασθενής παρακολουθείται για οίδημα και αφυδάτωση. Εάν παρουσιασθεί διάρροια ή ναυτία, επιβραδύνεται ο ρυθμός έγχυσης. Πραγματοποιούνται έλεγχοι σακχάρου και ακετόνης σύρων ανά 6 ώρες και παρακολουθούνται ως ενδείκνυνται τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα Λαμβάνεται σε ημερήσια βάση το βάρος. Η χορήγηση του διαλύματος δεν πρέπει να διακοπεί απότομα αλλά να αντικατασταθεί σταδιακά με ισοτονικό διάλυμα γλυκόζης χορηγούμενο για αρκετές ώρες. Στο ενδεχόμενο απόφραξης, ή αφαίρεσης του καθετήρα ο θεράπων ιατρός πρέπει να ειδοποιηθεί άμεσα. Ορισμένοι ασθενείς οι οποίοι αναλαμβάνουν από μακρές παθήσεις εξέρχονται από το νοσοκομείο με αυτοχορηγούμενη ΤΡΝ, έως ότου καταστεί εφικτό να ανακτήσουν την ικανότητα κανονικής σίτισης. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να διδαχθούν τον τρόπο χρήσης της ΤΡΝ κατ' οίκον.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο καλύτερος τρόπος λήψης τροφής είναι συνήθως εντερικά. Η στοματική και εντερική σίτιση διατηρούν την ακεραιότητα των εντερικών βλεννογόνων, διατηρούν φυσιολογικό pΗ στον στόμαχο, προλαμβάνουν την είσοδο βακτηρίων στον οργανισμό μέσω των τοιχωμάτων της γαστρεντερικής οδού, και είναι λιγότερο δαπανηρή από την παρεντερική θρέψη.

Aliases (separate with |): Ολική παρεντερική θρέψη.
ομάδα αίματος

Γενετικά προκαθορισμένο σύστημα αντιγόνων, το οποίο εδράζεται στην επιφάνεια των ερυθροκυττάρων. Υπάρχει ένας αριθμός συστημάτων της ομάδας αίματος, με το κάθε σύστημα να καθορίζεται από αλληλουχίες δύο ή περισσότερων γονιδίων, τα οποία είναι αλληλόμορφα ή συνδέονται στενά πάνω σε ένα μεμονωμένο αυτοσωμικό χρωμόσωμα. Το σύστημα ΑΒΟ (ανακαλύφτηκε το 1901 από τον Karl Landsteiner) είναι πρωταρχικής σημασίας στις μεταγγίσεις αίματος. Το σύστημα Rhesus είναι σημαντικό στην μαιευτική. Υπάρχουν περίπου 30 αντιγόνα Rhesus.

Ο πληθυσμός μπορεί να διαιρεθεί φαινοτυπικά σε 4 ομάδες αίματος. Α, Β, ΑΒ και Ο. Τα άτομα της ομάδας Α έχουν το αντιγόνο Α στην επιφάνεια των ερυθροκυττάρων τους, της ομάδας Β το αντιγόνο Β, της ομάδας ΑΒ τα αντιγόνα Α και Β και της ομάδας Ο δεν έχουν ούτε το αντιγόνο Α ούτε το Β. Τα άτομα κάθε ομάδας έχουν στον ορό τους το αντίστοιχο αντίσωμα για το αντιγόνο που τους λείπει. Έτσι, ένα άτομο της ομάδας Α έχει το αντίσωμα αντι-Β, ένα άτομο της ομάδας Β το αντίσωμα αντι-Α, ένα άτομο της ομάδας ΑΒ δεν έχει κανένα αντίσωμα και ένα άτομο της ομάδας Ο έχει και αντίσωμα αντι-Α και αντίσωμα αντι-Β.

Οι παράγοντες της ομάδας αίματος είναι σημαντικοί στη φύλαξη του αίματος και στις μεταγγίσεις. Ο προσδιορισμός των ομάδων αίματος είναι επίσης σημαντικός στην εξακρίβωση κηλίδων αίματος για νομικούς λόγους, στις γενετικές και ανθρωπολογικές μελέτες, ενώ κατά το παρελθόν ήταν σημαντικός στον προσδιορισμό της πατρότητας.

Aliases (separate with |): Ομάδα αίματος
ομάδα αίματος Rh

Ομάδα αντιγόνων στην επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων, παρόντα σε ποικίλο βαθμό στον ανθρώπινο πληθυσμό. Όταν ο παράγοντας Rh (συχνά ονομάζεται και αντιγόνο D) είναι παρών, η ομάδα αίματος του ατόμου ονομάζεται Rh+ (Rh θετική). Όταν ο παράγοντας Rh απουσιάζει, η ομάδα αίματος είναι Rh- (Rh αρνητική). Εάν ένα άτομο με ομάδα αίματος Rh- δεχθεί μετάγγιση με αίμα Rh, σχηματίζονται αντι-Rh αντισώματα. Επακόλουθες μεταγγίσεις με αίμα Rh+ μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές αντιδράσεις κατά την μετάγγιση (συγκόλληση και αιμόλυση των ερυθρών αιμοσφαιρίων). Μια έγκυος, που είναι Rh-, μπορεί να ευαισθητοποιηθεί από την είσοδο στη μητρική κυκλοφορία ερυθρών αιμοσφαιρίων Rh+ εμβρύου, μετά από αποβολή, έκτοπο κύηση ή τοκετό. Σε επακόλουθες κυήσεις, εάν το έμβρυο είναι Rh+, Rh αντισώματα που παράγονται στο μητρικό αίμα μπορεί να περάσουν τον πλακούντα και να καταστρέψουν τα εμβρυϊκά κύτταρα, με αποτέλεσμα ερυθροβλάστωση του εμβρύου.

Aliases (separate with |): Ομάδα αίματος Rh
όνειρο

Η εκδήλωση ιδεών, συναισθημάτων, οπτικών προϊόντων φαντασίας και άλλων αισθημάτων κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ορισμένα όνειρα μπορούν να ανακληθούν στη μνήμη κατά την αφύπνιση, ενώ άλλα όχι.

Η ερμηνεία των ονείρων κέντριζε το ενδιαφέρον των ανθρώπων από την αυγή της ιστορίας και τους ψυχαναλυτές τα τελευταία 100 χρόνια. Η ιδέα ότι ένα όνειρο καλύπτει μια έννοια η οποία είναι βαθιά κρυμμένη στο υποσυνείδητο, πιθανόν να είναι εσφαλμένη και δύσκολο να επιβεβαιωθεί επιστημονικά. Παρόλα αυτά συνεχίζει να είναι αποδεκτό από πολλούς ψυχαναλυτές. Λιγότερο αντιφατικά είναι τα αποτελέσματα ερευνών που συσχετίζουν τις μεταβολές στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και την ταχεία κίνηση των ματιών (REM) κατά τη διάρκεια του ύπνου με τη δραστηριότητα του ονείρου. Υπό πειραματικές συνθήκες, κατέστη εφικτή η επικοινωνία με άτομο που ονειρευόταν. Πιστεύεται ότι ορισμένα ζώα (δηλαδή γάτες και σκύλοι) μπορούν να ονειρεύονται. Η εργασία του Σίγκμουντ Φρόϋντ, η ερμηνεία των ονείρων (The Interpretation of Dreams) υπήρξε η πρώτη ενδελεχής προσπάθεια για τη μελέτη των ονείρων.

Aliases (separate with |): Όνειρο
οξεία αμυγδαλίτιδα

Φλεγμονή του λεμφικού ιστού του φάρυγγα, ειδικότερα των υπερώιων ή παρίσθμιων αμυγδαλών. Μπορεί να εμφανιστεί σποραδικά ή σε μορφή επιδημίας, και συνήθως είναι αυτοπεριοριζόμενη.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η κυνάγχη, ειδικότερα κατά τη διάρκεια της κατάποσης, είναι το κύριο σύμπτωμα της αμυγδαλίτιδας. Ο πυρετός και η αδιαθεσία είναι συνήθη συμπτώματα. Ξαφνική έναρξη κεφαλαλγίας, ναυτίας και εμέτου παρατηρούνται συνηθέστερα σε στρεπτοκοκκικές μολύνσεις. Ρινόρροια, βήχας και διάρροια συχνά σχετίζονται με ιική μόλυνση. Οι αμυγδαλές είναι συνήθως μεγεθυσμένες και ερυθρές, αλλά ο βαθμός ερυθήματος δεν αντανακλά την σοβαρότητα του πόνου. Ένα έκκριμα εμφανίζεται συχνά, αλλά όχι πάντα στις αμυγδαλές. Οι έφηβοι πρέπει να εκτιμηθούν για λοιμώδη μονοπυρήνωση, διότι είναι αρκετά συχνή σε εφήβους και νέους ενήλικες.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι ιοί είναι η πιο συχνή αιτία αμυγδαλίτιδας. Οι βήτα-αιμολυτικές στρεπτοκοκκικές μολύνσεις έπονται ιικών μολύνσεων ή εμφανίζονται σαν πρωτογενείς μολύνσεις, ειδικότερα σε παιδιά σχολικής ηλικίας και ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες (5% με 20% των περιπτώσεων).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ Η ιογενής αμυγδαλίτιδα αντιμετωπίζεται συμπτωματικά. Εάν είναι ύποπτη μια ομάδας Α βήτα-αιμολυτική στρεπτοκοκκική λοίμωξη, λαμβάνεται καλλιέργεια φαρυγγικού επιχρίσματος. Η στρεπτοκοκκική αμυγδαλίτιδα πρέπει να αντιμετωπισθεί με εκ του στόματος πενικιλλίνη επί 10 ημέρες ή μια ενδομυϊκή δόση μακράς διάρκειας βενζαθινικής πενικιλλίνης για την μείωση του κινδύνου ρευματικού πυρετού ή σπειραματονεφρίτιδας. Ο ρευματικός πυρετός αναπτύσσεται 2 με 3 εβδομάδες μετά από στρεπτοκοκκικές λοιμώξεις σε περίπου 3% των ασθενών. Εάν η αμυγδαλίτιδα είναι χρόνια, οι αμυγδαλές μπορούν να αφαιρεθούν, αλλά αυτή η επέμβαση δεν είναι τόσο συνήθης όσο ήταν πριν χρόνια.

Aliases (separate with |): Οξεία αμυγδαλίτιδα
οξεία βακτηριακη ενδοκαρδίτιδα

Λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα ταχείας έναρξης, συνήθως από μερικές ημέρες έως 2 εβδομάδες. Η λοίμωξη προκαλείται συνήθως από παθογόνα μικρόβια όπως ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος, ο οποίος μπορεί να εισβάλλει ταχέως και να καταστρέψει τις βαλβίδες και να δώσει μεταστάσεις σε άλλα όργανα και ιστούς.

Aliases (separate with |): Οξεία βακτηριακη ενδοκαρδίτιδα
οξεία γαστρίτιδα

Οξύς και αιφνίδιος ερεθισμός του γαστρικού βλεννογόνου. Μπορεί να οφείλεται σε κατάποση τοξικών συστατικών, όπως αλκοόλ ή δηλητήρια. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν μέτριο πυρετό, ανορεξία, ναυτία, ισχυρό επιγαστρικό άλγος, επίμονους εμέ-τους, αίσθημα δίψας και καταβολή. Η θεραπεία περιλαμβάνει αντιεκκριτικά φάρμακα. Σε περιπτώσεις σοβαρής παρατεταμένης αιμορραγίας, μπορεί σπανίως να απαιτηθεί χειρουργική αντιμετώπιση

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται πλήρες ιατρικό ιστορικό για την εξακρίβωση και τον περιορισμό των πιθανών αιτίων. Αν το αίτιο είναι μια τοξική ουσία, ο ασθενής θα πρέπει να κατανοήσει ότι ο έμετος και η διάρροια αποτελούν μηχανισμούς του οργανισμού για την αποβολή της ουσίας. Ελέγχονται τα ζωτικά σημεία, η πρόσληψη και αποβολή υγρών, η όψη και τα γαστρικά ενοχλήματα. Χορηγείται συμπτωματική και υποστηρικτική αγωγή σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες (αντιεμετικά, ενδοφλέβια υγρά). Χορηγούνται ανταγωνιστές της ισταμίνης και προστατευτικοί παράγοντες, όπως η σουκραλφάτη και αντιόξινα· ο ασθενής μαθαίνει τη χρήση τους και τη σημασία της σωστής κατανομής των δόσεων. Η αντιβιοτική θεραπεία έναντι του H. pylori αποτελεί πιθανή επιλογή, εφόσον υπάρχει ένδειξη. Συστήνεται η αποφυγή μη συνταγογραφούμενων σκευασμάτων που περιέχουν ασπιρίνη και άλλων ΜΣΑΦ. Ο ασθενής προτρέπεται να προσδιορίσει τις τροφές που επιτείνουν τα συμπτώματα και να τις αποκλείσει από τη διατροφή του. Το νοσηλευτικό προσωπικό χορηγεί αρχικά δίαιτα με μαλακή υφή σε συχνά και μικρά γεύματα· η παραπομπή σε διαιτολόγο επιτρέπει την περαιτέρω ενημέρωση. Παρέχεται ψυχολογική υποστήριξη στον ασθενή για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και τη διαχείριση των απαιτούμενων αλλαγών του τρόπου ζωής (μείωση άγχους, διακοπή καπνίσματος, περιορισμός αλκοόλ)

Aliases (separate with |): Οξεία γαστρίτιδα
οξεία γλωσσίτιδα

Γλωσσίτιδα που αναπτύσσεται σε ώρες ή ημέρες, συχνά συνοδευόμενη από στοματίτιδα. Η γλώσσα είναι επώδυνη, ερυθρή, φλεγμονώδης και οιδηματώδης. Μπορεί να φαίνεται λεία ή να καλύπτεται από βλατιδώδεις αλλοιώσεις. Μπορεί να συνυπάρχει πυρετός.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Μπορεί να συσχετίζεται με σακχαρώδη διαβήτη, βακτηριακές λοιμώξεις, λοιμώξεις από Candida, ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων, κάπνισμα και τραυματισμό της γλώσσας. Οι περιβάλλουσες δομές μπορεί να είναι αρκετά οιδηματώδεις, ώστε να προκαλέσουν ασφυξία. Η τραχειοστομία μπορεί να είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της βατότητας του αεραγωγού.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ Πρέπει να αντιμετωπίζεται η υποκείμενη πάθηση. Για τη διατήρηση της στοματικής υγιεινής, οι ασθενείς πρέπει να ξεπλένουν το στόμα τους με αναισθητικό στοματικό διάλυμα, όπως για παράδειγμα διάλυμα ξυλοκαΐνης 2%.

Aliases (separate with |): Οξεία γλωσσίτιδα
οξεία δηλητηρίαση νικοτίνης

Υπερβολική διέγερση του αυτόνομου νευρικού συστήματος, λόγω έκθεσης στην νικοτίνη. Η δηλητηρίαση από νικοτίνη λαμβάνει χώρα συνήθως κατά την τυχαία κατανάλωση τσίχλας ή αυτοκόλλητων νικοτίνης από τα παιδιά στο σπίτι.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ναυτία, σιελόρροια, κοιλιακό άλγος, έμετος, διάρροια, εφίδρωση, ζάλη και σύγχυση. Αν η δόση είναι επαρκής, ο ασθενής θα λιποθυμήσει, θα εμφανίσει σοκ, σπασμούς και θα καταλήξει από αναπνευστική ανεπάρκεια, λόγω παράλυσης των αναπνευστικών μυών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στους ασθενείς χωρίς απώλεια συνείδησης που δεν εμφανίζουν εμετό μπορεί να χορηγηθεί ενεργός άνθρακας. Oι ασθενείς με απώλεια συνείδησης θα πρέπει να διασωληνωθούν και να τους παρασχεθεί υποστηρικτική θεραπεία σε μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Για τη θεραπεία των σπασμών χορηγούνται αντιεπιληπτικά φάρμακα.

Aliases (separate with |): Οξεία δηλητηρίαση νικοτίνης
οξεία ηπατική ανεπάρκεια

Η ανάπτυξη σοβαρής βλάβης του ήπατος και εγκεφαλοπάθειας μέσα σε οκτώ εβδομάδες από την έναρξη των συμπτωμάτων και του ίκτερου. Διαταραχές της πήξης, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και εγκεφαλικό οίδημα απαντώνται συχνά. Ο θάνατος είναι συχνός δίχως μεταμόσχευση ήπατος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι συνηθέστερες αιτίες οξείας ηπατικής ανεπάρκειας είναι η ιογενής ηπατίτιδα και η υπερδοσολογία ακεταμινοφαίνης (καθώς και άλλες φαρμακευτικές αντιδράσεις).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Τα πρώιμα συμπτώματα είναι συνήθως μη ειδικά και μπορεί να περιλαμβάνουν ναυτία, εμέτους, ζάλη ή βυθιότητα. Καθώς η βλάβη του ήπατος γίνεται περισσότερο εμφανής, η χολή διαποτίζει το δέρμα προκαλώντας ίκτερο. Μεταβολές του νοητικού επιπέδου (λήθαργος ή κώμα) και αιμορραγία που προκαλείται από διαταραχές της πήξης μπορεί να εμφανιστούν.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση υποδηλώνεται από τον ίκτερο, τη μεταβολή του νοητικού επιπέδου, την αύξηση των τιμών των ενζύμων του ήπατος, τη παράταση του χρόνου προθρομβίνης και τη παράταση του διεθνούς ομαλοποιημένου λόγου (INR).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς απαιτούν νοσηλεία συνήθως στη μονάδα εντατικής θεραπείας υπό στενή παρακολούθηση. Υποστήριξη της αναπνοής και μηχανικός αερισμός απαιτούνται συχνά. Υγρά και αγγειοσυσπσταστικά φάρμακα όπως η ντοπαμίνη μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής παροχής. Διατροφική υποστήριξη και δίαιτα περιορισμένη σε πρωτεΐνες, μεταγγίσεις προϊόντων αίματος (φρέσκο κατεψυγμένο πλάσμα και αιμοπετάλια) και λακτουλόζη (για τη θεραπεία της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας) χορηγούνται συνήθως.

Φάρμακα που μεταβολίζονται συνήθως από το ήπαρ και φάρμακα που μπορούν να βλάψουν το ήπαρ πρέπει να αποφεύγονται. Ασθενείς που έχουν προσλάβει αυξημένη δόση ακεταμινοφαίνης μπορεί να ωφεληθούν από τη χορήγηση ακετυλκυστεΐνης, εάν φθάσουν έγκαιρα στο νοσοκομείο.

Η μεταμόσχευση ήπατος αποτελεί την οριστική θεραπεία της οξείας ηπατικής ανεπάρκειας. Πρώιμη εκτίμηση της δυνατότητας μεταμόσχευσης πρέπει να γίνει για κάθε ασθενή για τον οποίο υπάρχει διαθέσιμο δωρισμένο όργανο. Χωρίς μεταμόσχευση, η θνητότητα της οξείας ηπατικής ανεπάρκειας αγγίζει το 80%.

Κατά τη διάρκεια της εντατικής θεραπείας, ο ασθενείας και η οικογένειά του χρήζουν διαρκούς ψυχικής υποστήριξης και φροντίδας, συμπεριλαμβανομένων της επεξήγησης των διαδικασιών, των απαντήσεων στα ερωτήματα και της προετοιμασίας για μεταμόσχευση. Η πρόγνωση της νόσου πρέπει να συζητείται με ευαίσθητο αλλά ορθό τρόπο. Κοινωνικοί λειτουργοί, ο εφημέριος του νοσοκομείου και άλλο υποστηρικτικό προσωπικό πρέπει να αναμειχθεί στη φροντίδα του ασθενούς ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ατόμου.

Aliases (separate with |): Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
οξεία λαρυγγίτιδα

Οξεία συμφορητική λαρυγγίτιδα. Φλεγμονή του λαρυγγικού βλεννογόνου και των φωνητικών χορδών. Χαρακτηρίζεται από βραχνάδα και αφωνία και περιστασιακά από άλγος κατά την ομιλία και την κατάποση. Μπορεί να προκληθεί από ακατάλληλη χρήση ή υπέρχρηση της φωνής, έκθεση σε κρύο και υγρασία, επέκταση λοιμώξεων στη μύτη και στο λαιμό, εισπνοή ερεθιστικών αναθυμιάσεων και σκόνης ή συστηματικές νόσους όπως ο κοκκύτης και η ιλαρά.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει ανάπαυση της φωνής, υγρή ή μαλακή δίαιτα, εισπνοή υδρατμών και κωδεΐνη ή μη-ναρκωτικά κατασταλτικά του βήχα για το άλγος και τον ίδιο τον βήχα. Εάν η λαρυγγίτιδα είναι ιογενής, δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία· εάν είναι βακτηριογενής, χορηγούνται τα κατάλληλα αντιβιοτικά.

Aliases (separate with |): Οξεία λαρυγγίτιδα
οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία

Μια αιματολογική κακοήθεια που χαρακτηρίζεται από ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό των ανώριμων λεμφοκυττάρων στο μυελό των οστών, στο αίμα και στους ιστούς. Η ALL επηρεάζει περισσότερα από 2000 παιδιά και 1000 ενήλικες στις Η.Π.Α. κάθε χρόνο. Εάν δεν αντιμετωπισθεί, οδηγεί γρήγορα στο θάνατο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ένα μεγάλο εύρος επίκτητων και συγγενών χρωμοσωμικών ανωμαλιών μπορούν να προκαλέσουν ALL, συμπεριλαμβανομένων των βλαβών που προκαλούν την απελευθέρωση επιπλέον αυξητικών παραγόντων από κύτταρα καθώς και των βλαβών που προκαλούν την απώλεια των κατασταλτικών γονιδίων του καρκίνου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Χαρακτηριστικό της ALL και άλλων λευχαιμιών είναι η κόπωση, ο λήθαργος, η αιμορραγία, το άλγος στα οστά και στις αρθρώσεις, και μια προδιάθεση στον πυρετό και σε λοιμώξεις.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση της νόσου υποστηρίζεται από την παρουσία ανωμαλιών σε πλήρες αιμοδιάγραμμα ή σε επίχρισμα περιφερειακού αίματος και επιβεβαιώνεται από τον προσδιορισμό του ανοσοφαινότυπου.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Στην παιδική ηλικία, η επαγωγή της χημειοθεραπείας για την ALL συχνά ξεκινά με στεροειδή, αλκαλοειδή βίνκα, και ασπαραγινάση. Ακολουθεί, μετά την ανάκαμψη του μυελού των οστών, χημειοθεραπεία σταθεροποίησης, με αγωγές πολλαπλών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένης της υψηλής δόσης μεθοτρεξάτης. Οι θεραπείες συντήρησης, οι οποίες μπορεί να διαρκέσουν 2 έτη ή περισσότερο, περιλαμβάνουν μεθοτρεξάτη, μερκαπτοπουρίνες και άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες. Η προφύλαξη έναντι νόσου του κεντρικού νευρικού συστήματος, επιτυγχάνεται με ενδοραχιαία χορήγηση φαρμάκων. Στα νοσοκομεία αναφοράς, μερικές φορές χρησιμοποιείται η μεταμόσχευση αλλογενών βλαστοκυττάρων για την αντιμετώπιση της ανθεκτικής νόσου. Περίπου το 90% των αντιμετωπιζόμενων παιδιών επιτυγχάνουν ύφεση. Η 5ετής επιβίωση των παιδιών με ALL είναι περίπου 85%. Η ALL των ενηλίκων ανταποκρίνεται πολύ λιγότερο στη θεραπεία, περίπου μόνο το ένα τρίτο των ενήλικων ασθενών θεραπεύονται. Τόσο στην παιδική όσο και στην ενήλικη ALL, της επαγωγής της χημειοθεραπείας προηγείται χορήγηση αλλοπουρινόλης και ενυδάτωση για να αποφευχθεί η υπερουριχαιμία που προκαλείται από τη λύση του όγκου.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Περίπου το 80% των παιδιών και το ένα τρίτο των ενηλίκων θα θεραπευτούν, αλλά δεν είναι ασυνήθιστες οι όψιμες επιπλοκές της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
οξεία μέση ωτίτιδα

Η παρουσία υγρού στο μέσο ους, συνοδευόμενη από σημεία και συμπτώματα έντονης τοπικής ή συστηματικής λοίμωξης. Στις ΗΠΑ, υπολογίζεται ότι εμφανίζονται 12.000.000 περιστατικά μέσης ωτίτιδας κάθε χρόνο.

Αιτιoλoγια: Τα πιο κοινά αίτια είναι ιοί, όπως ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV) και ο ιός της γρίπης, και βακτήρια περιλαμβανομένου των Streptococcus pneumoniae, Haemophilus influenzae, και Moraxella catarrhalis.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Μπορεί να υπάρχει άλγος στο αυτί, ροή υγρού από τον ακουστικό πόρο και απώλεια της ακοής. Τα συστηματικά σημεία περιλαμβάνουν πυρετό, ευερεθιστότητα, κεφαλαλγία, λήθαργο, ανορεξία και έμετο.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Τα ρινικά αποσυμφο- ρητικά παρέχουν κάποια ανακούφιση σε ασθενείς με συμφόρηση του ανώτερου αναπνευστικού, αλλά δεν θα τροποποιήσουν την πορεία της νόσου. Τα αντιβιοτικά χορηγούνται συνήθως εμπειρικά για την κάλυψη των συνηθέστερων βακτηριακών παθογόνων, αν και μπορούν να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά σε αυτό το σύνδρομο. Το άλγος αντιμετωπίζεται συνήθως με ακεταμινοφαίνη ή ιβουπροφένη. Κάποιες ενδείξεις υποστηρίζουν ότι οι εμβολιασμοί έναντι των πιο κοινών ιικών νόσων (όπως η γρίπη και η RSV) μειώνουν την επίπτωση της οξείας μέσης ωτίτιδας.

O εμβολιασμός κατά του Streptococcus pneumoniae αποτρέπει τις λοιμώξεις του ωτός και περιορίζει την ανάγκη χορήγησης αντιβιοτικών σε παιδιά.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η οριστική διάγνωση βασίζεται σε παρακέντηση του τυμπάνου για την αναρρόφηση και καλλιέργεια του υγρού στο μέσο ους. Η εξέταση αυτή σπάνια εκτελείται στην τυπική περίθαλψη του εξωτερικού ασθενή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Επειδή κάποια παιδιά είναι ευαίσθητα στις υποτροπές, οι γονείς διδάσκονται να αναγνωρίζουν τα σημεία της μέσης ωτίτιδας και να αναζητούν ιατρική βοήθεια όταν τα παιδιά παραπονιούνται για άλγος ή παρατηρούν τα παιδιά να βιώνουν άλγος. Η αποτυχία στην αντιμετώπιση των οξέων και χρόνιων λοιμώξεων του ωτός, μπορεί να οδηγήσουν σε αυθόρμητη ρήξη του τυμπάνου, προσωρινή ή μόνιμη απώλεια της ακοής σε παιδιά, και επακόλουθες διαταραχές στην επικοινωνία. Κατά συνέπεια οι γονείς θα πρέπει να κατανοούν τη σημαντικότητα της κατάλληλης ιατρικής παρακολούθησης.

Aliases (separate with |): Οξεία μέση ωτίτιδα
οξεία μυελοειδής λευχαιμία

Μια ομάδα αιματολογικών κακοηθειών, στην οποία νεοπλαστικά κύτταρα αναπτύσσονται από μυελοειδή, μονοκυτταρικά, ερυθροκυτταρικά ή μεγακαρυοκυτταρικά πρόδρομα κύτταρα. Η AML είναι τέσσερις φορές πιο συνηθισμένη στους ενήλικες από ότι η οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ALL). Περιστασιακά, ακολουθεί μια μυελοδυσπλαστική διαταραχή ή απλαστική αναιμία, και κάποιες φορές είναι το αποτέλεσμα μιας συγγενούς διαταραχής ευθραύστων χρωμοσωμάτων, όπως το σύνδρομο του Fanconi. Όλες οι μορφές της AML χαρακτηρίζονται από τη νεοπλασματική αντικατάσταση του φυσιολογικού μυελού των οστών και την κυκλοφορία ανώριμων κυττάρων («βλάστες») στο περιφερειακό αίμα. Συνήθως, εμφανίζεται αναιμία και θρομβοκυτοπενία. Περιστασιακά, προσβάλλεται το κεντρικό νευρικό σύστημα και άλλα όργανα. Πλήρης ύφεση επιτυγχάνεται περίπου στο 65% των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία, και αποκρίσεις στην αντιμετώπιση που να διαρκούν 5 χρόνια επιτυγχάνονται στο 15% με 25% των ασθενών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Είναι χαρακτηριστικές οι γενετικές και χρωμοσωμικές ανωμαλίες, όπως αυτές που εντοπίζονται και σε άλλες λευχαιμίες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Είναι συνηθισμένη η κόπωση μετά από προσπάθεια ως αποτέλεσμα της αναιμίας, η αιμορραγία λόγω θρομβοκυτοπενίας, και οι λοιμώξεις λόγω έλλειψης φυσιολογικών λευκών αιμοσφαιρίων.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Χρησιμοποιούνται κυτταροτοξικές χημειοθεραπείες, με φάση επαγωγής, ακολουθούμενη από σταθεροποίηση. Τυπικά, χρησιμοποιείται αραβινοσική κυτοσίνη και μια ανθρακυκλίνη στη διάρκεια της επαγωγής. Μεταμόσχευση αλλογενούς μυελού των οστών χρησιμοποιείται όταν υπάρχει διαθέσιμος συμβατός δότης. Η μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων αποτελεί επιλογή για κάποιους ασθενείς με συγκεκριμένες κυτταρογενετικές ανωμαλίες.

Aliases (separate with |): Οξεία μυελοειδής λευχαιμία
οξεία παγκρεατίτιδα

Παγκρεατίτιδα αιφνίδιας έναρξης, με κύρια κλινικά γνωρίσματα το επιγαστρικό άλγος, τη ναυτία, τους εμέτους και τα αυξημένα επίπεδα παγκρεατικών ενζύμων στον ορό. Ενδέχεται επίσης να αναπτυχθούν, σε ποικίλο βαθμό, παγκρεατική φλεγμονή, νέκρωση, αιμορραγία, γάγγραινα ή σχηματισμός ψευδοκύστης. Η νόσος μπορεί να είναι σχετικά ήπια, οπότε και υποχωρεί σε 3 ή 4 μέρες, ή και αρκετά βαριάς μορφής ώστε να προκαλέσει πολλαπλή οργανική και συστημική ανεπάρκεια, καταπληξία και θάνατο (στο 5% περίπου των ασθενών).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι κοινότερες αιτίες της νόσου είναι η κατάχρηση οινοπνεύματος και η απόφραξη του παγκρεατικού πόρου από χολολίθους; λιγότερο συχνά, η παγκρεατίτιδα προκαλείται από: έκθεση σε φάρμακα (π.χ. θειαζιδικά διουρητικά, πενταμιδίνη και πολλά άλλα), υπερτριγλυκεριδαιμία, υπερκαλιαιμία, κοιλιακό τραύμα, ιογενείς λοιμώξεις (π.χ. παρωτίτιδα ή ίωση από ιό Coxsackie).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο ασθενής δεν πρέπει να λαμβάνει απολύτως τίποτα από του στόματος μέχρι να υποχωρήσουν το άλγος, η ναυτία και οι έμετοι και να παρέχουν ενδείξεις ομαλοποίησης οι διάφοροι διαγνωστικοί δείκτες (π.χ. τα επίπεδα λιπάσης του ορού). Μεταξύ των τυπικών υποστηρικτικών μέτρων περιλαμβάνεται η χορήγηση υγρών και ηλεκτρολυτών, μερικές φορές σε μεγάλες ποσότητες εάν παρατηρείται αφυδάτωση ή άτυπη κατανομή των υγρών στην κοιλιακή χώρα.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η εκ νέου χορήγηση τροφής στους ασθενείς πριν την αποκατάσταση της παγκρεατικής φλεγμονής οδηγεί συχνά σε υποτροπή.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Χρησιμοποιούνται αρκετές τεχνικές για τον καθορισμό της εξέλιξης της κατάστασης των ασθενών με παγκρεατίτιδα και την αξιολόγηση της πιθανής ωφελιμότητας της εντατικής θεραπείας. Η καλύτερη από αυτές είναι το σύστημα APACHE II· ταξινομεί τους ασθενείς με παγκρεατίτιδα με βάση 14 μετρήσιμες φυσιολογικές παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένων:

  1. της θερμοκρασίας του σώματος

  2. της καρδιακής συχνότητας

  3. της μέσης αρτηριακής πίεσης

  4. του αναπνευστικού ρυθμού

  5. των επιπέδων κρεατινίνης και νατρίου στον ορό

  6. του αρτηριακού pH

  7. του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων

  8. της κλίμακας κώματος Glasgow

  9. της ηλικίας (μεταξύ άλλων παραγόντων).

Άλλες μέθοδοι για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της κατάστασης σε περίπτωση παγκρεατίτιδας, βασίζονται σε ανωμαλίες που αποκαλύπτει η αξονική τομογραφία ή στην εκτίμηση άλλων φυσιολογικών κριτηρίων, όπως τα επίπεδα γλυκόζης και ασβεστίου στον ορό, η έλλειψη υγρών και η ηπατική λειτουργία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Χρησιμοποιούνται η ενδοφλέβια λήψη υγρών και η παρεντερική χορήγηση αντιεμετικών και αναλγητικών. Σε ασθενείς με επίμονη ναυτία και εμέτους μπορεί να εισαχθεί ένας ρινογαστρικός σωλήνας που να εκτελεί ήπια, διαλείπουσα αναρρόφηση. Σε ασθενείς με ενδείξεις παγκρεατίτιδας βαριάς μορφής πρέπει να δίνεται πλήρης παρεντερική διατροφή. Αυτοί οι ασθενείς ενδέχεται να βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση. Σ' αυτή την περίπτωση απαιτείται στενή παρακολούθηση των ζωτικών σημείων, της οξυγόνωσης και του αερισμού, της θερμοκρασίας του σώματος, του καρδιακού ρυθμού, των ηλεκτρολυτών, των επιπέδων ασβεστίου του ορού, της νεφρικής λειτουργίας, της συνολικής πρόσληψης και αποβολής, του σωματικού βάρους, καθώς και παρακολούθηση για πιθανή εκδήλωση παραληρήματος ή πολυοργανικής συστημικής ανεπάρκειας. Η οξεία παγκρεατίτιδα συχνά οδηγεί σε παρατεταμένη και πολύπλοκη νοσοκομειακή περίθαλψη. Καθ' όλη τη διάρκεια της νόσου πρέπει να εξασφαλίζονται ασκήσεις κινητικού εύρους, σωστή τοποθέτηση του πάσχοντος, προφύλαξη από την εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, στοματική υγιεινή, και άλλα μέτρα φυσικής υποστήριξης για την αποφυγή της καταβολής και των επιπλοκών που προκαλούνται σε μακροχρόνια περιστατικά. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένεια μπορεί να χρειαστούν ηθική και ψυχολογική υποστήριξη, ιδίως στην περίπτωση εμφάνισης επιπλοκών (πνευμονικές, καρδιαγγειακές, νεφρικές, ανοσολογικές και διαταραχές της πήξης). Μετά την αποθεραπεία της παγκρεατίτιδας, οι αλκοολικοί ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να αναζητήσουν βοήθεια στους Ανώνυμους Αλκοολικούς (Alcoholics Anonymous) ή άλλα υποστηρικτικά προγράμματα. Κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης μπορεί να βοηθήσει η συμπληρωματική παρακολούθηση από γαστρεντερολόγο, διατροφολόγο ή ιατρό πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Οι ασθενείς θα πρέπει να επιστρέφουν για άμεση επαναξιολόγηση εάν επανεμφανίσουν ναυτία, εμέτους, επιγαστρικό άλγος, πυρετούς ή ίκτερο μετά από εκκένωση.

Aliases (separate with |): Οξεία παγκρεατίτιδα
οξεία πρόσθια πολιομυελίτιδα

Οξεία λοίμωξη των προσθίων κεράτων της φαιάς ουσίας του νωτιαίου μυελού, η οποία από τότε που εισαχθήκαν τα αποτελεσματικά εμβόλια πολιομυελίτιδας, αποτελεί σπάνια νόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτήν την νόσο μπορεί να επέλθει ή όχι παράλυση. Στην πλειονότητα των ασθενών το νόσημα είναι ήπιο, περιοριζόμενο σε αναπνευστικά και γαστρεντερικά συμπτώματα, ούτως ώστε να αποτελεί την ήπια μορφή πολιομυελίτιδας, η οποία διαρκεί μόνο μερικές ημέρες. Στην σοβαρή μορφή της νόσου, αναπτύσσεται χώρα μυϊκή παράλυση ή αδυναμία, με απώλεια των επιπολής και εν τω βάθη αντανακλαστικών. Σε αυτές τις περιπτώσεις ανευρίσκονται χαρακτηριστικές βλάβες στην φαιά ουσία του νωτιαίου μυελού, του προμήκη μυελού, της κινητικής περιοχής του εγκεφαλικού φλοιού και της παρεγκεφαλίδας.

ΑΙΤΙΟΛΟΠΑ: Ο αιτιολογικός οργανισμός είναι ο ιός της πολιομυελίτιδας. Ο ιός που αποβάλλεται στα κόπρανα είναι ανθεκτικός και σταθερός και παραμένει ζωντανός για μήνες έξω από το σώμα. Υπάρχουν τρεις ανοσολογικοί τύποι. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται από 5-35 ημέρες, αλλά συνήθως ανέρχεται σε 7-12 ημέρες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η έναρξη είναι συνήθως αιφνίδια, αν και οι συνήθεις εκδηλώσεις ενός σοβαρού κρυολογήματος ή μερικών γαστρεντερικών διαταραχών μπορεί να εμφανιστούν βαθμιαία, συνοδευόμενες από ελαφριά ανύψωση της θερμοκρασίας που δεν διαρκεί περισσότερο από 3 ημέρες. Στο τέλος αυτής της περιόδου μπορεί να αναπτυχθεί ή όχι παράλυση. Η έκταση κάθε παράλυσης εξαρτάται από τον βαθμό της νευρικής προσβολής. Συνεπώς, η παράλυση μπορεί να περιορίζεται σε μια μικρή ομάδα μυών ή να προσβάλλει ένα ή όλα τα άκρα. Αν προσβληθούν οι αναπνευστικοί μύες, είναι πιθανό να επέλθει θάνατος. Στην περίπτωση που υπάρξει παράλυση, προσβάλλονται ιδιαίτερα οι εκτείνοντες μύες.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Μεταξύ των νόσων που συγχέονται με αυτή την λοίμωξη συμπεριλαμβάνονται οι διάφοροι τύποι μηνιγγίτιδας, η λοιμώδης εγκεφαλομυελίτιδα και οι διαταραχές μετατροπής.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ: Η ενεργός ανοσοποίηση με εμβόλια που περιέχουν αδρανοποιημένους ιούς πολιομυελίτιδας έχει ελαττώσει σημαντικά την επίπτωση της παραλυτικής πολιομυελίτιδας.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Η παράλυση, η μυϊκή ατροφία και οι παραμορφώσεις αποτελούν επιπλοκές της νόσου. Εκτός από την βρογχοπνευμονία, που μπορεί να αναπτυχθεί σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις, οι άλλες επιπλοκές είναι παραδόξως λίγες.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Συνήθως, η έκβαση είναι καλή (η θνησιμότητα από πολιομυελίτιδα είναι λιγότερη από 10%). Όταν αναπτυχθεί παράλυση, το 50% των ασθενών αποκαθίσταται πλήρως και το 25% περίπου θα έχει μια ελαφρά μόνιμη παράλυση.

Προοδευτική παράλυση μπορεί να λάβει χώρα χρόνια μετά την οξεία προσβολή. Αυτό το σύνδρομο (μεταπολιομυελιτικό σύνδρομο) εμφανίζεται συχνά πολλές δεκαετίες μετά την αρχική λοίμωξη.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Η πολιομυελίτιδα ενδημεί σε όλο τον κόσμο, αλλά είναι επιδημική σε συγκεκριμένες χώρες. Η πολιομυελίτιδα δεν είναι πλέον επιδημική στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ουσιαστικά, όλες οι περιπτώσεις των τελευταίων ετών σχετίζονται με τα εμβόλια. Στις χώρες που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως το εμβόλιο κατά της πολιομυελίτιδας, οι επιδημίες είναι εποχιακές και παρατηρούνται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Τα παιδιά είναι πιο επιρρεπή από ότι οι ενήλικες. Η λοίμωξη μεταδίδεται με την άμεση επαφή και ο ιός εισέρχεται στο σώμα πιθανόν διαμέσου του στόματος. Μεταναστεύει στο κεντρικό νευρικό σύστημα διαμέσου του αίματος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία είναι υποστηρικτική. Ο αναπνευστήρας χρησιμοποιείται σε ασθενείς με παράλυση των αναπνευστικών μυών. Η φυσιοθεραπεία χρησιμοποιείται για την επίτευξη της μέγιστης λειτουργικότητας και την αποτροπή παραμορφώσεων που αποτελούν όψιμες εκδηλώσεις της νόσου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Απαιτείται απόλυτη απομόνωση, με ταυτόχρονη απολύμανση των φαρυγγικών εκκρίσεων και των κοπράνων, ώστε να αποτραπεί μετάδοση του ιού. Διατηρείται ανοικτή η αναπνευστική οδός, ο ασθενής παρακολουθείται στενά για σημεία αναπνευστικής δυσχέρειας, χορηγείται οξυγόνο ανάλογα με τις ανάγκες και ένας δίσκος τραχειοτομίας τοποθετείται δίπλα από το κρεβάτι του ασθενούς.

Ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται υπό αυστηρή κατάκλιση κατά την οξεία φάση. Οι ήπιες ασκήσεις και η εφαρμογή θερμών επιθεμάτων ανά 20λεπτα διαστήματα ή τα λουτρά σε μπανιέρα για τα παιδιά, βοηθούν στην ανακούφιση του μυϊκού άλγους. Διατηρείται η ευθύγραμμη στάση του σώματος και ο ασθενής περιστρέφεται συχνά, για να αποτραπούν οι παραμορφώσεις και οι κατακλίσεις. Ένα ήπιο ηρεμιστικό ή αναλγητικό χορηγείται για την μείωση του άλγους και του άγχους και για την διευκόλυνση της ανάπαυσης. Ο ασθενής παρατηρείται για διάταση της ουροδόχου κύστης, λόγω μεταβατικής παράλυσης. Διατηρείται η προσωπική υγιεινή και η υγιεινή της στοματικής κοιλότητας. Προσφέρεται ορεκτική διατροφή, γιατί η ανορεξία είναι συχνή. Χορηγούνται αντιπυρετικά για την ελάττωση του πυρετού. Το ισοζύγιο και η αποβολή υγρών και ηλεκτρολυτών παρακολουθείται στενά. Χρησιμοποιείται μια σανίδα για τα πόδια, ώστε να αποτραπεί η πτώση τους. Παρέχεται ψυχολογική θεραπεία για να αντιμετωπίσει ο ασθενής την απώλεια της σωματικής του λειτουργίας και την παράλυση.

Aliases (separate with |): Οξεία πρόσθια πολιομυελίτιδα
οξεία ρινίτιδα

Οξεία ρινική συμφόρηση με αυξημένη έκκριση βλέννας. Η κατάσταση αυτή είναι η εκδήλωση του κοινου κρυολογήματος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Γενικά μέτρα περιλαμβάνουν την ανάπαυση, την επαρκή ενυδάτωση και την καλά ισορροπημένη διατροφή. Αναλγητικά και αντιπυρετικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την ανακούφιση του ασθενούς. Τα αντιβιοτικά δεν έχουν καμία αξία και δεν πρέπει να χορηγούνται. Τα αντιισταμινικά μπορεί να ανακουφίσουν πρώιμα συμπτώματα, αλλά δεν αποτρέπουν, ουτε τροποποιούν την πορεία της νόσου. Εισπνεόμενο ιπρατρόπιο μειώνει τις εκκρίσεις. Αγγειοσυσπαστικά με τη μορφή εισπνεόμενων, ρινικά εκνεφώματα ή σταγόνες μπορεί να δώσουν προσωρινή ανακούφιση. Η χρήση τους παρεμποδίζει την ανάπτυξη λοίμωξης του μέσου ωτός, με τη διατήρηση της βατότητας της ευσταχιανής σάλπιγγας.

Aliases (separate with |): Οξεία ρινίτιδα
οξεία σκωληκοειδίτιδα

Συνηθισμένη μορφή εκδήλωσης της σκωληκοειδίτιδας. Οι κλασσικές εκδηλώσεις, που αφορούν στο 60% των περιπτώσεων, είναι το κοιλιακό άλγος (αρχικά διάχυτο και προοδευτικώς εντοπισμένο στο δεξιό κάτω κοιλιακό τεταρτημόριο) η απώλεια της όρεξης, η ναυτία, ο πυρετός και η αύξηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων). Η νόσος είναι πιο συνηθισμένη στους άνδρες και γενικά εμφανίζεται στις νεαρές ηλικίες, μεταξύ 10 και 20 ετών, σπάνια πριν από τα 2 έτη και μετά την ηλικία των 50. Παρ όλα αυτά είναι σημαντικό να τίθεται στη διαφορική διάγνωση σε κάθε περίπτωση κοιλιακού άλγους ακόμα και σε πιο ηλικιωμένους ενήλικες. Όσο αργότερα τεθεί η διάγνωση, τόσο υψηλότερη είναι και η συχνότητα των επιπλοκών, όπως είναι ο σχηματισμός αποστήματος, η ρήξη της σκωληκοειδούς απόφυσης, η σήψη και ο θάνατος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά Εκτιμάται η παρουσίατυχόν σημείων ή συμπτωμάτων σκωληκοειδίτιδας, όπως είναι η αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος· η ναυτία ή ο εμετός· η έναρξη, η εντόπιση και ένταση του πόνου· η αναπηδώσα ευαισθησία· η δυσκοιλιότητα ή η διάρροια· και ο αυξημένος αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων. Εξασφαλίζεται ένα άνετο περιβάλλον για τον ασθενή ο οποίος παράλληλα προετοιμάζεται σωματικά και ψυχολογικά για το χειρουργείο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Προκειμένου να αποτραπεί η πιθανή ρήξη της φλεγμένουσας σκωληκοειδούς απόφυσης, θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση καθαρτικών και υποκλυσμών.

Μετεγχειρητικά: Παρακολουθούνται και καταγράφονται τα ζωτικά σημεία, οι εντερικοί ήχοι, τα κοιλιακά αέρια, οι αναπνευστικοί ήχοι, η πρόσληψη και αποβολή υγρών συμπεριλαμβανομένων των χορηγούμενων ενδοφλέβιων υγρών. Ο ασθενείς τοποθετείται σε άνετη θέση (σε θέση Fowler αν υπάρχει ρήξη σκωληκοειδούς ή περιτονίτιδα). Παρέχονται αναλγητικά φάρμακαι ή άλλα αναλγητικά μέσα. Ενθαρύνονται οι αλλαγές θέσεως, οι βαθειές αναπνοές, ο βήχας και η πρώιμη κινητοποίηση. Η ικανότητα του ασθενούςνα ουρεί ελέγχεται και καταγράφεται. Χορηγούνται αντιβιοτικά αν απαιτείται. Οι επίδεσμοι ελέγχονται για αιμορραγία ή εκκρίσεις και τα ευρήματα καταγράφονται. Ο ασθενής προετοιμάζεται να επιστρέψει στο σπίτι του την εργασία του και σε άλλες δραστηριότητες. ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση είναι εύκολη όταν ο πόνος τελικά εντοπιστεί σε δεξιό κάτω τεταρτημόριο, και συνοδεύεται από αναπηδώσα ευαισθησία και σύσπαση του δεξιού ορθού κοιλιακού μυ ή σημείο McBurney. Διαγνωστικές δυσκολίες είναι δυνατόν να προκύψουν εξαιτίας του ότι η ανατομική εντόπιση της σκωληκοειδούς απόφυσης μπορεί να ποικίλλει με αποτέλεσμα ο πόνος να μπορεί να εντοπιστεί στην πύελο, στο δεξιό άνω τεταρτημόριο ή να είναι εντοπισμένος αλλού. Η ταχυκαρδία και η μέτρια έως έντονη δυσφορία είναι συνηθισμένα ευρήματα. Στη διαφορική διάγνωση αυτών των εκδηλώσεων θα πρέπει επίσης να τεθεί κάποια κρίση φλεγμονώδους νοσήματος του εντέρου, μεσεντέρια αδενίτιδα, φλεγμονή της πυέλου και πολλά άλλα νοσήματα. Όταν τεθεί η υποψία αυτής της διάγνωσης στις γυναίκες θα πρέπει να διαφοροδια-γνωστεί από τον πόνο της ωορρηξίας (πόνος στα μέσα της έμμηνου ρύσης), τη ρήξη έκτοπης κύησης, της συστροφή της ωοθήκης και τα φλεγμονώδη νοσήματα της πυέλου. Προκειμένου να διευκολυνθεί η προεγχειρητική διάγνωση πραγματοποιούνται απεικονιστικές εξετάσεις όπως είναι το υπερηχογράφημα ή η αξονική τομογραφία.

Aliases (separate with |): acute appendicitis|Οξεία σκωληκοειδίτιδα
οξεία φαρυγγίτιδα

Φλεγμονή με άλγος του φάρυγγα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν κακουχία, πυρετό, δυσφαγία, άλγος στο φάρυγγα και δυσκαταποσία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ Η τοπική θεραπεία περιλαμβάνει τις γαργάρες, τις παστίλιες και την τοπική χορήγηση φαρμάκων στον στοματοφάρυγγα. Η γενική θεραπεία περιλαμβάνει την κατάκλιση, την επαρκή χορήγηση υγρών και τα αναλγητικά. Αν υπάρχει ένδειξη βακτηριακής λοίμωξης, θα πρέπει να χορηγηθεί ένα κατάλληλο αντιβιοτικό.

Aliases (separate with |): Οξεία φαρυγγίτιδα
οξείδιο του αιθυλενίου

Μια χημική ένωση, C2H4O, η οποία στην αέρια κατάσταση χρησιμοποιείται για την αποστείρωση υλικών που δεν μπορούν να αντέξουν τη θερμότητα ή τον ατμό. Χρησιμοποιείται ακόμη και ως μέσο καπνισμού.[EtO]

Aliases (separate with |): EtO|Οξείδιο του αιθυλενίου
οξύ ουρηθρικό σύνδρομο

Σύνδρομο που αφορά τις γυναίκες και χαρακτηρίζεται από οξεία δυσουρία, συχνουρία και απουσία σημαντικής βακτηριουρίας· μπορεί να υπάρχει ή όχι πυουρία· η αιτία είναι άγνωστη, αλλά είναι σημαντικό να καθορισθεί εάν υπάρχει συγκεκριμένη βακτηριακή λοίμωξη της κύστης ή του κόλπου προκειμένου να χορηγηθούν τα κατάλληλα φάρμακα. Το σύνδρομο αναφέρεται σαν «κυστίτιδα του μήνα του μέλιτος» εξαιτίας του ότι μπορεί να παρατηρηθεί σε περιόδους έντονης σεξουαλικής δραστηριότητας. το ιστορικό της ασθένειας, συμπεριλαμβανομένων των γεγονότων που επιδεινώνουν ή περιορίζουν τα συμπτώματα. Η ένταση και η φύση του πόνου της ασθενούς, η εντόπιση της και η πιθανή αντανάκλασή του, η συχνότητα και η διάρκειά του, θα πρέπει να επιβεβαιώνονται. Η ασθενής καθοδηγείται για το πως θα πρέπει να συλλέξει «καθαρό» δείγμα κατά το μέσο της ούρησης και το πως θα πρέπει να προετοιμασθεί για την εξέταση του κόλπου. Εάν τεθεί η διάγνωση βακτηριακής κυστίτιδας ή κολπίτιδας, θα πρέπει να εξηγηθεί στην ασθενή ποια θα πρέπει να είναι τα απαραίτητα θεραπευτικά μέτρα.

Aliases (separate with |): Οξύ ουρηθρικό σύνδρομο
οξύ πνευμονικό τραύμα

Μια κλινικά βαριά, αιφνίδια ελάττωση της πνευμονικής λειτουργίας, που χαρακτηρίζεται από διηθήσεις και στα δύο πνευμονικά πεδία και σημαντική ελάττωση του κορεσμού οξυγόνου στο αρτηριακό αίμα. Δεν υπάρχουν στοιχεία πως η κατάσταση προκαλείται από αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια. Η κατάσταση αυτή μοιάζει με το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων (ARDS). Όπως το ARDS, και το ALI μπορεί να είναι απειλητικό για την ζωή.

Aliases (separate with |): Οξύ πνευμονικό τραύμα
οξυγόνο
  1. Ένα ιατρικό αέριο που χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της αναιμίας, της αιμορραγίας, του ισχαιμικού σοκ, του πνευμονικού οιδήματος, της πνευμονίας, της αναπνευστικής δυσχέρειας, της αναπνευστικής ανεπάρκειας, της αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, της πνευμονικής εμβολής, του εμφράγματος του μυοκαρδίου, της νόσου των ορέων, της εισπνοής καπνού, της δηλητηρίασης με μονοξείδιο του άνθρακα ή κυάνιο, της γάγγραινας και άλλων νόσων όπου η παρουσία του στο σώμα είναι προσωρινά ή χρονίως ανεπαρκής.

Βλ.: oxygen therapy

  1. ΣΥΜΒ.: O.

Ένα μη μεταλλικό στοιχείο που εντοπίζεται ελεύθερο στην ατμόσφαιρα (αποτελεί περίπου το 21% στο επίπεδο της θάλασσας) ως άχρωμο, άοσμο, άγευστο αέριο· ατομικό βάρος 15.9994, ατομικός αριθμός 8. Αποτελεί συστατικό των ζωικών, φυτικών και ανόργανων ενώσεων, και είναι θεμελιώδες για την αναπνοή στους περισσότερους ζώντες οργανισμούς. Στο επίπεδο της θάλασσας, αντιπροσωπεύει το 10% με 16% του φλεβικού αίματος και το 17% με 21% του αρτηριακού αίματος.

Το οξυγόνο απορροφάται από τους περισσότερους ζώντες οργανισμούς. Στη διάρκεια της φωτοσύνθεσης παράγεται στα πράσινα φυτά από διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Όταν το οξυγόνο χρησιμοποιείται στην κυτταρική αναπνοή, τα τελικά προϊόντα είναι νερό και διοξείδιο του άνθρακα, το τελευταίο από τα οποία επιστρέφεται στην ατμόσφαιρα.

Το οξυγόνο ενώνεται άμεσα με άλλα στοιχεία, σχηματίζοντας οξείδια. Όταν συνδέεται με μια άλλη ένωση, η διαδικασία ονομάζεται οξείδωση. Όταν ο συνδυασμός γίνεται αρκετά γρήγορα ώστε να παραχθεί φως και θερμότητα, η διαδικασία ονομάζεται καυση.

ΧΟΡΗΓΗΣΗ: Το οξυγόνο χορηγείται μέσω μάσκας, ρινικοΰ σωλήνα, σκηνής ή αεροστεγοΰς θαλάμου, όπου η πίεση μπορεί να αυξηθεί. Ανεξάρτητα από τον τρόπο χορήγησης, είναι σημαντική η επαρκής ΰγρανσή του. Είναι επιθυμητή η χορήγηση οξυγόνου με οποιοδήποτε ρυθμό θεωρείται απαραίτητος, για την αΰξηση του οξυγόνου στον εισπνεόμενο αέρα κατά 50%.

Aliases (separate with |): Οξυγόνο
οξύς πόνος

Πόνος τυπικά προκαλούμενος από ξαφνική κάκωση (π.χ. κάταγμα) ή ασθένεια (π.χ. οξεία λοίμωξη) και ο οποίος συνοδεύεται από φυσικά σημεία όπως αυξημένη καρδιακή συχνότητα, αυξημένη αρτηριακή πίεση, μυδρίαση, εφίδρωση ή υπεραερισμό. Ανάλογα με τη σοβαρότητα του υποκειμένου ερεθίσματος, το οξύ άλγος μπορεί να αντιμετωπιστεί με ακεταμινοφαίνη ή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ακινητοποίηση και ανύψωση του τραυματισμένου μέρους του σώματος, ή τοπική εφαρμογή θερμότητας ή πάγου. Ιδιαίτερα σοβαρές μορφές οξέος πόνου, όπως εκείνος των σπασμένων πλευρών ή μιας ισχαιμικής περιοχής, μπορεί να απαιτούν τη χορήγηση ναρκωτικών ουσιών, συχνά με επιπρόσθετους χημικούς παράγοντες, όπως η υδροξυζίνη για ανακούφιση, ή αντιεμετικών.

Aliases (separate with |): Οξύς πόνος
οξυτενή κονδυλώματα

Τα οξυτενή κονδυλώματα προκαλούνται από τον ιό των θηλωμάτων του ανθρώπου (HPV). Στις γυναίκες, τα κονδυλώματα αυτά πιθανόν να σχετίζονται με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Εκτιμάται ότι κάθε χρόνο εμφανίζονται 1 εκατομμύριο νέες περιπτώσεις οξυτενών κονδυλωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων είναι η τοπική εφαρμογή χημικών ουσιών όπως η ποδοφυλλίνη, η θεραπεία με λέιζερ, η χειρουργική επέμβαση και η ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη α-2a, έχουν χρησιμοποιηθεί με διάφορους βαθμούς επιτυχίας. Πάντως δεν υπάρχει καμία πλήρως ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για τα οξυτενή κονδυλώματα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ιστορικό για τις σεξουαλικές επαφές χωρίς προστασία με σύντροφο με γνωστή λοίμωξη, με ένα νέο σύντροφο ή με πολλαπλούς συντρόφους. Για να εξεταστεί ο ασθενής, να ληφθεί ένα δείγμα ή να γίνουν οι σχετικές διαδικασίες, λαμβάνονται γενικά μέτρα προφύλαξης. Ο επαγγελματίας υγείας εξετάζει τα γεννητικά όργανα για κονδυλώματα που αναπτύσσονται στις υγρές επιφάνειες των γεννητικών οργάνων, όπως είναι ο υπό την ακροποσθία σάκος, το στόμιο της ουρήθρας και, λιγότερο συχνά, ο κορμός του πέους ή το όσχεο στους άνδρες και το αιδοίο και τα τοιχώματα του κόλπου και του τραχήλου στις γυναίκες. Και στα δύο φύλα, τα κονδυλώματα μπορεί να επεκταθούν στο περίνεο και στην περιπρωκτική περιοχή. Τα κονδυλώματα αρχίζουν ως μικροσκοπικά ροζ ή ερυθρά επάρματα και μπορούν να φθάσουν σε μέγεθος τα 10 εκατοστά και να αποκτήσουν μίσχο. Τα πολλαπλά κονδυλώματα αποκτούν εικόνα κουνουπιδιού. Ο ασθενής συνήθως δεν αναφέρει άλλα συμπτώματα, όμως λίγοι παραπονούνται για κνησμό και άλγος. Οι επιμολυσμένες περιοχές γίνονται δύσοσμες. Ο ασθενής παρακολουθείται για σημεία καρκίνου στα γεννητικά όργανα και για λοίμωξη. Η ατμόσφαιρα δεν πρέπει να είναι απειλητική και επικριτική για να μπορέσει ο ασθενής να εκφράσει τα συναισθήματά του για τις αλλαγές που αντιλαμβάνεται στη σεξουαλική του συμπεριφορά και στην εικόνα του σώματος του. Συνιστάται αποχή από το σεξ ή χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή μέχρι να ολοκληρωθεί η ίαση. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώσει τους σεξουαλικούς του συντρόφους σχετικά με τον κίνδυνο γεννητικών κονδυλωμάτων και την ανάγκη εξέτασης. Ο ασθενής πρέπει να ελεγχθεί για τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) και για άλλα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα. Τα γενετικά κονδυλώματα μπορούν να υποτροπιάσουν και ο ιός μπορεί να μεταλλαχθεί, προκαλώντας κονδυλώματα από διαφορετικό στέλεχος. Ο ασθενής πρέπει να επανέρχεται για εβδομαδιαία θεραπεία μέχρι να αφαιρεθούν όλα τα κονδυλώματα και μετά να προγραμματίσει μια επίσκεψη παρακολούθησης σε 3 μήνες, αφού έχουν εξαφανιστεί όλα τα κονδυλώματα. Οι γυναίκες πρέπει να κάνουν τεστ Παπανικολάου κάθε 6 μήνες.

Aliases (separate with |): Οξυτενή κονδυλώματα
οπίσθιο εξάρθρημα ισχίου

Μία εξάρθρωση του ισχίου στη ραχιαία επιφάνεια των λαγόνιων ή στην ισχιακή εγκοπή. Οι περισσότερες οπίσθιες εξαρθρώσεις ισχίων συμβαίνουν, όταν το ισχίο κάμπτεται και προσάγεται και μία βίαια επιμήκης δύναμη εφαρμόζεται στο μηριαίο οστό που πιέζει την κεφαλή του μηριαίου οπίσθια σε σχέση με την κοτύλη. Αυτός ο μηχανισμός συχνά παρατηρείται σε αυτοκινητιστικά ατυχήματα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η κατάσταση χαρακτηρίζεται από έσω στροφή του μηρού με κάμψη, αναστροφή, προσαγωγή και βράχυνση· πόνο και ευαισθησία· και μία απώλεια της λειτουργικότητας με ακινησία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο ασθενής πρέπει αρχικά να αναισθητοποιηθεί και έπειτα να τοποθετηθεί στην ραχιαία θέση με το πόδι λυγισμένο στον μηρό και το άλλο πάνω από την κοιλία. Ο μηρός προσάγεται και στρέφεται προς τα έξω. Η περιστροφή πραγματοποιείται προς τα έξω, διαγώνια της κοιλίας και πίσω στην ευθεία θέση. Μπορεί να απαιτηθεί έλξη.

Aliases (separate with |): posterior hip dislocation|Οπίσθιο εξάρθρημα ισχίου
οπισθοπεριτοναϊκός χώρος

Περιοχή της κοιλιακής χώρας πίσω από τα μεγάλα όργανα της κοιλίας (συμπεριλαμβανομένου του εντέρου).

Aliases (separate with |): Οπισθοπεριτοναϊκός χώρος
οπισθοπτερνική εξόστωση

Παθολογική ανάπτυξη οστού πάνω από την κατάφυση του Αχίλλειου τένοντα στην πτέρνα. Η εκλαϊκευμένη έκφραση «εξόγκωμα από σκαρπίνι» προέρχεται από τη σχέση της κατάστασης αυτής με τα στενά παπούτσια που «χτυπάνε» στη φτέρνα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Σχηματίζεται ένα σκληρό οζίδιο πάνω από την κατάφυση του Αχίλλειου τένοντα. Η περιοχή εμφανίζει φλεγμονή και είναι ευαίσθητη στην αφή. Οι ασθενείς εκδηλώνουν συχνά δυσκαμψία του οπισθίου ποδός και ελάττωση της ικανότητας πρηνισμού. Ο ασθενής μπορεί να αναφέρει άλγος κατά την πελματιαία κάμψη υπό αντίσταση (π.χ. κατά τη φάση στήριξης στα ακροδάκτυλα κατά τη βάδιση). Τα συμπτώματα μπορεί να αυξηθούν σε ένταση όταν ο ασθενής φορά στενά παπούτσια.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Φυσικοί παράγοντες και αντιφλεγμονώδη φάρμακα χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της φλεγμονώδους διεργασίας. Ο ασθενής πρέπει να φορά χαλαρά παπούτσια ή υποδήματα με ανοικτή φτέρνα, όπως τα σανδάλια, όποτε είναι δυνατό. Η διαταραγμένη εμβιομηχανική των ποδιών πρέπει να διορθώνεται, όταν διαπιστώνεται.

Aliases (separate with |): Οπισθοπτερνική εξόστωση
οπτική νευροπάθεια

Παθολογικός τραυματισμός των οπτικών νεύρων ή διαταραχές της αιμάτωσης τους. Συνήθως, μόνον ο ένας οφθαλμός επηρεάζεται. Έχουν περιγραφεί διάφορες μορφές, περιλαμβανομένης της ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας, η οποία παρατεινόμενη οδηγεί στην τύφλωση του επηρεασμένου ματιού, την οπτική νευρίτιδα εξαιτίας οξείας απομυέλωσης των οπτικών νευρικών ινών, τη διηθητική οπτική νευροπάθεια, στην οποία το νεύρο συμπιέζεται από έναν όγκο ή ένα ανεύρυσμα και την οπτική νευροπάθεια εξαιτίας τοξικών διατροφικών παραγόντων (πχ, μεθανόλη ή συνδυασμένη έλλειψη θρεπτικών και βιταμινών).

Aliases (separate with |): Οπτική νευροπάθεια
οπτικό νεύρο

To δεύτερο ζεύγος κρανιακών νεύρων, αισθητήριο της όρασης. Κάθε ένα σχηματίζεται από τους άξονες γαγγλιακων νευρώνων του αμφιβληστροειδούς και διέρχεται οπίσθια στο οπτικό χίασμα όπου οι διάμεσες ίνες διασταυρώνονται προς την αντίθετη πλευρά. Όλες οι ίνες απολήγουν στον πλευρικό γονατώδη πυρήνα του θαλάμου, οι θαλαμικοί νευρώνες συνεχίζουν στην οπτική μοίρα του οπτικού λοβού.

Aliases (separate with |): Οπτικό νεύρο
ορθό ή απευθυσμένο

Το κατώτερο τμήμα του παχέος εντέρου, μήκους περίπου 12,7 cm μεταξύ του σιγμοειδούς κόλου και του πρωκτικού πόρου. Η λεία μυική στιβάδα του είναι ο τελεστής για το αντανακλαστικό της αφόδευσης, τα κύτταρα τα αντανακλαστικά για το οποίο είναι στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ιερό τμήμα του νωτιαίου μυελού.

Aliases (separate with |): Ορθό ή απευθυσμένο
ορθοκολικός καρκίνος

Κακοήθεια του εντέρου ή του ορθού. Σε κάποια στιγμή της ζωής τους, ένα 6% των Αμερικάνων θα εμφανίσει την ασθένεια. Το 2003, η Αμερικανική Αντικαρκινική Ένωση εκτίμησε ότι 147.000 Αμερικάνοι θα διαγνωσθούν με ορθοκολικό καρκίνο και ότι ο ορθοκολικός καρκίνος θα προκαλέσει 57.000 θανάτους.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο καρκίνος εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό της ασθένειας, σε αυτούς με πολυποδίαση παχέος εντέρου και σε άτομα με φλεγμονώδεις εντερικές παθήσεις, όπως η ελκώδης κολίτιδα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα μπορεί να απουσιάζουν, ή να περιλαμβάνουν μεταβολές στα συνήθη πρότυπα της εντερικής λειτουργίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς άνω των 40, πρόσφατη εκδήλωση δυσκοιλιότητας, διάρροιας ή τεινεσμού σε πιο ηλικιωμένο ασθενή, ζωηρό κόκκινο ή σκοτεινό αίμα στα κόπρανα. Τα εργαστηριακά ευρήματα μπορεί να περιλάβουν σιδηροπενική αναιμία ή θετικό αποτέλεσμα παρουσίας αίματος στα κόπρανα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση μπορεί να υποδειχθεί από ευρήματα δακτυλικής εξέτασης πρωκτού, επισκόπησης, εύκαμπτης ή άκαμπτης σιγμοειδοσκοπίας, κολονοσκοπίας, εικονικής κολονοσκοπίας ή εξέτασης με βαριούχο υποκλυσμό. Επιβεβαιώνεται με βιοψία των ύποπτων αλλοιώσεων. Η εξέταση ασυμπτωματικών ανδρών και γυναικών με μέσο κίνδυνο πρέπει να ξεκινήσει στα 50 με κάποιον από τους πολλούς ελέγχους: ετήσιο κατ' οίκον έλεγχο της παρουσίας αίματος στα κόπρανα, εύκαμπτη σιγμοειδοσκοπία ανά 5 έτη ή κολονοσκοπία κάθε 10 χρόνια. Ούτε η δακτυλική εξέταση ούτε ο έλεγχος ενός μόνο δείγματος κοπράνων παράσχει επαρκή έλεγχο. Οι ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για ορθοκολικό καρκίνο (δηλ., εκείνοι οι οποίοι είχαν προηγούμενα ορθοκολικά αδενώματα, ή εκτιμημένους καρκίνους ή ιστορικό ελκώδους κολίτιδας ή καρκίνο του εντέρου συγγενούς πρώτου βαθμού μικρότερου των 60 πρέπει να πραγματοποιούν ελέγχους συχνότερα και σε μικρότερη ηλικία. Όταν διαγνωσθεί ορθοκολικό καρκίνωμα, πραγματοποιούνται επιπρόσθετοι έλεγχοι προκειμένου να προσδιορισθεί το στάδιο της ασθένειας (ακτινογραφίες θώρακα, αξονική τομογραφία, απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού και αιματολογικές εξετάσεις, περιλαμβανομένων των επιπέδων καρκινοεμβρυονικών αντιγόνων και εξετάσεων της ηπατικής λειτουργίας).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η χειρουργική εκτομή μέσω λαπαροτομίας ή λαπαροσκοπίας μπορεί να θεραπεύσει εντοπισμένο ορθοκολικό καρκίνο. Οι θεραπείες με έκδοχα μπορεί να περιλάβουν χημειοεμβολή των αιμοφόρων αγγείων που τρέφουν τον πρωτογενή όγκο ή τις μεταστάσεις του, ακτινοθεραπεία, βραχυθεραπεία, χημειοθεραπεία και κρυοχειρουργική (για μεταστάσεις στο ήπαρ).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι φορείς ιατρικής φροντίδας πρέπει να διδάξουν στους ασθενείς τη σημασία του ορθοκολικού ελέγχου και να υποδείξουν εφαρμόσιμες αλλαγές στον τρόπο ζωής (π.χ., σίτιση με χαμηλές σε λιπαρά τροφές, διατήρηση φυσιολογικού δείκτη σωματικού βάρους). Οι ασθενείς με οικογενή σύνδρομα καρκίνου του εντέρου, όπως η οικογενής εντερική αδενωματώδης πολυποδίαση του εντέρου πρέπει να συμβουλεύονται προσεκτικά για την ανάγκη στενής παρακολούθησης από γαστρεντερολόγους.

Η ασπιρίνη και άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα φαίνεται να ελαττώνουν τον αριθμό εντερικών πολυπόδων, μειώνοντας επομένως τον κίνδυνο ανάπτυξης ορθοκολικού καρκίνου. Οι ασθενείς οι οποίοι ενδιαφέρονται για μια τέτοια θεραπεία πρέπει να συζητήσουν τους δυνατούς κινδύνους με τους επιβλέποντες ιατρούς τους.

Ασθενείς διαγνωσμένοι με ορθοκολικό καρκίνο οι οποίοι υφίστανται χειρουργική επέμβαση χρειάζονται συμβουλή σχετικά με την επέμβαση, τη διάρκεια της ανάκαμψης και σε πολλές περιπτώσεις τη χρήση μετεγχειρητικής κολοστομίας για την αφόδευση. Πριν την επέμβαση ένας θεραπευτής ειδικός στις στομίες, συμβουλεύει το χειρουργό σχετικά προς την κατάλληλη θέση για τη διάνοιξη στομίας και σημειώνεται η θέση στην κοιλιακή χώρα. Ο θεραπευτής απαντά σε ερωτήσεις του ασθενούς και της οικογένειάς του και ξεκινά την ανάπτυξη μιας σχέσης εμπιστοσύνης, η οποία θα υποστηρίξει τον ασθενή καθ' όλη τη μετεγχειρητική παρακολούθηση και διδασκαλία.

Aliases (separate with |): colorectal cancer|Ορθοκολικός καρκίνος
ορμόνη
  1. Μία ουσία που προέρχεται από ένα όργανο, αδένα ή μέρος του σώματος και μεταφέρεται διαμέσου του αίματος σε άλλο μέρος του σώματος, διεγείροντας χημικά αυτό το μέρος να αυξήσει ή να μειώσει την λειτουργική του δραστηριότητα ή να αυξήσει ή να μειώσει την έκκριση μιας άλλης ορμόνης.

  2. Η έκκριση των ενδοκρινών αδένων (π.χ., ινσουλίνη από το πάγκρεας).

Aliases (separate with |): Ορμόνη
ορονοσία

Παθολογική (υπερευαισθησία τύπου ΙΙΙ) ανοσολογική αντίδραση, η οποία αναπτύσσεται μετά από χορήγηση ξένων αντιγόνων, κυρίως αντιορών που λαμβάνονται από άλογα ή άλλα ζώα. Ο ορός ζώων χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για την παθητική ανοσοποίηση έναντι μολυσματικών ασθενειών, αλλά τώρα τυγχάνει περιορισμένης χρήσης για αντιτοξίνες, μονοκλωνικά αντισώματα, και αντι-λεμφοκυτταρικές σφαιρίνες. Η ορονοσία μπορεί επίσης να προκληθεί από τη χορήγηση πενικιλινών και άλλων φαρμάκων. Σχηματίζονται συμπλέγματα αντιγόνου-αντισώματος, τα οποία αποτίθενται στα τοιχώματα των μικρών αιμοφόρων αγγείων, διεγείροντας μια φλεγμονώδη αντίδραση, η οποία προκαλεί κνησμώδες εξάνθημα, πυρετό, αρθρικό άλγος και οίδημα, μυαλγίες και διόγκωση των λεμφαδένων, 7 έως 14 ημέρες μετά την έκθεση. Η θεραπεία περιλαμβάνει σαλικυλικά (όπως η ασπιρίνη) και αντιϊ-σταμινικά για την ελαχιστοποίηση της φλεγμονής. Μπορούν να χορηγηθούν κορτικοστεροειδή για την αντιμετώπιση βαριών συμπτωμάτων.

Aliases (separate with |): Ορονοσία
ορός
  1. Κάθε ορώδες υγρό το οποίο ενυδατώνει τις επιφάνειες ορογόνων μεμβρανών.
  2. Το υδάτινο τμήμα του αίματος που απομένει μετά την πήξη· το υγρό που προκύπτει όταν το αίμα αφεθεί για αρκετό διάστημα ώστε να συρρικνωθεί το πήγμα.
  3. Υγρό το οποίο προέρχεται από το αίμα και περιέχει αντισώματα έναντι συγκεκριμένου μικροοργανισμού. Χρησιμοποιείται για την παροχή άμεσης παθητικής ανοσίας σε κάποιον, ο οποίος έχει εκτεθεί στον ίδιο μικροοργανισμό.
Aliases (separate with |): Ορός
ορχικός καρκίνος, βλαστικών κυττάρων

Μια ομάδα κακοήθων ασθενειών των όρχεων που περιλαμβάνουν χοριοκαρκινώματα, εμβρυικά καρκινώματα, σεμινώματα, σπερματοκυστικά σεμινώματα, όγκους της φυλετικής χορδής, τερατώματα, και όγκους με μείγματα πολλών διαφορετικών κακοηθών κυτταρικών τύπων.

Aliases (separate with |): testicular cancer, germ-cell|Ορχικός καρκίνος, βλαστικών κυττάρων
οστεοαρθρίτιδα

Ένας τύπος αρθρίτιδας χαρακτηριζόμενος από προϊούσα εκφύλιση του χόνδρου στις διαρθρώσεις και στους σπονδύλους. Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τη γήρανση, την παχυσαρκία, την υπέρχρηση ή κατάχρηση των αρθρώσεων σε αθλήματα ή επίπονα επαγγέλματα, και τον τραυματισμό. Η αντιμετώπιση είναι υποστηρικτική, χρησιμοποιώντας άσκηση ισορροπημένη με ξεκούραση, θερμότητα, μείωση του βάρους εάν είναι απαραίτητο και αναλγητικά. Εάν αυτά τα μέτρα είναι ανεπιτυχή στον έλεγχο του άλγους, μπορεί να είναι απαραίτητη η αντικατάσταση της άρθρωσης, ανάλογα όμως με την άρθρωση που επηρεάζεται.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ρυθμός των δραστηριοτήτων ρυθμίζεται ώστε να αποτρέπεται η υπερβολική κόπωση ή ο ερεθισμός των αρθρώσεων, και παρέχεται ανάπαυση μετά τη δραστηριότητα. Προσφέρεται υποστήριξη για να βοηθηθεί ο ασθενής στην αντιμετώπιση των περιορισμών της κινητικότητας. Στον ασθενή χορηγοΰνται προγράμματα άσκησης και θεραπείας για τις επηρεασμένες αρθρώσεις, περιλαμβανομένου των διαθερμιών, των ασκήσεων ευρους της κίνησης μέχρι το όριο έναρξης του πόνου, της διατήρησης του ιδανικου βάρους σώματος και στάσης, της χρήσης υποστηρικτικών συσκευών και μέτρων οικιακής ασφάλειας όπως υποδεικνύονται.

Aliases (separate with |): Οστεοαρθρίτιδα
οστεοκλάστης
  1. Οστεοκλάστης, μια συσκευή για τη θραύση οστών με θεραπευτικούς σκοπούς.

  2. Oστεοκλάστη. Ένα γιγάντιο πολυπύρηνο κύτταρο που σχηματίζεται στο μυελό των αυξανόμενων οστών. Oι οστεοκλάστες εντοπίζονται σε εντυ-πώματα στην επιφάνεια των οστών, που καλούνται βοθρία του Howship. Απορροφώντας άλατα του ασβεστίου, αφαιρούν τον πλεονάζοντα οστέινο ιστό, όπως στην αναδιαμόρφωση των αυξανόμενων οστών ή των κατεστραμμένων οστών κατά τη διόρθωση καταγμάτων.

Aliases (separate with |): οστεοκλάστης
οστεομαλακία

Ανεπάρκεια της βιταμίνης D στους ενήλικες, που έχει ως αποτέλεσμα έλλειμμα ή απώλεια των αλάτων του ασβεστίου, γεγονός που καθιστά τα οστά ολοένα και πιο μαλακά, εύκαμπτα, εύθρυπτα, και παραμορφωμένα. Μια ενήλικος μορφή ραχίτιδας, η οστεομαλακία, μπορεί να επίσης να εντοπιστεί σε ηπατοπάθεια, καρκίνο ή άλλες παθήσεις που αναστέλλουν το φυσιολογικό μεταβολισμό της βιταμίνης D.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κλινικά ευρήματα είναι ρευματικά άλγη στα άκρα, στη σπονδυλική στήλη και στην πύελο, αναιμία, σημεία ανεπάρκειας και προϊούσα αδυναμία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος προκαλείται από οποιαδήποτε διαταραχή της βιταμίνης D ή από διαταραγμένο μεταβολισμό του φωσφόρου.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Σε ασθενείς με δίαιτες ελλιπείς σε βιταμίνη D, τα διατροφικά συμπληρώματα βοηθούν.

Aliases (separate with |): Οστεομαλακία
οστεομυελίτιδα

Φλεγμονή του οστού και του μυελού, η οποία προκαλείται συνήθως από λοίμωξη (και λιγότερο συχνά από ακτινοβολία ή άλλα αίτια). Εμφανίζεται συχνότερα σε μακρά οστά ή στη σπονδυλική στήλη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι λοιμώξεις που προσβάλλουν το οστό μέσω αρκετών οδών. Συνήθως λοιμογόνα μικρόβια μεταφέρονται στο οστό ως αποτέλεσμα αιματογενούς λοίμωξης (αιματογενής διασπορά). Oι οργανισμοί μπορούν να εισβάλλουν επίσης από ένα γειτονικό σημείο, όπως ένα έλκος κατάκλισης ή ένα μολυσμένο φατνίο (όμορη λοίμωξη), ή μπορεί να παρουσιαστεί στη διάρκεια τραυματισμού ή οστικού χειρουργείου. Πυογόνα βακτήρια, ιδίως ο Staphylococcus aureus, αποτελούν το συνηθέστερο αίτιο, αλλά τα gram-αρνητικά βακτήρια, τα μυκοβακτήρια, οι μύκητες και οι ιοί προκαλούν επίσης οστική λοίμωξη. Στο 50% περίπου των ασθενών δεν εντοπίζεται κάποιος οργανισμός. Η περιφερειακή αγγειακή νόσος, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, οι λοιμώξεις της ουροποιητικής οδού, οι προσθετικές αρθρώσεις, η ανεπαρκής διατροφή, ο σακχαρώδης διαβήτης, η γήρανση και οι λοιμώξεις των μαλακών μορίων αυξάνουν τον κίνδυνο της οστεομυελίτιδας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η κλινική εμφάνιση της οστεομυελίτιδας μπορεί να είναι κατάφωρη ή ιδιαιτέρως δυσδιάκριτη. Το ισχυρό σφύζων άλγος επί του επηρεασμένου τμήματος, ο πυρετός και η κακουχία παρατηρούνται συχνά στην αιματογενή λοίμωξη. Ωστόσο, στην περισσότερο εντοπισμένη λοίμωξη παρατηρείται μόνο ήπιο άλγος, οίδημα και ερυθρότητα, με ή χωρίς πυρετό. Μπορεί να υπάρχει πυώδες έκκριμα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Οι εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να αποκαλύψουν αυξημένο αριθμό λευκοκυττάρων ή ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων· ο ακτινολογικός έλεγχος ή το σπινθηρογράφημα μπορεί να αποκαλύψουν καταστροφή του οστού. Για τον προσδιορισμό του αιτιολογικού οργανισμού είναι απαραίτητες οι βιοψίες και οι καλλιέργειες οστού.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Όλες οι μορφές οστεομυελίτιδας απαιτούν μακρές συνεδρίες θεραπείας με υψηλή δόση αντιβιοτικών, ωστόσο, αρκετές από αυτές, περιλαμβανομένου των περισσότερων περιστατικών οστεομυελίτιδας που εντοπίζεται στα άκρα διαβητικών και πολλών λοιμώξεων που σχετίζονται με προσθετικό εξοπλισμό, δεν θα θεραπευτούν χωρίς χειρουργείο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: O ασθενής μπορεί να νοσηλευτεί αρχικά για ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών και χειρουργικό καθαρισμό, ή να αντιμετωπιστεί στο σπίτι. Η δραστηριότητα και η μεταφορά βάρους μπορεί να περιοριστεί ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος παθολογικών καταγμάτων. Το επηρεασμένο τμήμα ακινητοποιείται και ανυψώνεται, και χορηγείται επαρκής αναλγησία για την ανακούφιση του ισχυρού άλγους και των μυϊκών σπασμών. Εκτελείται παθητικό εύρος κίνησης στις αρθρώσεις πάνω και κάτω από το σημείο της λοίμωξης. Μπορούν να εφαρμοστούν ζεστές κάλτσες για την ενίσχυση της ροής του αίματος, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την απόδοση των αντιβιοτικών στην περιοχή. Εάν έχει εκτελεστεί χειρουργείο και/ή υπάρχει παροχέτευση, το σημείο παρακολουθείται για επούλωση και όλοι οι επίδεσμοι απορρίπτονται προσεκτικά. Εάν ο ασθενής βρίσκεται στο σπίτι, τα μέλη της οικογένειας διδάσκονται τις αρχές ελέγχου των λοιμώξεων και την ανάγκη για παρακολούθηση.

Aliases (separate with |): Οστεομυελίτιδα
οστεοπενία

Μια σημαντική μείωση στο ποσό της οστικής πυκνότητας μετάλλων (BMD) που φυσιολογικά εντοπίζεται σε έναν πληθυσμό ή ομάδα. O Παγκόσμιος Oργανισμός Υγείας καθορίζει ότι όταν η BMD βρίσκεται μεταξύ 1 και 2,5 τυπικές αποκλίσεις κάτω από το φυσιολογικό, υπάρχει οστεοπενία. Αποκλίσεις στην BMD που υπερβαίνουν τις 2,5 τυπικές αποκλίσεις κάτω από το φυσιολογικό ονομάζονται οστεοπόρωση.

Aliases (separate with |): Οστεοπενία
οστεοπόρωση

Απώλεια οστικής μάζας, σε όλο το εύρος του σκελετού, προδιαθέτοντας σε κατάγματα. Το υγιές οστό συνεχώς αναδιαμορφώνεται λαμβάνοντας δομικά υλικά από μια περιοχή και επισκευάζοντας άλλες. Στην οστεοπόρωση, επαναρροφάται περισσότερο οστό από αυτό που αποτίθεται, και ο σκελετός χάνει ένα μέρος της ισχΰς που προέρχεται από τις άθικτες δοκίδες του. Η γήρανση προκαλεί οστική απώλεια τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες, προδιαθέτοντάς τους σε σπονδυλικά και πυελικά κατάγματα. Αυτός είναι ο τύπος ΙΙ οστεοπόρωσης (αρχικά γνωστή ως «γεροντική» οστεοπόρωση). Ο τύπος Ι οστεοπόρωσης (γνωστός επίσης και ως «εκφυλιστική» απώλεια οστού) εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της απώλειας της προστατευτικής επίδρασης των οιστρογόνων στα οστά, μετά την εμμηνόπαυση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Πολλαπλοί τροποποιήσιμοι παράγοντες συμβάλλουν στην οστική μάζα και ισχύ: το αυξημένο σωματικό βάρος, τα υψηλότερα επίπεδα των φυλετικών ορμονών, τα υψηλότερα επίπεδα ασβεστίου και βιταμίνης D στη δίαιτα, και η συχνή άσκηση με βάρη, ενδυναμώνουν τα οστά και αποτρέπουν τα κατάγματα. Η οστική απώλεια και ο κίνδυνος καταγμάτων αυξάνεται με την ηλικία, την ακινητοποίηση, την περίσσεια της θυρεοειδούς ορμόνης, τη χρήση κορτικοστεροειδών και κάποιων αντισπασμωδικών φαρμάκων, την κατανάλωση αλκοόλ, καπνού και καφεΐνης, καθώς και μετά την εμμηνόπαυση. Η γενετική (ένας μη-τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου) συμβάλλει επίσης στην οστεοπόρωση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η οστική απώλεια εξελίσσεται για πολλά χρόνια χωρίς να προκαλεί συμπτώματα. Όταν προκαλεί κατάγματα, το οστικό άλγος και η απώλεια της κινητικότητας μπορούν να προκαλέσουν αναπηρία. Τα σημεία της οστεοπόρωσης περιλαμβάνουν παραμορφώσεις του σκελετού, όπως κύφωση και μείωση του ύψους, ιδιαιτέρως εάν συμβούν συμπιεστικά κατάγματα των σπονδύλων.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Τα συμπληρώματα ασβεστίου και η τακτική άσκηση βοηθούν στην καθυστέρηση ή στην αποτροπή του ρυθμού οστικής απώλειας και συστήνονται για τους περισσότερους άντρες και γυναίκες. Τα διφωσφονικά φάρμακα (όπως η αλενδρονάτη), η καλσιτονίνη, το φθοριούχο νάτριο και άλλοι παράγοντες είναι χρήσιμοι για ασθενείς και των δύο φύλων. Στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η υποκατάσταση οιστρογόνων ή οι επιλεκτικοί ρυθμιστές του υποδοχέα των οιστρογόνων βοηθούν στην αποτροπή της οστικής απώλειας και των καταγμάτων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η προστασία έναντι της οστεοπόρωσης θα πρέπει να ξεκινά κατά την παιδική ηλικία και την εφηβεία, εστιάζοντας στην ενδυνάμωση της οστικής μάζας. Ενθάρρυνση των παιδιών να καταναλώνουν τροφές πλούσιες σε ασβέστιο και εκπαίδευση των γονέων να ενθαρρύνουν την τακτική άσκηση, περιλαμβανομένων των σχολικών μαθημάτων γυμναστικής και των αθλητικών προγραμμάτων, ώστε να χτιστούν ισχυρά οστά και να καθιερωθούν υγιεινές συνήθειες στον τρόπο διαβίωσης. Oι γονείς θα πρέπει επίσης να ενημερωθούν για τις επιδράσεις των διατροφικών διαταραχών, της υπέρμετρης δίαιτας, της κατανάλωσης αλκοόλ και του καπνίσματος στην πυκνότητα των οστών. Από τα μέσα της τρίτης δεκαετίας μέχρι την ηλικία των 35 ετών, θα πρέπει να συνεχίζεται η εστίαση στο χτίσιμο και στη διατήρηση της οστικής μάζας, μέσω μιας δίαιτας πλούσιας σε ασβέστιο. Μετά την ηλικία των 35, η επαναρρόφηση οστού υπερβαίνει το σχηματισμό. Έμφαση θα πρέπει να δίνεται στην αποτροπή της οστικής απώλειας, μέσω μιας υγιεινής δίαιτας, της χρήσης συμπληρωμάτων ασβεστίου (μαζί με βιταμίνη D) - διασφαλίζοντας πρόσληψη τουλάχιστον 1000 mg ασβεστίου ανά ημέρα - και της άσκησης με βάρη, βάδισμα, ελαφρό τρέξιμο, χορό και ανέβασμα σκαλιών. Η αεροβική υψηλής έντασης μπορεί να προκαλέσει υψηλό στρες στα οστά των μεγαλύτερων ενηλίκων και θα πρέπει να αποφεύγεται. Μετά τη διάγνωση των ασθενών με οστεοπόρωση, θα πρέπει να αναλίσκεται χρόνος στην εκτίμηση της δίαιτας τους και των επιπέδων δραστηριότητάς τους. Αν και οι ασθενείς θα πρέπει να βαδίζουν ή να εμπλέκονται σε δραστηριότητας μεταφοράς βάρους για 30 με 60 λεπτά τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα, ο στόχος αυτός θα πρέπει να προσεγγίζεται σταδιακά. Oι τροφές που είναι πλούσιες σε ασβέστιο περιλαμβάνουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα, το σπανάκι, τις σαρδέλες και τους ξηρούς καρπούς. Θα πρέπει να καταναλώνονται συμπληρώματα ασβεστίου συνολικής ποσότητας 1000 έως 1500 mg ανά ημέρα. Τα συμπληρώματα μπορούν να αποτρέψουν την περαιτέρω οστική απώλεια. Με βάση την εξέταση της οστικής πυκνότητας, μπορεί να χορηγηθεί αλενδρονάτη ή κάποιο άλλο φάρμακο που αναστέλλει την επαναρρόφηση οστού, σε ημερήσια ή εβδομαδιαία δοσολογία. Εκπαίδευση του ασθενούς να λαμβάνει το φάρμακο αυτό νωρίς το πρωί, με άδειο στομάχι και μόνο με ένα ποτήρι νερό, παραμένοντας όρθιος για 30 λεπτά χωρίς να φάει ή να πιει.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: O Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει την απορροφησιομετρία ακτίνων Χ διπλής δέσμης (σάρωση DEXA) για την πρώιμη διάγνωση της οστικής απώλειας. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί η απορροφησιομετρία διπλού φωτονίου και η ποσοτική αξονική τομογραφία.

Aliases (separate with |): Οστεοπόρωση
οστό
  1. Οστίτης ιστός, ειδική μορφή πυκνού συνδετικού ιστού που αποτελείται από οστικά κύτταρα (οστεο-κύτταρα), στερεωμένα σε μια ανόργανη ουσία. Η οστική ουσία αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο, φωσφορικό ασβέστιο και ίνες κολλαγόνου.
  2. Μονάδα του σκελετού. Ο ανθρώπινος σκελετός έχει 206 οστά. Τα οστά περιβάλλουν και προστατεύουν τα ζωτικά όργανα και παρέχουν σημεία προσάρτησης στους μυς, λειτουργώντας ως μοχλοί και καθιστώντας έτσι δυνατή την κίνηση. Στο έμβρυο, τα οστά του κρανίου αποτελούνται αρχικά από ινώδη συνδετικό ιστό, ο οποίος βαθμιαία αντικαθίσταται από οστική ουσία. Το υπόλοιπο του σκελετού αποτελείται αρχικά από υαλώδη χόνδρο, ο οποίος από τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης αντικαθίσταται επίσης από οστό. Η εξωτερική επιφάνεια του οστού αποτελείται από συμπαγές οστό, ενώ η εσωτερική αποτελείται περισσότερο από ένα πορώδες τμήμα και ονομάζεται σπογγώδες οστό. Η διάφυση των μακρών οστών αποτελείται από συμπαγές οστό, το οποίο περιβάλλει το σωλήνα του μυελού των οστών. Το συμπαγές οστό αποτελείται από τα αβέρσεια συστήματα, τα οποία αποτελούνται από μία ομοιόμορφη διάταξη οστεοκυττάρων, αιμοφόρων αγγείων και λεμφαγγείων εντός τη οστικής ουσίας. Όλα αυτά μαζί συνεισφέρουν στη διατήρηση και επιδιόρθωση του οστού. Το περιόστεο είναι ο ινώδης συνδετικός ιστός που καλύπτει το οστό. Διαθέτει αιμοφόρα αγγεία που εισέρχονται στο οστό και εξυπηρετεί ως σημείο προσάρτησης των τενόντων και των συνδέσμων. Τα οστά ταξινομούνται ανάλογα με το σχήμα τους σε μακριά, βραχέα, επίπεδα ή ακανόνιστα. Στους ηλικιωμένους, και ειδικότερα στις γυναίκες, μπορεί να αναπτυχθεί οστεοπόρωση, μια νόσος κατά την οποία τα οστά γίνονται εύθραυστα και κερματίζονται εύκολα.
Aliases (separate with |): Οστό
οστρακιά

Οξεία, μεταδοτική ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από φαρυγγίτιδα και ερυθρά εξανθήματα και ερυθήματα. Προκαλείται από την Α ομάδα β-αιμολυτικών στρεπτοκόκκων και συνήθως προσβάλει παιδιά ηλικίας 3 έως και 15 ετών.

Βλ.: Παράρτημα Νοσηλευτικών Διαγνώσεων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ασθένεια προκαλείται από πολλά στελέχη (περισσότερα από 40) της Α ομάδας β-αιμολυτικών στρεπτοκόκκων τα οποία παράγουν μια ερυθρογόνο τοξίνη.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Κατόπιν περιόδου επώασης 1 έως 7 ημερών τα παιδιά αναπτύσσουν πυρετό, ρίγη, έμετο, κοιλιακό πόνο και γενική αδιαθεσία. Ο φάρυγγας και οι αμυγδαλές πρήζονται ενώ παράγεται και έκκριμα. Αρχικά η γλώσσα είναι λευκή με διογκωμένους ερυθρούς κάλυκες. Μετά από 5 ημέρες το λευκό εξαφανίζεται και η γλώσσα αποκτά τη μορφή ερυθρής φράουλας. Εστιακά εξανθήματα με υφή γυαλόχαρτου εμφανίζονται στον κορμό εντός 12ώρου από την έναρξη του πυρετού. Στις πτυχές των αγκώνων εμφανίζονται αχνές γραμμές γνωστές ως γραμμές του Pastia και οι οποίες χαρακτηρίζουν την ασθένεια στην πλήρη έξαρσή της. Εντός αρκετών ημερών αρχίζει η απολέπιση του δέρματος η οποία δύναται να διαρκέσει περίπου 3 εβδομάδες.

ΕΠΩΑΣΗ: Η περίοδος επώασης δεν είναι ποτέ μικρότερη των 24 ωρών. Ενδέχεται να κυμαίνεται μεταξύ 1 και 3 ημερών σπανίως δε διαρκεί μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η οστρακιά αντιμετωπίζεται με χορήγηση πενικιλίνης επί 10ημέρου. Η θεραπεία πρέπει να ακολουθείται καθ ολοκληρία προκειμένου να αποφευχθεί ρευματικός πυρετός ή σπειραματονεφρίτιδα. Γενικώς τα παιδιά απομονώνονται από τα βρέφη έως ότου τους χορηγηθεί πενικιλλίνη για διάστημα 24 ωρών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι γονείς παιδιών με οστρακιά διδάσκονται σχετικά με τη σημασία της απομόνωσης των ασθενών για τουλάχιστον 24 ώρες από την έναρξη της αντιβίωσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο σχολαστικό καθαρισμό των χεριών. Οι γονείς επίσης συμβουλεύονται για τη σημασία της χορήγησης της συνταγογραφημένης αντιβίωσης για όλη τη διάρκεια της θεραπείας ακόμα και αν ο ασθενής παρουσιάζει εμφανή βελτίωση. Επειδή το παιδί ενδέχεται να είναι νευρικό και ανήσυχο οι γονείς εκπαιδεύονται σε μεθόδους ενθάρρυνσης της κατάκλισης και της ξεκούρασης. Το παιδί πρέπει να μένει απασχολημένο με βιβλία κατάλληλα για την ηλικία του, παιχνίδια και παρακολούθηση τηλεόρασης.

Aliases (separate with |): Οστρακιά
οσφυονωτιαία παρακέντηση

Η πρόσβαση στην υπαραχνοειδή χώρα του μηνιγγικού ασκού, κάτω από το άκρο του νωτιαίου μυελού, συνήθως στο επίπεδο του τέταρτου μεσοσπονδύλιου χώρου, με μια κοίλη βελόνα. Η επέμβαση εκτελείται για την λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού (cerebrospinal fluid, CSF) για ανάλυση (π.χ., στη διάγνωση της σφοδρής κελφαλαγίας ή σε υποψία λοίμωξης ή αιμορραγίας στο κεντρικό νευρικό σύστημα), για χορήγηση φαρμάκων στον εγκέφαλο ή στο νωτιαίο μυελό (π.χ., αναισθητικών ή χημειοθεραπευτικών παραγόντων), ή για την ανακούφιση του CSF από πλεονάζουσα πίεση ή υγρό (π.χ. στον εγκεφαλικό ψευδοόγκο). ΠΡΟΣΟΧΗ: Η επέμβαση αντενδείκνυται σε ασθενείς με αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, λόγω του κινδύνου σχηματισμού κήλης του εγκεφάλου μέσω του ινιακού τρήματος στη βάση του κρανίου.

ΕΠΕΜΒΑΣΗ: Αποκτάται ενυπόγραφη συγκατάθεση μετά από κατάλληλη ενημέρωση, με την εξαίρεση επειγόντων περιστατικών, οπότε και υπερισχύει η κλινική κρίση. Στη συνέχεια, προετοιμάζεται το δέρμα του ασθενούς με αντισηπτικό διάλυμα και ένα αποστειρωμένο θυριδωτό φράγμα τοποθετείται επί του σημείου της παρακέντησης. Χορηγείται ένα τοπικό αναισθητικό, ο ασθενής τοποθετείται ώστε να διευκολύνεται η πρόσβαση στο νωτιαίο αυλό, και τότε η βελόνη εισάγεται αργά μεταξύ των σπονδύλων και μέσω των ελύτρων της σκληράς και της αραχνοειδούς μήνιγγας. Ο στυλίσκος που φράζει τη βελόνα αφαιρείται και συλλέγεται εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Λαμβάνονται αρχικές μετρήσεις της πίεσης στο άνοιγμα με ένα μανόμετρο. Όταν η επέμβαση εκτελείται για διαγνωστικούς σκοπούς, συλλέγονται περίπου 8 με 10 ml υγρού, τα οποία αποστέλλονται στο εργαστήριο.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Το άλγος στο σημείο της παρακέντησης, η λοίμωξη, η αιμορραγία, ο νευρολογικός τραυματισμός, ο θάνατος και οι κεφαλαλγίες μετά την παρακέντηση αποτελούν πιθανές επιπλοκές. Από αυτές, η κεφαλαλγία στάσης, η οποία προκαλείται από χρόνια διαφυγή από το σημείο της παρακέντησης, αποτελεί την επιπλοκή που αναφέρεται συχνότερα. Μπορεί να αντιμετωπισθεί με την επισκληρίδιο ένεση μιας μικρής ποσότητας αίματος από τον ίδιο τον ασθενή, για να δημιουργηθεί ένα «επίρραμα αίματος».

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η επέμβαση, οι αναμενόμενες αισθήσεις και ο ρόλος τού ιδίου, εξηγούνται στον ασθενή για τον καθησυχασμό του, και αποκτάται ενυπόγραφη συγκατάθεση μετά από κατάλληλη ενημέρωση. Συγκεντρώνεται και προετοιμάζεται ο απαραίτητος εξοπλισμός. Ο ασθενής τοποθετείται στο αριστερό πλευρό, κοντά στο δεξί άκρο του κρεβατιού ή του τραπεζιού εξέτασης, με την πλάτη προς τον χειριστή. Η νοσηλεύτρια βοηθά τον ασθενή να κάμψει τους μηρούς στον κορμό και να χαμηλώσει την κεφαλή στο στήθος, κάμπτοντας την πλάτη όσο το δυνατόν περισσότερο, και στη συνέχεια κρατά τον ασθενή στη θέση αυτή. Εναλλακτικά, ο ασθενής μπορεί να κάθεται, με κεκλιμένη την κεφαλή, το λαιμό και τη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, και τα πόδια να κρέμονται από την άκρη του κρεβατιού ή του τραπεζιού. Όταν χρησιμοποιείται αυτή η θέση, η νοσηλεύτρια κάθεται μπροστά από τον ασθενή, παρέχοντας υποστήριξη. Η νοσηλεύτρια βοηθά το χειριστή όπως χρειάζεται, σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης, αριθμώντας και κλείνοντας τους δοκιμαστικούς σωλήνες που προορίζονται για εργαστηριακό έλεγχο και εφαρμόζοντας πίεση στη σφαγίτιδα φλέβα, σύμφωνα με τις παρεχόμενες οδηγίες. Εφαρμόζεται ένας αδιαπέραστος αυτοκόλλητος επίδεσμος για να αποφευχθεί η διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού, χρησιμοποιώντας ίσως κολλόδιο ή αυτόλογο. Ο ασθενής καθησυχάζεται και καθοδηγείται σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης. Μετά την επέμβαση, η νοσηλεύτρια εκτιμά τα ζωτικά σημεία και την νευρολογική κατάσταση, προσέχοντας ιδιαίτερα για σημεία παράλυσης, αδυναμίας ή απώλειας της αίσθησης στα κάτω άκρα. Για να μειωθεί η πιθανότητα κεφαλαλγίας, ενθαρρύνεται η λήψη υγρών από το στόμα (για την αντικατάσταση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και την εξισορρόπηση των πιέσεων), ενώ ο ασθενής θα πρέπει να παραμείνει στο κρεβάτι σε πρηνή θέση για 4 έως 24 ώρες (ανάλογα με το πρωτόκολλο του ιατρού ή του ιδρύματος). Ενώ ο ασθενής δεν θα πρέπει να σηκώσει το κεφάλι, μπορεί να το μετακινήσει από πλευρό σε πλευρό. Μη-επεμβατικά μέτρα άρσης του άλγους καθώς και αναλγητικά παρέχονται εάν εμφανισθεί κεφαλαλγία.

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ: Αποστειρωμένες βελόνες οσφυονωτιαίας παρακέντησης, γάντια και μάσκα για τον ιατρό και τους βοηθούς, αντισηπτικό για το δέρμα, αποστειρωμένες γάζες και σπόγγο, αποστειρωμένη πετσέτα, ένα τοπικό αναισθητικό, όπως λιδοκαΐνη, και τέσσερις δοκιμαστικούς σωλήνες. Εάν πρόκειται να προσδιορισθεί η πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, θα απαιτηθούν αποστειρωμένοι μανομετρικοί σωλήνες και ένας προσαρμογέας με στρόφιγγα τριών γραμμών για τη σύνδεση του μανομέτρου στη βελόνα παρακέντησης.

Aliases (separate with |): Οσφυονωτιαία παρακέντηση
όσχεο

Ο θύλακος που εντοπίζεται στα περισσότερα αρσενικά θηλαστικά και περιέχει τους όρχεις και τμήμα του σπερματικού αγωγού. Συστατικά μέρη του όσχεου αποτελούν το δέρμα· ένα δίκτυο μη γραμμωτών μυϊκών ινών· ο ινομυώδης δαρτός χιτώνας· η κρεμαστήριος, σπερματική και χοανοειδής περιτονία· ο κρεμαστήρας μυς· και ο κολπικός χιτώνας.

Aliases (separate with |): scrotum|Όσχεο
ουδετεροπενικός πυρετός

Πυρετός που σχετίζεται με μη φυσιολογικά χαμηλό επίπεδο ουδετεροφίλων, συνήθως προκαλούμενο από λοίμωξη. Αυτή η κατάσταση θεραπεύεται με τη χρήση εμπειρικής αντιβιοτικής αγωγής εν αναμονή των αποτελεσμάτων των καλλιεργειών. Η ουδετεροπενία μπορεί να προκληθεί από διάφορα νοσήματα και καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων της χημειοθεραπείας, της έκθεσης σε ακτινοβολία, της απλαστικής αναιμίας, της διήθησης του μυελού των οστών από κακοήθεια και από επιπλοκές της μεταμόσχευσης μυελού των οστών. Ο κίνδυνος μιας δυνητικά απειλητικής για τη ζωή λοίμωξης είναι σημαντικός όταν ο απόλυτος αριθμός των ουδετεροφίλων είναι μικρότερος από 500/mm3.

Aliases (separate with |): Ουδετεροπενικός πυρετός
ουδός
  1. Σημείο στο οποίο ξεκινά να παράγεται ένα ψυχολογικό ή φυσιολογικό αποτέλεσμα.

  2. Ένα μέτρο της ευαισθησίας ενός οργάνου ή λειτουργίας που αποκτάται με την εύρεση της χαμηλότερης τιμής του κατάλληλου ερεθίσματος που θα προκαλέσει απόκριση.

Aliases (separate with |): threshold|Ουδός
ουλίτιδα

Λοίμωξη των ούλων που χαρακτηρίζεται από ερυθρότητα, οίδημα και τάση προς αιμορραγία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ουλίτιδα μπορεί να είναι τοπική λόγω λανθασμένης οδοντικής υγιεινής, τεχνητών οδοντοστοιχιών που δεν εφαρμόζουν σωστά ή άλλων εφαρμογών ή ελλειπούς σύγκλισης των οδόντων. Μπορεί να συνοδεύει γενικευμένη στοματίτιδα που σχετίζεται με στοματικές λοιμώξεις, καθώς και με λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού. Μπορεί ακόμη να απαντάται σε νόσους ανεπάρκειας, όπως το σκορβούτο, οι αιματολογικές δυσκρασίες, ή η δηλητηρίαση από μέταλλα.

Aliases (separate with |): Ουλίτιδα
ουρά
  1. Το μακρύ τελικό άκρο μιας δομής, όπως το άκρο της σπονδυλικής στήλης ή τα τελευταία τμήματα ενός πολυπεπτιδίου ή νουκλεϊνικού οξέος.

  2. Μία αδιάκοπη επέκταση της περιόδου ασφαλιστικής πολιτικής. Επίσης, αποκαλείται έτσι η επεκταθείσα έγκριση αναφοράς.

Aliases (separate with |): Ουρά
ουραιμία

Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η αύξηση σε τοξικά επίπεδα στο αίμα των παραπροϊόντων μεταβολισμού, τα οποία φυσιολογικά αποβάλλονται μέσω των νεφρών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Αν και ως κύριο αίτιο της ουραιμίας θεωρούνται τα αζωτούχα παράγωγα του μεταβολισμού, αυτή πιθανόν να οφείλεται μάλλον σε άλλα άχρηστα μεταβολικά προϊόντα, όπως γλυκοζυλιωμένα παράγωγα και παραπροϊόντα ανώμαλης οξείδωσης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Περιλαμβάνουν ναυτία, εμέτους, ανορεξία, κεφαλαλγίες, ζαλάδες, κώμα ή σπασμούς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αιμοδιάλυση απομακρύνει πολλά από τα τοξικά παραπροϊόντα που συσσωρεύονται στο αίμα στη νεφρική ανεπάρκεια και αμβλύνει με αυτό τον τρόπο πολλά από τα συμπτώματα που συνοδεύουν την ουραιμία. Επιπρόσθετα θεραπευτικά μέτρα αποτελούν η δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες, ο έλεγχος της οξεοβασικής ισορροπίας και η λήψη συμπληρωμάτων ασβεστίου και φυλλικού οξέος.

Aliases (separate with |): Ουραιμία
ουρήθρα

Η σωληνώδης δομή για την αποβολή των ούρων, που εκτείνεται από την κύστη έως το εξωτερικό περιβάλλον. Στις γυναίκες το στόμιο της βρίσκεται στον πρόδομο του κόλπου, μεταξύ του κόλπου και της κλειτορίδας. Στους άνδρες η ουρήθρα διασχίζει τον προστάτη και το πέος και καταλήγει στην κορυφή της βαλάνου. Χρησιμεύει τόσο για την ούρηση όσο και για την εκσπερμάτιση. Η ουρήθρα επενδύεται εσωτερικά από βλεννογόνο, στις πτυχές του οποίου εκβάλλουν οι πόροι των ουρηθραίων αδένων. Τον βλεννογόνο περιβάλλει η ιδίως στιβάδα που αποτελείται από ελαστικές ίνες και αγγεία, ενώ εξωτερικά υπάρχει στιβάδα ακανόνιστου μυϊκού ιστού.

Aliases (separate with |): Ουρήθρα
ουρητήρας

Σωληνώδης δομή που μεταφέρει τα ούρα από τους νεφρούς στην κύστη. Εκφύεται από τη νεφρική πύελο και καταλήγει στην οπίσθια επιφάνεια της κύστης. Κάθε νεφρός έχει έναν ουρητήρα μήκους 28-34 εκ., με τον δεξιό να είναι λίγο βραχύτερος. Η διάμετρος του κυμαίνεται από 1 χιλ. έως 1 εκ. Το τοίχωμά του αποτελείται από 3 χιτώνες: τον βλεννογόνο, τον μυϊκό και τον ινώδη.

Aliases (separate with |): Ουρητήρας
ουρία

Διαμίδιο του ανθρακικού οξέος, κρυσταλλική ουσία με χημικό τύπο CH4N2O. Ανευρίσκεται στο αίμα, στη λέμφο και τα ούρα. Σχηματίζεται στο ήπαρ από την αμμωνία που προέρχεται από την απαμίνωση των αμινοξέων. Η ουρία είναι το κυριότερο αζωτούχο συστατικό των ούρων και, μαζί με το διοξείδιο του άνθρακα, αποτελεί το τελικό μεταβολικό προϊόν των πρωτεϊνών στο σώμα. Στα φυσιολογικά άτομα η ουρία αντιπροσωπεύει το 80-90% των αζωτούχων ουσιών στα ούρα. Είναι άοσμη, άχρωμη, έχει μορφή λευκών πρισματικών κρυστάλλων και σχηματίζει άλατα με τα οξέα. Η ποσότητα που αποβάλλεται στα ούρα κυμαίνεται και εξαρτάται από την ποσότητα των πρωτεϊνών στη διατροφή. Η αποβολή της στα ούρα αυξάνεται σε εμπύρετα νοσήματα, στο διαβήτη και σε υπερλειτουργία των επινεφριδίων, ενώ μειώνεται στη νεφρική ανεπάρκεια.

Aliases (separate with |): Ουρία
ουρική αρθρίτιδα, ποδάγρα

Μια μορφή αρθρίτιδας που χαρακτηρίζεται από την εναπόθεση μονονατριακών ουρικών κρυστάλλων στις αρθρώσεις και σε άλλους ιστούς. Μπορεί να προσβληθεί οποιαδήποτε άρθρωση, αλλά η ουρική αρθρίτιδα ξεκινά συνήθως από το γόνατο ή την πρώτη μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση του άκρου ποδός.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι περισσότεροι ασθενείς με υπερουριχαιμία είναι ασυμπτωματικοί μεταξύ των οξέων κρίσεων. Όταν αναπτύσσεται οξεία κρίση ουρικής αρθρίτιδας, συνήθως ξεκινά τη νύκτα με άλγος μέτριου βαθμού που επιτείνεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε καμία θέση δεν ανακουφίζει τον ασθενή. Μπορεί να παρατηρηθούν χαμηλή πυρετική κίνηση και φλεγμονή της άρθρωσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης, συνιστάται κατάκλιση τουλάχιστον για τις πρώτες 24 ώρες και οι πάσχουσες αρθρώσεις πρέπει να ανυψώνονται, να ακινητοποιούνται και να προστατεύονται με νάρθηκα. Χορηγούνται αναλγητικά. Ο ασθενής ενημερώνεται για το σύνολο των προστατευτικών μέτρων. Χορηγούνται κολχικίνη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, πρεδνιζόνη και άλλα φάρμακα. Συνιστάται δίαιτα πτωχή σε πουρίνες και εξηγείται στον ασθενή η σημασία της σταδιακής μείωσης του σωματικού βάρους, αν η παχυσαρκία αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Αν παρατηρούνται τόφοι στους μαλακούς ιστούς, ο ασθενής πρέπει να χρησιμοποιεί μαλακά ρούχα για την κάλυψη των περιοχών αυτών και θα πρέπει να φροντίζει σχολαστικά το δέρμα, χρησιμοποιώντας αποστειρωμένες γάζες για την αποφυγή λοιμώξεων των ανοικτών βλαβών. Μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική παρέμβαση για την εκτομή ή παροχέτευση των διαπυημένων ή εξελκωμένων τάφων, για τη διόρθωση παραμορφώσεων των αρθρώσεων ή για τη βελτίωση της λειτουργίας της άρθρωσης. Ακόμα και ένα μικρό χειρουργείο μπορεί να προκαλέσει κρίση ουρικής αρθρίτιδας (συνήθως εντός 24 έως 96 ωρών μετά το χειρουργείο)· για το λόγο αυτό ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για τον κίνδυνο αυτό.

Aliases (separate with |): Ουρική αρθρίτιδα, ποδάγρα
ουροδόχος κύστη

Μια μυώδης, μεμβρανώδης, διατάσιμη κύστη που συγκρατεί τα ούρα και η οποία εδράζεται στην πύελο. Λαμβάνει τα ούρα από τα νεφρά διαμέσου των ουρητήρων και τα αποβάλλει από το σώμα διαμέσου της ουρήθρας.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: H κύστη εδράζεται στο πρόσθιο-κατώτερο τμήμα της πυέλου. Στις γυναίκες βρίσκεται μπροστά από το πρόσθιο τμήμα του κόλπου και της μήτρας, ενώ στον άνδρα μπροστά από το ορθό. Το κατώτερο τμήμα της κύστης, που βρίσκεται σε συνέχεια με την ουρήθρα, καλείται αυχένας της κύστης. Το άνω άκρο της, το οποίο συνδέεται με τον ομφαλό διαμέσου του μεσαίου ομφαλικού συνδέσμου, ονομάζεται κορυφή της ουροδόχου κύστης. Η περιοχή μεταξύ των οπών των δύο ουρητήρων και της ουρήθρας ονομάζεται τρίγωνο της κύστης. Το τοίχωμα της κύστης διαθέτει τρία μεγάλα στρώματα. Ο βλεννογόνος αποτελείται από μεταβατικό επιθήλιο. Το μεσαίο στρώμα διαθέτει τρία στοιβάδες (διαμήκη, κυκλική, διαμήκη) λείου μυός, ο οποίος ονομάζεται εξωστήρας μυς της κύστης. Η εξωτερική στοιβάδα της άνω επιφάνειας αποτελείται από σπλαχνικό περιτόναιο. Στις πλάγιες και κατώτερες επιφάνειες υπάρχει χαλαρός συνδετικός ιστός. Η ουροδόχος κύστη υποστηρίζεται από πολλούς συνδέσμους. Αιματώνεται από την άνω, μέση και κατώτερη κυστική αρτηρία, παροχετεύεται από πολλές φλέβες και λεμφαγγεία και νευρώνεται από κλάδους των τρίτου και τέταρτου ιερού νεύρου του υπογάστριου πλέγματος.

Η κύστη έχει φυσιολογική χωρητικότητα 500 ml ή και περισσότερο. Σε διάφορες παθήσεις μπορεί να διαταθεί σημαντικά. Μια συχνή αιτία διάτασης σε ηλικιωμένους άνδρες, η οποία παρεμποδίζει την ούρηση, αποτελεί η υπερτροφία του προστάτη, ο οποίος περιβάλλει την ουρήθρα και τον αυχένα της κύστης.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ: Το 24ωρο εκκρίνονται κατά μέσο όρο 1,2-1,5 λίτρα ούρων, αλλά η ποσότητα αυτή ποικίλλει με την ποσότητα των προσλαμβανόμενων υγρών και την ποσότητα των υγρών που αποβάλλεται με την εκπνοή, τον ιδρώτα και τα κόπρανα. Η αδυναμία κένωσης της κύστης είναι γνωστή ως κατακράτηση και ενδέχεται να χρειαστεί καθετηριασμό. Οι σφιγκτήρες μυς αποτελούν τμήμα του μηχανισμού που ελέγχει την κατακράτηση των ούρων εντός της ουροδόχου κύστης.

Σε ασθενείς που χρειάζονται βοήθεια για την αντιμετώπιση προβλημάτων κένωσης της κύστης, προσφέρεται μια πλειονότητα επιλογών: μόνιμοι ουρηθρικοί καθετήρες, ασκήσεις Kegel, διαλείπων καθετηριασμός, εξωτερικές συλλεκτικές συσκευές (ουροδοχεία και πάπιες), φάρμακα για την κένωση της κύστης (όπως bethanechol, φαινοξυβενζαμίνη, διαζεπάμη, δανδρολένιο ή baclofen) και φάρμακα για την αύξηση της χωρητικότητας της κύστης (όπως ιμιπραμίνη, οξυβουτίνη, προπαθυλένιο, ψευδοεφεδρίνη ή φαινυλπροπανολαμίνη). Για τους άνδρες υπάρχει προφυλακτικό, το οποίο είναι σχεδιασμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να συλλέγει τα ούρα.

Η δύναμη της ούρησης είναι πολύ μεγαλύτερη σε ένα παιδί από ότι σε έναν ενήλικα, διότι στα παιδιά η κύστη αποτελεί περισσότερο ένα κοιλιακό παρά ένα πυελικό όργανο. Οι κοιλιακοί μυς των παιδιών βοηθούν στην αποβολή των ούρων.

ΕΞΕΤΑΣΗ: Ψηλάφηση: η κύστη δεν μπορεί να ψηλαφηθεί όταν είναι άδεια. Όταν είναι πλήρης, γίνεται εμφανής ως μια μάζα στην υπερηβική περιοχή, η οποία κατά την ψηλάφηση έχει απαλή υφή και ωοειδές σχήμα.

Επίκρουση: όταν η κύστη είναι διατεταμένη με ούρα, το στρογγυλοποιημένο ανώτερο όριό της αναγνωρίζεται από τον τυμπανικό ήχο του εντέρου στη μια πλευρά και τον αμβλύ ήχο της ουροδόχου κύστης στην άλλη.

Aliases (separate with |): Ουροδόχος κύστη
ουρόλιθος

Λίθος που σχηματίζεται στο ουροποιητικό σύστημα. Ποικίλλει σε σύσταση και μπορεί να περιέχει ουρικά άλατα, ασβέστιο, οξαλικό, ανθρακικό ασβέστιο, φωσφορικά άλατα και κυστίνη.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο ασθενής πρέπει να ενθαρρύνεται να μιλά στον ιατρό για το είδος, την ένταση και το χαρακτήρα του πόνου και εκείνος με τη σειρά του λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπισή του, συνταγογραφώντας αναλγητικά, αντισπασμωδικά και θερμά υγρά επιθέματα. Τα ούρα συλλέγονται και διηθούνται, και οι λίθοι που τυχόν ανακαλύπτονται αποστέλλονται στο εργαστήριο για ανάλυση. Στην περίπτωση που ο ασθενής πρόκειται να υποβληθεί σε λιθοτριψία, ο ιατρός οφείλει να του αναλύσει τη διαδικασία καθώς και τη μετέπειτα παρακολούθηση. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να επεξηγούνται και όλες οι διαγνωστικές εξετάσεις που πρόκειται να γίνουν, έτσι ώστε να μειωθεί το άγχος και η ανησυχία του ασθενούς. Τα ούρα ελέγχονται επιπλέον για αιματουρία και προσδιορίζεται το ειδικό τους βάρος. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην καταγραφή των ζωτικών σημείων, ενώ αν εμφανιστεί πυρετός δίνονται αντιπυρετικά. Η πρόσληψη υγρών -προσέχοντας πάντα το ισοζύγιο- βοηθά στην αραίωση των ούρων και στην αποφυγή σχηματισμού επιπρόσθετων λίθων. Ο ιατρός πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορση για τυχόν επιπλοκές όπως λοίμωξη, στάση και κατακράτηση. Αν χρειαστεί τοποθετείται ουροκαθετήρας. Όσον αφορά τη δίαιτα, αυτή προσαρμόζεται ανάλογα με τη σύσταση του λίθου. Σε λίθους από φωσφορικά άλατα, ο ασθενής πρέπει να αυξήσει την κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών ("acid ash diet"), όπως δημητριακών, αυγών, κρέατος, γκρέιπ-φρουτ και βατόμουρων. Στην περίπτωση ουρικών λίθων πρέπει να λαμβάνονται αυξημένες ποσότητες πράσινων λαχανικών, φρούτων και γαλακτοκομικών ("alkaline ash diet"). Τέλος, πολύ σημαντική θεωρείται η πρόσληψη άφθονων υγρών καθώς και η τήρηση των κανόνων υγιεινής για την αποφυγή ουρολοιμώξεων (ιδιαίτερα στις γυναίκες).

Aliases (separate with |): Ουρόλιθος
ουρολοίμωξη

Λοίμωξη των νεφρών, των ουρητήρων ή της κύστης από μικροοργανισμούς που είτε ακολουθούν ανοδική πορεία από την ουρήθρα (95% των περιπτώσεων), είτε διασπείρονται στο νεφρό αιματογενώς (5%). Περίπου 7 εκατομμύρια Αμερικανοί επισκέπτονται κάθε χρόνο τον ιατρό τους εξαιτίας κάποιας ουρολοίμωξης. Οι ουρολοιμώξεις εμφανίζονται σε κατά τα άλλα υγιείς γυναίκες, σε άνδρες με υπερτροφία του προστάτη ή κώλυμα στην έξοδο της ουροδόχου κύστης και σε παιδιά με συγγενείς ανατομικές ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος καθώς και σε ασθενείς με χρόνιους καθετήρες κύστεως.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το 80% των ουρολοιμώξεων οφείλονται στην Escherichia coli. Στις νέες γυναίκες κοινό αίτιο είναι ακόμα ο Staphylococcus saprophyticus. Στους άνδρες με υπερτροφία του προστάτη ανευρίσκεται συνήθως εντερόκοκκος. Στις λοιπές περιπτώσεις η ουρολοίμωξη αποδίδεται στην Klebsiella, στον Proteus mirabilis, στον Staphylococcus aureus, στη Pseudomonas aeruginosa ή σε άλλους λοιμογόνους μικροοργανισμούς.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα των ουρολοιμώξεων ποικίλλουν. Οι νεότεροι σε ηλικία ασθενείς εμφανίζουν πόνο κατά την ούρηση, συχνουρία ή ανάγκη επιτακτικής ούρησης ή και τα δύο. Άλλα συμπτώματα είναι: πυελικός ή υπερηβικός πόνος, δεκατική πυρετική κίνηση ή και πυρετός και αλλαγή στην οσμή ή το χρώμα των ούρων. Οι ηλικιωμένοι μπορεί να εμφανίσουν πυρετό, σύγχυση ή κώμα λόγω σήψης. Οι ασθενείς με πυελονεφρίτιδα συχνά παραπονιούνται για πόνο στην πλάγια κοιλιακή χώρα, εξάντληση, ναυτία, εμέτους και υψηλό πυρετό. Οι ουρολοιμώξεις μπορεί να είναι και ασυμπτωματικές, ιδίως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αυτού του είδους ωστόσο οι ουρολοιμώξεις μπορεί να οδηγήσουν σε πυελονεφρίτιδα της εγκύου και πρόωρο τοκετό ή αποβολή του εμβρύου.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η ύπαρξη ουρολοιμώξεων, ο υπεύθυνος μικροοργανισμός καθώς και η επιλογή της κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας καθορίζονται από τη γενική εξέταση και την καλλιέργεια των ούρων. Η χρήση ταινίας (stick) ούρων μπορεί να καταδείξει την παρουσία λευκοκυτταρικής εστεράσης και νιτρώδους οξέος που συνηγορούν ισχυρά για την ύπαρξη ουρολοίμωξης. Η ύπαρξη επιπλέον περισσοτέρων από 8-10 λευκοκυττάρων/οπτικό πεδίο μεγάλης μεγέθυνσης σε φυγοκεντρηθέν δείγμα ούρων αποτελεί ισχυρή ένδειξη ουρολοίμωξης, όπως άλλωστε και η παρουσία μικροοργανισμών σε μη φυγοκεντρηθέν δείγμα ούρων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι αντιμικροβιακοί παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εν αναμονή των αποτελεσμάτων της καλλιέργειας είναι σουλφοναμίδες, νιτροφουραντοΐνη, κεφαλοσπορίνες ή κινολόνες. Οι ασθενείς που χρήζουν νοσοκομειακής περίθαλψης μπορούν να αντιμετωπιστούν με ενδοφλέβια αμινογλυκοσίδη, αντιεμετικά και ενυδάτωση. Το είδος των αντιμικροβιακών καθώς και η διάρκεια της αγωγής εξαρτώνται από τον ενοχοποιούμενο μικροοργανισμό και τη γενικότερη κατάσταση του ασθενούς. Ασθενείς με ανατομικές ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος (π.χ. παιδιά με ουρητηροπυελική απόφραξη ή ηλικιωμένοι με απόφραξη ουροδόχου κύστης) ίσως χρειαστούν και χειρουργική επέμβαση για την άρση του κωλύματος.

ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ: Οι παρακάτω παράγοντες προδιαθέτουν τις σεξουαλικά ενεργές νέες γυναίκες σε ουρολοιμώξεις: η χρήση αντισυλληπτικού διαφράγματος, το είδος της σεξουαλικής πρακτικής (παρατεταμένη επαφή ή στοματικό σεξ) καθώς και η παράλειψη της ούρησης αμέσως μετά την επαφή.

ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗΣ ΣΕ ΝΕΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ: Συνιστάται η αυξημένη πρόσληψη υγρών (περίπου 6-8 ποτήρια ημερησίως). Η φορά της καθημερινής υγιεινής της περινεϊκής περιοχής πρέπει να είναι από εμπρός προς τα πίσω, ώστε να αποφεύγεται η μεταφορά βακτηρίων στην περιοχή της ουρήθρας. Η ουροδόχος κύστη πρέπει να κενώνεται λίγο πριν και αμέσως μετά τη σεξουαλική επαφή. Η περιοχή των γεννητικών οργάνων πρέπει να καθαρίζεται πριν τη σεξουαλική επαφή. Αν υπάρχει πρόβλημα ξηρότητας του κόλπου, τότε καλό είναι να χρησιμοποιούνται ειδικά λιπαντικά πριν την επαφή. Οι αντισυλληπτικές συσκευές πρέπει να αφαιρούνται στον προκαθορισμένο χρόνο και ποτέ αργότερα. Εναλλακτικοί τρόποι αντισύλληψης θα πρέπει να συνιστώνται σε προδιατεθειμένες γυναίκες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η εκπαίδευση του ασθενούς πρέπει να περιλαμβάνει την αναγνώριση και την πρόληψη των υποτροπών της ουρολοίμωξης. Ο ασθενής θα πρέπει να γνωρίζει τα συμπτώματα και τα σημεία που θα τον οδηγήσουν στον ιατρό, καθώς και το είδος της θεραπείας που θα πρέπει να λαμβάνει για την πρόληψη ενός νέου επεισοδίου.

Aliases (separate with |): Ουρολοίμωξη
ουροποιητικό σύστημα

Σύστημα οργάνων που περιλαμβάνει τους νεφρούς, τους ουρητήρες, την κύστη και την ουρήθρα. Οι νεφροί παράγουν τα ούρα από το πλάσμα του αίαμτος, μέσω μιας διαδικασίας διήθησης, επαναπορρόφησης και αποβολής. Η παραγωγή των ούρων έχει σαν σκοπό την αποβολή των άχρηστων προϊόντων του μεταβολισμού αλλά και τη ρύθμιση του ισοζυγίου νερού-άλατος και της οξεοβασικής ισορροπίας. Τα υπόλοιπα όργανα του συστήματος έχουν ως ρόλο την απομάκρυνση των ούρων μετά το σχηματισμό τους.

Aliases (separate with |): Ουροποιητικό σύστημα
ουροστομία

Χειρουργική τεχνική, κατά την οποία οι ουρητήρες (που φυσιολογικά παροχετεύουν τα ούρα από τα νεφρά στην ουροδόχο κύστη) αποκόπτονται και οδηγούνται να εκβάλλουν στο κοιλιακό τοίχωμα. Τα ούρα συλλέγονται σε εξωτερικό σάκο, που επικολλάται στο δέρμα.

Aliases (separate with |): Ουροστομία
ους, αυτί

Το όργανο της ακοής και της ισορροπίας. Το αυτί αποτελείται από το έξω, το μέσο και το έσω τμήμα, και νευρώνεται από το όγδοο κρανιακό νεύρο.

Η οδός της ακοής έχει ως εξής: το πτερύγιο διοχετεύει τα ακουστικά κύματα από το περιβάλλον, τα οποία στη συνέχεια μέσω του έξω ακουστικού πόρου μεταδίδονται στον τυμπανικό υμένα, κάνοντας τη λεπτή αυτή επιθηλιακή μεμβράνη να πάλλεται. Οι παλμικές κινήσεις μεταδίδονται στα ακουστικά οστάρια του μέσου ωτός, τη σφύρα, τον άκμονα και τον αναβολέα, και στη συνέχεια στην περιλέμφο και στην ενδολέμφο του λαβυρίνθου του έσω ωτός. Οι υποδοχείς αποτελούν τμήμα του οργάνου του Cortib παράγουν νευρικές ώσεις, που μεταδίδονται μέσω του κοχλιακού κλάδου του όγδοου κρανιακού (ή ακουστικού) νεύρου στο ελικοειδές γάγγλιο και στις ακουστικές οδούς του εγκεφάλου. Οι ακουστικές περιοχές εδράζονται στους κροταφικούς λοβούς. Το φυσιολογικό ανθρώπινο αυτί ανταποκρίνεται σε μια ποικιλία ήχων, με συχνότητες που ποικίλλουν από 20 έως 20.000 Hz. Είναι πιο ευαίσθητο, ωστόσο, σε ήχους με συχνότητες που εμπίπτουν στο εύρος των 1500-3000 Hz, που αποτελεί και το εύρος συχνότητας της ανθρώπινης ομιλίας.

Οι υποδοχείς της ισορροπίας βρίσκονται στο ελλειπτικό και στο σφαιρικό κυστίδιο, καθώς και στους ημικύκλιους σωλήνες του έσω ωτός. Νευρώνoνται από τον αιθουσαίο κλάδο του όγδοου κρανιακού νεύρου. Ώσεις από το ελλειπτικό και το σφαιρικό κυστίδιο παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη θέση της κεφαλής και αυτές από τους ημικύκλιους σωλήνες σχετικά με την ταχύτητα και την κατεύθυνση της κίνησης στις τρεις διαστάσεις.

Aliases (separate with |): Ους, αυτί
ουσία
  1. Το υλικό από το οποίο αποτελείται οποιοδήποτε όργανο ή ιστός, ύλη.

  2. Χημική ουσία ή φάρμακο.

  3. Όταν χρησιμοποιείται σε ιατρονομικό πλαίσιο, ο όρος αφορά σε χημικές ουσίες στις οποίες γίνεται κατάχρηση. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται μεγάλη ποικιλία ουσιών όπως το αλκοόλ, η νικοτίνη, τα καταπραϋντικά, τα υπνωτικά, τα αγχολυτικά και παράνομες φαρμακευτικές ουσίες όπως η κάνναβη, η ηρωίνη ή οι μεθαμφεταμίνες. Σχεδόν οποιαδήποτε ουσία μπορεί να ληφθεί καταχρηστικά ακόμα και όταν έχει εγκριθεί η κλινική της χρήση εφόσον χρησιμοποιείται όπως ενδείκνυται.
Aliases (separate with |): Ουσία
οφθαλμικές σταγόνες

Οποιαδήποτε φαρμακευτική ουσία ενσταλάζεται σε υγρή μορφή στον επιπεφυκότα. Κατά την εφαρμογή των σταγόνων, το κεφάλι πρέπει να είναι γερμένο προς τα πίσω, διαφορετικά οι σταγόνες δεν θα περάσουν από τον άνω στον κάτω θόλο του επιπεφυκότα και το αντίθετο. Όσο μικρότερες είναι οι σταγόνες τόσο τα καλύτερο. Η υπερβολική ποσότητα υγρού στα μάτια έχει ως αποτέλεσμα ο ασθενής να τα ανοιγοκλείνει, οπότε το φάρμακο απομακρύνεται εξαιτίας της αυξημένης έκκρισης των δακρυϊκών αδένων.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Πολλά φάρμακα δεν απορροφώνται από τον επιπεφυκότα, ενώ μπορεί να απορροφηθούν εύκολα από το ρινοδακρυϊκό πόρο. Για το λόγο αυτό, ιδιαίτερα στα παιδιά, συνιστάται το κλείσιμο του πόρου ασκώντας πίεση στον έσω κανθό του οφθαλμού για μερικά λεπτά μετά από κάθε ενστάλαξη.

Aliases (separate with |): Οφθαλμικές σταγόνες
οφθαλμός

Το όργανο της όρασης.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Ο οφθαλμικός βολβός αποτελείται από τρεις χιτώνες, τον έσω ή αμφιβληστροειδή, ο οποίος περιέχει τους φωτοϋποδοχείς, τον μέσο ή αγγειώδη χιτώνα (χοριοειδής χιτώνας, ακτινωτό σώμα και ίριδα) και τον έξω ή σκληρό χιτώνα, που περιλαμβάνει το διάφανο κερατοειδή. Ο οφθαλμικός βολβός περιλαμβάνει δύο κοιλότητες. Η μικρότερη πρόσθια κοιλότητα ευρίσκεται μπροστά από το φακό και διαιρείται περαιτέρω από την ίριδα σε πρόσθιο και οπίσθιο θάλαμο, αμφότερες των οποίων περιέχουν υδατοειδές υγρό. Πίσω από το φακό βρίσκεται η μεγαλύτερη οπίσθια κοιλότητα, η οποία περιέχει το ζελατινώδους υφής υαλώδες σώμα (υγρό). Ο φακός βρίσκεται πίσω από την ίριδα και συγκρατείται στη θέση του από το ακτινωτό σώμα και τις ίνες της ακτινωτής ζώνης. Το ορατό τμήμα του σκληρού χιτώνα καλύπτεται από τον επιπεφυκότα, μια μεμβράνη που συνεχίζει ως επιπεφυκότος των βλεφάρων. Έξι εξοφθαλμικοί μύες κινούν τον βολβό, ο άνω, κάτω, έσω και έξω ορθός και ο άνω και κάτω πλάγιος μυς.

Νεύρωση: Ο αμφιβληστροειδής νευρώνεται από το οπτικό νεύρο (ΙΙη εγκεφαλική συζυγία). Οι οφθαλμοκινητικοί μύες νευρώνονται από το κοινό κινητικό, το τροχιλιακό και το απαγωγό νεύρο (ΙΙΙη, IVη και VIη εγκεφαλική συζυγία). Οι μύες των βλεφάρων νευρώνονται από το προσωπικό νεύρο για το σφιγκτήρα των βλεφάρων και από το κοινό κινητικό για τον ανελκτήρα του άνω βλεφάρου. Οι αισθητικες ίνες του βολβού προέρχονται από τον οφθαλμικό και άνω γναθικό κλάδο του τρίδυμου νεύρου (Vη εγκεφαλική συζυγία). Οι προγαγγλιακές συμπαθητικές ίνες προέρχονται από το καρωτιδικό πλέγμα και τα σωματά τους βρίσκονται στο ανώτερο αυχενικό γάγγλιο. Νευρώνουν το διαστολέα της ίριδας. Οι παρασυμπαθητικές ίνες από το ακτινωτό γάγγλιο καταλήγουν στο δακρυϊκό αδένα, στον ακτινωτό μυ και στο σφιγκτήρα μυ της κόρης.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ: Το φως που εισέρχεται στον οφθαλμό περνά μέσα από τον κερατοειδή, την κόρη, ένα άνοιγμα της ίριδας, το φακό, το υαλώδες σώμα και καταλήγει στον αμφιβληστροειδή. Ο κερατοειδής, το υδατοειδές υγρό, ο φακός και το υαλώδες σώμα αποτελούν τα διαθλαστικά μέσα του οφθαλμού. Μεταβολές στην καμπυλότητα του φακού προκαλούνται από την ελαστικότητά του και τη σύσπαση του ακτινωτού μυ. Οι μεταβολές αυτές εστιάζουν τις φωτεινές ακτίνες στον αμφιβληστροειδή, διεγείροντας με τον τρόπο αυτό τα κωνία και τα ραβδία, που είναι οι φωτοϋποδοχείς. Τα ραβδία αναγνωρίζουν γενικά το φως, ενώ τα κωνία αναγνωρίζουν τα χρώματα του ορατού φάσματος. Η οπτική περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού που εδράζεται στον ινιακό λοβό τα καταχωρεί ως οπτικές αισθήσεις. Η ποσότητα του φωτός που εισέρχεται στον οφθαλμό ελέγχεται από την ίριδα. Ο διαστολέας και ο σφιγκτήρας μυς της μεταβάλλουν το μέγεθος της κόρης ανάλογα με την ποσότητα του φωτός. Ο οφθαλμός μπορεί να διακρίνει περίπου 8 εκατομμύρια αποχρώσεις των χρωμάτων. Καθώς ο οφθαλμός γηράσκει, το άτομο βλέπει τα αντικείμενα πιο πράσινα. Οι κύριες λειτουργίες της όρασης είναι η αίσθηση των χρωμάτων, του φωτός, της κίνησης και των σχημάτων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Όταν συμβαίνει τραυματισμός του οφθαλμού, εξετάζεται άμεσα η οπτική οξύτητα. Αν έχει υπάρξει διάτρηση του βολβού τοποθετείται ένα ειδικό προστατευτικό κάλυμμα, όχι απλό κάλυμμα, πάνω από τον οφθαλμό. Το ξένο σώμα που προκαλεί διάτρηση δεν πρέπει να αφαιρείται. Δεν χορηγείται κανένα φάρμακο, ιδίως τα κορτικοστεροειδή, πριν ο ασθενής επισκεφθεί οφθαλμίατρο.

Ο ασθενής εκτιμάται για την ύπαρξη άλγους και ευαισθησίας, ερυθρότητας και έκκρισης, κνησμού, φωτοφοβίας, αυξημένης δακρύρροιας, ανοίγματος και κλεισίματος των βλεφάρων και θολής όρασης. Όταν χορηγείται οποιαδήποτε τοπική φαρμακευτική αγωγή (σταγόνες, αλοιφές ή διαλύματα) αυτός που τα τοποθετεί πρέπει πρώτα να έχει πλύνει τα χέρια του καλά. Η κεφαλή του ασθενούς στρέφεται ελαφρά προς την πλευρά του πάσχοντος οφθαλμού και ζητείται η συνεργασία του για να τον κρατήσει ανοικτό. Οι σταγόνες ενσταλάζονται στο σάκο του επιπεφυκότα (όχι απευθείας στον οφθαλμό) και ασκείται πίεση στη δακρυϊκή συσκευή στον έσω κανθό για να προληφθεί η συστηματική απορρόφηση. Οι αλοιφές εφαρμόζονται στο βλεφαρικό χείλος από τον έσω προς τον έξω κανθό και τα διαλύματα ενσταλάζονται από τον έσω προς τον έξω κανθό. Πρέπει να αποφεύγεται η επαφή του ρύγχους του φιαλιδίου ή του σωληναρίου με τον οφθαλμό, και τα χέρια πρέπει να πλένονται καλά μετά τη διαδικασία.

Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του πρέπει να διδάσκονται τις σωστές τεχνικές για την ενστάλαξη των οφθαλμικών φαρμάκων. Οι ασθενείς με διαταραχές της όρασης προστατεύονται από τραυματισμό και τα μέλη της οικογένειας διδάσκονται μέτρα ασφαλείας. Οι ασθενείς με ανεπαρκή δακρύρροια ή με αδυναμία να ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα ή να κλείνουν τα μάτια τους, προστατεύονται από τραυματισμό του κερατοειδή με την εφαρμογή τεχνητών δακρύων και με ελαφρό κλείσιμο των ματιών με κάλυμμα. Τονίζεται η σημασία της τακτικής οφθαλμολογικής εξέτασης. Άτομα υψηλού κινδύνου πρέπει να προστατεύουν τα μάτια τους από τραυματισμό με το να φορούν προστατευτικά γυαλιά όταν εργάζονται με ή κοντά σε επικίνδυνα εργαλεία ή ουσίες. Πρέπει να φορούν γυαλιά με χρωματιστούς φακούς για την προστασία των ματιών από το έντονο φως. Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν να τρίβουν τα μάτια τους για την αποφυγή ερεθισμού ή μόλυνσης.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται τοπικά ή συστηματικά έως ότου ο ασθενής έχει εξεταστεί από ιατρό, κατά προτίμηση οφθαλμίατρο. Η χρήση π.χ. κορτικοστεροειδών σε ένα ερυθρό μάτι που οφείλεται σε απλό έρπητα ενέχει τον κίνδυνο τύφλωσης του ματιού αυτού.

Aliases (separate with |): Οφθαλμός
πάγκρεας

Σύνθετος λοβιοσωληνώδης αδένας που εντοπίζεται πίσω από το στομάχι και μπροστά από τον πρώτο και δεύτερο οσφυϊκό σπόνδυλο. Η κεφαλή του βρίσκεται εντός της καμπύλης του δωδεκαδακτύλου, η ουρά του δίπλα στον σπλήνα, ενώ το ενδιάμεσο τμήμα αποτελεί το κυρίως σώμα. Το πάγκρεας είναι τόσο εξωκρινές όσο και ενδοκρινές όργανο. Οι εξωκρινείς αδένες είναι οργανωμένοι σε λοβούς, ο καθένας με τον δικό του πόρο; οι πόροι αυτοί αναστομώνονται για να σχηματίσουν τον κύριο παγκρεατικό πόρο ή πόρο του Wirsung, ο οποίος ενώνεται με τον κοινό χοληδόχο πόρο για να σχηματίσουν την ηπατοπαγκρεατική λήκυθο, που εκβάλλει στο δωδεκαδάκτυλο. Συχνά υπάρχει και ένας επικουρικός παγκρεατικός πόρος ή πόρος του Santorini, o οποίος καταλήγει απευθείας στο δωδεκαδάκτυλο. Διασκορπισμένα σε όλη την έκταση του εξωκρινούς αδενικού ιστού απαντώνται συσσωματώματα κυττάρων, καλούμενα νησίδια του Langerhans, που συνιστούν ενδοκρινείς αδένες και εκκρίνουν ορμόνες. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Η εξωκρινής έκκριση του παγκρέατος περιέχει ένζυμα που συμμετέχουν στην πέψη της τροφής στο λεπτό έντερο, καθώς και διττανθρακικό νάτριο για την εξουδετέρωση του υδροχλωρικού οξέος του στομάχου στο δωδεκαδάκτυλο.

Τα νησίδια του Langerhans περιλαμβάνουν α-, β- και δ-κύτταρα. Τα α-κύτταρα εκκρίνουν γλυκαγόνη, η οποία αυξάνει τη γλυκόζη του αίματος; τα β-κύτταρα εκκρίνουν ινσουλίνη, η οποία μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα; τα δ-κύτταρα απελευθερώνουν σωματοστατίνη, η οποία αναστέλλει την έκκριση ινσουλίνης, γλυκαγόνης, αυξητικής ορμόνης από την πρόσθια υπόφυση και γαστρίνης από το στομάχι.

ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ: Αυτοάνοση βλάβη των νησιδίων του Langerhans οδηγεί σε τύπου 1 σακχαρώδη διαβήτη, νόσο κατά την οποία η έκκριση ινσουλίνης είναι ανεπαρκής ή απολύτως ανύπαρκτη. Παγκρεατικοί όγκοι που εκκρίνουν ινσουλίνη, τα λεγόμενα ινσουλινώματα, προκαλούν υπογλυκαιμία, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνιοι. Η φλεγμονή του παγκρέατος, γνωστή ως παγκρεατίτιδα, είναι μια κοινή πάθηση, συχνά αποτέλεσμα της υπερβολικής κατανάλωσης οινοπνεύματος ή της απόφραξης των εξωκρινών παγκρεατικών εκκρίσεων από χολολίθους. Η παγκρεατική διαίρεση είναι μια κοινή συγγενής ανωμαλία κατά την οποία ο κύριος πόρος της εξωκρινούς μοίρας του εκβάλλει σε μια επικουρική παγκρεατική θηλή αντί της θηλής του δωδεκαδακτύλου; έχει συνδεθεί με υποτροπιάζοντα επεισόδια παγκρεατίτιδας.

Aliases (separate with |): Πάγκρεας
παθητική-επιθετική διαταραχή της προσωπικότητας

Διαταραχή της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από την έμμεση αντίσταση στις απαιτήσεις της εργασιακής και κοινωνικής αποδοτικότητας, διαμέσου αναβολής, αργοσχολίας, ισχυρογνωμοσύνης, αναποτελεσματικότητας ή αμέλειας. Η νόσος αρχίζει πρώιμα στην παιδική ηλικία και μπορεί να εκδηλωθεί με την άρνηση της ολοκλήρωσης των καθημερινών καθηκόντων, με τη δημιουργία παραπόνων ότι το άτομο παρεξηγείται από τους άλλους και ότι είναι ανυπόληπτο, με σκυθρωπή και ερειστική συμπεριφορά, με έκδηλο φθόνο για τους άλλους και με συμπεριφορά που εναλλάσσεται μεταξΰ ανταγωνιστικής περιφρόνησης και μεταμέλειας.

Aliases (separate with |): Παθητική-επιθετική διαταραχή της προσωπικότητας
Page:  « Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL